Αναζήτηση

Go

Ο Μακεδονικός Αγώνας

Ιστορική Αναδρομή

Ο Μακεδονικός Αγώνας

Ο Μακεδονικός Αγώνας υπήρξε ένας κρίκος στην αλυσίδα των εξεγέρσεων για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Αποτελεί μια από τις πιο ένδοξες σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, γραμμένη με μαρτύρων αίμα, ηρωισμούς και ολοκαυτώματα. Οι πρωταγωνιστές του προέρχονταν από ολόκληρο τον Ελληνισμό. Ωστόσο, το κύριο βάρος του Αγώνα το σήκωσε ο γηγενής πληθυσμός της Μακεδονίας, ο οποίος αγωνίστηκε για τριάντα περίπου χρόνια να διαφυλάξει την ελληνικότητά του από τις διάφορες εθνικές προπαγάνδες, αλλά και συμπαραστάθηκε με θέρμη και αποτελεσματικότητα τους Μακεδονομάχους που έσπευσαν από κάθε γωνιά της Ελλάδας στη Μακεδονία για να πάρουν μέρος στην ένοπλη φάση του Αγώνα στα χρόνια 1904-1908.

Η Μακεδονία, όπως και η υπόλοιπη Ελλάδα, γέφυρα ανάμεσα σε δυο ηπείρους και πολιτισμούς, με τεράστια στρατηγική και πολιτική σημασία, έγινε το μήλο της έριδας των Μεγάλων Δυνάμεων όταν πια άρχισε να κλονίζεται η κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη Βαλκανική. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μελλοντική τύχη της περιοχής έδειχνε η Ρωσία, η οποία αναζητούσε ευκαιρίες για να προωθήσει τις θέσεις της και την επιρροή της σε χώρες της ανατολικής Μεσογείου. Η πολιτική αυτή έγινε σαφέστερη στα τέλη του 18ου αιώνα, και συνεχίστηκε με διάφορες μορφές σε ολόκληρη τη διάρκεια του 19ου και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού.

Ως τα μέσα του 19ου αιώνα η ρωσική επιρροή στο μικρό ελληνικό κράτος και γενικά στον ελληνορθόδοξο κόσμο ήταν αρκετά ισχυρή. Μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856) και την έξωση από την Ελλάδα του βασιλιά Όθωνα η επιρροή αυτή μειώθηκε δραστικά. Από τότε περίπου η Ρωσία άρχισε να ενδιαφέρεται και να ενθαρρύνει τις εθνικές διεκδικήσεις του σλαβικού στοιχείου της Βαλκανικής, ιδιαίτερα του βουλγαρικού. Στο πλαίσιο λοιπόν της πολιτικής αυτής εντάσσεται και ισχυρή πίεση που άσκησε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, για να διασφαλίσει την εκκλησιαστική αυτονομία των Βουλγάρων έναντι του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το σχέδιο απέβλεπε όχι μόνο στην αποδυνάμωση της πνευματικής, πολιτιστικής και πολιτικής επιρροής του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στη βαλκανική χερσόνησο, αλλά και την προετοιμασία του εδάφους για τη διοικητική αυτονόμηση των Βουλγάρων από την οθωμανική κυριαρχία. Τελικά, οι προσπάθειες εκείνες επέτυχαν με την ίδρυση (με σουλτανική απόφαση) της βουλγαρικής Εξαρχίας στα 1870-1872. Ο τυπικός εκείνος εκκλησιαστικός διαχωρισμός των ορθόδοξων πληθυσμών σε «πατριαρχικούς» και «εξαρχικούς» ή «σχισματικούς» πήρε ουσιαστικά τη μορφή της εθνικής αντιπαράθεσης Ελλήνων και Βουλγάρων και αποτέλεσε την απαρχή του Μακεδονικού Αγώνα.

Από την πλευρά τους, οι Έλληνες της Μακεδονίας δεν είχαν πάψει να εκδηλώνουν την απόφασή τους να συμμεριστούν τη μοίρα του υπόλοιπου Ελληνισμού. Αυτό έδειξαν άλλωστε και οι αγώνες και οι θυσίες τους σε ολόκληρη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και ιδιαίτερα κατά την επανάσταση του 1821-1822 τόσο στη κεντρική και δυτική Μακεδονία όσο και στις νοτιότερες ελληνικές περιοχές. Το ίδιο συνέβη και με τις απελευθερωτικές προσπάθειες που ακολούθησαν στη Μακεδονία στις δεκαετίες του 1830, 1850 και 1870. Ωστόσο, παρά τις προσπάθειες αυτές, η Μακεδονία παρέμενε υπό οθωμανική κυριαρχία ως τους Βαλκανικούς πολέμους.

Οι βουλγαρικές προσπάθειες για διείσδυση στη Μακεδονία εντάθηκαν μετά την ίδρυση της αυτόνομης Βουλγαρικής Ηγεμονίας το 1878. Τυπικά, οι προσπάθειες αυτές απέβλεπαν στον θρησκευτικό προσηλυτισμό. Ουσιαστικά όμως απέβλεπαν στην ισχυροποίηση των βουλγαρικών διεκδικήσεων στη Μακεδονία εν όψει της υποχώρησης των Οθωμανών. Τα χρόνια εκείνα οι διακρίσεις των πληθυσμών στη νευραλγική αυτή περιοχή των Βαλκανίων δεν γίνονταν με βάση την εθνική τους ταυτότητα, αλλά τη θρησκευτική τους επιλογή. «Εξαρχικός» ή «σχισματικός» σήμαινε αντίστοιχα Βούλγαρος και Πατριαρχικός ή Ορθόδοξος Έλληνας.

Για πάνω από τριάντα χρόνια ο ελληνορθόδοξος πληθυσμός της Μακεδονίας, μόνος και αβοήθητος, με μοναδικά όπλα το σχολείο και την εκκλησία πάλεψε για να μην αποκοπεί από τις ρίζες του, την Ορθοδοξία και τον Ελληνισμό. Ο ιερέας και ο δάσκαλος αναδείχθηκαν τα χρόνια εκείνα τα ισχυρότερα στηρίγματα του χειμαζόμενου Γένους, περιορίζοντας τα αποτελέσματα της βουλγαρικής προπαγάνδας. Οι Μακεδόνες, Ελληνόφωνοι και Σλαβόφωνοι, έμειναν με πείσμα προσκολλημένοι στο Πατριαρχείο, διατηρώντας την ελληνική τους εθνική συνείδηση. Γι' αυτό και οι σλαβόφωνοι εξαιτίας της φανατικής τους προσήλωσης στην ελληνική ιδέα ονομάστηκαν από τους αντιπάλους της Γραικομάνοι, δηλαδή μανιακοί Έλληνες.

Και όταν οι Βούλγαροι διαπίστωσαν, ότι δεν μπορούσαν να επιβληθούν με ειρηνικά μέσα, σταδιακά από το 1895 και εξής, πέρασαν στη βία των όπλων. Η στροφή αυτή έγινε κάτω από το αδιάφορο βλέμμα των Οθωμανών, που εφαρμόζοντας την αρχή του "διαίρει και βασίλευε". Τέλος τον Ιούλιο του 1903 στην περιοχή της βορειοδυτικής Μακεδονίας, κήρυξαν την εξέγερση του Ίλιντεν, για να προβάλλουν το Μακεδονικό Ζήτημα στην Ευρώπη, αλλά με απώτερο σκοπό να ενσωματώσουν τη Μακεδονία στο βουλγαρικό κράτος, με την ίδια μέθοδο που είχαν προσαρτήσει. λίγα χρόνια πρωτύτερα το 1885 την Ανατολική Ρωμυλία. Επιλεγμένοι τους στόχοι υπήρξαν τα ελληνικά βλαχοχώρια Κλεισούρα, Κρούσοβο και Νυμφαίο, τα οποία, αν καταλαμβάνονταν θα παρέλυε -έτσι πίστευαν οι Βούλγαροι- κάθε μορφής αντίσταση. Αλλά οι Τούρκοι σύντομα πέρασαν στην αντεπίθεση και έτσι η επανάσταση του Ίλιντεν έσβησε ως πυροτέχνημα.

Όμως παρά την αποτυχία της εξέγερσης του Ίλιντεν, η Μακεδονία είχε κατακλυστεί από βουλγαρικά ανταρτικά σώματα. Η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί εγκυμονούσε πολλούς κινδύνους για την απώλεια του ελληνισμού της Μακεδονίας. Έτσι άρχισε η ελληνική αντίσταση που σηματοδοτεί την ένοπλη φάση του Μακεδονικού Αγώνα. Πρωτοπόροι στον Αγώνα στάθηκαν ο Ίων Δραγούμης, γραμματέας του ελληνικού προξενείου στο Μοναστήρι, και ο Μητροπολίτης Καστοριάς, Γερμανός Καραβαγγέλης. Από το 1902 ο Δραγούμης, κηρύσσοντας αληθινή εθνική σταυροφορία στην ευρύτερη περιοχή της δυτικής Μακεδονίας, κατηχούσε, εμψύχωνε, όριζε διοικητικές επιτροπές σε πόλεις και χωριά και οργάνωσε τη "Μακεδονική Άμυνα" στην περιοχή του Μοναστηρίου. Ο Καραβαγγέλης από την δική του πλευρά, συγκρότησε τα πρώτα ανταρτικά σώματα δυτικομακεδόνων με αρχηγούς τον Κώττα από τη Ρούλια και το Βαγγέλη Στρεμπενιώτη.

Η Αθήνα αφυπνίστηκε. Την άνοιξη του 1904 στάλθηκαν μυστικά στη Μακεδονία τέσσερις παράξενοι ζωέμποροι. Στην πραγματικότητα ήταν αξιωματικοί του ελληνικού στρατού. Ανάμεσά τους ο Παύλος Μελάς, με το ψευδώνυμο Πέτρος Δέδες. Ο Μελάς ξαναγύρισε στη Μακεδονία τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου με δικό του ανταρτικό σώμα, ως καπετάν Μίκης Ζέζας, σύνθεση των ονομάτων των δυο παιδιών του. Οι Μακεδόνες τον δέχθηκαν ως ελευθερωτή. Ο λαός σιγά σιγά αναθάρρησε. Και όταν στις 13 Οκτωβρίου του 1904 ο Μελάς έπεσε νεκρός στη Στάτιτσα, έγινε εθνικό σύμβολο.

Τότε από κάθε μερικά της ελληνικής γης από τη Βόρειο Ήπειρο ως την Κρήτη και την Κύπρο, άρχισαν καταφθάνουν γενναίοι Μακεδονομάχοι που αποθανατίστηκαν με τα θρυλικά πλέον ψευδώνυμά τους: Βάρδας, Ακρίτας, Μπούας, Κόρακας, Νικηφόρος, Ρούβας και άλλοι. Οι μακεδόνες καπετάνιοι Νταλίπης, Πύρζας, Μητρούσης, Γιαγκλής, Κύρου, Στέφος, Ράμναλης, τους δέχθηκαν με ενθουσιασμό και συνεργάστηκαν στενά μαζί τους.

Παράλληλα στην Αθήνα το Μακεδονικό Κομιτάτο στελεχωμένο από άνδρες όπως ο Δημήτριος Καλαποθάκης και Νικόλαος Πολίτης προσπάθησε να διαφωτίσει την ελληνική και την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη για όσα συνέβαιναν στη Μακεδονία και για τους κινδύνους του Ελληνισμού. Προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και ο Κεντρικός Μακεδονικός Σύλλογος των αδελφών Θεοχάρη και Μαυρουδή Γερογιάννη καθώς και άλλοι ανάλογοι σύλλογοι και σωματεία.

Καθοριστική υπήρξε η συμβολή του Αγώνα και των αμάχων Μακεδόνων όλων των ηλικιών, των φύλων και των κοινωνικών τάξεων. Χωρικές ζύμωναν το ψωμί των Μακεδονομάχων, έπλεναν τα ρούχα τους και έδεναν τις πληγές τους. Στις πόλεις επιτροπές κυριών, οργανωμένες σε φιλόπτωχα σωματεία συγκέντρωναν εφόδια. Απλοί χωρικοί μετέφεραν κρυφά οπλισμό και πληροφορίες. Γιατροί, σιδηροδρομικοί, έμποροι, εργοστασιάρχες, εργάτες, ο καθένας από την έπαλξή του, βοήθησαν με όλες τους τις δυνάμεις τον Αγώνα. Και φυσικά, ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η παρουσία των ιερέων, των δασκάλων και των διδασκαλισσών, γι' αυτό και βρίσκονταν αδιάκοπα στο στόχαστρο του εχθρού.

Τέσσερα χρόνια κράτησε ο ένοπλος Μακεδονικός Αγώνας. Έγιναν πολλές αιματηρές μάχες, συγκρούσεις και αναρίθμητοι υπήρξαν οι μάρτυρες και οι ήρωες. Τελικά το 1908 η επανάσταση των Νεοτούρκων, παράλληλα με την παραχώρηση Συντάγματος, έδωσε αμνηστία στους εμπολέμους και υποσχέθηκε ισονομία και ισοπολιτεία σε όλες τις εθνότητες του Οθωμανικού κράτους. Έτσι, οι μέχρι τότε αντίπαλοι, έδωσαν τα χέρια, ελπίζοντας πια σε ειρηνικές και ήρεμες μέρες.

Όμως οι Νεότουρκοι ακολούθησαν σκληρή εθνικιστική πολιτική, που τελικά οδήγησε στη σύναψη συμμαχίας ανάμεσα στους βαλκανικούς λαούς των Ελλήνων, Βουλγάρων, Σέρβων, και Μαυροβουνίων, οι οποίοι τον Οκτώβριο του 1912, κήρυξαν επιτέλους τον πόλεμο εναντίον της Τουρκίας.

Οι παλιοί Μακεδονομάχοι, οργανωμένοι σε σώματα προσκόπων, άνοιξαν τον δρόμο στον ελληνικό στρατό, ο οποίος με επικεφαλής τον διάδοχο τότε Κωνσταντίνο, ελευθέρωνε τη μια μετά την άλλη τις πόλεις της Μακεδονίας. Στις 26 Οκτωβρίου οι ελληνικές εμπροσθοφυλακές έμπαιναν θριαμβευτικά στη Θεσσαλονίκη.

Η συμμαχία όμως των βαλκανικών λαών δεν ήταν ιδιαίτερα ανθεκτική, καθώς εκ προοιμίου υπονομεύονταν από μίση αιώνων. Έγιναν αρκετά μεθοριακά επεισόδια και Έλληνες και Σέρβοι, βρέθηκαν ξανά αντιμέτωποι με τους Βουλγάρους. Ο ελληνικός στρατός μετά από αιματηρές και νικηφόρε μάχες στη γραμμή Κιλκίς-λαχανά, ελευθέρωσε την ανατολική Μακεδονία, το καλοκαίρι του 1913, και προχώρησε βαθιά μέσα στο έδαφος της σημερινής Βουλγαρίας. Τελικά η ειρήνη αποκαταστάθηκε με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου, με την οποία επιδικάστηκε στην Ελλάδα το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής Μακεδονίας, ενώ οι βόρειες περιοχές της μοιράστηκαν ανάμεσα στη Σερβία και τη Βουλγαρία.

Τελευταία ενημέρωση: 30/03/2008 22:59