Κώστας Κωτσάκης

Η προϊστορική Μακεδονία

Εισαγωγή

Πολύ συχνά, στην περιφερειακή αρχαιολογική έρευνα, το ενδιαφέρον συνοδεύει ή προκαλείται από συγκεκριμένα γεωπολιτικά γεγονότα. Η εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο και η ανάδυση της Αιγυπτιολογίας στην Ευρώπη είναι το κλασσικό παράδειγμα μιας τέτοιας σχέσεως, αλλά η ιστορία της ερεύνης είναι γεμάτη από ανάλογες περιπτώσεις, ακόμη και πρόσφατες. Η Μακεδονία δεν αποτελεί εξαίρεση. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και ιδιαίτερα ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έφεραν στο προσκήνιο αυτή την ιδιόμορφη και ελάχιστα γνωστή περιοχή των Βαλκανίων. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτες έρευνες πραγματοποιήθηκαν από τα συμμαχικά στρατεύματα που στρατοπέδευαν σε διάφορα σημεία της Μακεδονίας. Ορισμένες φορές δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από το τυχαίο αποτέλεσμα δραστηριοτήτων, όπως η εκσκαφή χαρακωμάτων. Είχαν προηγηθεί, οπωσδήποτε, το άρθρο του Rey και το χρήσιμο βιβλίο του Casson στις αρχές του αιώνος, που συνόδευσαν το κλασσικό έργο του Wace και Thompson για την προϊστορική Θεσσαλία, αποτέλεσμα και εκείνο της πρόσφατης τότε προσαρτήσεως της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος. Αλλά η συστηματική έρευνα εγκαινιάζεται μόλις το 1939 με το πολύτιμο βιβλίο του W. Heurtley PrehistoricMacedonia, που αποτελεί θεμέλιο για την προϊστορία αυτής της περιοχής και αναφέρεται σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε κατά την δεκαετία του 1920.[1]

Αναμφίβολα, όμως, από τις πρώτες στιγμές της μακεδονικής προϊστορικής ερεύνης, η περιοχή αντιμετωπίσθηκε σε αντιδιαστολή με το Νότο. Αυτό ήταν αναμενόμενο: ο νότος της Ελλάδος, ο χώρος του κλασσικού πολιτισμού και της προϊστορίας του, ήταν εκείνος που είχε -ήδη από τον ΙΗ΄ αιώνα- αποτελέσει το κεντρικό στερεότυπο της ευρωπαϊκής ματιάς στην Ελλάδα, γοητεύοντας την φαντασία των Ευρωπαίων με τους περιηγητές, τις λιθογραφικές αποτυπώσεις των τοπίων, τη ρομαντική περιγραφή των τόπων του κλασσικισμού και βέβαια με τα ίδια τα αρχαιολογικά αντικείμενα. Το βλέμμα της Ευρώπης προσδιόρισε ερευνητικές στάσεις και προσεγγίσεις και διαμόρφωσε επιστημολογικά το είδος της αρχαιολογίας που ασκήθηκε στο Νότο: μιας αρχαιολογίας που δίνει έμφαση στην ιστορία της τέχνης, ως υψηλής μορφής πολιτισμού. Για την ιστορία της αρχαιολογικής ερεύνης στην Ελλάδα, ο ρόλος της Μακεδονίας -όπως και της Θεσσαλίας, σε μεγάλο βαθμό- ήταν καταλυτικός απέναντι στα στερεότυπα της νοτιοελλαδικής αρχαιολογίας. Δεν είναι τυχαίο ότι το πρώτο πραγματικά διεπιστημονικό αρχαιολογικό πρόγραμμα στην ελληνική προϊστορία, που σηματοδοτεί την αρχή της σύγχρονης αρχαιολογικής ερεύνης, πραγματοποιήθηκε στη Μακεδονία στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και, παρ' όλη την ατυχή εξέλιξή του, αποτέλεσε υπόδειγμα και πρότυπο για πολλές έρευνες που ακολούθησαν σε όλη την Ελλάδα.[2]

Εάν λοιπόν, όπως ο ίδιος ο Heurtley εξηγεί στην εισαγωγή του βιβλίου του, στόχος ήταν να αποδειχθεί ότι η «Μακεδονία πάει με το Νότο» και όχι με τον «Βορρά»[3], θα πρέπει η βαθύτερη αίσθηση διαφοράς να ήταν διάχυτη την εποχή εκείνη, αίσθηση που την ενίσχυε η πρόσφατη πολιτική ιστορία της περιοχής. Σε μικρότερο βαθμό, μία τέτοια ασυνέχεια συνεχίζει να διαμορφώνει ερευνητικές προσεγγίσεις ακόμη και μέχρι τις μέρες μας. Η «διαφορά Βορρά-Νότου» έχει επανειλημμένα συζητηθεί σε σχέση με τις εξελίξεις στη Νότιο Ελλάδα που απουσιάζουν από την Μακεδονία, όπως η εμφάνιση ανακτορικών πολιτισμών και η εμφάνιση της «κοινωνικής πολυπλοκότητος», διαμορφώνοντας έτσι ένα είδος γεωγραφικού και πολιτισμικού «ορίου».[4] Ποιά είναι η συμμετοχή της αρχαίας πολιτικής σκέψεως στη συγκρότηση αυτής της αντιλήψεως για την διαφορετικότητα που εκδηλώνεται βόρεια και νότια από ένα ιδεατό «όριο», αφορά τους ειδικοτέρους ερευνητές. Το μόνο, ωστόσο, που θα έπρεπε κανείς να πει για την προϊστορία της περιοχής, ομολογουμένως σε ένα γενικότερο επίπεδο, είναι ότι μία τέτοια αντίληψη του ορίου μάλλον οδηγεί στην υποστασιοποίηση και στην αντικειμενοποίηση πολυδιαστάτων φαινομένων, όπως η κοινωνική οργάνωση ή η πολυπλοκότητα, τα οποία ούτε έχουν πάντα σταθερό περιεχόμενο ούτε, κατά συνέπεια, εκδηλώνονται υποχρεωτικά με τον ίδιο πάντοτε τρόπο. Για παράδειγμα, η κοινωνική πολυπλοκότητα μπορεί να διαπιστωθεί σε διάφορα πεδία -όχι μόνον στο πεδίο της πολιτικής οργανώσεως- και ιδιαίτερα στον τρόπο διαχύσεως της ισχύος στην κοινωνική δομή. Το τελευταίο φαίνεται να κυριαρχεί και να χαρακτηρίζει ορισμένες κοινωνίες της Υστεροελλαδικής Εποχής στην Πελοπόννησο και στη Στερεά Ελλάδα, προφανώς μέσα από συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες και ειδικά δομικά χαρακτηριστικά, αλλά δεν είναι απαραίτητο να κυριαρχεί και σε άλλες γεωγραφικές περιοχές με διαφορετικές ιστορικές παραμέτρους. Μία αρχαιολογική συζήτηση που επιμένει σε ανάλογους όρους, καταλήγει να εξετάζει την εμφάνιση συγκεκριμένων αρχαιολογικών μορφών και στις δύο πλευρές του ορίου, τις οποίες συνήθως θεωρεί σταθερές και αναλλοίωτες και τις ονομάζει «τύπους», όπως π.χ. τον τύπο του ανακτόρου ή ειδικών ομάδων κεραμικής. Η παρουσία του «ανακτόρου», ωστόσο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ταυτόσημη με την πολιτική ιεραρχία, ούτε εξαντλεί το όποιο περιεχόμενο της τελευταίας, ενώ η απουσία του δε σημαίνει υποχρεωτική απουσία κάθε άλλης μορφής ιεραρχίας. Οι κεραμικές ομάδες δεν είναι δυνατό να συγκριθούν, χωρίς να έχει προηγηθεί η κατανόηση της λειτουργίας των αγγείων και των διαδικασιών παραγωγής τους μέσα στα διαφορετικά κοινωνικά πλαίσια, στα οποία συμμετέχουν και τα οποία εν μέρει διαμορφώνουν, ως στοιχεία του υλικού πολιτισμού. Υπάρχει, λοιπόν, μία βαθύτερη δυσκολία να διατυπωθεί αναλυτικός λόγος, ο οποίος να στηρίζεται στις σταθερές κατηγορίες που διαμορφώνονται μέσω της αντιλήψεως του ιδεατού ορίου. Για τον λόγο αυτόν, κάθε φαινόμενο -στον βαθμό που αυτό είναι δυνατό- θα αντιμετωπισθεί εδώ μέσα από τις δικές του παραμέτρους, χωρίς να προβληθεί σε γενικευτικές κατηγορίες που προϋποθέτουν, εκ των προτέρων, συγκεκριμένο περιεχόμενο, σημασία και ρόλο.

Ανάλογη δυσκολία, απόλυτα συναφής με τα προηγούμενα, προκύπτει από την εφαρμογή εθνοτικών ή πολιτισμικών κατηγοριών, οι οποίες συχνά υιοθετούνται -μάλλον άκριτα- ως προσπάθεια αποκαταστάσεως της μακεδονικής προϊστορίας. Η έννοια της πολιτισμικής ομάδος (που κατά βάση δεν αντιπροσωπεύει τίποτε περισσότερο από επιλεγμένες αρχαιολογικές κατηγορίες του υλικού πολιτισμού, κυρίως της κεραμικής), αποτελεί στη σχετική αρχαιολογική βιβλιογραφία δημοφιλές εργαλείο ιστορικής ανασυνθέσεως λαών και ομάδων με υποτιθέμενη διακριτή χωρική συμπεριφορά, ανιχνεύσιμη χάρις στην υλική μαρτυρία των αρχαιολογικών καταλοίπων.[5] Η αρχαιολογική μαρτυρία αποκαλύπτει, σύμφωνα με την άποψη αυτή, εθνοτικές και πολιτισμικές καταγωγές, μετακινήσεις ακόμη και μεταναστεύσεις ή αποικισμούς. Παραβλέπει, ωστόσο, το γεγονός ότι αυτή καθ' εαυτή η ανιχνεύσιμη κατανομή είναι στην ουσία το αποτέλεσμα της μονοσήμαντης σημασίας που αποδίδεται από την αρχαιολογική έρευνα στον υλικό πολιτισμό και ιδιαίτερα στην κεραμική. Αν η κεραμική και ο υλικός πολιτισμός δεν αποτελούν τεκμήριο πολιτισμικής προελεύσεως αλλά στοιχείο ταυτότητος των ομάδων που κατοικούν στην περιοχή, τότε η εικόνα που αναδύεται είναι αισθητά διαφορετική. Στη θέση μιας γραμμικής κινήσεως πολιτισμικών ομάδων διαμορφώνεται ένα πυκνό πολυδιάστατο δίκτυο σχέσεων και επαφών μεταξύ των προϊστορικών κοινοτήτων, το οποίο μπορεί να μην διαθέτει τη σχηματική απλότητα της συμβατικής ανασυνθέσεως, αλλά είναι αναμφίβολα πλουσιότερο και ίσως βρίσκεται πλησιέστερα στην πραγματικότητα της προϊστορικής ζωής. Δεν θα συζητήσουμε, βεβαίως, το θέμα της προελεύσεως γενικώς, θέμα με ιδιαίτερες θεωρητικές σημασιολογικές αποχρώσεις και το οποίο υπερβαίνει τα όρια και τους στόχους αυτής της πραγματεύσεως.

Τέλος, σε σχέση με την ιστορία της ερεύνης, θα αναφερθούν δυο λόγια για την γεωγραφία της περιοχής. Ανεξάρτητα από γεωπολιτικές διαδρομές, η γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας ορίζεται από τη λεκάνη απορροής του Αξιού, ο οποίος συνδέει αυτό που σήμερα βρίσκεται βόρεια και νότια από το σύγχρονο πολιτικό όριο, από τα σύνορα δηλαδή μεταξύ Ελλάδος και Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Στην παρουσίαση της προϊστορίας της περιοχής, η προσπάθεια δεν θα είναι να υιοθετηθεί ένα νέο, σύγχρονο όριο που θα αντικαταστήσει το ιδεατό μεταξύ Βορρά και Νότου των αρχών του Κ΄ αιώνος, μεταθέτοντας μερικά χιλιόμετρα βορειότερα την διαχωριστική γραμμή, στα σημερινά σύνορα των δύο χωρών. Ωστόσο, είναι ενδιαφέρον και πρέπει να επισημανθεί ότι η ανασυγκρότηση της προϊστορίας από τις δύο πλευρές των συνόρων, όσον αφορά το διεθνές ενδιαφέρον, δεν ακολούθησε παράλληλες πορείες. Στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας ξένα ερευνητικά προγράμματα, σχετικά πρόσφατα, κινήθηκαν παράλληλα με τα τοπικά, ενώ στην ελληνική πλευρά, η αρχική εικόνα συγκροτήθηκε σε ένα διεθνές περιβάλλον, ήδη πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η συμμετοχή της ελληνικής ερεύνης έγινε αισθητή μόλις τις τελευταίες δεκαετίες και πήρε το απόλυτο προβάδισμα από την δεκαετία του 1980 και μετά.

1. Το φυσικό περιβάλλον

Καμία καταγραφή της ανθρώπινης δραστηριότητος δεν είναι πλήρης, χωρίς την παράμετρο του περιβάλλοντος. Το περιβάλλον, όπως έχει παρατηρηθεί ήδη από τους προϊστοριολόγους του περασμένου αιώνος, είναι καταρχήν το σύνολο των δυνατοτήτων και των πόρων που έχει στην διάθεσή της κάθε ανθρώπινη ομάδα, ανεξάρτητα από το πόσο και με ποιόν τρόπο το αξιοποιεί. Είναι μία εν δυνάμει παραγωγική δύναμη, η οποία, αντίθετα από την διαδεδομένη αντίληψη της σταθερότητος, βρίσκεται σε συνεχή κίνηση και μεταλλαγή, εξαιτίας των επαναλαμβανομένων φυσικών διεργασιών και φαινομένων. Παράλληλα, όμως, ο άνθρωπος στην καθημερινή επαφή του με τον χώρο, μετατρέπει συνεχώς το φυσικό περιβάλλον σε τοπίο και τον χώρο στον τόπο της καθημερινής πρακτικής του. Έτσι, το φυσικό περιβάλλον, καθώς μετασχηματίζεται σε κοινωνικό περιβάλλον, βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με την κοινωνική πραγματικότητα. Για την κατανόηση των παραμέτρων της ζωής του προϊστορικού ανθρώπου, η επάλληλη δημιουργία των προϊστορικών τοπίων είναι κεντρικό θέμα στην ιστορία της ανθρώπινης εγκαταστάσεως. Σε όλη τη διάρκεια της προϊστορίας παρακολουθούμε στενά τις περιπέτειες της δημιουργίας αυτών των προϊστορικών παλιμψήστων, που σημαίνονται στον χώρο από την ανθρώπινη παρέμβαση, άλλοτε μικρότερη και άλλοτε μεγαλύτερη.

Οι γνώσεις μας για το μακεδονικό περιβάλλον δεν είναι τόσο λεπτομερείς ώστε να επιτρέπουν μία πολύ καλή εικόνα, εξειδικευμένη στις κατά τόπους περιοχές. Τις φυσικές μεταβολές τις γνωρίζουμε μάλλον αποσπασματικά σε ορισμένες περιοχές, στις οποίες έχει αναπτυχθεί σχετική φυσική έρευνα. Κλασσικό παράδειγμα αποτελεί η πρόσχωση του Θερμαϊκού κόλπου. Η ιστορική υπόθεση του Struck και του Hammond επιβεβαιώθηκε από μεταγενέστερες συστηματικές έρευνες στην περιοχή, οι οποίες υποδεικνύουν ένα εκτεταμένο επεισόδιο προσχώσεων, οι οποίες μετέτρεψαν τον βαθύ Θερμαϊκό κόλπο, κατά τη διάρκεια της ύστερης αρχαιότητος, σε λιμνοθάλασσα και σε ρηχή λίμνη στα νεώτερα χρόνια, σε μία πολύπλοκη αλληλεπίδραση δελταϊκών προσχώσεων και ανόδου της στάθμης της θαλάσσης.[6] Στην περιοχή της Βόρειας Πιερίας, οι σχετικές γεωμορφολογικές μελέτες έχουν αποκαταστήσει υποδειγματικά τα επεισόδια της πολύπλοκης αλληλουχίας προσχώσεων και διαβρώσεων, στα οποία εντάσσεται και η ανθρώπινη δραστηριότητα. Στην πεδινή περιοχή της Κατερίνης οι αποθέσεις ξεπερνούν τα 10 μέτρα. Στις προσκείμενες ρεματιές, τα διακριτά επεισόδια προσχώσεων χρονολογούνται από την πρώιμη 7η χιλιετία, δηλαδή από την αρχή της Νεολιθικής, ενώ τα τελευταία επεισόδια χρονολογούνται στους μέσους και νεωτέρους ιστορικούς χρόνους. Επομένως, πολλές θέσεις, από τις οποίες ελάχιστες μόνον τυχαία έχουν εντοπισθεί μέχρι σήμερα, υποθέτουμε ότι βρίσκονται «θαμμένες» στα χαμηλότερα σημεία του αναγλύφου. Αντίθετα, οι λόφοι που περιβάλλουν τις πεδιάδες, έχουν υποστεί εκτεταμένη διάβρωση και οι αρχαιολογικές θέσεις στις περιοχές αυτές έχουν, σε μεγάλο βαθμό, καταστραφεί. Ανάλογες δραματικές μεταβολές έχουν υποστεί οι ακτογραμμές της Πιερίας. Το εξαγόμενο συμπέρασμα είναι ότι η εικόνα που διαθέτουμε για την διαχρονική ανθρώπινη εγκατάσταση είναι σε μεγάλο βαθμό παραμορφωμένη από τις φυσικές γεωμορφικές διαδικασίες, ενώ το διαθέσιμο μικροπεριβάλλον των θέσεων ήταν -σε κάθε στιγμή- εντελώς διαφορετικό από εκείνο που υποβάλλει η σημερινή εικόνα του τοπίου.[7]

Το παράδειγμα της Βόρειας Πιερίας καταδεικνύει πόσο σημαντική είναι η ανασύνθεση της ιστορίας του περιβάλλοντος, προκειμένου να κατανοήσουμε τα στοιχεία του τοπίου ανεξαρτήτως εποχής και υπογραμμίζει την ανάγκη για περισσότερες εκτεταμένες γεωμορφολογικές έρευνες. Στο θέμα αυτό, η αίσθηση της «ακινησίας» του φυσικού περιβάλλοντος, το οποίο η κοινή αντίληψη θεωρεί μία σταθερή παράμετρο μέσα στην κίνηση της ιστορίας, αποδεικνύεται επισφαλής και αναξιόπιστη. Η δυσκολία πολλαπλασιάζεται, όταν στις συνιστώσες του τοπίου προστεθεί η βλάστηση, το στοιχείο εκείνο με το οποίο ο άνθρωπος ανέπτυσσε άμεση και πολυδιάστατη σχέση. Ευτυχώς, σε κάποιον βαθμό, οι αναλύσεις γύρης που καλύπτουν ολόκληρη την περιοχή της ελληνικής Μακεδονίας, παρέχουν μία εικόνα για τις αυξομειώσεις της δασικής βλάστησης -επαρκέστερη, σε σχέση με την γεωμορφολογική- και επιτρέπουν υποθέσεις τόσο για την μεταβολή του κλίματος όσο, κυρίως, για τη σχέση βλάστησης και ανθρώπινης δραστηριότητος. Για παράδειγμα, προτείνεται ότι την 5η χιλιετία π.Χ. τα καλοκαίρια στα ορεινά μπορεί να ήταν έως και 4 βαθμούς θερμώτερα απ' ό,τι σήμερα. Αντίθετα, μόλις στην Εποχή του Χαλκού -και μάλιστα προς το τέλος της- αρχίζει να είναι εμφανής κάποια υποβάθμιση της βλάστησης, αποτέλεσμα μάλλον της εντατικής βόσκησης και του αποικισμού των ημιορεινών περιοχών. Αλλά και γι' αυτή την πιθανότητα, οι παλαιοβοτανικές μαρτυρίες δεν είναι αποφασιστικής σημασίας.[8]

2. Η πρώιμη προϊστορία

Στη Μακεδονία πιστοποιείται η αρχαιότερη παρουσία του ανθρώπου στην Ελλάδα. Ο άνθρωπος των Πετραλώνων της Χαλκιδικής συζητήθηκε έντονα τόσο για την ηλικία του όσο και για τον ανθρωπολογικό προσδιορισμό του. Η γενική συμφωνία σήμερα είναι ότι αντιπροσωπεύει ένα διακριτό είδος ευρωαφρικανικού μεσοπλειστοκαινικού αρχαϊκού homosapiens, που ονομάζεται homoheidelbergensis, ενώ οι πιο πρόσφατες εργαστηριακές χρονολογήσεις τοποθετούν την παρουσία του στα 150-250.000 χρόνια πριν από το παρόν.[9] Με τον τρόπο αυτό, έχει κλείσει ένα θέμα που προκάλεσε αρκετές αντιγνωμίες και, ορισμένες φορές, έντονες αντιπαραθέσεις, ενώ αποδείχθηκαν υπερβολικές, ως προς την χρονολόγηση, παλαιότερες σχετικές εκτιμήσεις.[10]

Η παρουσία του ανθρώπου στην πρωιμότερη περίοδο της ελληνικής προϊστορίας που ονομάζεται Κατώτερη Παλαιολιθική, πιστοποιείται τώρα και από την εύρεση επιφανειακών ευρημάτων. Τα ευρήματα της Ροδιάς στη Θεσσαλία προστίθενται σε εκείνα της Νότιας Πελοποννήσου και πρόσφατα ευρήματα από το Ζαγκλιβέρι Θεσσαλονίκης αποδεικνύουν ότι η παρουσία του ανθρώπου, την περίοδο αυτή, ήταν συχνότερη απ' όσο υποθέτουμε.[11] Τα εξαιρετικά ελλειπτικά δεδομένα δεν μπορούν προς το παρόν, παρά να υπογραμμίσουν τα κενά της γνώσεώς μας και την αδυναμία μας να συζητήσουμε περισσότερο σύνθετα ερωτήματα που απασχολούν τους ειδικούς των πρώιμων περιόδων, όπως για παράδειγμα το ζήτημα της αφρικανικής προελεύσεως των νεαντερταλίων και της εισόδου στην Ελληνική Χερσόνησο του ανθρώπου.[12] Ανάλογη ένδειξη αποτελεί ο γνωστός χειροπέλεκυς από το Παλαιόκαστρο Κοζάνης, έργο ανθρώπου ανάλογου με εκείνον των Πετραλώνων. Οι θέσεις των ευρημάτων αυτών, σε στρατηγικά περάσματα μεταξύ διακριτών γεωγραφικών ενοτήτων, πιστοποιούν την κινητικότητα των ομάδων της εποχής σε ιδιαίτερα μεγάλη κλίμακα. Αναμφίβολα, η αρχαιολογική τεκμηρίωση της ανθρώπινης παρουσίας θα απαιτήσει συστηματική και επίπονη έρευνα, η οποία στην Ελλάδα -και ιδιαίτερα στη Μακεδονία- έχει μόλις ξεκινήσει, με μικρές και περιορισμένες δυνάμεις.[13]

Υπάρχει ένα σημαντικό κενό στην πρώιμη προϊστορία της Μακεδονίας, το οποίο αναφέρεται στο τέλος του Πλειστοκαίνου και στην αρχή του Ολοκαίνου. Πριν και μετά το παγετώνιο μέγιστο της 18ης χιλιετίας, δεν έχουμε συγκεκριμένες ενδείξεις ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή και το κενό δεν καλύπτεται ούτε από τις περιοχές της Μακεδονίας, που σήμερα βρίσκονται βόρεια από τα ελληνικά σύνορα. Εξαίρεση αποτελούν τα ορυχεία αιματίτη στα Λιμενάρια της Θάσου, η εκμετάλλευση των οποίων χρονολογείται στην Ανώτερη Παλαιολιθική.[14] Λογικό είναι να αποδώσουμε κατ' αρχάς αυτό το κενό τόσο στην έλλειψη προσανατολισμένης ειδικής ερεύνης όσο και στην περιορισμένη κατανόηση των πλειστοκαινικών αποθέσεων και των πολύπλοκων γεωλογικών χαρακτηριστικών τους, όπως επίσης και στη δυσκολία του εντοπισμού και της ερμηνείας των αρχαιολογικών καταλοίπων, που δεν είναι εύκολα ορατά και αναγνωρίσιμα. Προς το παρόν όμως, τα πρώτα σαφή αρχαιολογικά ίχνη του Ολοκαίνου αναφέρονται στο τέλος της 7ης χιλιετίας π.Χ. Αυτό σημαίνει ότι η κρίσιμη φάση της αρχής της μόνιμης εγκαταστάσεως και του αγροτικού βίου δεν αντιπροσωπεύεται στη Μακεδονία, τουλάχιστον όχι στον βαθμό και με τον τρόπο που αντιπροσωπεύεται στη Θεσσαλία. Η σχετική έρευνα έχει μόλις αρχίσει διστακτικά και είναι βέβαιο ότι θα υπάρξουν στο άμεσο μέλλον νεώτερα στοιχεία, που θα επιτρέψουν περισσότερο ολοκληρωμένες προσεγγίσεις.

Με τα σημερινά δεδομένα, οι πρώτες νεολιθικές εγκαταστάσεις δεν είναι αρχαιότερες από το τελευταίο τέταρτο της 7ης χιλιετίας, αρκετά δηλαδή νεώτερες από τις ανάλογες θεσσαλικές, που χρονολογούνται στο πρώτο τέταρτο της ιδίας χιλιετίας. Η διαδικασία διαμορφώσεως των πρώτων τοπίων των νεολιθικών γεωργο-κτηνοτρόφων μας διαφεύγει, αφού και οι συστηματικές ανασκαφές αυτής της φάσεως δεν είναι ακόμη αρκετές. Μας διαφεύγει συνολικά η διαδικασία αναδύσεως των πρώτων αυτών κοινοτήτων στην αρχή της Νεολιθικής στην Ελλάδα, για την εμφάνιση των οποίων έχουν προταθεί διάφορες εκδοχές στη σχετική βιβλιογραφία. Σε γενικές γραμμές, η συζήτηση περιστρέφεται είτε γύρω από την ιδέα της «νεολιθοποιήσεως» είτε του «νεολιθικού μετασχηματισμού». Η πρώτη συνήθως δίνει έμφαση στην επιβολή ή την μεταφορά μιας κοινωνικο-οικονομικής δομής, συνήθως μέσω της μετακινήσεως των ανθρώπων και του αποικισμού, ήδη διαμορφωμένης στη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ανατολία και εξηγεί έτσι την εμφάνιση των πρώτων νεολιθικών οικισμών.[15] Η δεύτερη, αντίθετα, χωρίς να αποκλείει τις μετακινήσεις, δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη διαδικασία, μέσα από την οποία μετασχηματίζεται το υποθετικό κοινωνικό και οικονομικό αρχέτυπο, καθώς προσαρμόζεται στις πολλαπλές και διαφορετικές αλληλεπιδράσεις του περιβάλλοντος (φυσικού και κοινωνικού), των τοπικών πληθυσμών και των μετακινουμένων ομάδων.[16] Φυσικά, ο απλοϊκός τρόπος, με τον οποίο τέθηκε το ζήτημα της αρχής της Νεολιθικής από την προηγούμενη γενεά αρχαιολόγων, δηλαδή είτε ως ένα θέμα επιτόπιας εξελίξεως είτε ως άμεσο αποτέλεσμα μεταναστεύσεως, δεν ισχύει πλέον. Και οι δύο σύγχρονες εκδοχές αντιλαμβάνονται ότι το πέρασμα στη Νεολιθική αντιπροσωπεύει μία βαθύτατη κοινωνική μεταβολή που πρέπει να γίνει κατανοητή με τους δικούς της όρους, μέσα σε ένα πλαίσιο που η έρευνα οφείλει να ανασυνθέσει, όσο αυτό είναι εφικτό.

Στην περίπτωση της Θεσσαλίας, κυριαρχεί η άποψη ότι οι πρώιμες εγκαταστάσεις οφείλονται σε μετακινούμενους πληθυσμούς από τη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ανατολία.[17] Οι τοπικοί προνεολιθικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας παραμένουν άγνωστοι στην έρευνα, επομένως ο προσδιορισμός της σχέσεώς τους με τους εξωγενείς είναι, προς το παρόν, απλά αδύνατος. Η άποψη της επιτόπιας εξελίξεως της Νεολιθικής, παρόλο που είχε προταθεί στη δεκαετία του 1980, έχει σήμερα πια εγκαταλειφθεί. Ούτε όμως συζητείται η μετακίνηση των γεωργοκτηνοτροφικών πληθυσμών της Ανατολίας προς τη νοτιότερη Ελλάδα μέσω της Μακεδονίας, καθώς οι πρωιμότερες γνωστές εγκαταστάσεις στη Μακεδονία είναι νεώτερες από εκείνες της Θεσσαλίας. Επιπλέον, θέσεις της Αρχαιότερης Νεολιθικής, που να χρονολογούνται δηλαδή στην 7η χιλιετία, δεν έχουν εντοπισθεί στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη, πράγμα που δυσκολεύει την υποστήριξη μιας διαδρομής μέσω αυτής της περιοχής.

Η κλασσική άποψη για τη θέση που κατέχει η Μακεδονία στην εξάπλωση της Νεολιθικής στην Ευρώπη, ακολουθεί το μοντέλο του Gordon Childe, διατυπωμένο ήδη από την εποχή του Μεσοπολέμου.[18] Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό, η Μακεδονία αποτελεί τον φυσικό δίαυλο για την διείσδυση της Νεολιθικής στην Ευρώπη, μέσω του Αξιού, του Μοράβα και του Δούναβη. Ακολουθώντας τη χρονολόγηση των αρχαιολογικών θέσεων-σταθμών της πορείας αυτής, η μετακίνηση πρέπει να πραγματοποιήθηκε στους τελευταίους αιώνες της 7ης χιλιετίας. Ωστόσο, αυτή η γραμμική πορεία μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνον όταν περιορισθεί κανείς στις αδρές γραμμές των αρχαιολογικών δεδομένων όπως -από ανάγκη, λόγω ελλείψεως δεδομένων- έκαναν οι παλαιότεροι ερευνητές. Όταν εξετασθούν λεπτομερέστερα οι ειδικότερες εκφάνσεις αυτής της πολιτισμικής πορείας, αναδεικνύεται πλήθος διαφορών που καταστρέφουν την απλουστευτική εικόνα. Για παράδειγμα, οι πρώιμες θέσεις που έχουν εντοπισθεί στην περιοχή της Οχρίδος, μπορεί να μεταβάλλουν την κίνηση της Νεολιθικής, εάν αποδειχθεί ότι είναι πρωιμότερες από τις πρώιμες θέσεις της ελληνικής Δυτικής Μακεδονίας.[19] Πράγματι, ορισμένοι μελετητές, όπως η Perlès, θεωρούν ότι ο νεολιθικός αποικισμός της ελληνικής Μακεδονίας προέρχεται από τα Βαλκάνια και όχι το αντίστροφο. Η δε Νεολιθική των Βαλκανίων συνδέεται τώρα από κάποιους ερευνητές περισσότερο με την Βορειοδυτική Ανατολία, μέσω του Βοσπόρου και λιγότερο με την Θεσσαλική Νεολιθική, με την οποία οι αναλογίες φαίνονται όντως περισσότερο μακρινές.[20]

Σε κάθε περίπτωση, όπως αναφέρθηκε ήδη στην εισαγωγή, η συζήτηση αυτή δέχεται ανεπιφύλακτα την βασική υπόθεση της πολιτισμικής αρχαιολογίας ότι η ομοιότητα του υλικού πολιτισμού μεταξύ περιοχών σημαίνει πολιτισμική συγγένεια και ότι δεν μπορεί να υπάρξει κάτι τέτοιο, παρά μόνον με μετακίνηση πληθυσμού και απ' ευθείας καταγωγή. Στην πραγματικότητα, οι ομοιότητες του υλικού πολιτισμού, οι οποίες στην αρχαιολογία καταλήγουν πάντοτε ή σχεδόν πάντοτε στην κεραμική και σπανιότερα στην τυπολογία της αρχιτεκτονικής, είναι ένα εξαιρετικά ανασφαλές τεκμήριο, όπως έχουν καταδείξει πολλές εθνογραφικές και ιστορικές έρευνες τις τελευταίες δεκαετίες. Πολύ περισσότερο που, χωρίς καμία εξαίρεση, οι ομοιότητες αυτές είναι επιλεκτικές, αφήνουν δηλαδή ασχολίαστες τις διαφορές που υπάρχουν πάντοτε στον υλικό πολιτισμό και δεν τον τοποθετούν μέσα στο ειδικό πλαίσιο λειτουργίας, νοημάτων ή συμβολισμού, στο οποίο κάθε φορά εντάσσεται. Και βέβαια, είναι αυτονόητο ότι υπάρχουν πολλές και διάφορες αιτίες, για τις οποίες οι κοινωνίες μπορεί να μοιράζονται ή επιλεκτικά να μιμούνται στοιχεία του υλικού πολιτισμού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι συνδέονται με σχέσεις καταγωγής και απ' ευθείας προελεύσεως. Άλλωστε, όπως μας διδάσκει η κοινωνική ανθρωπολογία, αναλυτικές κατηγορίες όπως είναι ο πολιτισμός, η φυλή, ο λαός, η εθνικότητα, χρησιμοποιούνται εύκολα σε γενικευτικά σχήματα, αλλά κάθε άλλο παρά αυταπόδεικτο περιεχόμενο έχουν.

Ανεξάρτητα, ωστόσο, από την προέλευση των νεολιθικών πληθυσμών της Μακεδονίας, ένα ερώτημα, το οποίο έτσι και αλλιώς δεν προσφέρεται για ασφαλή συμπεράσματα, είναι το γεγονός ότι η Μακεδονία τους τελευταίους αιώνες της 7ης χιλιετίας κατοικείται πλέον από γεωργοκτηνοτρόφους. Η γνωστότερη θέση που μας αποκαλύπτει τη μορφή των πρώιμων νεολιθικών οικισμών, είναι η Νέα Νικομήδεια. Ο οικισμός, που βρίσκεται στη Δυτική Μακεδονία, κοντά στην πόλη της Βεροίας, χαρακτηρίζεται από τετράγωνα οικήματα χτισμένα με ξύλινους πασσάλους και πηλό. Ένα μεγαλύτερο οίκημα, περίπου στο κέντρο του οικισμού, είχε διαστάσεις 11.78 επί 13.64 μέτρα, ασυνήθιστες για την εποχή και σύμφωνα με τον ανασκαφέα, πρέπει να στέγαζε ένα «ιερό» ή ένα «σπίτι του κοινού», όροι που περιγράφουν καταρχήν ένα οίκημα διαφορετικό από τα υπόλοιπα. Η διαφορά του έγκειται όχι μόνον στο μέγεθος αλλά και στα περιεχόμενά του: πέντε μεγάλα ειδώλια γυναικών, μικρά κιβώτια από άψητο πηλό, δύο αχρησιμοποίητες λίθινες αξίνες με ίχνη χρώματος και δύο σύνολα από εκατοντάδες πελεκητά εργαλεία, που αντιπροσωπεύουν ενιαία τεχνολογικά σύνολα. Η παρουσία αυτών των αντικειμένων, όσο μπορεί κανείς να συμπεράνει από την περιληπτική αναφορά τους, υποδηλώνει μία χρήση που δεν έχει να κάνει με την καθημερινή οικιακή δραστηριότητα, ενδεχομένως ανάλογη με αυτήν που συναντούμε στα πρώιμα νεολιθικά κεντρικά κτίρια που γνωρίζουμε από τη Νοτιοανατολική Ανατολία, από την 10η χιλιετία π.Χ. Σε αντίθεση με εκείνα όμως, απουσιάζει κάθε ένδειξη ταφής ή άλλης μεταχειρίσεως των νεκρών, πράγμα που θα μπορούσε να σημαίνει ότι η παρουσία των προγόνων δεν έπαιζε συμβολικό ρόλο στις όποιες δραστηριότητες πραγματοποιούνταν στο εσωτερικό του οικήματος αυτού.[21]

Ο οικισμός της Νέας Νικομήδειας έχει έκταση περίπου 24 στρεμμάτων. Στον συγκεκριμένο χώρο, στη διάρκεια της Αρχαιότερης Νεολιθικής, ανοικοδομούνται οικήματα τρεις φορές διαμορφώνοντας για πρώτη φορά στην περιοχή μία μόνιμη εγκατάσταση, στην οποία οι άνθρωποι επανέρχονται για εκατοντάδες χρόνια. Η έννοια του τόπου ως μονίμου σημείου αναφοράς, στο οποίο συμπυκνώνονται οι κοινωνικές και οι παραγωγικές σχέσεις και στο οποίο αναπαράγεται το σύνολο του νεολιθικού βίου, εμφανίζεται έτσι για πρώτη φορά στο προσκήνιο. Πρόκειται για έναν χώρο μνήμης και συνέχειας, ένα τμήμα του φυσικού χώρου, στον οποίο αποκτούν υλική υπόσταση οι κεντρικές λειτουργίες κοινωνικής συνοχής, μετασχηματίζοντάς τον στον κατ' εξοχήν χώρο της κοινωνικής παραγωγής. Αντίστοιχα και η καλλιεργήσιμη γη, το χωράφι, αναδεικνύεται στο ακριβές ανάλογο του οικισμού, ο κύριος χώρος της οικονομικής παραγωγής.[22]

Με τον τρόπο αυτόν, οι νεολιθικοί γεωργοί και κτηνοτρόφοι διαμορφώνουν τα νέα νεολιθικά τοπία, τα οποία σταδιακά θα επικρατήσουν στον χώρο της Μακεδονίας. Η τοποθεσία των οικισμών ή των εγκαταστάσεων αποτελεί, όπως είναι ευνόητο, βασική παράμετρο αυτών των τοπίων και συνδέεται με τις οδούς επικοινωνίας στην τόσο πρώιμη αυτή περίοδο. Η ίδρυση οικισμών στους άξονες επικοινωνίας, όπως για παράδειγμα τα Σέρβια, στην έξοδο των στενών του Σαρανταπόρου, στον ποταμό Αλιάκμονα που αποτελεί τη φυσική δίοδο της Θεσσαλίας προς την Μακεδονία, εικονίζει κατά τον καλύτερο τρόπο αυτό το δίκτυο, το οποίο σταδιακά ενοποιεί τις περιοχές πάνω σε πανάρχαιες διόδους, οι οποίες ήταν εν χρήσει μέχρι το πολύ πρόσφατο παρελθόν.[23]

Χαρακτηριστικά σημεία των τοπίων αποτελούν οι οικισμοί, οι οποίοι με το πέρασμα του χρόνου και την συσσώρευση των οικοδομικών υλικών σχηματίζουν χαρακτηριστικά εξάρματα, τα οποία στις μεταγενέστερες περιόδους γίνονται πραγματικοί γήλοφοι, με ύψος που πλησιάζει ή και ξεπερνά τα 20 μέτρα. Στη Μακεδονία οι γήλοφοι αυτοί ονομάζονται τούμπες και συχνά συγχέονται από τους μη ειδικούς με τους μακεδονικούς τύμβους, τα γνωστά ταφικά μνημεία της Κλασσικής και της Ελληνιστικής Εποχής.[24] Όπως και οι τύμβοι, οι τούμπες καταλήγουν να είναι διακριτά σημεία στον χώρο, που κυριαρχούν στο τοπίο, καθώς είναι ιδιαίτερα ορατές στις περισσότερο πεδινές περιοχές. Στους οικισμούς αυτής της μορφής, η ανοικοδόμηση κάθε νέου οικήματος γίνεται πάνω στα θεμέλια του παλαιοτέρου, μία πρακτική που έχει ως αποτέλεσμα την γρήγορη ανύψωση της θέσεως. Η εμμονή των κατοίκων για την ανοικοδόμηση στο ίδιο σημείο πρέπει να σχετίζεται με την ιδιαίτερη σημασία που αποδίδεται στη θέση του σπιτιού όπως, για παράδειγμα, με την δήλωση της καταγωγής και της αρχαιότητος της συγκεκριμένης ομάδος που κατοικεί στο κτίσμα ή την στενή σχέση με τους προγόνους, που μπορεί να στηρίξει τη μακροβιότητα και την επιτυχία του συγκεκριμένου νοικοκυριού κτλ. Οπωσδήποτε, πρακτικοί λόγοι όπως η διαθεσιμότητα του χώρου ή η ευκολώτερη θεμελίωση του νέου οικήματος, θα έπαιζαν επίσης ρόλο. αυτό όμως και στη Νεολιθική Εποχή, όπως και στις νεώτερες, δεν αποκλείει άλλες -λιγότερο απτές- σημασίες και κοινωνικά μηνύματα. Τέτοια μηνύματα πάντοτε επηρεάζουν την οικοδόμηση ενός οικήματος και κατά κανόνα περιστρέφονται γύρω από την διαπραγμάτευση της κοινωνικής θέσεως της ομάδος που το κατέχει. Σε μεγάλο βαθμό οι σημασίες και τα μηνύματα καθόριζαν -και ακόμη καθορίζουν- την μορφή του οικήματος και τα χαρακτηριστικά του.[25] Οι τούμπες, επομένως, εκτός από συγκεντρώσεις ανθρώπων είναι και πεδία ενός κοινωνικού λόγου (discourse), στον οποίο κεντρική θέση κατέχουν οι «οίκοι», που αν και λειτουργούν αναμφίβολα μέσα στα πλαίσια της νεολιθικής συλλογικότητος, φαίνονται να διεκδικούν κάποια μορφή μεγαλύτερης ή μικρότερης αυτονομίας, εάν κρίνουμε από την εμμονή στην κατοίκηση σε διακριτά οικήματα, το καθένα από τα οποία διατηρεί την δική του ιστορία.[26] Επομένως, η μορφή που καταλήγουν να έχουν οι οικισμοί αυτοί, είναι αποτέλεσμα της έμφασης που δίνεται στον «οίκο» και στην καταγωγή του, μιας έμφασης που προσλαμβάνει τόσο κοινωνικό όσο και οικονομικό περιεχόμενο και σημασία, είναι δηλαδή το αποτέλεσμα μίας ειδικής μορφής κοινωνικής οργανώσεως. Οι νεολιθικοί οικισμοί, από την άποψη αυτή, συντελούν στη δημιουργία όχι μόνο φυσικών αλλά και κοινωνικών τοπίων.

Διαφορετικούς προσανατολισμούς φαίνεται να είχαν οι κάτοικοι της δεύτερης μορφής νεολιθικών οικισμών που γνωρίζουμε από την Μακεδονία, της μορφής δηλαδή των εκτεταμένων, επίπεδων θέσεων. Στις θέσεις αυτές τα οικήματα δεν οικοδομούνται στο ίδιο σημείο αλλά, αντίθετα, μετακινούνται μέσα στο πλαίσιο μιας ευρύτερης περιοχής, η οποία, κρίνοντας από το μεταγενέστερο παράδειγμα του Μακρύγιαλου στην Πιερία (τέλος της 6ης χιλιετίας π.Χ.), ορίζονταν από ένα ζεύγος εκτεταμένων σε έκταση και βάθος κυκλικών τάφρων.[27] Στους οικισμούς αυτής της μορφής, η οριζόντια έκταση μπορεί να καταλήξει πολύ μεγάλη (ο Μακρύγιαλος υπερβαίνει τα 600 στρέμματα), αλλά η πυκνότητα των οικημάτων είναι εξαιρετικά χαμηλή, καθώς παρεμβάλλονται εκτεταμένοι κενοί χώροι. Τα ίδια τα οικήματα δεν έχουν την επιμελημένη κατασκευή που πληρούν εκείνα των γηλόφων και δίνουν την εντύπωση περισσότερο εφήμερων κατασκευών. Συχνά δεν είναι τίποτε περισσότερο από λάκκοι σκαμμένοι στο φυσικό έδαφος με πρόχειρη υπερκατασκευή, που προφανώς αντικαθιστούσαν άλλα λακκοειδή ημιυπόγεια οικήματα, που βρίσκονταν κάπου αλλού μέσα στα όρια του οικισμού. Τέτοιοι οικισμοί είναι γνωστοί στη Μακεδονία αλλά και βορειότερα, στην περιοχή της Σερβίας και αποδίδονται στον κύκλο του πολιτισμού του Starčevo, ενός πολιτισμού που καλύπτει τους δύο τελευταίους αιώνες της 7ης και την αρχή της 6ης χιλιετίας π.Χ. Στην περιοχή της Θεσσαλονίκης γνωρίζουμε σήμερα οικισμούς αυτής της μορφής, που έχουν ερευνηθεί ανασκαφικά. Αρχαιότερος είναι ο οικισμός που βρέθηκε μέσα στα όρια του χώρου της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης, ο οποίος μπορεί να χρονολογηθεί πριν από τα μέσα της 6ης χιλιετίας π.Χ. όπως επίσης και οι οικισμοί της Θέρμης και της Σταυρούπολης, που κατοικήθηκαν μερικούς αιώνες αργότερα.[28]

Είναι δύσκολο να ερμηνεύσουμε αυτή την διαφορά στις οικιστικές πρακτικές, συγκρίνοντάς τες με τις πρακτικές που εντοπίζονται στις τούμπες. Η συμβατική άποψη θα τις ερμήνευε ως εκδήλωση δύο διαφορετικών πολιτισμικών ομάδων. πριν, ωστόσο, υιοθετήσουμε μία τέτοια ερμηνεία, θα μπορούσαμε να αναλύσουμε προσεκτικότερα το φαινόμενο. Αντιπαραθέτοντας την συνολική αρχιτεκτονική και πολεοδομική εικόνα των δύο μορφών οικισμού, διαπιστώνουμε καταρχήν μία φανερή υποβάθμιση της σημασίας του μεμονωμένου σπιτιού στις εκτεταμένες θέσεις. Η έλλειψη έμφασης στο ίδιο το οίκημα και στην χωρική του συνέχεια και κατ' επέκταση στον ρόλο των «οίκων» και στην καταγωγή τους, μπορεί να είναι μία ένδειξη ότι στους οικισμούς αυτούς υπήρχε μεγαλύτερο περιθώριο να επιβληθεί η συλλογικότητα, ως κύριος ιδεολογικός μηχανισμός. Τέτοιες ερμηνείες είναι πάντα επισφαλείς, ευτυχώς όμως τα δεδομένα του Μακρύγιαλου προσφέρουν κάποια πρόσθετη στήριξη. Στον Μακρύγιαλο οι περιμετρικές τάφροι του οικισμού χρησίμευαν ως χώρος ταφής των νεκρών, αν και ο αριθμός τους δηλώνει ότι όλοι οι νεκροί δεν κατέληγαν στις τάφρους.[29] Ο αδιαφοροποίητος όμως τρόπος της ταφής τους, που δεν ήταν τίποτε περισσότερο παρά η απλή απόρριψη του πτώματος, η αναμόχλευση των οστών και ο σαφής κοινοτικός χαρακτήρας των δύο τάφρων στις οποίες πραγματοποιούνταν συνεχώς καθημερινές δραστηριότητες, μας οδηγεί στην υπόθεση ότι στον οικισμό η ατομική κοινωνική ταυτότητα των νεκρών και η σχέση τους με τους ζωντανούς άμεσους συγγενείς ή συνεταίρους είχε μικρότερη σημασία από εκείνη που προσελάμβανε η σχέση τους με την κοινότητα στο σύνολό της, στην οποία, κατά κάποιον τρόπο, ανήκαν στη ζωή και στο θάνατο. Αυτό υπογραμμιζόταν από την επιλογή των τάφρων, έργων με τονισμένο κοινοτικό χαρακτήρα, πραγματικών μνημείων συλλογικότητος. Επομένως, τόσο η χωρική ασυνέχεια της κατοικήσεως όσο και οι ταφικές πρακτικές δηλώνουν ότι το κύριο ιδεολογικό υπόβαθρο αυτών των νεολιθικών κοινοτήτων δεν ήταν η αυτονομία της διακριτής κοινωνικής μονάδος, αλλά η κοινοτική συλλογικότητα. Ανάλογες μορφές συλλογικότητος θα πρέπει να θεωρήσουμε πιθανές και στις παραγωγικές δραστηριότητες του οικισμού, οι οποίες ωστόσο είναι δυσκολώτερο να εντοπισθούν με τα μέσα της αρχαιολογίας.

Ειδικά ο οικισμός του Μακρυγιάλου μας δίνει ένα ακόμη παράδειγμα κοινωνικού λόγου συλλογικότητος σε ένα διαφορετικό επίπεδο. Στο κεντρικό σημείο του σχεδόν κυκλικού οικισμού, μέσα στα όρια ενός μεγάλου και ρηχού λάκκου, διαπιστώθηκαν αρχαιολογικά κατάλοιπα και οστά εκατοντάδων ζώων που πιστοποιούν ένα επεισόδιο μαζικής καταναλώσεως κρέατος σε κλίμακα μοναδική μέχρι σήμερα, σε σύγκριση με τους νεολιθικούς οικισμούς που γνωρίζουμε. Είναι προφανές ότι αυτή η τελετουργική κατανάλωση είχε συλλογικό χαρακτήρα και ότι, όπως πιστοποιεί η ποσότητα κρέατος που είχε καταναλωθεί, συμμετείχαν σε αυτήν όχι μόνον όλοι οι κάτοικοι του οικισμού αλλά ενδεχομένως και οι κάτοικοι άλλων οικισμών της ευρύτερης περιφέρειας.[30] Στα αρχαιολογικά δεδομένα της Νεολιθικής, είναι η μόνη φορά που μία τελετή τέτοιας κλίμακος και με τόσο προφανή συλλογικό χαρακτήρα τεκμηριώνεται με όση ασφάλεια τα αρχαιολογικά δεδομένα μπορούν να προσφέρουν.[31] Η διαπίστωση αυτή δεν ισχύει μόνο για την Μακεδονία, αλλά ευρύτερα για τη Νεολιθική της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και φωτίζει τον χαρακτήρα των οικισμών αυτής της μορφής.

Το ζήτημα των τελετουργιών και της συμβολικής εκφράσεως στις μικρές κοινότητες της νεολιθικής Μακεδονίας, τελετουργιών που τονίζουν τον ρόλο του οικήματος και της κοινωνικής μονάδος που αυτό αντιπροσωπεύει, φωτίζεται επίσης και από ευρήματα στην περιοχή της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Στην τούμπα Madjari, στην περιοχή των Σκοπίων, αποκαλύφθηκε ένας αριθμός υπέργειων πασσαλόπηκτων οικημάτων, από τα οποία το κεντρικό, με διαστάσεις 9 Χ 9 μέτρα, περιείχε μεγάλο αριθμό ολοκλήρων αγγείων αποθηκεύσεως και καταναλώσεως τροφής, τοποθετημένων με ιδιαίτερη τάξη κατά μήκος των τοίχων. Τρεις πήλινες τράπεζες με διαστάσεις περίπου 1 Χ 1 μέτρο, μικρά πήλινα κιβώτια, ένα μεγάλο ειδώλιο ύψους 39 εκατοστών που εικονίζει οικίσκο, πάνω στον οποίο κάθεται μία επιβλητική γυναικεία μορφή και ένας «θησαυρός» υφαντικών βαρών αποτελούν τα ασυνήθιστα περιεχόμενα αυτού του χώρου, που θεωρήθηκε από τον ανασκαφέα, όπως και ο αντίστοιχος αρχαιότερός του της Νέας Νικομήδειας, ιερό. Η χρονολόγηση γύρω στα μέσα της 6ης χιλιετίας π.Χ., φαίνεται πιθανή για την θέση αυτή. Ένα πρόσφατο εύρημα από τη θέση Govrlevo της περιοχής των Σκοπίων επαναλαμβάνει το ίδιο θέμα, της γυναίκας που κάθεται σε οικίσκο, γνωστό επίσης από παλαιότερες έρευνες στην περιοχή της Πελαγονίας όπως, για παράδειγμα, στη θέση Porodin.[32] Ο «οικιακός» χαρακτήρας των χώρων αυτών (σε τελική ανάλυση πρόκειται για ένα ακόμη οίκημα, αν και μεγαλύτερο) δεν μπορεί παρά να υπογραμμίζει την κοινωνική ορατότητα του «οίκου» αλλά και την «ιδιωτικότητα» της δραστηριότητος που τελούνταν εκεί. Άλλωστε, τα σύμβολα που χρησιμοποιούνται, περιστρέφονται γύρω από το ίδιο το θέμα του οικήματος. Μία απλή παραβολή με την μεγάλης κλίμακος δημόσια και υπαίθρια τελετή του Μακρυγιάλου είναι αρκετή για να μας οδηγήσει σε συμπεράσματα για τα χαρακτηριστικά των κοινωνιών που διαμόρφωναν τις τούμπες, όπως φυσικά και τους εκτεταμένους επίπεδους οικισμούς στη Μακεδονία της 6ης χιλιετίας.

Ανεξάρτητα από τα ειδικότερα χαρακτηριστικά τους, τα οποία σχετίζονται με την κοινωνική δομή αλλά και με οικονομικές και παραγωγικές πρακτικές, οι οικισμοί στη διάρκεια της Νεολιθικής φαίνεται να καταλαμβάνουν σταδιακά τα τοπία της Μακεδονίας. Οι εγκαταστάσεις είναι πάντοτε ολιγάνθρωπες, με πληθυσμό που δεν ξεπερνούσε τους 200 με 300 κατοίκους. Η πεδιάδα των Γιαννιτσών, στην οποία, όπως είδαμε, ιδρύθηκε η Νέα Νικομήδεια, είναι η πρώτη περιοχή που κατοικείται, όπως έχει δείξει πρόσφατη έρευνα που διενεργήθηκε μέσα στην πόλη των Γιαννιτσών και η οποία αποκάλυψε την ύπαρξη πρώιμου οικισμού. Πολλά στοιχεία του οικισμού αυτού παραπέμπουν στη Νέα Νικομήδεια αλλά και στη θέση Anza της περιοχής των Σκοπίων, με την οποία, όπως και με τη Νέα Νικομήδεια, ο οικισμός είναι περίπου σύγχρονος.[33] Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ημιορεινή περιοχή των Γρεβενών στη λεκάνη απορροής του Αλιάκμονα, στην οποία μία σειρά από θέσεις δηλώνει εγκατάσταση για βραχύ χρονικό διάστημα προς το τέλος της Αρχαιότερης Νεολιθικής, γύρω στην αρχή της 6ης χιλιετίας. Η σύντομη περίοδος εγκαταστάσεως θέτει ορισμένα ενδιαφέροντα ερωτήματα για τις επιλογές και τον προσανατολισμό αυτών των πρώιμων αγροτικών πληθυσμών καθώς και για την διερευνητική σχέση τους με τα διαφορετικά τοπία της Μακεδονίας. Ανάλογη θέση αντιπροσωπεύεται ίσως από τον πρώιμο οικισμό της Δροσιάς, κοντά στον ποταμό Άγρα και τη λίμνη Βεγορίτιδα, μιας περιοχής που βρίσκεται στον φυσικό δρόμο από τις πεδιάδες της Άνω Μακεδονίας προς τα υψίπεδα της Πελαγονίας, βορειότερα. Η χωροθέτηση του οικισμού δείχνει ότι μπορεί να αντιπροσωπεύει έναν σταθμό επικοινωνίας προς τις θέσεις που βρίσκονται γύρω από την σημερινή πόλη Μπίτολα.[34] Οπωσδήποτε μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι το δίκτυο των οικισμών που υπήρχε, πρέπει να ήταν αρκετά πυκνότερο από εκείνο που η αποσπασματική αρχαιολογική έρευνα έχει μέχρι τώρα προσδιορίσει.

Στην Κεντρική και την Ανατολική Μακεδονία δεν έχουμε ακόμη εντοπίσει θέσεις της Αρχαιότερης Νεολιθικής, πριν δηλαδή από τα μέσα της 6ης χιλιετίας π.Χ. Οι πρώτες εγκαταστάσεις που γνωρίζουμε σ' αυτήν την περιοχή, χρονολογούνται μετά το 5.500 π.Χ. και αντιπροσωπεύονται από τις πρώιμες φάσεις της θέσεως Σιταγροί, στην πεδιάδα της Δράμας. Η θέση Ντικιλί Τας, κοντά στους αρχαίους Φιλίππους, αντιπροσωπεύει επίσης μία θέση που χρονολογείται περίπου την ίδια περίοδο, ίσως και λίγο μεταγενέστερα. Οι θέσεις της περιόδου που οι αρχαιολόγοι αποκαλούν Νεώτερη Νεολιθική (μετά το 5.300/5.200 π.Χ.), κυριαρχούν στην περιοχή αυτή και συνοδεύονται από νέες κατηγορίες κεραμικής, με διαφορετικές τεχνολογίες και διαφορετικές μορφές υλικού πολιτισμού. Ανάλογες μεταβολές παρατηρούνται και στη Θεσσαλία, όπου τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά μας είναι καλύτερα γνωστά από την μακρόχρονη και συστηματική έρευνα. Γεγονός είναι ότι στο τέλος της 6ης και στην αρχή της 5ης χιλιετίας π.Χ. σε ολόκληρη την Μακεδονία κυριαρχούν παρόμοιες κατηγορίες, οι οποίες σηματοδοτούν, ενδεχομένως, ευρύτερες διαφορές. Μία διαφορά που φαίνεται πράγματι κεντρική, είναι η επέκταση του δικτύου των οικισμών, οι οποίοι τώρα καταλαμβάνουν και περιοχές που είτε ήταν προηγουμένως εντελώς ακατοίκητες είτε είχαν πολύ αραιή κατοίκηση. Ορισμένες εγκαταστάσεις επιλέγουν πραγματικά ιδιαίτερα περιβάλλοντα, τα οποία σε προγενέστερες εποχές δεν είχαν κατοικηθεί, όπως η παρόχθια εγκατάσταση στο Δισπηλιό της λίμνης της Καστοριάς.[35] Η παραγωγική διαφοροποίηση φαίνεται να είναι την εποχή αυτή μία πιθανότητα, χωρίς φυσικά να φθάνει ποτέ στο επίπεδο απόλυτα εξειδικευμένων παραγωγικών δραστηριοτήτων.

Η επέκταση των οικισμών της Νεώτερης Νεολιθικής δεν μπορεί παρά να σημαίνει αύξηση του πληθυσμού και πύκνωση των δικτύων επικοινωνίας μεταξύ των περιοχών αλλά και μεταξύ των ίδιων των οικισμών. Η μεγάλη έκταση του δικτύου πιστοποιείται από ορισμένα αρχαιολογικά ευρήματα: στον οικισμό του Μανδάλου, στους πρόποδες του όρους Πάικο, διαπιστώθηκε η παρουσία οψιανού από τα Καρπάθια, ενώ γνωστά είναι τα κοσμήματα από το όστρεο του Αιγαίου spondylus gaederopous, τα οποία φθάνουν όχι μόνον στα Βαλκάνια αλλά ακόμη και στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη, ενώ παράγονται και σε οικισμούς της Νεώτερης Νεολιθικής στη Μακεδονία.[36] Χάλκινα αντικείμενα εμφανίζονται επίσης αυτή την εποχή.[37] Η ομοιομορφία της κεραμικής σε όλη την περιοχή της Μακεδονίας αλλά και η μεγάλη «ορατότητά» της, ιδιαίτερα των γραπτών διακοσμημένων κατηγοριών που κυριαρχούν, δηλώνει ότι στα δίκτυα αυτά ενεργό ρόλο έπαιζε η κεραμική, όχι τόσο ως αντικείμενο ανταλλαγής -σχετικές συστηματικές μελέτες δεν έχουν ακόμη γίνει- αλλά ως μέσο πολιτισμικής ενοποιήσεως των κοινοτήτων της Νεώτερης Νεολιθικής. Δείγμα αυτής της ενοποιήσεως αποτελούν και τα σποραδικά ευρήματα με διατάξεις συμβόλων που χαράσσονται σε διαφορετικά υλικά, ξύλο, πέτρα ή πηλό. Τέτοια ευρήματα αναφέρονται μέχρι στιγμής από το Δισπηλιό και τα Γιαννιτσά, αλλά βρίσκουν τα ανάλογά τους σε ολόκληρη την περιοχή των Βαλκανίων αυτή την εποχή. Η έρευνα τα αποκαλεί συνοπτικά «γραφή», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι γνωρίζουμε πως τα σύμβολα είχαν συγκεκριμένη φωνητική αξία. Ωστόσο, όλα αυτά τα αρχαιολογικά αντικείμενα δεν πρέπει να θεωρηθούν ανταλλάξιμα αγαθά τα ίδια, αλλά μάλλον χρησίμευαν ως σύμβολα της ανταλλαγής. Τα πραγματικά ανταλλάξιμα αγαθά διαφεύγουν από την αρχαιολογική έρευνα: υφάσματα, τροφή αλλά και άνθρωποι, με τη μορφή εξωγαμικών ανταλλαγών. Διαφεύγει επίσης η έμφυλη διάσταση αυτών των δικτύων, ο ρόλος των γυναικών και των ανδρών στον οικισμό και στην κίνηση των δικτύων, όπως άλλωστε και στις διαδοχικές μεταβολές της νεολιθικής κοινωνικής πραγματικότητος. Σε κάθε περίπτωση, αυτός ο «κοσμοπολιτισμός» της εποχής δεν διαρκεί πολύ: καθώς πλησιάζουμε στο τέλος της 5ης και στην αρχή της 4ης χιλιετίας π.Χ., τα ίχνη των νεολιθικών εγκαταστάσεων σχεδόν χάνονται. Σε οικισμούς όπως το Μάνδαλο και οι Σιταγροί, διαπιστώνεται μακροχρόνια εγκατάλειψη, που διαρκεί αρκετούς αιώνες, ενώ οι γνωστές θέσεις που ανήκουν στην εποχή αυτή, είναι λίγες. Το Μεγάλο Νησί Γαλάνης στη λεκάνη της Πτολεμαΐδος αποτελεί μία τέτοια θέση, που ερευνήθηκε πρόσφατα.[38] Αναμφίβολα πρόκειται για μία δραματική μεταβολή της διατάξεως και της μορφής των οικισμών, τα χαρακτηριστικά της οποίας δεν κατανοούμε ακόμη. Όπως συχνά καταλήγουν οι αρχαιολογικές ανασυνθέσεις, για το θέμα αυτό χρειάζεται πολύ περισσότερη και συστηματικότερη έρευνα.

3. Η νεώτερη προϊστορία

Η έρευνα δεν έχει καταλήξει ακόμη για τις ακριβείς διαδικασίες που είναι υπεύθυνες για τους μετασχηματισμούς που χαρακτηρίζουν την επόμενη μακρά περίοδο, την οποία συμβατικά ονομάζουμε Εποχή του Χαλκού (3.500 - 1.100 π.Χ.) στη Μακεδονία. Οι ραγδαίες μεταβολές που παρατηρούνται στην οικονομία και την κοινωνική οργάνωση στην Κρήτη και την Πελοπόννησο αλλά και στις Κυκλάδες, οδηγούν τις κοινωνίες εκείνες σε μία εκρηκτική αύξηση της ιεραρχίας και της κοινωνικής πολυπλοκότητος που καταλήγει στην εμφάνιση των «ανακτορικών» πολιτισμών, όπως είχε παρατηρήσει από την δεκαετία του 1970 ο Colin Renfrew.[39] Στη Μακεδονία, ωστόσο, αυτό δεν είναι ορατό. Οι πληθυσμοί της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού συνεχίζουν να κατοικούν στις νεολιθικές εγκαταστάσεις ή επανεγκαθίστανται σε παλαιότερες νεολιθικές τούμπες, όπως στο Μάνδαλο και στους Σιταγρούς. Παράλληλα, πολλοί οικισμοί που είχαν κατοικηθεί στη Νεώτερη Νεολιθική και είχαν ήδη εγκαταλειφθεί, δεν επανιδρύονται και η αρχή τουλάχιστον της περιόδου σημειώνει μία γενική κάμψη στον αριθμό των οικισμών. Στην περιοχή του Λαγκαδά, για παράδειγμα, ο αριθμός των θέσεων μειώνεται κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, αλλά ανακάμπτει μέχρι το τέλος της 3ης χιλιετίας π.Χ. Στο τέλος της Εποχής του Χαλκού ο αριθμός των θέσεων αυξάνεται ιδιαίτερα, ενώ η Εποχή του Σιδήρου εμφανίζει μία υψηλή πυκνότητα θέσεων που όμοιά της δεν υπήρξε ξανά, ούτε καν κατά τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου.[40] Ανάλογη μείωση των οικισμών εμφανίζεται και στην Ανατολική Μακεδονία, καθώς η γενική εικόνα που διαθέτουμε, αν και είναι σε μεγάλο βαθμό ελλιπής και αποσπασματική, δηλώνει μία δραστική μείωση του πληθυσμού σε σχέση με την ακμή της Νεώτερης Νεολιθικής. Πριν όμως εξαγάγουμε συμπεράσματα για ενδεχόμενα ιστορικά γεγονότα, καλό είναι να θυμηθούμε ότι ήδη ολόκληρη η 4η χιλιετία π.Χ. αντιπροσωπεύει μία περίοδο πληθυσμιακής υφέσεως, που διαδέχθηκε την κατάρρευση του εκτεταμένου δικτύου των νεολιθικών εγκαταστάσεων και ανταλλαγών ανάμεσα σε περιοχές, σε συμπληρωματικά μικροπεριβάλλοντα και παραγωγικές δυνατότητες. Η ουσιαστικότερη, ωστόσο, αλλαγή που παρατηρείται αυτή την εποχή, είναι η κυριαρχία των οικισμών με μορφή τούμπας. Όλες οι εκτεταμένες, επίπεδες θέσεις έχουν ήδη εγκαταλειφθεί, ενώ ακόμα και οι μεγαλύτερες σε έκταση θέσεις συρρικνώνονται τώρα στα όρια μιας αισθητά μικρότερης τούμπας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Μεσημεριανή Τούμπα του νομού Θεσσαλονίκης, στην οποία η παλαιότερη νεολιθική εγκατάσταση περιορίζεται στο δυτικό μέρος του αρχικού νεολιθικού οικισμού, καταλαμβάνοντας έκταση μόλις έξι στρεμμάτων και συνεχίζει να κατοικείται και να υψώνεται σε όλη τη διάρκεια της περιόδου.[41] Κατά τη διάρκεια της Εποχής του Χαλκού, το μακεδονικό τοπίο αποκτά πολλά από τα γνώριμά του σήμερα προϊστορικά χαρακτηριστικά.

Η σημασία της κυριαρχίας των οικισμών με τη μορφή της τούμπας πρέπει να αξιολογηθεί σε σχέση με τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής οργανώσεως, που αποδίδονται σε αυτή την πολεοδομική μορφή του οικιστικού χώρου. Όπως είχαμε δει, η διαμόρφωση του τούμπας θεωρείται ως το αποτέλεσμα της παρουσίας του «οίκου», παρουσία που συνεπάγεται κάποια έμφαση στη διάρκεια και στη συνέχεια των διακριτών νοικοκυριών που συναποτελούν τον οικισμό. Η πορεία αυτή φαίνεται τώρα να έχει συντελεσθεί και οι μορφές οργανώσεως του χώρου, που προηγουμένως έδιναν έμφαση στην κοινοτική συλλογικότητα, φαίνεται να εγκαταλείπονται οριστικά. Αντίθετα, υπάρχουν οι ενδείξεις ότι την εποχή αυτή οι «οίκοι» και τα «νοικοκυριά» τους κυριαρχούν απόλυτα, σε βαθμό που φθάνουν να εκπροσωπούν ή και να υποκαθιστούν το σύνολο της κοινότητος. Έτσι, εμφανίζονται κοινοτικά έργα, εμφανή ιδιαίτερα στις προχωρημένες φάσεις της Εποχής του Χαλκού, που αποκλειστικό σκοπό έχουν να ενισχύσουν την ισχύ των «οίκων» της κοινότητος, καθιστώντας την περισσότερο απτή και αποδίδοντάς της μία κυρίαρχη θέση στο τοπίο, ανυψώνοντας σκόπιμα τον γήλοφο, στο σύνολό του. Από την άλλη πλευρά, αρχιτεκτονήματα όπως το «καμένο σπίτι» των Σιταγρών, εικονίζουν με εύγλωττο τρόπο αυτή την κυριαρχία, την οποία στη νεολιθική περίοδο συναντούμε προδρομικά μόνον στα γνωστά «μέγαρα» του Διμηνίου και του Σέσκλου της Θεσσαλίας.[42] Μεγάλα κεντρικά κτίρια, στα οποία κυριαρχούν οι αποθηκευτικοί χώροι και οι χώροι καταναλώσεως τροφής (εστίες, σιροί κτλ.), φανερώνουν μία επιδίωξη οικονομικής αυτονομίας που δεν είναι τυχαία.[43]

Θα πρέπει, στο σημείο αυτό, να λάβουμε υπόψη μας την απουσία της γραπτής διακοσμημένης λεπτής κεραμικής και την υποκατάστασή της από μονόχρωμες αδιακόσμητες κατηγορίες. Πολλές κεραμικές τεχνολογίες κατασκευής, διακοσμήσεως και όπτησης της κεραμικής, που είναι γνωστές από την έκρηξη της κεραμικής παραγωγής στη Νεώτερη Νεολιθική, εκλείπουν την περίοδο αυτή και η παραγωγή περιορίζεται σε σκοτεινόχρωμα αγγεία καθημερινής χρήσεως, μαγειρικής και αποθηκευτικά. Μόνο κατά τα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ. θα εμφανισθεί ξανά κεραμική γραπτή με ανάλογα χαρακτηριστικά. Αυτή η σημαντική μεταβολή δεν είναι απαραίτητο να συνδέεται με μετακινήσεις προϊστορικών «λαών» και άλλες εξωτερικές, βίαιες ανακατατάξεις του πολιτισμικού χάρτη της Μακεδονίας, ούτε πρέπει να συσχετίζεται με την «πολιτισμική πτώση» ή την «αποτελμάτωση» ή ανάλογες αξιολογικές περιγραφές.[44] Η γραπτή κεραμική της Νεολιθικής αντιπροσωπεύει ένα αντικείμενο υψηλής κοινωνικής ορατότητος, κατασκευασμένο για την προσφορά της τροφής και την δημόσια κατανάλωση σε συνθήκες ανοιχτής κοινωνικότητος. Η παρουσία και η χρήση της σ' αυτό το πλαίσιο επιδιώκει να τονίσει την αξία που η κοινωνία αποδίδει στην αναδιανομή της τροφής και -κατ' επέκταση- στην αμοιβαιότητα, συνιστώντας έτσι έναν κεντρικό ιδεολογικό μηχανισμό. Αυτή η κοινωνική λειτουργία είναι και ο βαθύτερος λόγος που η συγκεκριμένη μορφή του υλικού πολιτισμού αποκτά αυτή την εξέχουσα θέση στις νεολιθικές κοινότητες. Η ανάδυση του «νοικοκυριού», όμως, σημαίνει απομάκρυνση από την ιδεολογία της αναδιανομής, καθώς ενισχύει την αποθησαύριση και την αυτοδυναμία, όπως άλλωστε τεκμηριώνεται και από τις εκτεταμένες αποθήκες που συνοδεύουν τα οικήματα. Η κατανάλωση της τροφής μεταφέρεται στον «ιδιωτικό» χώρο, όπως πιστοποιούν οι εστίες και οι κατασκευές προετοιμασίας της τροφής, όπου η συλλογική αναδιανομή δεν είναι ούτε εφικτή ούτε απαραίτητη και μάλλον ούτε επιθυμητή. Η συλλογική κατανάλωση μετατρέπεται έτσι σε ιδιωτική φιλοξενία και τα σκεύη αποκτούν διαφορετικό προορισμό. Στο πλαίσιο της ιδιωτικής φιλοξενίας, ο νεολιθικός κοινόχρηστος χαρακτήρας των σκευών δεν μπορεί να προσφέρει ιδιαίτερο κύρος στον οικοδεσπότη. Αντίθετα, τα προσωπικά αντικείμενα που ανήκουν μόνο στα μέλη του οίκου και επιδεικνύονται σε κατάλληλες περιστάσεις, μεταφέρουν στους τρίτους ισχυρά μηνύματα κύρους και κοινωνικής υπεροχής. Με τον τρόπο αυτόν τα «νοικοκυριά», τονίζοντας τη σημασία των «προσωπικών» αντικειμένων- τεχνουργημάτων που μπορεί κανείς να φέρει επάνω του, αναδιοργανώνουν την κοινωνική -και την οικονομική- πραγματικότητα προς όφελός τους και στη διαδικασία αυτή χρησιμοποιούν και μετασχηματίζουν τον υλικό πολιτισμό, που παρακολουθεί και στηρίζει αυτή την πραγματικότητα. Η δήλωση κοινωνικών μηνυμάτων αμοιβαιότητος μεταβάλλεται σταδιακά σε δήλωση μηνυμάτων ισχύος, τα οποία εκφράζονται από την ίδια την παρουσία και τη μορφή των «οίκων» μέσα στο πλαίσιο του ήπιου ανταγωνισμού τους, ενώ η κεραμική περιορίζεται στην απλή χρηστική της λειτουργία. Ορισμένα σχήματα, ωστόσο, της κεραμικής φαίνεται να σχετίζονται με νέες συνήθειες ατομικής καταναλώσεως, όπως με την κατανάλωση κρασιού, για την παρασκευή του οποίου έχουμε ενδείξεις στο Ντικιλί Τας ήδη από το τέλος της Νεολιθικής.[45]

Κάνοντας λόγο για την Εποχή του Χαλκού, κυρίαρχη είναι η άποψη ότι η παρουσία του μετάλλου, με την αλλαγή των παραγωγικών δυνάμεων που αυτό επιφέρει, είναι η κινητήρια δύναμη της κοινωνίας. Και αυτή η άποψη είναι κληρονομιά της αρχαιολογίας του Μεσοπολέμου και του Gordon Childe. Ωστόσο, στην περιοχή της Μακεδονίας, όπως άλλωστε και της Νότιας Ελλάδος, η έρευνα αποδεικνύει ότι η είσοδος των χάλκινων τεχνουργημάτων στο κοινωνικό σύστημα δεν γίνεται από τη μεριά της παραγωγής, όπου δεν παίζουν ενδεχομένως κανέναν απολύτως ρόλο, παρά μόνον προς το τέλος της περιόδου, αλλά από τη μεριά της κοινωνικής δομής. Όπως είδαμε παραπάνω, τα χάλκινα τεχνουργήματα, ως «προσωπικά» αντικείμενα, εμπλέκονται στον ανταγωνισμό των «οίκων» και χρησιμοποιούνται μεταφορικά ως τεκμήρια της επιτυχίας, της δυνάμεως και της εξουσίας της συλλογικής ταυτότητος του οίκου και των μελών του. Για τον λόγο αυτόν αποκτούν ιδιαίτερη συμβολική αξία, όπως αποδεικνύει μία εγχάρακτη στήλη αυτής της εποχής στη Σκάλα Σωτήρος της Θάσου: Σε χαμηλό ανάγλυφο εικονίζεται ανθρώπινη μορφή που φορά περιδέραιο και κρατά στο δεξί χέρι εγχειρίδιο. στη μέση της έχει περασμένον διπλό πέλεκυ, ενώ ένα δόρυ ακουμπά λοξά στην περιοχή του στήθους. Χωρίς αμφιβολία, τα αντικείμενα αυτά αποτελούν ισχυρά σύμβολα, που τονίζουν το κύρος και την κοινωνική καθώς και την οικονομική ισχύ του προσώπου ή του «οίκου» που σχετίζεται με την στήλη.[46] Ανάλογη σημασία έχει και το σύνολο των χάλκινων τεχνουργημάτων, που αποθησαυρίσθηκαν σε λάκκο στα Πετράλωνα της Χαλκιδικής και βρέθηκαν τυχαία την δεκαετία του 1970. Για τον άτυχο ιδιοκτήτη τους τα αντικείμενα αυτά πρέπει να είχαν ιδιαίτερα μεγάλη αξία.

Το ζήτημα της κοινωνικής πολυπλοκότητος και της δημιουργίας κοινωνικής ασυμμετρίας είναι, επομένως, κεντρικό για την Εποχή του Χαλκού, χωρίς καθόλου αυτό να σημαίνει ότι οι προγενέστερες κοινωνικές μορφές ήταν απαλλαγμένες από αυτές τις όψεις της κοινωνικής δυναμικής. Ανάλογες τάσεις είναι πάντα παρούσες. απλώς μεταβάλλεται το περιεχόμενο και η μορφή τους. Εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι ο συγκεκριμένος τρόπος, με τον οποίο η μεταβολή αυτή πραγματοποιείται στο πλαίσιο της Εποχής του Χαλκού και ο ρόλος των «οίκων» και των μελών τους, που αναδύονται ως διακριτές κοινωνικές μονάδες. Κάποια εικόνα προς την κατεύθυνση αυτή μπορούμε να σχηματίσουμε από τα νεκροταφεία της εποχής, ορισμένα από τα οποία έχουν ερευνηθεί ανασκαφικά, χωρίς ωστόσο να έχουμε ακόμη τις τελικές τους δημοσιεύσεις. Στο νεκροταφείο του Αγίου Μάμαντος Χαλκιδικής, οι ταφικές πρακτικές ποικίλλουν σε χαρακτήρα και πολυπλοκότητα από ταφή σε ταφή, τονίζοντας την ιδιαιτερότητα (είναι τολμηρό να πούμε την προσωπικότητα;) κάθε νεκρού. Ανάλογες γενικές διαπιστώσεις μπορούν να γίνουν και για τα νεκροταφεία των τύμβων, που έχουν αρχίσει να εντοπίζονται στη Χαλκιδική.[47] Παρ' όλες όμως τις ενδείξεις από διάφορες όψεις του υλικού πολιτισμού, οι λεπτομέρειες της πορείας προς την κοινωνική πολυπλοκότητα και τη διαστρωμάτωση εξακολουθούν να παραμένουν ελάχιστα κατανοητές, καθώς η έρευνα και στον τομέα αυτόν έχει μεγάλα κενά, ιδιαίτερα για τις πρώιμες φάσεις, κρίσιμες από την άποψη του κοινωνικού μετασχηματισμού. Η θέση του Καστανά στην ανατολική όχθη του Αξιού, καλύπτει χρονολογικά την 3η χιλιετία και είναι μία από τις θέσεις αυτής της περιόδου που έχουν ερευνηθεί συστηματικά. Ωστόσο, οι πρώιμες φάσεις του οικισμού δε διασώζουν αρκετά στοιχεία και η εικόνα είναι σε μεγάλο βαθμό ελλειπτική. Σε άλλες θέσεις της Κεντρικής Μακεδονίας, όπως η Άσσηρος στη λεκάνη του Λαγκαδά και η τούμπα της Θεσσαλονίκης, που αποτελούν δύο από τις μεγαλύτερες τούμπες της Κεντρικής Μακεδονίας, όταν περάσουμε στη 2η χιλιετία π.Χ., οι ενδείξεις για την εμφάνιση κοινωνικής πολυπλοκότητος γίνονται σημαντικά περισσότερες.[48]

Στην Άσσηρο του Λαγκαδά, κατά τον ΙΔ΄ και ΙΓ΄ αιώνα π.Χ., οργανωμένοι αποθηκευτικοί χώροι κατελάμβαναν μεγάλο μέρος του οικισμού. Στους χώρους αυτούς φυλάσσονταν μεγάλες ποσότητες δημητριακών που, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ειδικών, υπερέβαιναν κατά πολύ τις ανάγκες του τοπικού πληθυσμού του οικισμού. Ένα συμπαγές πήλινο άνδηρο και ένας διπλός τοίχος κατασκευασμένος με την τεχνική κασεμάτ[49] ανακατασκευάζονταν συχνά, διατηρώντας το απότομο πρανές της πλαγιάς του γηλόφου, ενώ η εσωτερική διάταξη του οικισμού παρέμενε η ίδια παρ' όλες τις ανακατασκευές. Η τούμπα Θεσσαλονίκης, ένας γήλοφος με ύψος επιχώσεων σχεδόν 23 μέτρα, έχει ανάλογη διαμόρφωση, αν και αντιπροσωπεύει μία θέση πολύ μεγαλύτερη σε διαστάσεις. Σε κάποια στιγμή κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, στο μέσον περίπου της πλαγιάς του γηλόφου κατασκευάσθηκε -και εδώ με την τεχνική κασεμάτ- ένας ιδιαίτερα μεγάλος τοίχος, που περιέβαλε την τούμπα. είχε πλάτος 6 μέτρα και ύψος μεγαλύτερο από 3 μέτρα. Ποιά ήταν η λειτουργία αυτών των μεγάλων κατασκευών, δεν είναι εύκολο να προσδιορισθεί. Για ορισμένους μελετητές είναι απλά οχυρώσεις. φαίνεται όμως πιθανότερη μία συνθετώτερη ερμηνεία, η οποία, χωρίς να αποκλείει την οχύρωση, αναζητά τη σημασία τους στη σκόπιμη πρόθεση να τονισθεί το ύψος του οικισμού. Μία κεντρική διάσταση αυτής της χωροταξικής συμπεριφοράς έχει ήδη αναλυθεί με αφορμή τις νεολιθικές τούμπες της Μακεδονίας και για την περίοδο που συζητάμε, δεν υπάρχει σοβαρός λόγος να μην ισχύει κάτι ανάλογο. Οπωσδήποτε γίνεται φανερή εδώ η πρόθεση των κατοίκων των μακεδονικών γηλόφων της Εποχής του Χαλκού να τονίσουν την εξέχουσα θέση που κατέχουν στο τοπίο, σε σχέση με τους υπολοίπους οικισμούς της περιοχής, γεγονός που δεν μπορεί παρά να μεταφέρει μηνύματα ισχύος και κυριαρχίας προς τις άλλες κοινότητες και να εντάσσεται σε ένα πλαίσιο ανταγωνισμού και, ενδεχομένως, επιθετικότητος. Λαμβάνοντας υπόψη ότι όλες οι θέσεις της εποχής αυτής δεν έχουν ανάλογα χαρακτηριστικά, δηλαδή δεν έχουν το μεγάλο ύψος και τις απότομες παρειές που θεωρούμε ότι είναι το αποτέλεσμα των μεγάλων αναλημματικών έργων, μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι οικισμοί της εποχής αυτής ήταν οργανωμένοι σε ιεραρχικές διατάξεις, στις οποίες κεντρική θέση κατείχε ένας οικισμός, έδρα πιθανότατα των ισχυροτέρων «οίκων». Η απουσία αναλημματικών έργων στον Καστανά, για παράδειγμα, έχει αποδοθεί στην περιφερειακή θέση του οικισμού σ' αυτή την τοπική ιεραρχία, το κέντρο της οποίας πρέπει να αντιπροσώπευε η επιβλητική τούμπα του Αξιοχωρίου, μερικά χιλιόμετρα βορειότερα. Σύμφωνα με την μαρτυρία της Ασσήρου, τα δίκτυα αυτά πρέπει να είχαν έντονα συγκεντρωτικό οικονομικό χαρακτήρα, στο πλαίσιο του οποίου η κοινωνική αναδιανομή του προϊόντος περνά τώρα στον έλεγχο μιας πολύ μικρότερης, αλλά ισχυρής ομάδος. Εάν λοιπόν οι νεολιθικές τούμπες είναι, όπως τις χαρακτηρίσαμε, μνημεία του ανταγωνισμού των «οίκων», οι τούμπες της Εποχής του Χαλκού είναι πραγματικά μνημεία της τελικής επικρατήσεως των «οίκων» -και αργότερα ενδεχομένως ενός «οίκου», του ισχυροτέρου- που επιβάλλονται στο τοπίο και στις υπόλοιπες θέσεις της άμεσης περιοχής τους. Όλες οι ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι την εποχή αυτή διαμορφώνονται κάποιες μικρές τοπαρχίες, με τοπική ασφαλώς εμβέλεια, πρόδρομοι ωστόσο κάποιων μορφωμάτων που καταγράφονται πολύ αργότερα από τους αρχαίους ιστορικούς ως ηγεμονίες.

Παρόλο που οι ενδείξεις της κοινωνικής μεταβολής πιστοποιούν μία κοινωνία που σταδιακά εντάσσεται στον ευρύτερο περίγυρο, η καθημερινή πραγματικότητα των κατοίκων δεν μεταβάλλεται δραματικά σε σχέση με τις προηγούμενες χρονικές περιόδους. Η ζωή στις τούμπες της Μακεδονίας της Εποχής του Χαλκού ακολουθεί τους παλαιούς ρυθμούς και η παρουσία του εμπορίου ή της ανεπτυγμένης βιοτεχνίας που γνωρίζουμε από τους πολιτισμούς της Νότιας Ελλάδος της ίδιας περιόδου -δομές οικονομικές, απαραίτητες για την στήριξη μιας ανερχόμενης αριστοκρατίας- δεν φαίνεται να παίζουν εμφανή ρόλο στις μακεδονικές θέσεις. Οι οικισμοί παραμένουν κατά βάση γεωργο-κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, που επικοινωνούν με τον γύρω κόσμο μέσα από δρόμους φυσικούς και μεταφορικούς, που έχουν αποκατασταθεί ήδη από τη Νεολιθική Εποχή. Ακόμη και η συγκεντρωτική οικονομία που διαπιστώνεται αρχαιολογικά στην Άσσηρο, δεν είναι προσανατολισμένη, σύμφωνα με τους ειδικούς, στην παραγωγή υπερπροϊόντος και δεν καλλιεργεί μεγάλες εκτάσεις, αλλά διατηρεί μία μικρής κλίμακος εντατική γεωργία με συμπληρωματικές μεταξύ τους καλλιέργειες, σε στενή σύνδεση με την κτηνοτροφία, αγροτικές τεχνικές και πρακτικές που έρχονται από πολύ παλιά.[50] Η χρήση του χαλκού, όπως ήδη είδαμε, είναι ιδιαίτερα περιορισμένη ακόμα και στις προχωρημένες φάσεις της Εποχής του Χαλκού, ενώ βασικές παραγωγικές εργασίες, όπως ο θερισμός και η άροση, εξακολουθούν να γίνονται με τις πανάρχαιες τεχνολογίες του λίθου. Τέλος, άγνωστα παραμένουν τα πολύτιμα τεχνουργήματα και η πολυτελής, σχεδόν «αστική», ζωή.

Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η μυκηναϊκή κεραμική, που κάνει την δειλή εμφάνισή της είτε με αγγεία που προέρχονται από τη Νοτιότερη Ελλάδα, είτε με τοπικές απομιμήσεις. Η πρώτη κεραμική αυτού του είδους εμφανίζεται στην Τορώνη της Χαλκιδικής και είναι σύγχρονη με τους κάθετους λακκοειδείς τάφους των Μυκηνών. Η κεραμική αυτή, που είναι περιορισμένη, είναι αναμφίβολα εισηγμένη. Κεραμική σύγχρονη της ΥΕΙΙΙ (ΙΓ΄-ΙΒ΄ αιώνας) σταδιακά γίνεται συχνότερη και είναι συνήθως τοπική απομίμηση.[51] Για πρώτη φορά στη Μακεδονία διαπιστώνεται η χρήση κεραμικού τροχού για την κατασκευή αυτών των αγγείων. Η τεχνολογία της νέας κεραμικής αντιπροσωπεύει μία σημαντική προσθήκη στις παραδοσιακές μακεδονικές τεχνικές, οι οποίες εξακολουθούν να παράγουν χειροποίητα και όχι τροχήλατα αγγεία και να χρησιμοποιούν την όπτηση σε ανοιχτή φωτιά και όχι σε κλίβανο. Οι υπόλοιπες τεχνολογικές λεπτομέρειες όπως, για παράδειγμα, εκείνες που σχετίζονται με τις βαφές και με το είδος του πηλού, προσθέτουν ενδιαφέρουσες όψεις στον χαρακτηρισμό της νέας τεχνολογίας.[52] Το ερώτημα που τίθεται, επομένως, είναι αν οι τοπικές απομιμήσεις παράγονται συγκεντρωτικά σε λίγα κέντρα που ιδρύονται στη Μακεδονία ή αν παράγονται σε κάθε οικισμό χωριστά, από τεχνίτες που γνωρίζουν είτε έχουν μάθει τις νέες τεχνολογίες της κεραμικής. Ειδικές αρχαιομετρικές αναλύσεις, που έχουν πραγματοποιηθεί με αφορμή τις ανασκαφές της Ασσήρου και της τούμπας Θεσσαλονίκης, έχουν δείξει ότι η τεχνολογία παραγωγής της κεραμικής αυτής είναι ελάχιστα τυποποιημένη σε όλα τα χαρακτηριστικά της, πράγμα που δεν υποστηρίζει την ερμηνεία της συγκεντρωτικής παραγωγής, αλλά περισσότερο την ύπαρξη ενός αριθμού μικρών κέντρων, από τα οποία το καθένα εφαρμόζει διαφορετικές συνταγές παραγωγής κεραμικής. Αυτή την εικόνα της ανομοιομορφίας δεν τη συναντούμε σε άλλες περιοχές, που συνήθως αποκαλούνται «μυκηναϊκές περιφέρειες» και στις οποίες έχει εφαρμοσθεί ανάλογη αναλυτική προσέγγιση.[53] Πρόκειται, λοιπόν, για την μεταφορά στις μακεδονικές κοινότητες ενός στοιχείου του μυκηναϊκού υλικού πολιτισμού, το οποίο όμως κάθε κοινότητα το κατασκευάζει με διαφορετικό τρόπο, συχνά διαφορετικό και μέσα στα όρια της ίδιας κοινότητος.

Το σύνολο της κεραμικής αυτής, μιμήσεις και εισαγωγές, δηλώνει αναμφίβολα ότι στο δίκτυο των επικοινωνιών της περιοχής βρισκόταν και η Νότια Ελλάδα. Ποιός όμως ήταν ο χαρακτήρας και το περιεχόμενο αυτής της επικοινωνίας, δεν γνωρίζουμε ακριβώς. Οπωσδήποτε, θα βοηθούσε στην κατανόηση του φαινομένου να μην υιοθετήσουμε εξ αρχής εύκολες ερμηνείες, όπως για παράδειγμα τον αποικισμό και την εγκατάσταση «Μυκηναίων» και των «εμπορείων» τους, για τα οποία δεν έχουμε καμία σοβαρή αρχαιολογική ένδειξη, παρ' όλες τις αρχαιολογικές έρευνες και τις ανασκαφές που έχουν γίνει τις τελευταίες δεκαετίες, ούτε καμία επιβεβαίωση από τα πορίσματα της αναλυτικής ερεύνης, που μόλις είδαμε παραπάνω. Για να κατανοήσουμε τη σημασία της μεταφοράς αυτού του στοιχείου του μυκηναϊκού υλικού πολιτισμού στις τούμπες της Ύστερης Εποχής του Χαλκού της Μακεδονίας, θα πρέπει να προσεγγίσουμε το ζήτημα από μια περισσότερο ανθρωπολογική σκοπιά, λαμβάνοντας υπόψη μας ότι ο υλικός πολιτισμός είναι καταρχήν μία σειρά αντικειμένων, τα οποία οι άνθρωποι χρησιμοποιούν σε συγκεκριμένες συνθήκες και για συγκεκριμένους σκοπούς. Το παράδειγμα της εκλείψεως της γραπτής λεπτής κεραμικής στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, που ήδη αναφέρθηκε, μας επιτρέπει να συμπεράνουμε γενικότερα ότι τα αντικείμενα του υλικού πολιτισμού ενσωματώνονται στις κοινωνικές πρακτικές και τις ακολουθούν καθώς αυτές μετασχηματίζονται, αντί να επιβάλλουν εκείνα κάποιο σταθερό πολιτισμικό περιεχόμενο που εμείς τους αποδίδουμε και το οποίο υποτίθεται ότι έχουν.

Είναι πιθανόν ότι η μυκηναϊκή κεραμική έπαιζε κεντρικό ρόλο σε επεισόδια κοινωνικής καταναλώσεως τροφής στις μακεδονικές τούμπες. Η κεντρική σημασία της ενσωματώσεως της κατανάλωσης της τροφής στις κοινωνικές πρακτικές έχει συζητηθεί από πολλούς ερευνητές τα τελευταία χρόνια -με διάφορες αφορμές και σε διαφορετικά πολιτισμικά και χρονολογικά πλαίσια- και θεωρούμε ότι ανάλογες τελετές θα πρέπει να συνέβαιναν και στις μακεδονικές τούμπες της Ύστερης Εποχής του Χαλκού.[54] Σε αντίθεση με τις δημόσιες νεολιθικές τελετές, ένα σαφές δείγμα των οποίων αποκαλύφθηκε με λεπτομέρεια στον Μακρύγιαλο της Πιερίας, οι τελετές εδώ πρέπει να ελάμβαναν χώρα στο εσωτερικό των «οίκων», κάτι ανάλογο με τα συμπόσια που οργανώνονταν στα μυκηναϊκά μέγαρα της Νότιας Ελλάδος, φυσικά εκεί σε εντελώς διαφορετική κλίμακα και με ακραία «ανακτορική» εκζήτηση, όπως μπορούμε να κρίνουμε από τα σκεύη που τα συνόδευαν. Πρόκειται δηλαδή για «ιδιωτικές» τελετές, στις οποίες ο διοργανωτής επιδιώκει να αποκτήσει κύρος και κοινωνικό κεφάλαιο επιβεβαιώνοντας τον ρόλο του στον έμφυλο κοινωνικό ανταγωνισμό. Η μυκηναϊκή κεραμική αντικαθιστά τις τοπικές χειροποίητες διακοσμημένες κατηγορίες αγγείων προσφοράς και καταναλώσεως τροφής, η οποία σταδιακά μειώνεται. Αυτό συμπεραίνεται από τα σχήματα των μυκηναϊκών αγγείων που ανήκουν αποκλειστικά στις κατηγορίες αυτές[55] και από την περιορισμένη παρουσία τους στα κεραμικά σύνολα, δεδομένα που δείχνουν ότι η κεραμική αυτή ποτέ δεν είχε τον κύριο ρόλο στην καθημερινή ζωή των κατοίκων, οι οποίοι συνέχιζαν να μαγειρεύουν, να τρώνε και να αποθηκεύουν στα αγγεία της δικής τους παραδόσεως. Στον κοινωνικό ανταγωνισμό, όμως, τα «εξωτικά» αγγεία που προέρχονταν ή μιμούνταν την μυκηναϊκή πολυτέλεια των ηγεμόνων του Νότου, προσέφεραν αναμφίβολα πρόσθετη αίγλη στον ιδιοκτήτη τους, έστω και αν, όπως οι αναλύσεις δείχνουν, είχαν κατασκευασθεί από τεχνίτες της άμεσης περιοχής.[56]

Το τέλος της Εποχής του Χαλκού συνδέεται συνήθως από τους ερευνητές με μετακινήσεις πληθυσμών και φύλων και άλλα παρεμφερή φαινόμενα, που ωστόσο είναι δύσκολο -αν όχι αδύνατο- να αποδειχθούν από την αρχαιολογική έρευνα, όπως ήδη συζητήσαμε στην εισαγωγή. Αντίθετα, η αρχαιολογική μαρτυρία παρέχει πληθώρα στοιχείων που πιστοποιούν τη συνέχεια αυτών των μικρών τοπαρχιών, που είχαν διαμορφωθεί στη διάρκεια της Εποχής του Χαλκού και κατά τους επόμενους αιώνες. Η μορφή των οικισμών αλλά και η θέση τους παραμένει ταυτόσημη και τα οικήματά τους, όπως καταδεικνύει πέρα από κάθε αμφιβολία το παράδειγμα της τούμπας Θεσσαλονίκης, συνεχίζουν να κατοικούνται χωρίς διακοπή ή να ανοικοδομούνται στο ίδιο σημείο.[57] Μοναδική σαφής και αναμφισβήτητη μεταβολή αυτή την εποχή είναι η αύξηση του πληθυσμού των οικισμών, ο οποίος, καθώς δε χωρά στον μικρό χώρο της κορυφής των γηλόφων, απλώνεται στη βάση τους, δημιουργώντας για πρώτη φορά εκτεταμένους και πυκνά οικοδομημένους οικισμούς όπως, για παράδειγμα, στην τούμπα Θεσσαλονίκης ή στο Αξιοχώρι. Στο τοπίο εμφανίζεται μία αύξηση των οικισμών, ορισμένοι από τους οποίους καταλαμβάνουν για πρώτη φορά κορυφές των ημιορεινών περιοχών και εποπτεύουν τα χαμηλότερα σημεία. Ίσως αυτό που αρχαιολογικά παρατηρούμε, να αντιπροσωπεύει αναδιοργανώσεις στα όρια και στις περιοχές των μικρών τοπαρχιών και την δημιουργία περιφερειακών ηγεμονιών, που γρήγορα καταλαμβάνουν το τοπίο. Η εξάπλωση των νεκροταφείων των τύμβων στη Βεργίνα και στον ημιορεινό Όλυμπο μπορεί να σηματοδοτεί ένα τέτοιο επεισόδιο συμβολικής κατοχής του τοπίου, που εντάσσεται σ' αυτή την διαδικασία. Εννοείται ότι καθόλου δεν είναι απαραίτητο τα επεισόδια αυτά να είχαν αποκλειστικά συμβολικό χαρακτήρα.

Είναι βέβαιο ότι οι υποθέσεις αυτές χρήζουν συστηματικής ερεύνης πεδίου και βαθύτερης θεωρητικής επεξεργασίας για να τεκμηριωθούν. Σε γενικές γραμμές, η προϊστορία της Μακεδονίας χαρακτηρίζεται από αργές διαδικασίες, που στο πέρασμα του χρόνου μετασχηματίζουν τις τοπικές κοινωνίες οδηγώντας τες προς τα μορφώματα που γνωρίζουμε καλύτερα από τις αναφορές των μεταγενεστέρων αρχαίων συγγραφέων. Έως ένα σημείο, είναι αναμενόμενο οι αρχαίοι συγγραφείς να δίνουν έμφαση στα χαρακτηριστικά εθνοτικής και φυλετικής κινητικότητος που τους ήταν περισσότερο οικεία, επειδή ταίριαζαν με τον τρόπο που προσελάμβανε τον κόσμο η εποχή τους. Τις μακρές διάρκειες και τις συνέχειες δεν είχαν φυσικά τον τρόπο να τις γνωρίζουν, αντίθετα από εμάς, που διαθέτουμε το εργαλείο της αρχαιολογικής ερεύνης. Επεισόδια γοργών μεταβολών, που ενδιαφέρουν ίσως περισσότερο την Ιστορία, αναμφίβολα θα υπήρξαν, είναι όμως περιορισμένη η δυνατότητα της αρχαιολογικής ερεύνης να τα εντοπίσει στον υλικό πολιτισμό και -πολύ περισσότερο- να τα ερμηνεύσει. Ωστόσο, στους αιώνες που ακολουθούν, σημαντικό από κάθε άποψη ιστορικό γεγονός αποτελεί η εμφάνιση στον χώρο της Μακεδονίας αποικιών των νοτίων ελληνικών πόλεων. Η παρουσία των οργανωμένων άστεων δημιουργεί μία νέα πραγματικότητα, αναμφίβολα ανταγωνιστική για τους επί χιλιετίες αγροτικούς οικισμούς της Μακεδονίας. Οι επαφές τώρα με τη Νότιο Ελλάδα γίνονται στενώτερες μέσα σ' έναν ελληνικό κόσμο που σταδιακά ενοποιείται τόσο πολιτισμικά και ιδεολογικά όσο, κυρίως, οικονομικά.

Ευχαριστίες. Ευχαριστώ τους φίλους Ελένη και Μίλτο Πολυβίου για τα πολύτιμα σχόλια και τις ουσιαστικές διορθώσεις της πρώτης μορφής του κειμένου.

Επιλογή Βιβλιογραφίας

Andreou, S. (2001) Exploring the Patterns of Power in the Bronze Age Settlements of Northern Greece. Urbanism in the Aegean Bronze Age. Keith Branigan, Sheffield, Sheffield Academic Press: 160-173.

Andreou, S., M. Fotiadis, K. Kotsakis. (2001). The Neolithic and Bronze Age of Northern Greece. Aegean Prehistory, A review. T. Cullen. Boston, Archaeological Institute of America: 259-327.

Andreou, S. and K. Kotsakis (1994). Prehistoric rural communities in perspective: the Langadas survey project. Structures rurales et societes antiques. P. N. Doukellis and L. G. Mendoni. Paris, Annales Litteraires de l' Universite de Besancon: 17-25.

Bailey, D. (2000). Balkan Prehistory. London and New York, Routledge.

Basgelen, N. and M. Özdogan (1999). Neolithic in Turkey, the cradle of civilization : new discoveries. Galatasaray, Istanbul, Arkeoloji ve Sanat Yay nlar.

Buxeda i Carrigos, R., R. E. Jones, et al. (2003). "Technmology transfer at the periphery of the Mycenaean world: the cases of mycenaean pottery found in Central Macedonia (Greece) and the plain of Sybaris (Italy)." Archaeometry 45(2): 263-284.

Childe, V. G. (1925). The Dawn of European Civilisation. London, Routledge.

Dennell, R. (1983). European Economic Prehistory: a new approach. London, Academic Press.

Dietler, M. and B. Hayden (2001). Feasts archaeological and ethnographic perspectives on food, politics, and power. Washington, D.C., Smithsonian Institution Press.

Fotiadis, M. (1995). "Modernity and the Past-Still-Present: Politics of Time in the Birth of Regional Archaeological Projects in Greece." AJA 99: 59-78.

Fotiadis, M. (2001). "Imagining Macedonia in prehistory, ca. 1900-1930." Journal of Mediterranean Archaeology 14: 115-35.

Gimbutas, M. (1976). Neolithic Macedonia. Los Angeles, California, The Institute of Archaeology The University of California.

Grün, R. (1996). "A re-analysis of electron spin resonance dating results associated with the Petralona hominid." Journal of Human Evolution 30: 227-241.

Halstead, P. (1994). The North-South Divide: Regional Paths to Complexity in Prehistoric Greece. Development and Decline in the Mediterranean Bronze Age. C. Mathers and S. Stoddart. Sheffield, Sheffield University Press: 195-219.

Halstead, P. (1995). From sharing to hoarding: the neolithic foundations of Aegean bronze age society? Politeia: Society and State in the Aegean Bronze Age. R. Laffineur and W. D. Niemeier. Liege, University of Liege: 11-20.

Halstead, P. (1999). Neighbours from Hell? The Household in the Greek Neolithic. Neolithic Society in Greece. P. Halstead. Sheffield, Sheffield University Press: 77-95.

Halstead, P. and J. Barrett, Eds. (2004). Food, cuisine and Society in Prehistoric Greece. Oxford, Oxbow Books.

Hayden, B. (2001). Fabulous Feasts: A Prolegomenon to the Importance of Feasting. Feasts. Archaeological and Ethnographic Perspectives on Food, Politics, and Power. Washington, D.C., Smithsonian Institution Press: 23-64.

Heurtley, W. A. (1939). Prehistoric Macedonia. Cambridge, Cambridge University Press.

Hodder, I. (1990). The domestication of Europe. London, Routledege.

Johnson, M. (1999). Archaeological Theory. Oxford, Blackwell.

Kiriatzi, E., S. Andreou, et al. (1997). Co-exisitng traditions: handmade and wheelmade pottery in Late Bronze Age central Macedonia. Τέχνη: craftsmen, craftswomen and craftsmanship in the Aegean Bronze Age R. Laffineur and P. P. Betancourt. Liège - Austin, Univerisité de Liège: 361-368.

Kotsakis, K. (2002). "Book Review of Catherine Perlès, The Early Neolithic in Greece." European Journal of Archaeology 5(3): 373-377.

Kotsakis, K. (2003). From the Neolithic Side: the Mesolithic / Neolithic Interface. The Greek Mesolithic. C. Perles and N. Galanidou. London, British School at Athens.

Krahtopoulou, A. (2003). Landscape history of coastal Pieria. METRON: Measuring the Aegean Bronze Age. R. Foster and R. Laffineur. Liège University of Liège: 453-461.

Leach, H. M. (2003). "Human Domestication Reconsidered." Current Anthropology 44(3): 349-368.

Mainland, I. and P. Halstead (2002). The diet and management of domestic sheep and goats at Neolithic Makriyalos. Diet and health in past animal populations. Current research and future directions.Proceedings of the 9th conference of the International Council of Archaeozoology, Durham, August 2002. J. Davies, M. Fabis, I. Mainland, M. Richards and R. Thomas. Oxford, Oxbow: 104-112.

Mallory, J. P. (1995). Οι Ινδο-ευρωπαίοι. Γλώσσα, αρχαιολογία, μύθος. Αθήνα, Δελφίνι.

Mallory, J. P. (2001). Η Ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια. Το ιστορικό ζήτημα. Ιστορία της ελληνικής γλώσσας. Από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα. Α.-Φ. Χριστίδης. Θεσσαλονίκη, Ινστιτούτο Νεολελληνικών Σπουδών. Ιδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη: 135-141.

Mitrevski, D. (2001). The ancient Macedonian town of Vardarski Rid. Skopje.

Mitrevski, D. (2003). Prehistory in Republic of Macedonia - F.Y.R.O.M. Recent Research in the Prehistory of the Balkans. D. Grammenos. Thessaloniki, Archaeological Institute of Northern Greece and the Archaeological Receipts Fund. 3: 13-72.

Özdogan, M. (2005). Westward expansion of the Neolithic way: what we know and what we do not know. How did farming reach Europe. C. Richter. Istanbul, Byzas 2. Veroeffentlichungen des Deutschen Archaeologischen Instituts Istanbul: 13-27.

Pappa, M. and M. Besios (1999). "The Neolithic Settlement at Makrigialos, Pieria, Greece." Journal of Field Archaeology 26(2): 177-195.

Pappa, M., P. Halstead, et al. (2004). Evidence for large-scale feasting at Late Neolithic Makriyalos. Food, Cuisine and Society in Prehistoric Greece. P. Halstead and J. Barret. Oxford, Oxbow Books: 16-44.

Perles, C. (2001). The Early Neolithic in Greece. Cambridge, Cambridge University Press.

Pilali-Papasteriou, A. and A. Papaefthimiou-Papanthimou (2002). "Die ausgrabungen auf der Toumba von Archontiko." Praehistorische Zeitschrift: 137147.

Poulianos, A. N. (1981). "Pre-sapiens man in Greece." Current Anthropology 22: 287-288.

Reisch, L. (1982). The transition to Middle Palaeolithic in Greece and the Southern Balkan. The Transition from Lower to Middle Palaeolithic and the origin of modern man : international symposium to commemorate the 50th anniversary of excavations in the Mount Carmel Caves by D.A.E. Garrod, University of Haifa, 6-14 October 1980. A. Ronen. Oxford, BAR International Series. 151: 223-231.

Renfrew, C. (1972). The Emergence of Civilization. London, Methuen and Co.

Renfrew, C., M. Gimbutas, et al., Eds. (1986). Excavations at Sitagroi: A prehistoric village in Northeast Greece. Los Angeles.

Ridley, C., K. A. Wardle, et al., Eds. (2000). Servia I. Supplementary Volume No 32. London, The British School at Athens.

Roodenberg, J. J. (1995). The Ilipinar excavations. [Istanbul], Nederlands Historisch-Archaeologisch Instituut te Istanbul.

Runnels, C. N. (1995). "Review of aegean prehistory IV: the stone age of Greece from the Palaeolithic to the advent of the neolithic." American Journal of Archaeology 99: 699-728.

Runnels, C. N. (2003). The Origins of the Greek Neolithic: A Personal View. The Widening Harvest. A. J. Ammerman and P. Biagi. Boston, Archaeological Institute of America: 121-132.

Runnels, C. N. and T. H. van Andel (1993). "The lower and middle palaeolithic of Thessaly, Greece." Journal of Field Archaeology 20: 299-317.

Sanev, V. (1988). "Neolitsko Svetilice od Tumba vo Mazari." Macedonia Acta Archaeologica 9: 9-30.

Schulz, H. D. (1989). Die geologische Entwincklung der Bucht von Kastanas im Holozän Kastanas: Ausgrabungen in einem Siedlungshügel der Bronze- und Eisenzeit Makedoniens, 1975-1979: Die Grabung und der Baubefund. B. Hänsel. Berlin, Prähistorische Archäologie in Südosteuropa. 7: 375-393.

Triantaphyllou, S. (2001). A bioarchaeological approach to prehistoric cemetery populations from Westrn and Central Macedonia. Oxford, British Archaeological Reports.

van Andel, T. H. and C. N. Runnels (1995). "The earliest farmers in Europe." Antiquity 69: 481-500.

Wardle, K. A., Ed. (1996). Nea Nikomedeia I: The excavation of an Early Neolithic village in Northern Greece 1961-1964. Supplementary Volume No. 25. Oxford, The British School at Athens.

Zvelebil, M. (1998). What's in a Name: the Mesolithic, the Neolithic, and Social; Change at the Mesolithic-Neolithic Transition. Understanding the Neolithic of North-western Europe. M. Edmonds and C. Richards. Glasgow, Cruithne Press.

Ανδρέου, Σ. (2003). Η μυκηναϊκή κεραμική και οι κοινωνίες της Κεντρικής Μακεδονίας κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού. Η περιφέρεια του μυκηναϊκού κόσμου.Πρακτικά του 2ου διεπιστημονικού συμποσίου. Α. Κυπαρίσση και Α. Παπακωνσταντίνου. Αθήνα, Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων.

Ανδρέου, Σ. και Κ. Κωτσάκης (1994). Μυκηναϊκή παρουσία; Μυκηναϊκή περιφέρεια; Η Τούμπα Θεσσαλονίκης, μια θέση της Εποχής του Χαλκού στη Μακεδονία. Η περιφέρεια του μυκηναϊκού κόσμου, Λαμία, Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων.

Βουβαλίδης, Κ., Γ. Συρίδης, et al. (2003). "Γεωμορφολογικές μεταβολές στον κόλπο της Θεσσαλονίκης εξαιτίας της ανύψωσης της στάθμης της θάλασσας τα τελευταία 10.000 χρόνια." Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και Θράκη 17: 313-322.

Γραμμένος, Δ. Β. και Σ. Κώτσος, Eds. (2002). Ανασκαφή στον προϊστορικό οικισμό "Μεσημεριανή Τούμπα" Τριλόφου, Ν. Θεσσαλονίκης. Δημοσιεύματα του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Βορείου Ελλάδας. Θεσσαλονίκη, Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων

Γραμμένος, Δ. Β. και Σ. Κώτσος, Eds. (2002). Σωστικές ανασκαφές στο νεολιθικό οικισμό Σταυρούπολης Θεσσαλονίκης. Θεσσαλονίκη, Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Βόρειας Ελλάδας.

Γραμμένος, Δ. Β. και Σ. Κώτσος, Eds. (2004). Σωστικές ανασκαφές στο νεολιθικό οικισμό Σταυρούπολης Θεσσαλονίκης. Μέρος ΙΙ (1998-2003). Θεσσαλονίκη, Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Βορείου Ελλάδος.

Ευστρατίου, Ν., P. Biagi, et al. (2003). "Προϊστορικές έρευνες στην Πίνδο. Η ορεινή περιοχή των Γρεβενών . Τα πρώτα αποτελέσματα." Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και Θράκη 17: 581-589.

Κουκούλη-Χρυσανθάκη, Χ. (1987). "Οικισμός της Πρώιμης Εποχή του Χαλκού στη Σκάλα Σωτήρος Θάσου." Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και Θράκη 1: 389-406.

Κουκούλη-Χρυσανθάκη, Χ. και G. Weisgerber (1993). "Προϊστορικά ορυχεία ώχρας στη Θάσο." Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και Θράκη 7: 541-548.

Κωτσάκης, Κ. (1996). Παραλιακή περιοχή της Θεσσαλίας. Νεολιθικός Πολιτισμός στην Ελλάδα. Γ. Παπαθανασόπουλος. Αθήνα, Ιδρυμα Ν.Π. Γουλανδρή: 49-57.

Λαγόπουλος, Α. Φ., Ed. (2004). Η ελληνική πόλη. Αθήνα, Ερμής - Περιοδικό "Αρχαιολογία και Τέχνες".

Μαγκαφά, Μ., Χ. Κουκούλη-Χρυσανθάκη, et al. (2003). Νεολιθικός οίνος: αρχαιολογικές μαρτυρίες από τον προϊστορικό οικισμό Φιλίππων "Ντικιλί Τας". Τέχνη και Τεχνική στα Αμπέλια και τους Οινεώνες της Β. Ελλάδας,, Αθήνα ΕΤΒΑ.

Μπέσιος, Μ. και Α. Κραχτοπούλου (2001). "Η εξέλιξη του τοπίου στη βόρεια Πιερία." Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και Θράκη 15: 385-400.

Παππά, Μ. (1993). "Νεολιθική εγκατάσταση στο χώρο της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης." Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και Θράκη 12: 283-289.

Παππά, Μ. (2005). Το νεκροταφείο της πρώιμης εποχής του χαλκού στην Τούμπα του Αγίου Μάμαντος. PAS

Σακελλαρίου, Μ., Ed. (1982). Μακεδονία, 4.000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών.

Σουβατζή, Σ. (2002). Οικιακή οργάνωση ως ιδιαίτερη μονάδα κοινωνικής ανάλυσης. Ανθρωπολογικές και αρχαιολογικές προσεγγίσεις Η προϊστορική έρευνα στην Ελλάδα και οι προοπτικές της: θεωρητικοί και μεθοδολογικοί προβληματισμοί. Διεθνές συμπόσιο στη μνήμη Δ.Ρ. Θεοχάρη Θεσσαλονίκη - Καστοριά 26-28 Νοεμβρίου 1998.

Χουρμουζιάδης, Γ. Χ. (1979). Το Νεολιθικό Διμήνι. Βόλος, Εταιρεία Θεσσαλικών Ερευνών.

Χουρμουζιάδης, Γ. Χ. (1996). Το Δισπηλιό Καστοριάς. Θεσσαλονίκη, Κώδικας.

1 L. Rey, Observations sur les sites préhistoriques et protohistoriques de la Macédoine, BCH 40 (1916), S. Casson, Macedonia, Thrace and Illyria, Οξφόρδη 1926. W. Heurtley, Prehistoric Macedonia, Κέμπριτζ 1939.

2 Andreou, Fotiadis and Kotsakis 2001, 283-284. Το πρόγραμμα της Νέας Νικομήδειας (1961) παρέμεινε αδημοσίευτο για σχεδόν 40 χρόνια. Η δημοσίευση του πρώτου τόμου των ανασκαφών κυκλοφόρησε το 1996, βλ. Wardle 1996. Για το θέμα της επίδρασης του προγράμματος της Νέας Νικομήδειας στην αρχαιολογία του ελλαδικού χώρου βλ. Fotiadis 1995. Επίσης, Fotiadis 2001.

3 Heurtley 1939, xvii.

4 Halstead 1994.

5 Αυτονόητη είναι η αναφορά στην λεγόμενη «πολιτισμική-ιστορική προσέγγιση», όπως είναι διατυπωμένη στο έργο του Gordon Childe, ήδη από την εποχή του Μεσοπολέμου. Για τη σύγχρονη θεωρητική κριτική στην άποψη αυτή, δες για παράδειγμα στον Johnson 1999, όπου συνοψίζεται με απλό τρόπο η σχετική κριτική. Εκτενώς χρησιμοποιείται, ωστόσο, η προσέγγιση αυτή στον Σακελλαρίου 1982.

6 Schulz 1989; Βουβαλίδης, Συρίδης και Αλμπανάκης 2003.

7 Μπέσιος και Κραχτοπούλου 2001; Krahtopoulou 2003.

8 Andreou, Fotiadis and Kotsakis 2001.

9 Grün 1996.

10 Ηλικία 700.000 είχε προταθεί από τον Α.Ν. Πουλιανό για τον -σύμφωνα με τον ορισμό του- «Αρχάνθρωπο των Πετραλώνων». Βλ. Poulianos 1981.

11 Για την Πελοπόννησο, δες Reisch 1982; Runnels and van Andel 1993. Για τη Θεσσαλία, δες Runnels and van Andel 1993.

12 Runnels 1995.

13 Ευστρατίου, Biagi, Ελεφάντη et al. 2003.

14 Μία χρονολόγηση τοποθετεί την εκμετάλλευσηστα 20.300 χρόνια πριν από το παρόν. Κουκούλη-Χρυσανθάκη και Weisgerber 1993.

15 Perlès 2001.

16 Για το πολύ μεγάλο αυτό θέμα, δες Dennell 1983; Zvelebil 1998; Kotsakis 2002; Kotsakis 2003.

17 Van Andel and Runnels 1995; Runnels 2003.

18 Childe 1925.

19 Mitrevski 2003.

20 Özdogan 2005; Roodenberg 1995.

21 Basgelen and Özdogan 1999.

22 Για τα χαρακτηριστικά των νεολιθικών οικισμών και τη μετασχηματιστική λειτουργία τους μέσα στο πλαίσιο της νεολιθικής κοινωνίας, δες Λαγόπουλος 2004. Επίσης, Κωτσάκης 1996.

23 Τα στενά του Σαρανταπόρου ήταν, μέχρι τη διάνοιξη της εθνικής οδού των Τεμπών, η κύρια σύνδεση Θεσσαλίας - Μακεδονίας. Για τα νεολιθικά Σέρβια, δες Ridley, Wardle and Mould 2000.

24 Πρόκειται για την αρχαία ελληνική λέξη, που η χρήση της διατηρήθηκε σε όλη την Μακεδονία μέχρι σήμερα.

25 Hodder 1990; Leach 2003.

26 Με τον όρο «οίκο» ή και «νοικοκυριό» (household) στην προϊστορική αρχαιολογία εννοούμε την ελάχιστη κοινωνική μονάδα που, ως αναγνωρίσιμη οντότητα, κατοικεί σε ένα οίκημα και δραστηριοποιείται στα προγράμματα της κοινότητας. Βλ. ανασκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας στη Σουβατζή 2002. Για την οικονομική λειτουργία του νεολιθικού νοικοκυριού, βλ. Halstead 1999.

27 Pappa and Besios 1999.

28 Γενική συζήτηση στο βαλκανικό πλαίσιο παρατίθεται στο Bailey 2000. Για τις πρόσφατες έρευνες στην ελληνική πλευρά δες Andreou, Fotiadis and Kotsakis 2001. Για τον οικισμό της ΔΕΘ, Παππά 1993. Για τη Σταυρούπολη, Γραμμένος και Κώτσος 2002 και Γραμμένος και Κώτσος 2004.

29 Triantaphyllou 2001.

30 Pappa, Halstead, Kotsakis et al. 2004.

31 Ενισχυτική της άποψης αυτής είναι η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα διαπίστωση ότι τα αιγοπρόβατα που είχαν καταναλωθεί στην τελετή, είχαν τραφεί με διαφορετική δίαιτα από εκείνα που καταναλώνονταν στο οικιακό πλαίσιο, όπως έδειξαν ειδικές εργαστηριακές αναλύσεις. Βλ. Mainland and Halstead 2002.

32 Sanev 1988. Για το Govrlevo, δες Mitrevski 2003, T. II, 5.

33 Gimbutas 1976.

34 Andreou, Fotiadis and Kotsakis 2001, 292.

35 Χουρμουζιάδης 1996.

36 Δες πρόσφατη συζήτηση στο Γραμμένος και Κώτσος 2004.

37 Andreou, Fotiadis and Kotsakis 2001, 293-294.

38 Andreou, Fotiadis and Kotsakis 2001, 290-291.

39 Κλασική σύνθεση, που όμως χρειάζεται αναθεώρηση των δεδομένων, Renfrew 1972.

40 Andreou and Kotsakis 1994.

41 Γραμμένος και Κώτσος 2002.

42 Χουρμουζιάδης 1979; Κωτσάκης 1996. Για το ρόλο των μεγάρων στον κοινωνικό σχηματισμό της Θεσσαλίας, βλ. Halstead 1995.

43 Renfrew, Gimbutas and Elster 1986. Βλ. επίσης τη λίγο μεταγενέστερη πληθώρα των εντυπωσιακών τροφο­πα­ρα­σκευα­στικών κατασκευών στην τούμπα του Αρχοντικού, Pilali-Papasteriou and Papaefthimiou-Papanthimou 2002. Ενδιαφέρουσες είναι οι αναλογίες που επισημαίνονται με την θέση Τούμπα Ράντομπορ, που βρίσκεται στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, στην περιοχή της πόλης Μπίτολα, βλ. Mitrevski 2003, 46.

44 Δημοφιλής είναι, περισσότερο εκτός αρχαιολογίας, η άποψη ότι η εικόνα αυτή σχετίζεται με την κάθοδο των Ινδοευρωπαίων στην Ελλάδα. Για το θέμα της εμφάνισης των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών (και όχι των Ινδοευρωπαίων) βλ. Mallory 1995; Mallory 2001. Αξίζει εδώ μόνο να αναφερθεί η καίρια παρατήρηση του Mallory (2001: 135): «Ωστόσο, πρέπει να παραδεχθούμε ότι δεν υπάρχει ασφαλής σύνδεση ανάμεσα στη γλώσσα από τη μια μεριά, και στα πολιτισμικά συστήματα που προσδιορίζουν οι αρχαιολόγοι με βάση τους τύπους οικιών, τις ταφές, την κεραμική κτλ. ή στους ανθρωπολογικούς τύπους που εντοπίζουν οι ανθρωπολόγοι από την άλλη». Όσο και αν η περιγραφή του Mallory για το τι κάνει η αρχαιολογία είναι μάλλον παρωχημένη, η παρατήρηση διατηρεί τη σημασία της.

45 Μαγκαφά, Κουκούλη-Χρυσανθάκη, Μαλαμίδου et al. 2003.

46 Κουκούλη-Χρυσανθάκη 1987.

47 Παππά 2005.

48 Andreou, Fotiadis and Kotsakis 2001, Andreou 2001.

49 Πρόκειται για τεχνική γνωστή από τη Μέση Ανατολή. Συνίσταται στην οικοδόμηση δύο παράλληλων τοίχων σε μικρή απόσταση ο ένας από τον άλλο, που ενώνονται κατά διαστήματα με κάθετους μικρότερους τοίχους. Η συγκεκριμένη κατασκευή προσφέρει πολλά από τα πλεονεκτήματα ενός μεγάλου συμπαγούς τοίχου, αλλά με σημαντικά μικρότερο κόστος. Τα «κιβώτια» που σχηματίζονται, μπορούν να γεμίσουν με συμπαγές χώμα ή να χρησιμοποιηθούν για άλλους σκοπούς.

50 Halstead 1994.

51 Η παρουσία της κεραμικής αυτής είναι άγνωστη στην άνω κοιλάδα του Αξιού, βόρεια από τα σύνορα, σε θέσεις όπως η Vardarski Rid, που ανήκουν, σύμφωνα με τους αρχαιολόγους της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, στον πολιτισμό Ulanci. Η μυκηναϊκή επιρροή που υποστηρίζεται ότι διαφαίνεται εκεί είναι εντελώς έμμεση και αμφισβητήσιμη. Ωστόσο, δεν είναι αμελητέες οι αναλογίες στις υπόλοιπες κατηγορίες με τις σύγχρονες θέσεις του κάτω Αξιού, όπως ο Καστανάς. Βλ. Mitrevski 2001.

52 Kiriatzi, Andreou, Dimitriadis et al. 1997.

53 Όπως την πεδιάδα της Σύβαρης, βλ. Buxeda i Carrigos, Jones, Kilikoglou et al. 2003. Για το θέμα της Μακεδονίας ως «περιφέρειας» του μυκηναϊκού κόσμου και για τη συζήτηση των θεωρητικών ζητημάτων που συνδέονται με αυτόν τον χαρακτηρισμό, δες Ανδρέου και Κωτσάκης 1994.

54 Dietler and Hayden 2001; Hayden 2001; Halstead and Barrett 2004.

55 Λείπουν, για παράδειγμα, οι ψευδόστομοι αμφορείς, «σήμα κατατεθέν» του μυκηναϊκού εμπορίου.

56 Ανδρέου 2003.

57 Andreou, Fotiadis and Kotsakis 2001.

Τελευταία ενημέρωση: 18/03/2013 12:59