Θεόδωρος Κορρές

Βυζαντινή Μακεδονία (324-125)

Η Μακεδονία από τον Δ΄ έως τον ΣΤ΄ αιώνα

Παρά το γεγονός ότι η πλειονότητα των νεωτέρων ιστορικών τοποθετεί στο 324, έτος της μονοκρατορίας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, την απαρχή της ιστορίας του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους που αργότερα ονομάσθηκε Βυζάντιο, πρέπει να ανατρέξουμε στην περίοδο της Τετραρχίας, γιατί τότε συμβαίνουν σημαντικά γεγονότα που θα είναι καθοριστικά για το μέλλον της Μακεδονίας.

Κατά την περίοδο αυτή, ο Καίσαρας Γαλέριος μετέφερε την έδρα της διοικήσεώς του από το Σίρμιο της Παννονίας στη Θεσσαλονίκη, οικοδόμησε πολυτελές ανακτορικό συγκρότημα, τη Ροτόντα, την θριαμβευτική αψίδα που φέρει το όνομά του και ουσιαστικά κατέστησε την Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους. Η σύντομη αυτή αναδρομή στα χρόνια του Γαλερίου είναι επιβεβλημένη και για έναν ακόμη, σημαντικότερο ίσως λόγο. Γιατί τότε έγιναν οι περίφημοι διωγμοί κατά των Χριστιανών, στους οποίους μαρτύρησε το 305 και ο Ρωμαίος αξιωματικός Δημήτριος. Και είναι γνωστό πόσο στενά συνδεδεμένο είναι το όνομα και η λατρεία του μάρτυρος Δημητρίου, που από τον ΣΤ΄ ήδη αιώνα θεωρείται πολιούχος της Θεσσαλονίκης, με την ιστορία της πόλεως και ιδιαίτερα με τις προσπάθειές της να αμυνθεί κατά των ποικίλων εχθρών που την απειλούσαν.

Τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού συνέχισε ο Μέγας Κωνσταντίνος και η Διοίκηση της Μοισίας χωρίσθηκε, πιθανώς πριν το 327, στις Διοικήσεις της Δακίας και Μακεδονίας, όπως μαρτυρείται στη Notitia dignitatum, πηγή του Ε΄ αιώνος. Στο νέο διοικητικό σχήμα, η επαρχία της Μακεδονίας χωρίσθηκε σε Macedonia prima και Macedonia secunda.

Έτσι, τον Δ΄ αιώνα τα όρια της Μακεδονίας έφθαναν μέχρι τον ποταμό Νέστο ανατολικά, προς βορράν μέχρι το σημερινό Βελεσά (Titov-Veles), στα δυτικά μέχρι την Παλαιά Ήπειρο και στα νότια μέχρι τη Θεσσαλία. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα όρια της Μακεδονίας μεταβάλλονται στους αιώνες που ακολουθούν.

Την σπουδαιότητα της Θεσσαλονίκης ως διοικητικού κέντρου αντιλήφθηκε και ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο οποίος την κατέστησε βάση των επιχειρήσεών του, κατά την περίοδο 322-323. Σύμφωνα με τον ιστορικό του Ε΄ αιώνος Ζώσιμο, ο Μέγας Κωνσταντίνος κατασκεύασε στη νοτιοδυτική γωνία της πόλεως ένα τεχνητό τετράγωνο λιμάνι, για να ελλιμενισθούν τα πλοία του στόλου που είχε συγκεντρώσει, προκειμένου να μεταφέρει τον στρατό του στη Μικρά Ασία στην αναμέτρησή του με τον Λικίνιο. Ο «σκαπτός» λιμένας του Μεγάλου Κωνσταντίνου έμελλε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εμπορική κίνηση και οικονομική ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης στα βυζαντινά χρόνια, όπως αναφέρουν πηγές του Ι΄ και του ΙΒ΄ αιώνος. Ας σημειωθεί ότι στις φυλακές της Θεσσαλονίκης μεταφέρθηκε μετά την ήττα του ο Λικίνιος και εκεί παρέμεινε έως την εκτέλεσή του, το 325.

Την Θεσσαλονίκη επέλεξε μισόν αιώνα αργότερα, το 379, και ο Μέγας Θεοδόσιος (379-395) ως έδρα των στρατιωτικών του επιχειρήσεων κατά των εχθρών της αυτοκρατορίας, των Γότθων, οι οποίοι μετά τη νίκη τους στην Αδριανούπολη (378), όπου κατεσφάγη το ρωμαϊκό στράτευμα και ο ίδιος ο Αυτοκράτωρ Βάλης, εισέβαλαν στο δυτικό τμήμα της Βαλκανικής και στον ελλαδικό χώρο λεηλατώντας και καταστρέφοντας. Παρά το γεγονός ότι οι μαρτυρίες των πηγών είναι λίγες και ασαφείς, φαίνεται ότι ο Θεοδόσιος διέταξε γενική επιστράτευση στην περιοχή και με τη συνδρομή Γότθων μισθοφόρων κατάφερε να νικήσει, το καλοκαίρι του 379, τους Γότθους και τους συμμάχους τους Αλανούς και Ούννους που λεηλατούσαν τη Θράκη και να τους απωθήσει τελικά πέραν του Αίμου. Ο αυτοκράτορας επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, όπου παρέμεινε έως το καλοκαίρι του 380 ανασυντάσσοντας τον στρατό του. Την εποχή αυτή ενίσχυσε και την οχύρωση της πόλεως, όπως φανερώνει επιγραφή σε πύργο των ανατολικών τειχών: «τείχεσιν αρρήκτοις Ορμίσδας εξετέλεσε τήνδε πόλιν».

Κατά το διάστημα της παραμονής του στην πόλη, ο Θεοδόσιος βαπτίσθηκε Χριστιανός από τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης. Με τον ζήλο του νεοφωτίστου ο Θεοδόσιος εξέδωσε από την Θεσσαλονίκη διάταγμα, με το οποίο αναγνώριζε ως μόνο αληθινό το δόγμα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας, ενώ έναν χρόνο αργότερα κήρυξε τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία του κράτους και έλαβε αυστηρά μέτρα εναντίον των Ειδωλολατρών αλλά και των μη Ορθοδόξων Χριστιανών.

Παρά τις στρατιωτικές επιτυχίες του Θεοδοσίου, οι Γότθοι εξακολουθούσαν να παρενοχλούν τις επαρχίες της Βόρειας Βαλκανικής και ο αυτοκράτορας προσπάθησε να επιλύσει το ζήτημα υπογράφοντας συνθήκη ειρήνης το 382, βάσει της οποίας επέτρεπε την εγκατάσταση των Γότθων σε περιοχές της Δακίας και της Θράκης και την ένταξή τους στον ρωμαϊκό (= βυζαντινό) στρατό ως φοιδεράτων, δηλαδή συμμάχων. Η πολιτική αυτή του Θεοδοσίου προκάλεσε αντιδράσεις που κορυφώθηκαν το 390 στη Θεσσαλονίκη, όταν οι κάτοικοι, με αφορμή την σύλληψη δημοφιλούς ηνιόχου την παραμονή των αγώνων από τον Διοικητή της Γοτθικής Φρουράς Βουτέριχο, προκάλεσαν ταραχές και δολοφόνησαν τον Βουτέριχο. Η αντίδραση του αυτοκράτορος υπήρξε άμεση και σκληρή. Ο λαός κλήθηκε και παγιδεύθηκε στον ιππόδρομο, όπου επτά χιλιάδες εσφάγησαν από τους Γότθους μισθοφόρους. Αργότερα, υπό την πίεση του Επισκόπου Μεδιολάνων Αμβροσίου, ο Θεοδόσιος αναγκάσθηκε να ζητήσει δημοσίως συγνώμη για την πράξη του. Ας σημειωθεί ότι ο ιππόδρομος δεν λειτούργησε ποτέ πια και με την πάροδο του χρόνου μετετράπηκε σε ερείπια.

Μερικά χρόνια αργότερα, το 395, οι Βησιγότθοι, με αρχηγό τους τον Αλάριχο, στράφηκαν προς την Ανατολική Μακεδονία, την οποία λεηλάτησαν. απέτυχαν όμως να εκπορθήσουν τα τείχη της Θεσσαλονίκης.

Επιθέσεις από τους Οστρογότθους δέχθηκε η Μακεδονία και την περίοδο 473-483. Οι πόλεις των Φιλίππων και της Θεσσαλονίκης κινδύνευσαν και σώθηκαν μετά από επέμβαση του ιδίου του Αυτοκράτορος Ζήνωνος (476-491). Λιγότερο τυχερές στάθηκαν άλλες πόλεις της Μακεδονίας όπως η Πέλλα, η Έδεσσα και η Ηράκλεια Λυγκηστίδος (κοντά στο Μοναστήρι), η οποία καταστράφηκε ολοκληρωτικά. Η Μακεδονία ησύχασε οριστικά από τους Γότθους, όταν ο Ζήνων τους έστρεψε το 488 προς την Ιταλία. Η περίοδος όμως της σχετικής ηρεμίας για την Μακεδονία δεν επρόκειτο να διαρκέσει για πολύ.

Αβαροσλαβικές επιδρομές του ΣΤ΄ και του Ζ΄ αιώνος

Όπως είναι γνωστό, ο ΣΤ΄ αιώνας υπήρξε ιδιαίτερα δύσκολος για την Βυζαντινή Αυτοκρατορία και ειδικότερα για τις βαλκανικές επαρχίες της. Και τούτο γιατί, ενώ οι Βυζαντινοί πολεμούσαν με τους Πέρσες στην Ανατολή και προσπαθούσαν να επιτύχουν την reconquista στη Δύση, χρειάσθηκε ταυτόχρονα να ελέγξουν την έντονη επιθετική δραστηριότητα των ουννικών και σλαβικών φύλων, που με τις ληστρικές επιδρομές τους ταλαιπωρούσαν και την Μακεδονία. Η κατάσταση στη Βαλκανική επιδεινώθηκε στα τέλη της βασιλείας του Ιουστινιανού (527-565), με την εμφάνιση των εμπειροπόλεμων Αβάρων. Λαός ασιατικός, κινήθηκε προς τον ευρωπαϊκό χώρο ιδρύοντας ένα ισχυρό κράτος, που εκτείνονταν από τον Δούναβη έως τον Δνείπερο και τη Βαλτική και άρχισε να λεηλατεί τις βόρειες επαρχίες της αυτοκρατορίας, με τη βοήθεια σλαβικών φύλων που είχε υποτάξει.

Την εποχή αυτή ο Αυτοκράτωρ Μαυρίκιος (582-602), απασχολημένος με τους Πέρσες στο Ανατολικό Μέτωπο, δεν μπορούσε να αποκρούσει τους Αβαροσλάβους με τα όπλα και αναγκάσθηκε να καταβάλλει ετήσιο φόρο, για να εξασφαλίσει την ειρήνη στην περιοχή. Όταν όμως το 591 οι Βυζαντινοί συνήψαν ειρήνη με τους Πέρσες, ο Μαυρίκιος μετέφερε τις δυνάμεις του στη Βαλκανική, οι οποίες, αφού πέρασαν τον Δούναβη, αιφνιδίασαν τους Σλάβους και κέρδισαν «περιφανή των Ρωμαίων νίκην». Δυστυχώς όμως για την αυτοκρατορία και τους κατοίκους της περιοχής, η πτώση του Μαυρικίου και η άνοδος του Φωκά (602-610) ανέτρεψε τις ισορροπίες. Ο Βυζαντινοπερσικός Πόλεμος ξανάρχισε, οι Αβαροσλάβοι εισέβαλαν ανενόχλητοι και αφού κατέλαβαν πόλεις στις περιοχές της σημερινής Βουλγαρίας και Σερβίας, έφθασαν το 597 μπροστά στα τείχη της Θεσσαλονίκης.

Γύρω από τις προσπάθειες των Θεσσαλονικέων να αμυνθούν την εποχή αυτή κατά των εχθρών τους, έχει δημιουργηθεί μία πλούσια παράδοση με κεντρικό ήρωα τον «μυροβλήτην, καλλίνικον και φιλόπατριν Δημήτριον», που επεμβαίνει και σώζει την πόλη από τους επιδρομείς. Η παράδοση αυτή σώζεται μέχρι σήμερα στο αγιολογικό κείμενο των «Θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου», συλλογή πανηγυρικών λόγων που εκφωνήθηκαν από μητροπολίτες στη Θεσσαλονίκη με την ευκαιρία της εορτής του Αγίου Δημητρίου και αποτελούν τη μόνη πηγή που αναφέρεται στις πολιορκίες της Θεσσαλονίκης από τους Αβαροσλάβους. Αξίζει να σημειωθεί ότι σκοπός των αφηγήσεων των «Θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου» δεν είναι η καταγραφή των γεγονότων. Στόχευαν μόνον να τονίσουν ότι «εκ θεού καί ουκ άλλοθεν η σωτηρία τότε τη πόλει γεγένητο». Είναι άλλωστε γνωστό πόσο δύσκολη είναι η αναζήτηση της ιστορικής αληθείας σε αγιολογικά κείμενα. Το κείμενο των «Θαυμάτων» παρουσιάζει πρόσθετες δυσκολίες, γιατί περιγράφει γεγονότα του ΣΤ΄ και του Ζ΄ αιώνος, τα οποία δεν αναφέρονται σε καμία από τις ελάχιστες πηγές της εποχής.

Κατά τον ΣΤ΄ και κυρίως κατά τον Ζ΄ αιώνα, οι Άβαροι και οι Σλάβοι προσπάθησαν πέντε φορές να καταλάβουν την πόλη του Αγίου Δημητρίου. Η πρώτη επίθεση πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 597 και κατά την μαρτυρία των «Θαυμάτων», ήταν η πρώτη φορά που οι Θεσσαλονικείς είδαν από κοντά τους Αβαροσλάβους, μαρτυρία που ανατρέπει την υπόθεση ότι οι Σλάβοι είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή πριν από τα τέλη του ΣΤ΄ αιώνος. Παρά τον υπερβολικό αριθμό των 100.000 που αναφέρει η πηγή, η πόλη αμύνεται με επιτυχία και με την θαυματουργική επέμβαση του μυροβλήτη πολιούχου της, ο οποίος εμφανίζεται «εν οπλίτου σχήματι» και γκρεμίζει «τόν πρώτον (βάρβαρον) ανιόντα διά της κλίμακος… λόγχη πλήξας», αναγκάζει τον Χαγάνο των Αβάρων Βαϊανό να λύσει την επταήμερη πολιορκία και να επιστρέψει στη βάση του, πέρα από τον Δούναβη.

Η δεύτερη απόπειρα έγινε το 604, στα χρόνια του Φωκά (602-610), παραμονή της εορτής του Αγίου Δημητρίου. Οι ολιγάριθμοι την φορά αυτή Αβαροσλάβοι (5.000) έφθασαν απαρατήρητοι και θα επετύγχαναν ίσως να αιφνιδιάσουν τους Θεσσαλονικείς, που γιόρταζαν συγκεντρωμένοι στο ναό του πολιούχου. Όμως, ο «σωσόπολις» Δημήτριος ενέπνευσε έναν βυζαντινό αξιωματούχο να στείλει τους πολίτες ενόπλους στα τείχη και έτσι ο αιφνιδιασμός απέτυχε. Την επόμενη μέρα, μόλις διεπίστωσαν πόσο λίγοι ήταν οι επιδρομείς, οι Θεσσαλονικείς επεχείρησαν έξοδο και κατεδίωξαν τους Αβαροσλάβους.

Περισσότερο οργανωμένη και επικίνδυνη υπήρξε η τρίτη απόπειρα, το 615 (δηλαδή την εποχή του Ηρακλείου (610-641), σλαβικών ομάδων που είχαν εγκατασταθεί στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία και πολιόρκησαν την Θεσσαλονίκη από την θάλασσα με τα αναρίθμητα μονόξυλά τους, ενώ οι οικογένειές τους περίμεναν με όλα τα υπάρχοντά τους στον γειτονικό κάμπο, για να εγκατασταθούν στην πόλη μετά την άλωσή της. Την αυγή της τετάρτης ημέρας μετά την άφιξή τους, οι Σλάβοι επιχείρησαν να καταλάβουν την πόλη με έφοδο. Όμως ενώ οι μάχες μαινόταν στα θαλάσσια τείχη, εμφανίσθηκε ο Άγιος Δημήτριος «χλαμύδα λευκήν φορών» να περπατεί στα τείχη και πάνω στη θάλασσα και να προκαλεί «άνεμον εξωτικόν», ο οποίος έπνευσε στον κόλπο και συνέτριψε τα μονόξυλα των πολιορκητών, βάφοντας «τήν θάλατταν πάσαν τω των βαρβάρων αίματι». Χάρη λοιπόν στον ηρωϊσμό των Θεσσαλονικέων και στον νοτιοδυτικό άνεμο που φύσηξε την κρίσιμη στιγμή, η Θεσσαλονίκη απέφυγε για μία ακόμη φορά την άλωση και την καταστροφή.

Το καλοκαίρι του 618, οι Αβαροσλάβοι επιχείρησαν εκ νέου να καταλάβουν τη νύμφη του Θερμαϊκού. Εξοπλισμένοι με πολιορκητικές μηχανές, προσπάθησαν επί τριάντα τρεις ημέρες να καταστρέψουν τα τείχη. Την πόλη έσωσε τελικά ο ηρωϊσμός των κατοίκων της και η απειρία των Αβαροσλάβων στη χρήση των πολιορκητικών μηχανών. Το εγχείρημα επανέλαβαν δύο χρόνια αργότερα, όταν η Θεσσαλονίκη υπέστη μεγάλες καταστροφές από ισχυρό σεισμό. Ούτε όμως και τώρα μπόρεσαν να καταλάβουν την πόλη. Αυτή μάλιστα ήταν η τελευταία φορά που οι Άβαροι και οι Σλάβοι πολιόρκησαν από κοινού την Θεσσαλονίκη, γιατί οι Άβαροι, μετά την αποτυχία τους να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη, το 626, παύουν να απειλούν το Βυζάντιο.

Η τελευταία και ίσως η πιο επικίνδυνη απόπειρα κατά της Θεσσαλονίκης έλαβε χώρα το 676-678, όταν σλαβικές ομάδες που είχαν εγκατασταθεί στην ευρύτερη περιοχή, προσπάθησαν να την καταλάβουν. Οι Θεσσαλονικείς αμύνονται σθεναρά, ενισχυμένοι από την πίστη τους στον μυροβλήτη Δημήτριο που «εν οπλίτου σχήματι» επενέβαινε τις κρίσιμες ώρες για να σώσει την πόλη. Και η πίστη τους αυτή, νομίζω, καθόριζε την διαφορά ανάμεσα στην σθεναρή άμυνα και τον πανικό που θα τους οδηγούσε στην ήττα και την καταστροφή. Ο Αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος ο Δ΄ (668-685) δεν μπορούσε να βοηθήσει τη Συμβασιλεύουσα, γιατί την εποχή εκείνη η ίδια η Κωνσταντινούπολη πολιορκείτο από τους Άραβες. Όμως αμέσως μετά τη συντριβή των αραβικών δυνάμεων λύεται και η πολιορκία της Θεσσαλονίκης, γιατί ο αυτοκράτορας έστρεψε την προσοχή και τις δυνάμεις του και αντιμετώπισε δυναμικά τους «επαναστάτες» Σλάβους.

Όπως είναι γνωστό, το βυζαντινό κράτος ήταν υπερεθνικό και αντιμετώπιζε με τα όπλα τους ξένους λαούς, μόνον όταν εκείνοι έρχονταν ως επιδρομείς. Αντίθετα, ανεχόταν και πολλές φορές ευνοούσε την εγκατάσταση ξένων λαών στα εδάφη του, όταν ζητούσαν την άδεια του αυτοκράτορος. Από τις ασαφείς πληροφορίες των πηγών της εποχής, φαίνεται ότι έχουμε δύο κατηγορίες σλαβικών εγκαταστάσεων:

α΄) στα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας, πέρα από τον Δούναβη, παρατηρείται μία σχετικά συμπαγής εγκατάσταση Σλάβων, της οποίας οι ομάδες ήταν ανεξάρτητες και αυτόνομες και δεν είχαν καμία δέσμευση προς τον αυτοκράτορα.

β΄) Αντίθετα, άλλες σλαβικές ομάδες εκμεταλλεύθηκαν τη γενική αναταραχή που δημιούργησαν οι επιδρομές τους στη Βαλκανική, κατέβηκαν νοτιότερα και σχημάτισαν νησίδες μονίμων εγκαταστάσεων στο βυζαντινό έδαφος, τις «σκλαβηνίες», πληρώνοντας «πάκτα», δηλαδή φόρο υποτελείας.

Ας μη θεωρηθεί ότι οι αυτοκράτορες στην Κωνσταντινούπολη έμεναν αδιάφοροι και εγκατέλειπαν την Μακεδονία και την πρωτεύουσά της στην τύχη της. Αντίθετα και βυζαντινές φρουρές υπήρχαν σε όλες τις πόλεις της Μακεδονίας -ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη- αλλά και εκστρατείες εναντίον των Σλάβων έγιναν. Το 658 ο Κώνστας ο Β΄ «επεστράτευσεν κατά Σκλαβηνίας καί ηχμαλώτευσε πολλούς καί υπέταξεν», ο Ιουστινιανός ο Β΄ το 688, ο οποίος κατενίκησε τους Σλάβους και πολλούς από αυτούς μετοίκησε και εγκατέστησε στο μικρασιατικό Θέμα του Οψικίου και τέλος στην εποχή της Ειρήνης (783), ο «λογοθέτης του δρόμου» Σταυράκιος, αφού νίκησε τους Βουλγάρους και τους Σλάβους στη Θράκη, «κατελθών επί Θεσσαλονίκην καί Ελλάδα υπέταξε πάντας καί υποφόρους εποίησε τη βασιλεία».

Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, σλαβικές ομάδες είχαν ήδη έλθει από τις αρχές του Ζ΄ αιώνος στη Μακεδονία και τη Θράκη και είχαν δημιουργήσει εγκαταστάσεις σε ελώδεις ή ημιορεινές περιοχές, τις οποίες οι Βυζαντινοί ονομάζουν σκλαβηνίες. Τέτοιες ομάδες ή φύλα ήταν οι Δρουγουβίται και Σαγουδάτοι, που ζούσαν μεταξύ Βεροίας και Μοναστηρίου, οι Βελεγεζίτες στην περιοχή της Δημητριάδος στη Θεσσαλία, οι Στρυμονίτες στις ορεινές περιοχές του Στρυμόνα, οι Ρηγχίνοι κοντά στη Ρεντίνα και οι Σμολεάνοι στα ορεινά της Ροδόπης. Οι ομάδες αυτές ήταν ανεξάρτητες και είχαν δικούς τους άρχοντες (ρήγες). ήταν όμως υποχρεωμένες να πληρώνουν φόρους στο βυζαντινό κράτος, λόγος άλλωστε για τον οποίο και συχνά επαναστατούσαν. Τότε επενέβαινε ο βυζαντινός στρατός και τις επανέφερε στην τάξη.

Με το πέρασμα του χρόνου, οι σχέσεις των Σλάβων που ήταν εγκατεστημένοι στα εδάφη της αυτοκρατορίας, άρχισαν να γίνονται φιλικές. Οι νεοφερμένοι άρχισαν να αναπτύσσουν εμπορικές σχέσεις και σταδιακά να αποδέχονται και να μιμούνται τον τρόπο ζωής των Βυζαντινών. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του «Ρηγός» των Ρυγχίνων Περβούνδου, ο οποίος ντυνόταν όπως οι Βυζαντινοί, μιλούσε ελληνικά, συναναστρεφόταν πλουσίους Θεσσαλονικείς και -το κυριώτερο- προτιμούσε να ζει στην πόλη του Θερμαϊκού και όχι με τους υπηκόους του. Έτσι, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι με τον καιρό ο υπέρτερος βυζαντινός πολιτισμός ελκύει τους Σλάβους, οι οποίοι τελικά εκχριστιανίζονται «θείω βαπτίσματι δεξάμενοι» και εντάσσονται στην βυζαντινή κοινωνία.

Οι αβαροσλαβικές επιδρομές και η επιτυχής άμυνα που αντέταξε η μακεδονική πρωτεύουσα αποτελούν βέβαια τα σημαντικότερα γεγονότα του ΣΤ΄ και του Ζ΄ αιώνος στην ιστορία της περιοχής. Υπάρχει όμως και κάτι εξίσου σημαντικό, που πρέπει να τονισθεί ιδιαιτέρως. Το γεγονός ότι με την σωτηρία της Θεσσαλονίκης διασώζεται και διατηρείται μία πολιτιστική παράδοση αιώνων, μία παράδοση που σίγουρα θα είχε διαταραχθεί, εάν οι Σλάβοι κατελάμβαναν την πόλη του Αγίου Δημητρίου. Είναι βέβαια φυσικό ότι οι συνεχείς αγώνες για την επιβίωση της πόλεως την περίοδο αυτή δεν προσέφεραν το ευνοϊκότερο περιβάλλον για πνευματικές και πολιτιστικές δραστηριότητες. Όμως τα αποθέματα γνώσεως και πολιτισμού που αιώνες τώρα είχαν συσσωρευθεί στη Θεσσαλονίκη, ήταν αρκετά για να επιτρέψουν στην πόλη να ακτινοβολήσει το φως της και να διαδραματίσει -τον Θ΄ κυρίως αιώνα- πρωταρχικό ρόλο στον εκπολιτισμό και εκχριστιανισμό των Σλάβων που κατοικούσαν έξω από τα όρια της αυτοκρατορίας. Στο ζήτημα όμως αυτό θα αναφερθούμε στη συνέχεια.

Θεματική οργάνωση της Βαλκανικής

Τον Ζ΄ αιώνα φαίνεται πως αλλάζει και πάλι ο διοικητικός χάρτης της περιοχής. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία διαιρείται σε νέες στρατιωτικές-διοικητικές ενότητες, τα «θέματα», όπως αναφέρουν οι πηγές της εποχής. Το νέο αυτό διοικητικό σύστημα ανέθετε στον ίδιο αξιωματούχο, τον στρατηγό, παράλληλα και την πολιτική και την στρατιωτική διοίκηση του «θέματος» και αντικαθιστούσε τα μισθοφορικά στρατεύματα με εντόπιους στρατιώτες, οι οποίοι κάλυπταν τα έξοδα της στρατείας τους από την καλλιέργεια της γης που τους εκχωρήθηκε. Ο κλήρος αυτός ήταν αναπαλλοτρίωτος και μεταβιβάζονταν στα άρρενα τέκνα τους μαζί με την υποχρέωση παροχής στρατιωτικών υπηρεσιών.

Ο νέος θεσμός των «θεμάτων» εφαρμόζεται και στον βαλκανικό χώρο. Το 680/81 ιδρύεται το Θέμα Θράκης και στα τέλη του Η΄ αιώνος το Θέμα Μακεδονίας, με πρωτεύουσα την Αδριανούπολη, πιθανότατα στα χρόνια της μονοκρατορίας της Ειρήνης της Αθηναίας (797-802). Στις αρχές του Θ΄ αιώνος, ιδρύονται τα Θέματα Στρυμόνος και Θεσσαλονίκης. Η Θεσσαλονίκη, που ήταν παλαιότερα πρωτεύουσα του Ιλλυρικού, αναδεικνύεται πλέον σε «άρχουσα των δυτικών θεμάτων».

Ίδρυση του βουλγαρικού κράτους. Βυζαντινοβουλγαρικοί Πόλεμοι (680-820)

Τις μεταβολές στο υπάρχον διοικητικό σύστημα της βυζαντινής Μακεδονίας φαίνεται ότι υπαγόρευσαν οι συνθήκες που επικράτησαν μετά την άφιξη και εγκατάσταση στην Βορειοανατολική Θράκη ενός νέου λαού, των Βουλγάρων, ο οποίος κατέστη ο σημαντικότερος εχθρός των Βυζαντινών. Περί τα μέσα του Ζ΄ αιώνος, βουλγαρικά φύλα με αρχηγό τον Ασπαρούχ εγκαταστάθηκαν στο βόρειο τμήμα του δέλτα του Δούναβη και άρχισαν να ενοχλούν με ληστρικές επιδρομές τις όμορες βυζαντινές επαρχίες. Ο Κωνσταντίνος ο Δ΄ (668-685) πέρασε με ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, το 680, τον Δούναβη και προσπάθησε να συγκρουσθεί με τους Βουλγάρους. Όμως, η ελώδης περιοχή δεν επέτρεψε στους Βυζαντινούς να αναπτύξουν τις δυνάμεις τους και να επιτύχουν μία γρήγορη νίκη. Ο αυτοκράτορας αρρώστησε και η αποχώρησή του προκάλεσε την άτακτη υποχώρηση του συνόλου του στρατού του. Οι Βούλγαροι τους κατεδίωξαν, πέρασαν τον Δούναβη και ενώ οι Βυζαντινοί έφευγαν πανικόβλητοι «μηδενός διώκοντος», όπως αναφέρουν οι πηγές, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Βάρνας, αφού υπέταξαν τα σλαβικά φύλα που ζούσαν στην περιοχή. Από τη νέα τους βάση, οι Βούλγαροι άρχισαν να ενοχλούν με επιδρομές τις πόλεις και τα φρούρια της περιοχής. Μάταια ο αυτοκράτορας προσπάθησε να αποκρούσει τους νέους εχθρούς. τελικά αναγκάσθηκε να εξαγοράσει την ειρήνη που δεν μπορούσε να επιβάλλει με τα όπλα.

Το 685 ανεβαίνει στον βυζαντινό θρόνο, μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου του Δ΄, ο γιος του Ιουστινιανός ο Β΄ (685-695), ο οποίος νέος, άπειρος και φιλόδοξος καθώς ήταν, δεν μπορούσε να ανεχθεί την πληρωμή ετησίου φόρου προς τους Βουλγάρους. Έτσι, το 688 προήλασε κατά των Βουλγάρων και των Σλάβων στη Θράκη νοτίως του Αίμου, τους νίκησε και μετά στράφηκε νοτιοδυτικά προς την Θεσσαλονίκη, νικώντας και υποτάσσοντας όσους Σλάβους είχαν επαναστατήσει. Όταν όμως πήρε τον δρόμο της επιστροφής προς την Βασιλεύουσα, πιθανώς στα στενά της Φιλιππουπόλεως ή του Ρούπελ έπεσε σε ενέδρα των Βουλγάρων και «εν τω στενώ της κλεισούρας μετά σφαγής του οικείου λαού καί τραυματίας πολλής μόλις αντιπαρελθείν ηδυνήθη». Εξίσου άτυχη για τους Βυζαντινούς στάθηκε και η επόμενη εκστρατεία του Ιουστινιανού του Β΄ κατά των Βουλγάρων κοντά στην Αγχίαλο, το 708, στη διάρκεια της δεύτερης βασιλείας του (705-711).

Άσπονδοι εχθροί των Βυζαντινών, οι Βούλγαροι προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να βλάψουν την αυτοκρατορία. Έτσι, όταν το 719 εκδηλώθηκε κίνημα του εξορίστου στη Θεσσαλονίκη τέως Αυτοκράτορος Αρτέμιου-Αναστασίου κατά του Λέοντος του Γ΄ (717-741), οι Βούλγαροι συνέπραξαν με τον κινηματία. Βέβαια, οι προσδοκίες τους για την πρόκληση εμφυλίου πολέμου μεταξύ των Βυζαντινών δεν ευοδώθηκαν, γιατί ο Λέων ο Γ΄ κατέπνιξε το κίνημα στα πρώτα του στάδια.

Η βυζαντινοβουλγαρική αντιπαράθεση συνεχίζεται και στα χρόνια του διαδόχου του Λέοντος του Γ΄, του Κωνσταντίνου Ε΄ (741-775). Το 746 ξέσπασε φοβερός λοιμός, ο οποίος, προερχόμενος από την Σικελία, εξαπλώθηκε γρήγορα στην Κυρίως Ελλάδα, στα νησιά και τέλος έφθασε το 747 στην Κωνσταντινούπολη. Οι περιοχές της Θράκης και της Βασιλευούσης χτυπήθηκαν άσχημα από τον λοιμό και ερημώθηκαν από κατοίκους. Γι' αυτό λίγο αργότερα ο αυτοκράτορας αναγκάσθηκε να εποικήσει τις περιοχές μεταφέροντας κατοίκους από τη Συρία, την Αρμενία αλλά και «εκ των νήσων καί Ελλάδος», για να προλάβει τις επεκτατικές διαθέσεις των Βουλγάρων. Οι Βούλγαροι όμως αντέδρασαν, εισέβαλαν στη Θράκη και έφθασαν μάλιστα έως τα προάστεια της Κωνσταντινουπόλεως. Πριν στραφεί κατά των Βουλγάρων, ο αυτοκράτορας εξεστράτευσε το 758 στο Θέμα Μακεδονίας και υπέταξε όλες τις επαναστατημένες σκλαβηνίες της περιοχής. Το 759, μετά από αμφίρροπες επιχειρήσεις, ο Κωνσταντίνος ο Ε΄ κατάφερε να συντρίψει τους Βουλγάρους σε μάχη κοντά στο Φρούριο των Μαρκελλών και να τους εξαναγκάσει να ζητήσουν ειρήνη, η οποία όμως δεν διήρκεσε για πολύ.

Τρία χρόνια αργότερα, το 762, ο νέος αρχηγός των Βουλγάρων Τελέτζης επανέλαβε τις επιδρομές κατά της αυτοκρατορίας και ο Κωνσταντίνος ο Ε΄ εξεστράτευσε εναντίον του. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν κοντά στην Αγχίαλο, το καλοκαίρι του 763 και οι Βούλγαροι υπέστησαν συντριπτική ήττα, γεγονός που ο Κωνσταντίνος ο Ε΄ το εόρτασε με λαμπρό θρίαμβο στον ιππόδρομο της Κωνσταντινουπόλεως. Παρά τις ήττες που είχαν υποστεί όμως, οι Βούλγαροι εξακολουθούσαν να αποτελούν τον σημαντικότερο εχθρό της αυτοκρατορίας στη Βαλκανική και στη Μακεδονία ειδικότερα και όπως θα δούμε στη συνέχεια, θα εξακολουθήσουν μέχρι τον ΙΑ΄ αιώνα να απειλούν τις πολύπαθες βόρειες βυζαντινές επαρχίες.

Ο επόμενος κύκλος Βυζαντινοβουλγαρικού Πολέμου αρχίζει στην βόρεια περιοχή του Στρυμόνα, το 809, όταν οι Βούλγαροι επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά στα βυζαντινά στρατεύματα την ώρα της πληρωμής τους και αφού κατέσφαξαν αξιωματικούς και στρατιώτες, έφυγαν συναποκομίζοντας και το ταμείο που περιείχε 1.100 λίτρες χρυσού. Τον ίδιο χρόνο οι Βούλγαροι, με αρχηγό τον Κρούμο, κατέλαβαν με προδοσία την Σαρδική (Σόφια), αναγκάζοντας τον Αυτοκράτορα Νικηφόρο τον Α΄ (802-811) να στραφεί εναντίον τους μόλις οι περιστάσεις το επέτρεψαν. Πράγματι, το καλοκαίρι του 811, επικεφαλής των θεματικών στρατευμάτων ο αυτοκράτορας πέρασε τον Αίμο και εισέβαλε στη Βουλγαρία. Παρά τις αρχικές επιτυχίες τους, οι Βυζαντινοί παγιδεύθηκαν τελικά από τον Κρούμο και υπέστησαν συντριπτική ήττα με μεγάλες απώλειες. Μεταξύ των νεκρών ήταν και ο ίδιος ο Αυτοκράτωρ Νικηφόρος ο Α΄. Ο πόλεμος συνεχίζεται και επί των διαδόχων του Νικηφόρου στις πεδιάδες της Ανατολικής Θράκης αλλά και με επιδρομές και λεηλασίες πόλεων του Θέματος Μακεδονίας μέχρι το φθινόπωρο του 813, που ο Λέων ο Ε΄ (813-820) καταφέρνει να αιφνιδιάσει και να καταστρέψει τον βουλγαρικό στρατό κοντά στη Μεσημβρία. Λίγους μήνες αργότερα, πεθαίνει ο ικανός Ηγεμόνας των Βουλγάρων Κρούμος και το Βυζάντιο ησυχάζει για λίγο από τους επικίνδυνους βόρειους γείτονές του.

Οι πόλεις της Μακεδονίας (ΣΤ΄-Θ΄ αιώνας)

Κατά την χρονική περίοδο από τον ΣΤ΄ έως τον Θ΄ αιώνα, η μακεδονική ύπαιθρος υπέστη τα πάνδεινα από τις αβαροσλαβικές και βουλγαρικές επιδρομές και οι ταλαιπωρημένοι πληθυσμοί της καταφεύγουν στην ασφάλεια των τειχών που περιβάλλουν τις πόλεις της περιοχής των. Οι μακεδονικές πόλεις καταφέρνουν να επιβιώσουν και να παραμείνουν κέντρα εμπορίου και πολιτισμού. Όταν μάλιστα είναι παραθαλάσσιες και διαθέτουν λιμάνια, τότε, όπως στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης, η σπουδαιότητά τους αυξάνει.

Η Θεσσαλονίκη στάθηκε επάξια πρωτεύουσα της Μακεδονίας και δεύτερη σε μέγεθος και σημασία (πρώτη μετά την πρώτην) πόλη μετά την Κωνσταντινούπολη. Κτισμένη σε θέση προνομιακή, κέντρο στρατιωτικό και εμπορικό, έπαιξε σημαντικό ρόλο κατά την περίοδο αυτή, καθώς πάνω στα χερσαία και θαλάσσια τείχη της ξεσπούσαν και ξεθύμαιναν οι επιθέσεις των εχθρών της Μακεδονίας. Η επιμονή τους άλλωστε να καταλάβουν την Θεσσαλονίκη, επιβεβαιώνει τις πηγές που αναφέρουν πως η πόλη ήταν η πλουσιότερη και σπουδαιότερη της περιοχής.

Οι πληροφορίες που έχουμε στην διάθεσή μας για τις άλλες πόλεις της Μακεδονίας, είναι λίγες και προέρχονται κυρίως από επισκοπικούς καταλόγους και πρακτικά συνόδων. Οι σημαντικότερες μακεδονικές πόλεις είναι οι Στόβοι, η Καισάρεια (νοτιοδυτικά της Κοζάνης), η Βάργαλα, η τειχισμένη Βέροια, κέντρο με σημαντική πολιτιστική παράδοση, τα Σέρβια, επίσης οχυρωμένα κοντά στον Αλιάκμονα, η Έδεσσα, οι Σέρρες που αναφέρονται τον Θ΄ αιώνα ως πρωτεύουσα του Θέματος Στρυμόνα και έδρα επισκόπου, η Χριστούπολη (Καβάλα) με το δεύτερο μετά την Θεσσαλονίκη λιμάνι της Μακεδονίας και ισχυρή στρατιωτική βάση, η Αμφίπολη και οι Φίλιπποι.

Εκχριστιανισμός των Σλάβων

Την φήμη της ως πρώτης πόλεως της Μακεδονίας η Θεσσαλονίκη την κέρδισε όχι μόνον γιατί στους αιώνες που αναφέρθηκαν παρέμεινε κάστρο απόρθητο και προπύργιο της Μακεδονίας, αλλά γιατί έτσι διέσωσε την πολιτιστική κληρονομιά αιώνων και μπόρεσε να ακτινοβολήσει, τον Θ΄ αιώνα, το φως της και στον σλαβικό κόσμο εκτός των ορίων της αυτοκρατορίας.

Στη Θεσσαλονίκη γεννήθηκαν και έμαθαν τα πρώτα τους γράμματα οι αδελφοί Μεθόδιος και Κωνσταντίνος-Κύριλλος, που κήρυξαν τον Χριστιανισμό στη Μοραβία, μετέφρασαν λειτουργικά κείμενα στη σλαβονική και δημιούργησαν αλφάβητο κατάλληλο να αποδίδει τους φθόγγους της γλώσσης αυτής. Ήταν γιοι δρουγγαρίου του Θέματος Θεσσαλονίκης και ο Μεθόδιος, που γεννήθηκε γύρω στο 815, σπούδασε στη Θεσσαλονίκη και διορίσθηκε αργότερα διοικητής της Στρυμονικής Σκλαβηνίας. Ο νεώτερος Κωνσταντίνος γεννήθηκε το 825 ή 827 και μετά τις εγκύκλιες σπουδές του πήγε το 843 στην Κωνσταντινούπολη, όπου μαθήτευσε κοντά στον Φώτιο και τον Λέοντα τον Μαθηματικό. Η εξέλιξή του υπήρξε ραγδαία. Έγινε γραμματέας του Πατριάρχη Φωτίου και διδάσκαλος της ρητορικής στην Ανωτάτη Σχολή της Μαγναύρας. Το 863, όταν ο Βασιλιάς της Μεγάλης Μοραβίας Ρατισλάβος ζήτησε από τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ τον Γ΄ (842-867) ιεραποστόλους για να διδάξουν στους υπηκόους του τον Χριστιανισμό, ο Πατριάρχης Φώτιος και ο Παραδυναστεύων Βάρδας ανέθεσαν στους αδελφούς Μεθόδιο και Κωνσταντίνο την αποστολή, γιατί διέθεταν διπλωματική πείρα και κυρίως γιατί γνώριζαν τη σλαβονική. Η αποστολή τους είχε ασφαλώς και πολιτικές προεκτάσεις, γιατί, εκτός του Χριστιανισμού, θα είχαν την ευκαιρία να εδραιώσουν και τον βυζαντινό πολιτισμό και να επεκτείνουν την επιρροή της αυτοκρατορίας στην Κεντρική Ευρώπη. Οι Θεσσαλονικείς αδελφοί πέτυχαν απόλυτα στην αποστολή τους. Δεν προσέφεραν στους νεοφωτίστους μόνο το αλφάβητο που επινόησαν αλλά, με τη μετάφραση της Βίβλου και των λειτουργικών κειμένων στην παλαιοσλαβική -και αυτό είναι το σπουδαιότερο- δημιούργησαν τα πρώτα έργα της σλαβικής φιλολογίας. Δίκαια λοιπόν οι Μεθόδιος και Κωνσταντίνος-Κύριλλος τιμώνται ως απόστολοι των Σλάβων και ορθώς καυχάται η Θεσσαλονίκη, που γέννησε και γαλούχησε μέσα στο πολιτιστικό της περιβάλλον τους δύο αποστόλους της βυζαντινής -δηλαδή της ελληνοχριστιανικής- πολιτιστικής κληρονομιάς στον σλαβικό κόσμο.

Χάρη στην ειρήνη που επικράτησε μετά τον εκχριστιανισμό των εντός των ορίων της αυτοκρατορίας Σλάβων, η Μακεδονία και ιδιαίτερα η Θεσσαλονίκη γνώρισε μία λαμπρή οικονομική άνθηση. Κέντρο κοσμοπολιτικό και διεθνής εμπορική αγορά, σταυροδρόμι του οδικού δικτύου που συνέδεε την Κωνσταντινούπολη με την Ιταλία και τον δρόμο που οδηγούσε από τα παράλια του Αιγαίου στις χώρες του Δούναβη, η Θεσσαλονίκη έφθασε γρήγορα σε θέση αξιοθαύμαστη.

Ο Ιωάννης Καμινιάτης, που έμελλε να περιγράψει μερικές από τις τραγικότερες ώρες της νύμφης του Θερμαϊκού, μιλά για τις «αφθονίες της γεωργίας» και τις «χορηγίες της εμπορίας», για «υφάσματα σηρικά» και «λίθων τιμίων παμπληθείς θησαυρούς» που βρίσκονταν στην κατοχή των κατοίκων της πόλεως και πλημμύριζαν την αγορά της, μία αγορά γεμάτη από «παμμιγή όχλον… των τε αυτοχθόνων καί των άλλως επιξενουμένων». Όμως, αυτός ακριβώς ο πλούτος και η φήμη της φαίνεται ότι στάθηκαν η αιτία της απρόσμενης συμφοράς της.

Πολιορκία και άλωση της Θεσσαλονίκης από Άραβες πειρατές (904)

Βρισκόμαστε στις αρχές του Ι΄ αιώνος και στον βυζαντινό θρόνο είχε ανέλθει ο Λέων ο ΣΤ΄ (886-912). Οι εχθροί που απειλούσαν την αυτοκρατορία την εποχή αυτή ήταν οι Άραβες στα μέτωπα της Μικράς Ασίας και οι Βούλγαροι στη Βαλκανική. Όμως, εκτός αυτών, υπήρχε -για τις παραθαλάσσιες κυρίως περιοχές της αυτοκρατορίας- η μόνιμη απειλή των Σαρακηνών πειρατών, που με βάσεις και ορμητήριά τους λιμάνια της Κρήτης και της Συρίας λεηλατούσαν τα νησιά και τα παράλια του Αιγαίου. Το 902-903 λεηλάτησαν την Αττική και κατέστρεψαν την Δημητριάδα και τη Λήμνο, όπου «πλείστος ηχμαλωτίσθη λαός». Η Κρήτη είχε καταληφθεί το 824 από τους Άραβες και παρά τις προσπάθειες των Βυζαντινών, βρισκόταν την εποχή αυτή στα χέρια τους. Οι βυζαντινοί θεματικοί στόλοι περιπολούσαν στο Αιγαίο, όμως οι πειρατές ενεργούσαν με τέτοια ταχύτητα και τόλμη, που τα βυζαντινά πλοία έφθαναν μετά τα γεγονότα και πιστοποιούσαν απλώς το μέγεθος της καταστροφής που είχαν επιφέρει οι πειρατές.

Έτσι είχαν τα πράγματα στο Αιγαίο, όταν το καλοκαίρι του 904 μία μεγάλη ναυτική δύναμη Σαρακηνών πειρατών από 54 μεγάλα πολεμικά πλοία, «εν οις παμμιγής τις όχλος απονενοημένων καί μανιωδών πάντων αιμοβόρων καί θηριογνωμόνων ανθρώπων», βγήκε από το λιμάνι της Ταρσού. Διοικητής της ήταν ο περίφημος για τα ναυτικά του κατορθώματα και τρομερός για την σκληρότητά του, ο εξωμότης Λέων ο Τριπολίτης. Τα όσα επρόκειτο να συμβούν στη συνέχεια, τα γνωρίζουμε χάρη στο έργο του Θεσσαλονικέως κληρικού Ιωάννου Καμινιάτη, ο οποίος έζησε την πολιορκία και την άλωση της Θεσσαλονίκης, αιχμαλωτίσθηκε και επέστρεψε τελικά στην πόλη του, όταν οι πειρατές τον αντάλλαξαν με Άραβες που είχαν αιχμαλωτίσει οι Βυζαντινοί.

Όταν τα νέα της εξόδου του στόλου του Τριπολίτη έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη, ο Λέων ΣΤ΄ έστειλε τον αυτοκρατορικό στόλο για να καταδιώξει τους πειρατές. Όμως οι δυνάμεις των Βυζαντινών δεν ήταν επαρκείς και ο στόλος επέστρεψε άπρακτος στη βάση του. Οι πειρατές, αφού πρώτα έπλευσαν μέχρι την θάλασσα του Μαρμαρά σε μία επίδειξη δυνάμεως, βγήκαν από τα Στενά και κατευθύνθηκαν προς την πόλη του Αγίου Δημητρίου. Οι Θεσσαλονικείς πληροφορήθηκαν τα άσχημα νέα και προσπάθησαν να κάνουν ό,τι μπορούσαν για να ενισχύσουν την άμυνα της πόλεώς τους. Χρόνος όμως δεν υπήρχε κι έτσι το μόνο που κατάφεραν ήταν να επισκευάσουν πρόχειρα τα μισοκατεστραμμένα τμήματα του θαλασσίου τείχους και να κατασκευάσουν πάνω σ' αυτό μερικούς ξύλινους πύργους. Έκλεισαν επίσης την είσοδο στο μεγάλο λιμάνι του Κωνσταντίνου με σιδερένια αλυσίδα. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Θεσσαλονίκη δεν διέθετε αξιόλογη φρουρά για την άμυνά της, ενώ οι κάτοικοι ήταν άπειροι στον πόλεμο και πολλοί δεν είχαν καν όπλα. Δεν υπήρχε επίσης ούτε μία μικρή δύναμη πολεμικών πλοίων την κρίσιμη εκείνη ώρα στο λιμάνι της πόλεως.

Την αυγή της 29ης Ιουλίου του 904, ο στόλος των Σαρακηνών εμφανίσθηκε στην είσοδο του Θερμαϊκού και αγκυροβόλησε μπροστά από τα θαλάσσια τείχη, στο μικρό λιμανάκι που λεγόταν Κελλάριον. Ήταν 54 μεγάλα πλοία γεμάτα με άγριους πειρατές, Άραβες, Σύρους, Αιγυπτίους, Αιθίοπες κ.ά., που έφθαναν τον αριθμό των 10.000. Την πρώτη ημέρα της πολιορκίας οι πειρατές αναζήτησαν τα ευάλωτα σημεία του θαλασσίου τείχους και προσπάθησαν να τα καταλάβουν κουβαλώντας ξύλινες σκάλες, με τις οποίες προσπαθούσαν να ανέβουν σ' αυτά. Όμως οι υπερασπιστές πολεμούσαν με θάρρος και ενισχυμένοι από σκλαβηνούς τοξότες, που ήλθαν να βοηθήσουν τους Θεσσαλονικείς γείτονές τους, τους απέκρουσαν.

Την επομένη μέρα, η προσοχή των πειρατών στράφηκε προς το νότιο τμήμα των ανατολικών χερσαίων τειχών και έστησαν τις πετροβόλες μηχανές τους, υπό την κάλυψη των οποίων προσπάθησαν να καταλάβουν το τείχος. Όμως και πάλι οι Θεσσαλονικείς τους απώθησαν. Τότε, μανιασμένοι από την αποτυχία τους, οι πειρατές προσπάθησαν να μπουν στην πόλη πυρπολώντας τις πύλες Ρώμη και Κασσανδρεωτική. Όμως απέτυχαν ξανά. Απογοητευμένος ο Λέων έστρεψε και πάλι την προσοχή του προς τα θαλάσσια τείχη. Έτσι τη νύχτα που ακολούθησε, οι Σαρακηνοί επεχείρησαν ένα άλλο τέχνασμα. Έδεσαν τα πλοία τους δύο-δύο και στερέωσαν ανάμεσα στα κατάρτια ξύλινους πύργους, που έφθαναν υψηλότερα από τα θαλάσσια τείχη.

Την τρίτη και μοιραία ημέρα, την 31η Ιουλίου, μόλις χάραξε, τα ζευγμένα πλοία πλησίασαν όσο μπορούσαν στα θαλάσσια τείχη, εκεί όπου το βάθος της θαλάσσης το επέτρεπε. Πάνω στους ξύλινους πύργους τους οι πειρατές ξεφώνιζαν σαν δαίμονες και απειλούσαν τους υπερασπιστές, που μουδιασμένοι κοίταζαν από τις πολεμίστρες. Σε κάποια στιγμή, μία ομάδα υπερασπιστών έχασε το θάρρος της και οι άνδρες που την αποτελούσαν, άρχισαν σιγά-σιγά να εγκαταλείπουν τις θέσεις τους και να καταφεύγουν στα υψηλότερα τμήματα της πόλεως. Σ' εκείνο ακριβώς το σημείο των τειχών πλησίασε ένα ζευγάρι από τα δεμένα πλοία των Σαρακηνών. Πάνω από τον ξύλινο πύργο τους οι πειρατές έριχναν βροχή από βέλη και πέτρες στους λίγους υπερασπιστές, που δεν άργησαν να πανικοβληθούν και να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους.

Δεν έριχναν όμως μόνον βέλη και πέτρες. Σύμφωνα με τον Καμινιάτη, εκτός από τις μεγάλες πέτρες που εκσφενδόνιζαν εναντίον των πολιορκουμένων οι Σαρακηνοί, «πυρ τε διά των σιφώνων τω αέρι φυσήσαντες καί τινα άλλα σκεύη καί αυτά πυρός ανάμεστα έσω του τείχους εξακοντήσαντες, εις τοσαύτην έκπληξιν καί δειλίαν τούς εν τοις προβόλοις όντας ενέβαλον ως καταπηδήσαι τό τάχος καί πρός φυγήν εκτραπήναι καί κενόν άπαντα τον περίπατον του τείχους καταλιπείν». Όπως φαίνεται από την περιγραφή του χωρίου, οι υπερασπιστές της πόλεως αιφνιδιάσθηκαν από το γεγονός ότι οι πειρατές χρησιμοποιούσαν εμπρηστικά όπλα παρόμοια με το δικό τους «υγρόν πυρ» και δείλιασαν βλέποντας τις φλόγες να τους κυκλώνουν και να κατακαίνε τα ξύλινα σημεία του θαλασσίου τείχους που είχαν κατασκευάσει εν σπουδή. Ο συνδυασμός αυτός του αιφνιδιασμού και του φόβου της φωτιάς επέφερε τον πανικό, με αποτέλεσμα την εγκατάλειψη των θέσεών τους στους προμαχώνες.

«Στο σημείο αυτό ήταν ήδη 9 η ώρα το πρωί», γράφει ο Καμινιάτης, «οι Σαρακηνοί, ημίγυμνοι όπως ήταν, άρχισαν να χύνονται σαν χείμαρρος ορμητικός μέσα στους δρόμους της πόλης με τα σπαθιά στο χέρι και να καταδιώκουν τα θύματά τους που σαν τρομαγμένα πρόβατα δεν ήξεραν προς τα πού να φύγουν. Άνδρες, γυναίκες με βρέφη στην αγκαλιά, γονείς, παιδιά, συγγενείς, φίλοι, έπεφταν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου σε μια απελπισμένη προσπάθεια να προφυλαχθούν και να γλιτώσουν. Άλλοι, σαν να είχαν χάσει τελείως τα λογικά τους, στέκονταν σαν χαμένοι και κοίταζαν τη φρίκη που τους κύκλωνε και τους απειλούσε με απάθεια θεατή. Πολλοί έτρεχαν να κρυφτούν μέσα στα σπίτια τους, άλλοι ζητούσαν καταφύγια στις εκκλησίες, άλλοι κατευθύνονταν προς τις πύλες και τα τείχη. Η αναταραχή και η σύγχυση των κατοίκων ήταν τέτοια», τονίζει ο Καμινιάτης, «που οι λέξεις ήταν φτωχές να τις περιγράψουν. Όπου και αν πήγαιναν τους ακολουθούσε ο θάνατος».

Οι Σαρακηνοί σκορπίσθηκαν μέσα στην πόλη και άρχισαν μία βάρβαρη και ανελέητη σφαγή χωρίς διάκριση. Τα θύματα ήταν πολλά, κυρίως στις δυτικές πύλες, γιατί πολλοί συνωστίζονταν στις πύλες αυτές προσπαθώντας να βγουν έξω. Μόνον λίγοι κατάφεραν να ξεφύγουν και αυτοί πηδώντας από τα δυτικά θαλάσσια τείχη. Χιλιάδες πιάσθηκαν αιχμάλωτοι, ανάμεσά τους και ο Καμινιάτης και η οικογένειά του, που κατάφεραν να σωθούν εξαγοράζοντας τη ζωή τους με χρήματα και κοσμήματα αλλά και οι Στρατηγοί Νικήτας και Χατζηλάκιος, που οδηγήθηκαν με τον χειρότερο τρόπο στο λιμάνι. Μαζί τους και το άνθος της νεολαίας της Θεσσαλονίκης. Τους επιβίβασαν στα πλοία στοιβάζοντάς τους κυριολεκτικά στα αμπάρια σαν ζώα, όπου, εκτός των άλλων, υπέστησαν και το μαρτύριο της πείνας και της δίψας.

Οι Σαρακηνοί έμειναν στην πόλη δέκα ημέρες λεηλατώντας και ψάχνοντας για κρυμμένους θησαυρούς. Λίγο έλειψε μάλιστα να κάψουν την πόλη. μεταπείσθηκαν όμως την τελευταία στιγμή από τον Ασηκρήτη Συμεών, ο οποίος απέτρεψε τον εμπρησμό της πόλεως με την καταβολή πολλών κεντηναρίων χρυσού που αρχικά προορίζονταν για τους Βουλγάρους. Ένας άλλος όμως αυτοκρατορικός απεσταλμένος, ο Ροδοφύλης, που έτυχε να βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη καθ' οδόν προς τη Δύση και μετέφερε επίσης μεγάλη ποσότητα χρυσού για την πληρωμή των βυζαντινών στρατευμάτων που πολεμούσαν κατά των Αράβων στη Σικελία, αρνήθηκε να παραδώσει τον χρυσό στους Σαρακηνούς και πλήρωσε την πίστη του στον αυτοκράτορα με τη ζωή του.

Πριν ξεκινήσει για το ταξίδι της επιστροφής, ο Τριπολίτης πούλησε πολλούς αιχμαλώτους σε συγγενείς τους που είχαν συγκεντρωθεί έξω από την πόλη και παρέδωσε στον εκπρόσωπο του αυτοκράτορα, τον Ασηκρήτη Συμεών, διακόσιους αιχμαλώτους, αφού πρώτα έλαβε την γραπτή διαβεβαίωση πως οι Βυζαντινοί θα απελευθέρωναν διακόσιους Άραβες αιχμαλώτους.

Την δεκάτη ημέρα άπλωσαν τα πανιά τους και ξεκίνησαν. Μέσα στα αμπάρια των πλοίων η κατάσταση των αιχμαλώτων ήταν τραγική. Ριγμένοι κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλον, δεν μπορούσαν ούτε καν να αναπνεύσουν. Χαρακτηριστικά ο Καμινιάτης αναφέρει ότι στο πλοίο που τον μετέφερε, βρίσκονταν 800 αιχμάλωτοι και 200 πειρατές. Και το ταξίδι ήταν ατελείωτο (Κασσάνδρα, Εύβοια, Άνδρος, Πάτμος, Νάξος), γιατί ο φόβος του βυζαντινού ναυτικού έκανε τους πειρατές να περιπλανώνται και να κρύβονται ανάμεσα στα αμέτρητα ξερονήσια του Αιγαίου. Τέλος, έπειτα από 16 ημέρες ταξίδι, έφθασαν στην Κρήτη στις 26 Αυγούστου.

Οι τραγικές συνθήκες του ταξιδιού είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο πολλών αιχμαλώτων. Παρ' όλα αυτά, όταν έφθασαν στην Κρήτη, οι αιχμάλωτοι αριθμούσαν, σύμφωνα με τις πληροφορίες του Καμινιάτη, τις 22.000. Αρκετοί πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Κρήτης, ενώ οι περισσότεροι μεταφέρθηκαν στην πατρίδα του Λέοντα, την Τρίπολη της Συρίας, απ' όπου διοχετεύθηκαν και σκορπίσθηκαν στον μουσουλμανικό κόσμο. Μόνον λίγοι Θεσσαλονικείς (1.200), ανάμεσά τους και ο Καμινιάτης, έφθασαν στην Ταρσό της Κιλικίας, όπου ανταλλάχθηκαν με Σαρακηνούς αιχμαλώτους. Η είδηση της αλώσεως της «πρώτης μετά την πρώτην» πόλεως της αυτοκρατορίας προξένησε φοβερή εντύπωση στη Βασιλεύουσα. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας συνέγραψε ένα έργο για την άλωση της Θεσσαλονίκης, στο οποίο εμμέσως αποδεχόταν τις ευθύνες που αναλογούσαν στην κεντρική εξουσία για τα όσα συνέβησαν στην πόλη.

Η άλωση και λεηλασία της Θεσσαλονίκης συγκλόνισε και τον λόγιο Πατριάρχη Νικόλαο Μυστικό, ο οποίος, σε ομιλία του από του άμβωνος της Αγίας Σοφίας, θρηνεί για την τραγωδία που έπληξε την πόλη του Αγίου Δημητρίου και διερωτάται απευθυνόμενος προς τον Μυροβλήτη, με τρόπο ρητορικό: «Πού μοι, Δημήτριε μάρτυς, η αήττητος συμμαχία; Πώς τήν σήν πόλιν υπερείδες πορθουμένην; Πως υπό σοί πολιούχω η εχθροίς άβατος, αφ' ου χρόνου ταύτην ήλιος εθεάσατο, κατορχουμένων της ιεράς προστασίας; Πώς υπέμεινας ταύτα καί διεκαρτέρησας;», για να καταλήξει στη μόνη εξήγηση που θα μπορούσε να δεχθεί το μυαλό και η ψυχή του πιστού Βυζαντινού: «διά τάς αμαρτίας ημών».

Το κτύπημα ήταν φοβερό για την Θεσσαλονίκη όχι όμως και θανάσιμο. Γιατί, παρά τις αρνητικές επιπτώσεις που είχε για ένα διάστημα στην οικονομική ζωή της, η άλωση δεν είχε σοβαρές συνέπειες για την μεταγενέστερη εξέλιξή της. Ήδη από τον Ι΄ αιώνα, η νύμφη του Θερμαϊκού καθίσταται «άρχουσα των δυτικών θεμάτων» και έδρα του «μονοστρατήγου των δυτικών». Και τούτο γιατί, όπως ορθά παρατηρεί η Ελένη Αρβελέρ, η καταστροφή της Θεσσαλονίκης το 904 ανέκοψε για λίγο την ανάπτυξη της πόλεως αλλά ίσως και να επέσπευσε την απόφαση της Κωνσταντινουπόλεως να δημιουργήσει ένα ισχυρό στρατιωτικό και πολιτικό κέντρο στην περιοχή που είχαν καταλάβει οι Σλάβοι, που διεκδικούσαν οι Βούλγαροι και που περιέλαβαν στην ακτίνα δράσεώς τους οι Άραβες πειρατές.

Εκχριστιανισμός των Βουλγάρων

Στο σημείο αυτό θα επιστρέψουμε και πάλι στο δεύτερο μισό του Θ΄ αιώνος, για να παρακολουθήσουμε τα όσα συνέβαιναν στον χώρο της Βαλκανικής. Η σχέση της εκχριστιανισμένης Μοραβίας με τον αυτοκράτορα είχε, όπως άλλωστε προσδοκούσαν οι Βυζαντινοί, και πολιτικές προεκτάσεις. Όπως, λοιπόν, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Φράγκων και Βουλγάρων είχαν αναγκάσει τον Ρατισλάβο της Μεγάλης Μοραβίας να στραφεί προς το Βυζάντιο, έτσι και ο Βούλγαρος Ηγεμόνας Βόρις μετά τον εκχριστιανισμό της Μοραβίας ένιωθε να απειλείται. Την ανασφάλεια των Βουλγάρων επέτειναν και οι κινήσεις του βυζαντινού στρατού, που προήλαυνε προς τα βουλγαρικά σύνορα καθώς και του βυζαντινού στόλου, που έπλεε στις βουλγαρικές ακτές και στον Δούναβη. Μη έχοντας άλλη διέξοδο, ο Βόρις δέχθηκε αναγκαστικά να εκχριστιανισθεί ο λαός του και ο ίδιος από τους Βυζαντινούς. Το 864 βαπτίσθηκε και πήρε το όνομα του Βυζαντινού Αυτοκράτορος Μιχαήλ συνάπτοντας ειρήνη με τους Βυζαντινούς. Βέβαια, οι σχέσεις των νεοφωτίστων Βουλγάρων με την Κωνσταντινούπολη δεν ήταν απόλυτα αρμονικές και ο Βόρις-Μιχαήλ προσπάθησε να αναμίξει το 866/867 τους Φράγκους, προκειμένου να επιτύχει την αυτοτέλεια της Βουλγαρικής Εκκλησίας, που δεν ήταν πρόθυμη να του εκχωρήσει η Κωνσταντινούπολη. Παραχωρήσεις έγιναν και από τις δύο πλευρές και έτσι για τα είκοσι χρόνια που ακολούθησαν, οι σχέσεις των δύο κρατών υπήρξαν ειρηνικές.

Νέος Βυζαντινοβουλγαρικός Πόλεμος στη Μακεδονία. Ο Τσάρος Συμεών

Τα πράγματα άλλαξαν, όταν ο Βόρις-Μιχαήλ παραιτήθηκε το 889 και στον θρόνο ανέβηκε ο γιος του Συμεών. Αν και μορφώθηκε στην Κωνσταντινούπολη, ο νέος τσάρος δεν έτρεφε φιλικά αισθήματα για τους Βυζαντινούς. Αντίθετα, έχοντας γνωρίσει από κοντά τις αδυναμίες του βυζαντινού κράτους, έπαψε να νιώθει δέος απέναντί του και σ' όλη του την ζωή έκανε τα πάντα για να το διαλύσει.

Σύμφωνα με τις βυζαντινές πηγές της εποχής, ο Συμεών από την στιγμή που ανέβηκε στον θρόνο ζητούσε αφορμή για να παραβιάσει την ειρήνη που επικρατούσε από το 864. Την αφορμή έδωσε η μετάθεση του σταθμού εκτελωνισμού των βουλγαρικών εμπορευμάτων από την Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη, το 894 και η επιβολή υψηλοτέρων τελών (κομμερκίων) στους Βούλγαρους εμπόρους. Κατά την άποψη της Αικατερίνης Χριστοφιλοπούλου, η μετεγκατάσταση του τελωνειακού σταθμού απέβλεπε σε αυστηρότερο έλεγχο της διακινήσεως προσώπων και εμπορευμάτων από την Βουλγαρία και την ίδρυση μονίμου διαμετακομιστικού κέντρου στη Θεσσαλονίκη, με απώτερο σκοπό την εδραίωσή της ως οικονομικού κέντρου της περιοχής. Οι διαμαρτυρίες του Συμεών δεν είχαν αποτέλεσμα και εκείνος κήρυξε τον πόλεμο, όπως άλλωστε επεδίωκε. Στη σύγκρουση που ακολούθησε σε μακεδονικό έδαφος, οι Βυζαντινοί ηττήθηκαν κατά κράτος και ο Συμεών συνέλαβε πολλούς αιχμαλώτους, μεταξύ των οποίων και άνδρες της αυτοκρατορικής φρουράς, τους οποίους ρινοκόπησε και έστειλε στη Βασιλεύουσα «εις αισχύνην Ρωμαίων».

Παρά την ήττα τους, οι Βυζαντινοί θα μπορούσαν να παρατάξουν και νέα στρατεύματα από τα πολυάνθρωπα μικρασιατικά θέματα και να αντιμετωπίσουν την βουλγαρική απειλή. Όμως για μία ακόμη φορά ο πόλεμος με τους Άραβες δεν επέτρεπε την απογύμνωση του Ανατολικού Μετώπου. Κατέφυγε λοιπόν ο αυτοκράτορας στη γνωστή εναλλακτική λύση, στον συνδυασμό των όπλων με τη διπλωματία. Βυζαντινοί πρέσβεις έπεισαν με δώρα και υποσχέσεις τους Ούγγρους να επιτεθούν εναντίον των Βουλγάρων από βορρά, ενώ ο νέος Αρχιστράτηγος (Δομέστικος) Νικηφόρος Φωκάς επετέθη από το νότο. Η συνδυασμένη επίθεση πέτυχε και ο Συμεών αναγκάσθηκε να ζητήσει ειρήνη από τον Λέοντα ΣΤ΄. Ο αυτοκράτορας δέχθηκε την πρόταση, όμως ο Βούλγαρος ηγεμόνας χρησιμοποίησε την ανακωχή για να ανασυντάξει τον στρατό του και να αναζητήσει κι εκείνος συμμάχους, εφαρμόζοντας προφανώς τα όσα είχε διδαχθεί κατά την παραμονή του στην αυλή της Κωνσταντινουπόλεως. Με συμμάχους τους Πετσενέγους, κατενίκησε τους Ούγγρους και στη συνέχεια στράφηκε κατά των Βυζαντινών.

Για να τον αντιμετωπίσει, ο αυτοκράτορας συγκέντρωσε μεγάλες δυνάμεις μεταφέροντας στη Μακεδονία θεματικά ασιατικά στρατεύματα. Λάθος, όπως φάνηκε στη συνέχεια, υπήρξε η επιλογή του νέου Δομέστικου Λέοντα Κατακαλών, στον οποίο ανετέθη η επιχείρηση. Η σύγκρουση έγινε στο Βουλγαρόφυγον, κοντά στην Αδριανούπολη, το 896 και είχε ως αποτέλεσμα τη συντριπτική ήττα του βυζαντινού στρατού.

Μετά τη νίκη του ο Συμεών στράφηκε προς την περιοχή του Θέματος Θεσσαλονίκης και του Θέματος Δυρραχίου και εκπόρθησε πολλά βυζαντινά φρούρια. Άφησε όμως εκτεθειμένη την ίδια του τη χώρα και οι Βυζαντινοί, σε μία κίνηση αντιπερισπασμού, εισέβαλαν στη Βουλγαρία και ανάγκασαν τον Συμεών να δεχθεί την ειρήνη (899-900). Αλλά και πάλι, παρά τη συνθήκη, ο Βούλγαρος ηγεμόνας εξακολούθησε να επιχειρεί κατά της Μακεδονίας και να απασχολεί τα βυζαντινά στρατεύματα, μη επιτρέποντας έτσι στον αυτοκράτορα να στείλει ενισχύσεις προς την Θεσσαλονίκη που εποφθαλμιούσαν, πολιόρκησαν και τελικά κατέλαβαν το 904 οι Σαρακηνοί πειρατές του Λέοντα Τριπολίτη. Τέλος, με τη μεσολάβηση του έμπειρου διπλωμάτη Λέοντος Χοιροσφάκτη, ο Συμεών πείσθηκε και υπέγραψε για τρίτη φορά ειρήνη με τους Βυζαντινούς, η οποία φαίνεται ότι διήρκεσε μέχρι τον θάνατο του Λέοντα του ΣΤ΄, το 912.

Ο νέος Αυτοκράτωρ Αλέξανδρος (912-913) δεν διέθετε τη σύνεση του προκατόχου του και αρνήθηκε να καταβάλλει στους Βουλγάρους τον ετήσιο φόρο που είχε συμφωνηθεί με τη Συνθήκη του 896. Ήταν, άλλωστε, ιδιαίτερα επαχθής και προσβλητική για τους Βυζαντινούς η καταβολή φόρου στους «βαρβάρους» και αποτελούσε λύση εσχάτης ανάγκης. Γι' αυτό μόλις θεωρούσαν ότι μπορούσαν να επιβληθούν με τη δύναμη των όπλων, το επιχειρούσαν. Οι Βούλγαροι βέβαια αντέδρασαν και άρχισαν να συγκεντρώνουν στρατιωτικές δυνάμεις, όταν ο αιφνίδιος θάνατος του Αλεξάνδρου συνετέλεσε στο να αναβάλλει ο Συμεών τις επιχειρήσεις, αναμένοντας τις εξελίξεις στην Κωνσταντινούπολη.

Και οι εξελίξεις δεν ήταν θετικές για το Βυζάντιο. Οι εσωτερικές αντιθέσεις, οι ραδιουργίες και η αναστάτωση που μεσολάβησε μέχρι την επικράτηση της μερίδος που υποστήριζε τον οκταετή Κωνσταντίνο τον Ζ΄ και της οποίας ηγείτο ο Πατριάρχης Νικόλαος Μυστικός, έδωσαν στον Συμεών την ευκαιρία που περίμενε. Εισέβαλε και πάλι στη Θράκη και προήλασε την φορά αυτή μέχρι την Κωνσταντινούπολη, την οποία έζωσε με τον στρατό του από τις Βλαχέρνες έως τη Χρυσή Πύλη, ελπίζοντας ότι θα την κατελάμβανε εύκολα. Όταν όμως βρέθηκε μπροστά στο ακαταμάχητο οχυρωματικό σύστημα των τειχών της Βασιλευούσης, άλλαξε γνώμη και ζήτησε διαπραγματεύσεις, τις οποίες ευχαρίστως δέχθηκαν οι Βυζαντινοί. Οι διαπραγματεύσεις οδήγησαν σε συμφωνία και ο Συμεών αποχώρησε συναποκομίζοντας πλούσια δώρα και λάφυρα, αφού πρώτα συναντήθηκε έξω από τα τείχη της Πόλεως με τον Πατριάρχη Νικόλαο Μυστικό, ο οποίος μάλιστα τον ευλόγησε τοποθετώντας στο κεφάλι του το επιρριπτάριό του.

Όμως ο Συμεών παραβίασε εκ νέου τα συμπεφωνημένα και επωφελούμενος από τις εσωτερικές διαμάχες των Βυζαντινών που σχετίζονταν με το ζήτημα της επιτροπείας του ανηλίκου Κωνσταντίνου, εισέβαλε στη Θράκη και τον Σεπτέμβριο του 914 κατέλαβε με προδοσία την Αδριανούπολη. Οι Βυζαντινοί ανακατέλαβαν σχεδόν αμέσως την πόλη και συγκέντρωσαν ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις εναντίον του Συμεών υπό την ηγεσία του Δομέστικου των Σχολών, Λέοντος Φωκά. Η καθοριστική μάχη διεξήχθη τον Αύγουστο του 917 με νικητές τους Βουλγάρους, οι οποίοι κατέσφαξαν τα βυζαντινά στρατεύματα, η δε επιτυχία τους αποδόθηκε στις στρατηγικές ικανότητες του Συμεών.

Ο Συμεών υπήρξε αδιαμφισβήτητα ο πρωταγωνιστής των γεγονότων της εποχής αυτής και φαίνεται ότι διέθετε όχι μόνον στρατιωτικές αλλά και πολιτικές ικανότητες. Βέβαια, οι επιτυχίες του δεν ήταν άμοιρες των όσων συνέβαιναν στη Βασιλεύουσα. Οι πολιτικές ραδιουργίες και αντιπαραθέσεις που φαίνεται ότι μεταφέρονταν και στα πεδία των μαχών, δεν έπαψαν, γιατί ο νεαρός και άπειρος Κωνσταντίνος ο Ζ΄ δεν μπορούσε να ελέγξει την κατάσταση κι έτσι ο Συμεών είχε να αντιμετωπίσει έναν διχασμένο εχθρό, δίχως ισχυρή και αποφασισμένη ηγεσία. Οι εμφύλιες αντιπαραθέσεις δε σταμάτησαν ούτε και με την άνοδο στον θρόνο του Ρωμανού Α΄ Λεκαπηνού (920-944). Ο Συμεών συνέχισε τις ληστρικές του επιδρομές και το 924 έφθασε στα προάστεια της Κωνσταντινουπόλεως λεηλατώντας και καταστρέφοντας. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο κακός δαίμονας των Βυζαντινών συνέχισε να ταλαιπωρεί τις βυζαντινές επαρχίες σε Θράκη και Μακεδονία και μόνον ο θάνατός του, το 927, απάλλαξε τελικά την αυτοκρατορία από έναν ικανότατο και ιδιαίτερα επικίνδυνο εχθρό.

Ο θάνατος του Συμεών και οι δυναστικές έριδες που ακολούθησαν, αποδυνάμωσαν τους Βουλγάρους, οι οποίοι, αφού εισέβαλαν και πάλι στη Μακεδονία, έσπευσαν να διαπραγματευθούν με τους Βυζαντινούς. Η ειρήνη τελικά επισφραγίσθηκε με τον γάμο του γιου και διαδόχου του Συμεών Πέτρου με τη Βυζαντινή Πριγκίπισσα Μαρία, εγγονή του αυτοκράτορος. Έτσι έληξε για ένα διάστημα ο πολύχρονος Βυζαντινοβουλγαρικός Πόλεμος, που τόσα δεινά και τόσες καταστροφές προξένησε στους δύο αντιμαχομένους. Παρόλο που οι αντιπαραθέσεις αυτές δεν διεξάγονται πάντοτε στη Μακεδονία, θεωρήθηκε σκόπιμο να παρατεθούν εν συντομία, γιατί επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη δυνατότητα των Βυζαντινών να προστατεύσουν την ευρύτερη περιοχή από τους ποικίλους εχθρούς που την εποφθαλμιούσαν (όπως π.χ. την Θεσσαλονίκη, το 904, από τον Λέοντα Τριπολίτη) αλλά και γιατί προοιωνίζονται τα όσα πρόκειται να υποστεί από τους Βουλγάρους η Μακεδονία στα χρόνια που θα ακολουθήσουν.

Βυζαντινοβουλγαρικές συγκρούσεις επί Νικηφόρου Φωκά και Ιωάννου Τσιμισκή

Η περίοδος των σαράντα χρόνων ειρήνης μεταξύ Βυζαντινών και Βουλγάρων που ακολούθησε, διεκόπη τον χειμώνα του 966/7, όταν Βούλγαροι πρέσβεις έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη για να εισπράξουν τους φόρους που φαίνεται ότι το Βυζάντιο κατέβαλλε όλα αυτά τα χρόνια. Στον θρόνο ήταν ο Αυτοκράτωρ Νικηφόρος Φωκάς (963-969), ο λαμπρός στρατηγός που ανέκτησε την Κρήτη από τους Άραβες (961) και διαδέχθηκε τον Ρωμανό τον Β΄. Ο αυτοκράτορας που τόσες νίκες είχε επιτύχει κατά των Αράβων και μη γνωρίζοντας τις δυσκολίες και τις ιδιαιτερότητες ενός Βυζαντινοβουλγαρικού Πολέμου, έδιωξε με τον χειρότερο τρόπο τους πρέσβεις λέγοντάς τους ότι: «ο των Ρωμαίων σεβάσμιος βασιλεύς έθνει πενεστάτω καί μιαρώ φόρους τελών (ουκ) υποκείσομαι». Στη συνέχεια, εξεστράτευσε το 967 εναντίον της Βουλγαρίας. Όμως, ως έμπειρος στρατηγός, δεν μπήκε βαθιά στο εχθρικό έδαφος, γιατί προφανώς θυμήθηκε την καταστροφή των βυζαντινών στρατευμάτων το 811. Αντί λοιπόν να εμπλακεί ο ίδιος, έπεισε με τη βοήθεια δεκαπέντε κεντηναρίων χρυσού τον Ρώσο Ηγεμόνα Σφενδοσθλάβο να εισβάλλει στη Βουλγαρία, το 968. Οι Βούλγαροι ηττήθηκαν κατά κράτος, μεγάλες περιοχές της χώρας τους δηώθηκαν και καταστράφηκαν, ενώ οι Ρώσοι αποχώρησαν με πλούσια λάφυρα. Ήταν τέτοιο το μέγεθος της καταστροφής, που ο Βασιλιάς της Βουλγαρίας Πέτρος αρρώστησε και πέθανε το 969. Όμως ο κίνδυνος των Ρώσων δεν είχε περάσει. Έξι μήνες αργότερα εισέβαλαν και πάλι στη Βουλγαρία, διέλυσαν ό,τι είχε απομείνει από τον βουλγαρικό στρατό, αιχμαλώτισαν τον Τσάρο Βόρι που είχε διαδεχθεί τον πατέρα του Πέτρο και υπέταξαν τη χώρα. Μάταια προσπάθησε ο Νικηφόρος να τους πείσει να σεβασθούν τα συμφωνηθέντα και να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Ήταν φανερό ότι το πρόβλημα που άθελά τους δημιούργησαν οι Βυζαντινοί, θα λυνόταν μόνο με τα όπλα.

Δεν ήταν όμως ο Νικηφόρος Φωκάς εκείνος που θα αναλάμβανε το δύσκολο εγχείρημα της εκδιώξεως των Ρώσων από την Βουλγαρία αλλά ο Ιωάννης Τσιμισκής, που τον διαδέχθηκε στον βυζαντινό θρόνο το 969. Η προσπάθεια του νέου αυτοκράτορος να πείσει τους Ρώσους να αποχωρήσουν ειρηνικά, συνάντησε την αλαζονική άρνηση και τις απειλές του Σφενδοσθλάβου ότι θα βάδιζε εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως. Τις απειλές του πραγματοποίησε ο Ρώσος ηγεμόνας λίγους μήνες αργότερα, εισβάλλοντας στα Θέματα Μακεδονίας και Θράκης επικεφαλής μεγάλης δυνάμεως Ρώσων, Πετσενέγων, Ούγγρων και των Βουλγάρων που είχαν ήδη προσχωρήσει στις δυνάμεις του. Οι Βυζαντινοί υποχώρησαν μπροστά στις υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις και ο στρατός του Σφενδοσθλάβου έφθασε, λεηλατώντας και καταστρέφοντας, μέχρι την Αρκαδιούπολη, την οποία υπερασπιζόταν ο έμπειρος Στρατηγός Βάρδας Σκληρός. Ο Σκληρός κατάφερε να παρασύρει τους Ρώσους σε μία μάχη, στην οποία η στρατηγική του δεινότητα υπερίσχυσε της αριθμητικής τους υπεροχής και κατέληξε σε ήττα και σφαγή των εισβολέων, που αναγκάσθηκαν να υποχωρήσουν από τις περιοχές των Θεμάτων της Μακεδονίας και της Θράκης. Την εκστρατεία που σχεδίαζε ο Τσιμισκής εναντίον των Ρώσων και των Βουλγάρων, καθυστέρησε προσωρινά η Επανάσταση του Βάρδα Φωκά στη Μικρά Ασία, διάστημα κατά το οποίο οι εχθροί ενοχλούσαν με ληστρικές επιδρομές περιοχές του Θέματος Μακεδονίας. Τέλος, την άνοιξη του 971 ο Τσιμισκής έφθασε στην Αδριανούπολη με μεγάλη στρατιωτική δύναμη, ενώ βυζαντινές ναυτικές δυνάμεις περιπολούσαν τις εκβολές του Δούναβη, για να κυκλώσουν τις δυνάμεις των Ρώσων. Επικεφαλής επίλεκτης στρατιωτικής δυνάμεως, ο αυτοκράτορας πέρασε αιφνιδιαστικά τις αφύλακτες διόδους του Αίμου και εμφανίσθηκε μπροστά στη Μεγάλη Πρεσθλάβα. Ο αιφνιδιασμός πέτυχε και μετά από σύντομες και σφοδρές μάχες ο Τσιμισκής κατέλαβε την πόλη και αιχμαλώτισε τον Βασιλέα των Βουλγάρων Βόρι και την οικογένειά του. Η επιτυχία αυτή έστρεψε τους Βουλγάρους κατά των Ρώσων και ο Σφενδοσθλάβος, που είχε κλεισθεί στο Δορύστολο και πολεμούσε απεγνωσμένα, αναγκάσθηκε να συνθηκολογήσει και να αποχωρήσει από τα εδάφη της Βουλγαρίας.

Οι συνέπειες της νίκης των Βυζαντινών υπήρξαν σκληρές για τους Βουλγάρους. Ο Τσιμισκής ανάγκασε τον Βόρι να παραιτηθεί από τον θρόνο του και του απένειμε τον τίτλο του μαγίστρου. Η Βουλγαρία προσαρτήθηκε στην αυτοκρατορία και έπαψε να υπάρχει ως ανεξάρτητο κράτος, φέρνοντας έτσι τα βυζαντινά σύνορα στον Δούναβη. Τέλος, έπαψε να υπάρχει και να αναγνωρίζεται το Βουλγαρικό Πατριαρχείο. Με τον τρόπο αυτόν, ο Τσιμισκής θεώρησε ότι επέλυσε το βουλγαρικό πρόβλημα και εξασφάλισε την ειρήνη στην περιοχή αυτή της Βαλκανικής. Όμως, όπως παρατήρησε ήδη ο Ι. Καραγιαννόπουλος, «τα όπλα δεν αποτελούν θεμέλιο μονίμου και υγιούς λύσεως» και ότι στην υποταγή και διάλυση του βουλγαρικού κράτους από τον Τσιμισκή βρίσκονται τα αίτια των όσων επρόκειτο να συμβούν στη Βαλκανική την περίοδο της βασιλείας του Βασιλείου του Β΄.

Πρώτη φάση του νέου Βυζαντινοβουλγαρικού Πολέμου. Βασίλειος ο Β΄ - Σαμουήλ

Ο θάνατος του Ιωάννου Τσιμισκή, το 976, στάθηκε η απαρχή σημαντικών εξελίξεων, που επρόκειτο να ταλαιπωρήσουν σκληρά την Μακεδονία για τα επόμενα σαράντα χρόνια. Όπως αναφέρθηκε, η εισβολή του Τσιμισκή στη Βουλγαρία εστρέφετο κυρίως κατά των Ρώσων εισβολέων, τους οποίους και έδιωξε από την χώρα. Ο βουλγαρικός λαός, αν και δέχθηκε ισχυρά πλήγματα, δεν λύγισε αλλά αναζήτησε σε άλλο πρόσωπο την ηγεσία που του στέρησε ο Τσιμισκής αιχμαλωτίζοντας και καταργώντας τον Βόρι. Την ηγεσία που ζητούσαν, βρήκαν στον νεαρό και δραστήριο Σαμουήλ, γιο του κόμητος Νικολάου, ο οποίος αμέσως μετά τον θάνατο του Τσιμισκή τέθηκε επικεφαλής της Δυτικής Βουλγαρίας και επαναστάτησε. Οι Βυζαντινοί προσπάθησαν να ελέγξουν την κατάσταση που δημιουργήθηκε, στέλνοντας τον Βόρι πίσω στη Βουλγαρία. Όμως ο Βόρις σκοτώθηκε και η ηγεσία των επαναστατημένων Βουλγάρων έμεινε στα χέρια του Σαμουήλ, ο οποίος φαίνεται ότι σχεδίαζε την ανασύσταση του βουλγαρικού κράτους. Τα φιλόδοξα σχέδιά του περιελάμβαναν και την επέκταση του κράτους του προς την Θεσσαλονίκη, την Κεντρική και τη Νότιο Ελλάδα. Έτσι, επωφελούμενος από τις δυσκολίες που είχε να αντιμετωπίσει στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του ο νέος Αυτοκράτωρ Βασίλειος ο Β΄ (976-1025) στη Μικρά Ασία και συγκεκριμένα τη Στάση του Βάρδα Σκληρού, άρχισε τις επιδρομές εναντίον των Θεμάτων της Θράκης, της Μακεδονίας και της Θεσσαλονίκης αλλά και προς εκείνα της Ελλάδος και της Πελοποννήσου.

Τις συνέπειες της επεκτατικής πολιτικής του Σαμουήλ υπέστησαν τα φρούρια της Θεσσαλίας και τέλος η Λάρισα, την οποία κατέλαβε και τους κατοίκους της μετέφερε και εγκατέστησε στην βουλγαρική ενδοχώρα, ενώ τους αξιομάχους ανάγκασε να υπηρετήσουν στον στρατό του. Τέλος, μετέφερε το λείψανο του πολιούχου της Λαρίσης Αγίου Αχιλλίου στην Πρέσπα, όπου είχε εγκαταστήσει το ανάκτορό του. Κατόπιν, προχώρησε προς τη Νότιο Ελλάδα λεηλατώντας και καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμά του, ενώ οι στρατηγοί των Θεμάτων Θεσσαλονίκης και Ελλάδος αγωνιζόταν με απόγνωση για να σώσουν τα μεγάλα αστικά κέντρα. Όμως, ενώ όλα έδειχναν ότι ετοιμαζόταν να εισβάλλει στην Πελοπόννησο, στράφηκε ξαφνικά προς βορράν και αποχώρησε, πιθανότατα από τον φόβο μίας βυζαντινής αντεπιθέσεως.

Οι πρώτες ενέργειες του Βούλγαρου ηγεμόνα έδειξαν ότι σε αντίθεση με τον Συμεών, που ονειρευόταν την κατάκτηση του βυζαντινού αυτοκρατορικού στέμματος, ο Σαμουήλ επεδίωκε την ανασύσταση του βουλγαρικού κράτους και την ένταξη σ' αυτό όλων των περιοχών του ελλαδικού χώρου.

Εν τω μεταξύ, ο νεαρός Βασίλειος ο Β΄ εξακολουθούσε να αγωνίζεται για να παραμείνει στον θρόνο, αντιμετωπίζοντας αντιδράσεις και μέσα στο παλάτι. Όταν κατάφερε να καταπνίξει την Στάση του Βάρδα Σκληρού και να εξορίσει τον παρακοιμώμενο Βασίλειο το 985, έστρεψε την προσοχή του στο βουλγαρικό πρόβλημα και άρχισε τις προετοιμασίες για μία εκστρατεία εναντίον του επικίνδυνου εχθρού. Το καλοκαίρι του 986 εισέβαλε με ισχυρές δυνάμεις στη Βουλγαρία, με σκοπό την κατάληψη της Σαρδικής (Σόφιας). Η πολιορκία της Σαρδικής δεν έφερε το ποθούμενο αποτέλεσμα, γιατί οι πολιορκούμενοι αντιστάθηκαν σθεναρά και οι στρατηγοί του Βασιλείου φάνηκαν ανίκανοι. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο αυτοκράτορας διέταξε την υποχώρηση. Όμως ο Σαμουήλ καιροφυλακτούσε και όταν οι Βυζαντινοί επιχείρησαν να περάσουν από τις Τραϊανές Πύλες, τους επιτέθηκε και κατάφερε να τους τρέψει σε άτακτη φυγή, με μεγάλες απώλειες σε άνδρες και οπλισμό.

Η νέα επιτυχία του Σαμουήλ έβλαψε σοβαρά το κύρος του αυτοκράτορος και πυροδότησε έναν νέο κύκλο αντιδράσεων εναντίον του. Τον Αύγουστο του 987 οι στρατιωτικές δυνάμεις της Ανατολής ανακήρυξαν αυτοκράτορα τον Βάρδα Φωκά, ενώ ταυτόχρονα ο επαναστάτης Στρατηγός Βάρδας Σκληρός που είχε εξορισθεί, δραπέτευσε και ανακηρύχθηκε κι αυτός αυτοκράτορας στη Μελιτηνή. Από τους δύο ανταπαιτητές του θρόνου ικανότερος απεδείχθη ο Βάρδας Φωκάς, που κατόρθωσε να αιχμαλωτίσει τον Σκληρό και στη συνέχεια στράφηκε κατά της Κωνσταντινουπόλεως.

Εκχριστιανισμός των Ρώσων

Στις μάχες που ακολούθησαν, ο Βασίλειος ο Β΄ κατάφερε με τη βοήθεια Ρώσων πολεμιστών να νικήσει τον Φωκά, ο οποίος και σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της μάχης. Καθοριστικό ρόλο στον αγώνα του κατά του Φωκά διαδραμάτισε η βοήθεια των Ρώσων, η οποία όμως εξασφαλίσθηκε με αντάλλαγμα τον γάμο της αδελφής του αυτοκράτορος Άννης, με τον Ηγεμόνα των Ρώσων Βλαδίμηρο. Ο γάμος πραγματοποιήθηκε με τον όρο ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο λαός του θα ασπαζόταν τον Χριστιανισμό. Ο Βλαδίμηρος, θαμπωμένος από την βυζαντινή πριγκίπισσα και την προοπτική της συγγενείας του με τον βυζαντινό αυτοκράτορα, τήρησε την υπόσχεσή του. Η Άννα, με μεγάλη συνοδεία μητροπολιτών, επισκόπων και μοναχών, ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 989 για τη νέα της πατρίδα. Ο εκχριστιανισμός των Ρώσων τους έθετε όχι μόνον υπό την πνευματική κηδεμονία του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως αλλά και στη σφαίρα της βυζαντινής πολιτικής και πολιτιστικής επιρροής. Για τους λόγους αυτούς, ο εκχριστιανισμός των Ρώσων υπήρξε πράγματι γεγονός κοσμοϊστορικό.

Δεύτερη φάση του πολέμου. Ήττα των Βουλγάρων και διάλυση του βουλγαρικού κράτους

Ο Σαμουήλ και ο στρατός του εξακολουθούσαν να καιροφυλακτούν και ο Βασίλειος ξεκίνησε μία νέα εκστρατεία εναντίον τους, το καλοκαίρι του 990. Πέρασε με τον στρατό του από τη Θράκη και την Μακεδονία και έφθασε στη Θεσσαλονίκη, της οποίας και ενίσχυσε το αμυντικό σύστημα. Ο αυτοκράτορας παρέμεινε στην πόλη για μεγάλο χρονικό διάστημα, φροντίζοντας τις περιοχές που απειλούσε ο επεκτατισμός του Σαμουήλ και οργανώνοντας επιχειρήσεις κατά του εχθρού. Όμως και πάλι επείγοντα προβλήματα στα μέτωπα της Ανατολής ανάγκασαν τον αυτοκράτορα να φύγει εσπευσμένα για την Συρία, το 994. Αρχηγό των δυνάμεών του στη Μακεδονία άφησε τον Στρατηγό του Θέματος Θεσσαλονίκης Γρηγόριο Ταρωνίτη, στον οποίο ανέθεσε την φύλαξη και προστασία της περιοχής.

Η αποχώρηση του αυτοκράτορος και η μακρόχρονη απουσία του από την Μακεδονία παρείχε στον Σαμουήλ την ευκαιρία να εισβάλλει στα βυζαντινά εδάφη και να κινηθεί εναντίον της Θεσσαλονίκης. Στη μάχη που ακολούθησε, σκοτώθηκε ο Γρηγόριος Ταρχανιώτης και συνελήφθη αιχμάλωτος ο γιος του Ασώτιος. Παρά τη νίκη του, ο Σαμουήλ δεν τόλμησε να πολιορκήσει την Θεσσαλονίκη, γιατί τα ισχυρά τείχη της αποθάρρυναν ένα τέτοιο εγχείρημα. Περνώντας τα Τέμπη, εισέβαλε στη Θεσσαλία, την Βοιωτία και την Αττική, τις οποίες και λεηλάτησε άγρια. Έπειτα, παίρνοντας θάρρος από την απουσία του βυζαντινού στρατού, μπήκε και στην Πελοπόννησο, όπου συνέχισε τις λεηλασίες και τις καταστροφές.

Εναντίον του Σαμουήλ απέστειλε ο αυτοκράτορας τον Στρατηγό Νικηφόρο Ουρανό, ο οποίος περνώντας από την Θεσσαλονίκη, που είχε καταστεί τα χρόνια αυτά το επιτελικό κέντρο αμύνης της περιοχής, έφθασε στην πολύπαθη Λάρισα, διέσχισε την πεδιάδα των Φαρσάλων και στρατοπέδευσε στην όχθη του Σπερχειού που είχε πλημμυρίσει από τις βροχές. Στην απέναντι όχθη βρισκόταν στρατοπεδευμένος ο βουλγαρικός στρατός, που επέστρεφε στη Βουλγαρία φορτωμένος με τα λάφυρα και τους αιχμαλώτους που είχε συγκεντρώσει λεηλατώντας την βυζαντινή ύπαιθρο. Ο όγκος του νερού που είχε κατεβάσει ο Σπερχειός, έπεισε τον Σαμουήλ πως οι Βυζαντινοί δεν μπορούσαν να τον διαβούν και χαλάρωσε τη φρούρηση του στρατοπέδου του. Όμως την φορά αυτή η έκβαση των πραγμάτων κρίθηκε από την επιμονή και την τόλμη του Στρατηγού Νικηφόρου Ουρανού. Οδηγημένος από εντόπιους, κατάφερε να περάσει με τον στρατό του το ποτάμι στη διάρκεια της νύχτας και να επιτεθεί στους Βουλγάρους που κοιμόταν αμέριμνοι. Ο αιφνιδιασμός είχε απόλυτη επιτυχία και τα στρατεύματα του Σαμουήλ κατασφάχθηκαν από τους Βυζαντινούς. Ο ίδιος ο Βούλγαρος ηγεμόνας μόλις που κατάφερε να ξεφύγει τραυματισμένος μαζί με τον γιο του Ρωμανό και ταξιδεύοντας νύχτα μέσω της Πίνδου, έφθασαν στη Βουλγαρία. Μετά την λαμπρή νίκη του και αφού ελευθέρωσε όλους τους αιχμαλώτους, ο Νικηφόρος Ουρανός επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη (997).

Η ήττα του Σπερχειού υπήρξε φοβερή και ανέτρεψε τα σχέδια του Σαμουήλ για την κατάκτηση και προσάρτηση του ελλαδικού χώρου στο βουλγαρικό κράτος. Μη έχοντας στρατιωτικές δυνάμεις επαρκείς για να συνεχίσει την επιθετική του πολιτική κατά του Βυζαντίου, ο Σαμουήλ κατέφυγε σε πολιτικούς ελιγμούς και έστρεψε την προσοχή και τις δραστηριότητές του βορειοδυτικά. Στην προσπάθειά του να διατηρήσει τον έλεγχο της περιοχής Δυρραχίου, πάντρεψε τον αιχμάλωτο Βυζαντινό Ασώτιο Ταρωνίτη, που είχε συλλάβει στη μάχη της Θεσσαλονίκης, με την κόρη του και θεωρώντας ότι είχε εξασφαλίσει την αφοσίωσή του, τον διόρισε Φρούραρχο Δυρραχίου. Ο Ασώτιος όμως παρέμεινε πιστός στον αυτοκράτορα, αυτομόλησε μαζί με τη σύζυγό του και έπεισε τους κατοίκους να παραδώσουν την πόλη στους Βυζαντινούς.

Γνωρίζοντας ότι ο Σαμουήλ δεν είχε πλέον δυνάμεις για να απειλήσει τις βυζαντινές επαρχίες, ο Βασίλειος ο Β΄ άρχισε την σταδιακή ανακατάληψη των φρουρίων που εξακολουθούσαν να κατέχουν οι Βούλγαροι στη Μακεδονία. Η οχυρή Βέροια παραδίδεται στους Βυζαντινούς από τον Βούλγαρο διοικητή της και ακολουθούν τα οχυρά Σέρβια και τα Βοδενά (Έδεσσα). Από τα Σέρβια ο αυτοκράτορας κατέβηκε στη Θεσσαλία, κατέλαβε όσα φρούρια παρέμεναν ακόμη στα χέρια των Βουλγάρων και μετεγκατέστησε τις φρουρές τους στο Βολερό, κοντά στις εκβολές του Νέστου. Μετά το τέλος των επιχειρήσεων, ο Βασίλειος ο Β΄ επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη για να περάσει τον χειμώνα (1003).

Την επομένη χρονιά, ο αυτοκράτορας κατευθύνθηκε προς τη Βόρεια Βαλκανική και πολιόρκησε την παραδουνάβια πόλη Βιδίνη, την οποία κατέλαβε μετά από πολύμηνη πολιορκία, παρά την προσπάθεια αντιπερισπασμού που επεχείρησε ο Σαμουήλ εναντίον της Αδριανουπόλεως, στις 15 Αυγούστου του 1004. Επιστρέφοντας ο Βασίλειος έφθασε στον Αξιό κοντά στα Σκόπια, όπου βρήκε τον Σαμουήλ και τον στρατό του «κατεσκηνωμένον αμερίμνως». Ο Αξιός ήταν πλημμυρισμένος και ο Σαμουήλ έκανε εκ νέου το μοιραίο λάθος, θεωρώντας ότι το ποτάμι τον προστάτευε. Όμως και πάλι οι Βυζαντινοί πέρασαν το πλημμυρισμένο ποτάμι και αιφνιδίασαν τους Βουλγάρους. Ακολούθησε σφαγή και ο Σαμουήλ σώθηκε μόλις και μετά βίας. Τα Σκόπια παραδόθηκαν στον Βασίλειο από τον διοικητή τους Ρωμανό και ο αυτοκράτορας επέστρεψε νικητής και τροπαιούχος στη Βασιλεύουσα, το 1005.

Οι πηγές της εποχής ελάχιστα αναφέρουν για τα όσα συνέβησαν στο Βαλκανικό Μέτωπο την επόμενη δεκαετία. Από τη σύντομη αναφορά του Ιωάννου Σκυλίτζη φαίνεται ότι οι Βυζαντινοί εξακολούθησαν τον πόλεμο φθοράς κατά των Βουλγάρων και ο Βασίλειος «ου διέλιπε καθ' έκαστον ενιαυτόν εισιών εν Βουλγαρία καί τα εν ποσί κείρων τε καί δηών».

Η τακτική αυτή των Βυζαντινών θα πρέπει να ήταν αποτελεσματική, γιατί οδήγησε τον Σαμουήλ στη σκέψη ότι θα έπρεπε να οχυρώσει και να τειχίσει τις ορεινές διαβάσεις προς την Βουλγαρία, για να σταματήσει τις ετήσιες επιδρομές τους στη χώρα του. Η σημαντικότερη από τις διόδους αυτές ήταν εκείνη που οδηγούσε διαμέσου της κοιλάδος του Στρυμόνα μέχρι της συμβολής του με τον ποταμό Στρώμνιτσα και διά της κοιλάδος του στην καρδιά της Βουλγαρίας του Σαμουήλ, ανάμεσα στα Σκόπια και την Αχρίδα. Το στενώτερο σημείο της κοιλάδος του Στρώμνιτσα, το Κλειδί, οχύρωσαν οι Βούλγαροι με φράγματα και τάφρους περιμένοντας την διάβαση των Βυζαντινών. Πράγματι, το καλοκαίρι του 1014 ο Βασίλειος ο Β΄ έφθασε στα στενά και προσπάθησε να διασπάσει την αντίσταση των Βουλγάρων. Μάταια όμως, γιατί εκείνοι πολεμούσαν με πείσμα και οχυρωμένοι όπως ήταν, έφεραν τους Βυζαντινούς σε δύσκολη θέση. Από την ήττα που είχε αρχίσει να διαφαίνεται, έσωσε τον βυζαντινό στρατό ο τολμηρός ελιγμός του Στρατηγού Φιλιππουπόλεως Νικηφόρου Ξιφία, ο οποίος, οδηγώντας τους άνδρες του μέσα από δύσβατες ατραπούς, κατάφερε να κυκλώσει τους εχθρούς και «άνωθεν εξαίφνης μετ' αλαλαγμού καί δούπου κατά νώτου γίνεται των Βουλγάρων». Οι Βούλγαροι αιφνιδιάσθηκαν, πανικοβλήθηκαν και προσπάθησαν να διαφύγουν. Ακολούθησε άγρια μάχη και σφαγή, που είχε ως αποτέλεσμα να σκοτωθεί μεγάλος αριθμός Βουλγάρων και να αιχμαλωτισθούν πολύ περισσότεροι. Ο ίδιος ο Σαμουήλ μόλις που κατάφερε να διαφύγει και να φθάσει στον Πρίλαπο. Μετά από διαπραγματεύσεις, παραδόθηκε στον Βασίλειο και το απόρθητο Φρούριο Μελένικο.

Την λαμπρή νίκη των Βυζαντινών σκίασε μία πράξη πρωτοφανούς αγριότητος, πράξη μοναδική, που έρχεται σε κραυγαλέα αντίθεση με όσα γνωρίζουμε για την συμπεριφορά των Βυζαντινών γενικά και του Βασιλείου του Β΄ ειδικότερα απέναντι στους ηττημένους εχθρούς. Μία πράξη που, όπως παρατήρησε ήδη ο Ι. Καραγιαννόπουλος, δεν εκφράζει τίποτε άλλο «από το μέτρο της αγριότητος εις την οποίαν είχαν φτάσει τα πνεύματα εξ αιτίας του μακρού εκείνου και απηνούς πολέμου». Με διαταγή του αυτοκράτορος, οι Βυζαντινοί τύφλωσαν μεγάλο αριθμό Βουλγάρων αιχμαλώτων αφήνοντας στους εκατό έναν μονόφθαλμο, για να τους οδηγήσει στη Βουλγαρία. Η Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου παρατηρεί ότι οι Βούλγαροι στην προκειμένη περίπτωση αντιμετωπίσθηκαν ως στασιαστές και όχι ως ξένοι αιχμάλωτοι πολέμου και ως στασιαστές τιμωρήθηκαν, όπως προέβλεπε η βυζαντινή νομοθεσία. Όταν η θλιβερή εκείνη φάλαγγα των τυφλών στρατιωτών έφθασε στη Βουλγαρία, ήταν τέτοια η οδύνη που προκάλεσε ώστε ο Σαμουήλ, ο σκληροτράχηλος Βούλγαρος αρχηγός, υπέστη προσβολή και πέθανε δύο ημέρες αργότερα, στις 6 Οκτωβρίου του 1014. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Γαβριήλ, «ρώμη μέν του πατρός υπερέχων, φρονήσει δέ καί διανοία πολλώ λειπόμενος», όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά οι βυζαντινές πηγές.

Μετά τον θάνατο του Σαμουήλ, οι Βούλγαροι εξακολουθούν να πολεμούν. όμως, ο χαρακτήρας των στρατιωτικών επιχειρήσεων άλλαξε. Δε γινόταν πλέον μεγάλες μάχες αλλά οι Βυζαντινοί προσπαθούσαν να καταλάβουν τα φρούρια που κατείχαν οι Βούλγαροι, ενώ εκείνοι αμύνονταν απεγνωσμένα. Είναι πλέον φανερό ότι ο πόλεμος τελειώνει, όμως το τέλος δεν επρόκειτο να έλθει όσο σύντομα το επιθυμούσαν οι Βυζαντινοί.

Την άνοιξη του 1015 τα Βοδενά (Έδεσσα) επαναστάτησαν και ο αυτοκράτορας, ξεκινώντας από την Θεσσαλονίκη, κατέλαβε την πόλη, που συνθηκολόγησε μόλις τα βυζαντινά στρατεύματα την περικύκλωσαν, μετεγκαθιστώντας τους κατοίκους της στο Βολερό. Επόμενος στόχος του Βασιλείου ήταν το οχυρό των Μογλενών (Αλμωπία), το οποίο κατελήφθη μετά από σκληρές μάχες και καταστράφηκε από τους Βυζαντινούς.

Οι νίκες αυτές του Βασιλείου επέφεραν σύγχυση στους Βουλγάρους. Αναζωπυρώθηκαν δυναστικές διαφορές, που είχαν ως κορύφωση την δολοφονία του Γαβριήλ από τον ανεψιό του Σαμουήλ Ιωάννη Βλαδισθλάβο, ο οποίος μόλις ανέλαβε την εξουσία, υποσχέθηκε «τήν πρέπουσαν υποταγήν καί δούλωσιν ενδείξασθαι πρός τόν βασιλέα». Παρά τις υποσχέσεις και τις δυναστικές έριδες όμως, ο πόλεμος συνεχιζόταν και ο Βασίλειος αναγκάσθηκε να εκστρατεύσει και να καταλάβει την Αχρίδα.

Οι επιχειρήσεις συνεχίζονται στα επόμενα χρόνια (1016-1018) με εισβολές των Βυζαντινών και προσπάθειες -άλλοτε επιτυχείς και άλλοτε όχι- να καταλάβουν οχυρές πόλεις και φρούρια, όταν την άνοιξη του 1018, ο θάνατος του Ιωάννου Βλαδισθλάβου σε μάχη προ του Δυρραχίου σήμανε το τέλος του φοβερού αυτού Βυζαντινοβουλγαρικού Πολέμου, που διήρκεσε περί τα σαράντα χρόνια. Γιατί στο άκουσμα του θανάτου του Ιωάννου, οι Βούλγαροι έχασαν τον αρχηγό τους και μαζί του κάθε ελπίδα και διάθεση να συνεχίσουν τον αγώνα τους κατά της αυτοκρατορίας. Έτσι, σύσσωμοι σχεδόν οι άρχοντες των Βουλγάρων άρχισαν να δηλώνουν υποταγή στον αυτοκράτορα, ο οποίος έφθασε ήδη στις Σέρρες. Στις Σέρρες έφθασαν και οι Βούλγαροι διοικητές των σπουδαιοτέρων φρουρίων που είχαν παραδοθεί και ο γενναίος υπερασπιστής του Φρουρίου Πέρνικον, Κρακράς. Ο Βασίλειος προχώρησε μέχρι τη Στρώμνιτσα, όπου συνάντησε τον Αρχιεπίσκοπο Βουλγαρίας Δαβίδ που έφερε επιστολές της Τσαρίνας Μαρίας σχετικές με την πρόθεση και τους όρους της παραδόσεώς της. Στη συνέχεια έφθασε στην Αχρίδα, όπου δέχθηκε την παράδοση της βασιλικής οικογενείας και άλλων Βουλγάρων αρχόντων και μοίρασε στους στρατιώτες του τους θησαυρούς που βρήκε στο βασιλικό παλάτι.

Ο πόλεμος που τόσο είχε ταλαιπωρήσει τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές, είχε τελειώσει και ο Βασίλειος, αφού περιόδευσε στα πεδία των μαχών της Μακεδονίας και της Στερεάς, έφθασε στην Αθήνα. Εκεί τέλεσε λαμπρές εορτές και δοξολογίες στο Ναό της Παναγίας που ήταν κτισμένος στην Ακρόπολη, εκφράζοντας έτσι τις ευχαριστίες του στην Υπερμάχο Στρατηγό. Έπειτα επέστρεψε στα τέλη του 1018 στην Κωνσταντινούπολη, όπου τέλεσε τον δίκαια κερδισμένο μεγαλοπρεπή του θρίαμβο.

Η απήχηση της βουλγαρικής υποταγής υπήρξε καταλυτική. Οι εχθροί της αυτοκρατορίας στην περιοχή άρχισαν, ο ένας μετά τον άλλον, να αναγνωρίζουν την βυζαντινή επικυριαρχία (Κροάτες, Βόσνιοι, Σέρβοι). Μόνον ο διοικητής του Σιρμίου προσπάθησε να αντιδράσει, νικήθηκε όμως και σκοτώθηκε από τον βυζαντινό στρατηγό της περιοχής.

Διοικητική οργάνωση της κατεκτημένης Βουλγαρίας

Εξίσου ικανός ανεδείχθη ο Βασίλειος και στην παγίωση και διατήρηση της ειρήνης. Με πολιτική διορατικότητα μοίρασε αξιώματα στους άρχοντες των Βουλγάρων και εξασφάλισε έτσι την ανοχή τους στις διοικητικές μεταβολές, τις οποίες ετοιμαζόταν να επιφέρει. Η κατεκτημένη Βουλγαρία χωρίσθηκε σε δύο μεγάλες διοικητικές περιφέρειες (θέματα): το Θέμα Βουλγαρίας και το Παραδουνάβιο ή Παρίστριο Θέμα. Το Θέμα Βουλγαρίας περιελάμβανε τις δυτικές περιοχές του παλαιού βουλγαρικού κράτους (Σαρδικής, Ναϊσού και Ευτζαπόλεως) και είχε έδρα τα Σκόπια. Το Παραδουνάβιο Θέμα αποτελούσαν οι βορειοανατολικές περιοχές και είχαν ως διοικητικό κέντρο την Σιλίστρια (Δορύστολο). Τα βουλγαρικά εδάφη που βρισκόταν μεταξύ Αίμου και Ροδόπης, μοιράσθηκαν στα Θέματα Θράκης, Μακεδονίας, Στρυμόνος και Βουλγαρίας.

Ο αυτοκράτορας δεν επέφερε καμία αλλαγή στην εσωτερική διοίκηση του κατεκτημένου βουλγαρικού λαού και -κυρίως- δεν άλλαξε το ισχύον φορολογικό σύστημα, επιτρέποντας τη συνέχιση της καταβολής φόρων σε είδος και καταφέρνοντας έτσι να ελαχιστοποιήσει τα πιθανά αίτια δυσαρέσκειας των κατεκτημένων Βουλγάρων.

Εξίσου αποτελεσματικά υπήρξαν τα μέτρα που έλαβε ο Βασίλειος για να οργανώσει σε νέα βάση την Βουλγαρική Εκκλησία. Περιόρισε την δύναμη και το κύρος της, δίχως όμως να θίξει την αυτοτέλειά της σε σχέση με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Αν και δεν γνωρίζουμε επακριβώς τις λεπτομέρειες του σχετικού σιγιλλίου, φαίνεται ότι καταργήθηκε το Βουλγαρικό Πατριαρχείο και αντικαταστάθηκε από την αυτοκέφαλη Αρχιεπισκοπή Βουλγαρίας, που έδρευε στην Αχρίδα. Νέος Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας ανεδείχθη ο μοναχός Ιωάννης. Με σειρά σιγιλλίων ο Βασίλειος καθόρισε τον αριθμό των κληρικών στις επισκοπές της νέας Βουλγαρικής Εκκλησίας και υπήγαγε στην δικαιοδοσία του αρχιεπισκόπου Αχρίδος επισκοπές που ανήκαν στο παλαιό βουλγαρικό κράτος του Πέτρου και του Σαμουήλ καθώς επίσης και τις Επισκοπές Σερβίων, Βεροίας και Σταγών. Αξίζει να παρατηρηθεί ότι την Αρχιεπισκοπή Βουλγαρίας ελάμπρυναν με την παρουσία τους διαπρεπείς λόγιοι, όπως ο Θεοφύλακτος, ο Δημήτριος Χωματηνός και ο Ιωάννης Καματηρός, οι οποίοι κατέστησαν την Αχρίδα πυρήνα της ελληνικής πολιτιστικής ακτινοβολίας.

Τον Δεκέμβριο του 1025 πεθαίνει ο Βασίλειος ο Β΄, ένας από τους ικανοτέρους αυτοκράτορες της περιόδου (565-1025) και με τον θάνατό του, όπως εύστοχα παρατήρησε ο Ι. Καραγιαννόπουλος, «τελείωσε μία των ενδοξοτέρων βασιλειών του Βυζαντίου. Η βασιλεία του υπήρξε πράγματι το απόγειον της ακμής, εξωτερικής και εσωτερικής, η οποία χαρακτηρίζει τους χρόνους της Μακεδονικής δυναστείας. Εν τούτοις τα σπέρματα της παρακμής έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους και θα εκδηλωθούν σαφώς και επικινδύνως επί των διαδόχων του».


Υποσημειώσεις

Α.Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία της Θεσσαλονίκης, 316 π.Χ.-1983, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 59 κε.

Γ. Θεοχαρίδης, Ιστορία της Μακεδονίας κατά τους μέσους χρόνους 285 -1354, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 45 κε., Αικ. Χριστοφιλοπούλου, «Η βυζαντινή Μακεδονία από τον Στ΄ στον Θ΄ αιώνα», Νέα Εστία, 1571 (1992), σσ. 224-225.

Ζώσιμος ΙΙ.22 (σ. 78.17 κε.). - Χ. Μπακιρτζής, «Η θαλάσσια οχύρωση της Θεσσαλονίκης», Βυζαντινά, 7 (1975), σ. 289 κε.

Βακαλόπουλος, Ιστορία της Θεσσαλονίκης, σ. 75 κε.

Ι. Καραγιαννόπουλος, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τόμ.1, Θεσσαλονίκη 1993, 5η ανατύπωση σ. 184 κε. - Ε. Χρυσός, «Η σφαγή των Θεσσαλονικέων το 390», Χριστιανική Θεσσαλονίκη, Πρακτικά του Β΄ Συμποσίου των ΚΓ΄ Δημητρίων, Θεσσαλονίκη 1990, σσ. 93-105.

Θεοφύλακτος Σιμοκάτης 220.18 κε., Καραγιαννόπουλος Ιστορία, τόμ.2, σ. 47 κε.

P. Lemerle, Les miracles de Saint Démétrius, τόμ.1, Παρίσι 1979, σ. 133 κε.

Lemerle, Miracles, σ. 177 κε. - Th. Korres, «Some remarks on the First Two Major Attempts of the Avaroslavs to Capture Thessaloniki (597-614)», Βυζαντινά, 19 (1998), σ. 171 κε.

Lemerle, Miracles, σ. 211 κε., Θ. Κορρές, «Παρατηρήσεις σχετικές με την πέμπτη πολιορκία της Θεσσαλονίκης από τους Σλάβους (676-678)», Βυζαντιακά, 19 (1999), σ. 153 κε, Θεοχαρίδης, Ιστορία της Μακεδονίας, σ. 161 κε.

Χριστοφιλοπούλου, «Βυζαντινή Μακεδονία», σ. 144 κε.

Μ. Γρηγορίου-Ιωαννίδου, «Η εκστρατεία του Ιουστινιανού Β΄ κατά των Βουλγάρων και Σλάβων (688)», Βυζαντιακά, 2 (1982), σ. 111 κε.

A. Stavridou-Zafraka, «Slav Invasions and the Theme Organization in Balkan Peninsula», Βυζαντιακά, 12 (1992), σ. 168 κε.

Β. Παπούλια, «Το πρόβλημα της ειρηνικής διεισδύσεως των Σλάβων στην Ελλάδα», Διεθνές Συμπόσιο, Βυζαντινή Μακεδονία (324-1430), Θεσσαλονίκη 1995, σ. 255 κε, Μ. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, Σλαβικές εγκαταστάσεις στη Μεσαιωνική Ελλάδα2, Αθήνα 1993, σ. 28 κε, Κορρές, «Πέμπτη πολιορκία», σ. 140 κε.

Χριστοφιλοπούλου, «Βυζαντινή Μακεδονία», σ. 150 κε, Α. Σταυρίδου-Ζαφράκα, «Θεσσαλονίκη «πρώτη πόλις Θεσσαλίας», ΚΔ΄ Δημήτρια, Πρακτικά Γ΄ Επιστημονικού Συμποσίου, Χριστιανική Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 65-77, της ιδίας, «Θέμα Στρυμόνος», σ. 307 κε.

Θεοφάνης 357.27 κε.

Θεοφάνης 364.15-18. - Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σσ. 97-98 και 108, Γρηγορίου-Ιωαννίδου, «Εκστρατεία του Ιουστινιανού Β΄», σ. 111 κε.

Θεοφάνης 429.23-24.

Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, σ. 142 κε.

Θ. Κορρές, «Η βυζαντινοβουλγαρική αντιπαράθεση στις αρχές του 9ου αι. και η σφαγή των στρατευμάτων του Νικηφόρου Α΄ στη Βουλγαρία», Βυζαντινά, 18 (1995-96), σ. 167 κε. - Του ιδίου, Λέων Ε΄ ο Αρμένιος και η εποχή του, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 87 κε.

Χριστοφιλοπούλου, «Βυζαντινή Μακεδονία», σ. 261.

Ι. Καραγιαννόπουλος, Το ιστορικόν πλαίσιον του έργου των αποστόλων των Σλάβων, Κυρίλλω και Μεθοδίω, τόμος εόρτιος, τόμ. 1, Θεσσαλονίκη 1966, σ. 141 κε.

Ι. Καμενιάτης 10.9 κε.

Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 326 κε.

Για τα γεγονότα της πολιορκίας βλ. Ι. Καμενιάτης 16.35 κε. - Γ. Τσάρας, Άλωση Θεσσαλονίκης 53 κε.

Ι. Καμενιάτης 32.43 κε. - Βλ. Θ. Κορρές, "Υγρόν πυρ" 100 κε.

Ι. Καμενιάτης 33.68 κε.

Ι. Καμενιάτης 56.47 κε. - Γ. Τσάρας, Ιωάννου Καμενιάτου στην άλωση της Θεσσαλονίκης. Εισαγωγή - Μετάφραση - Σχόλια, Θεσσαλονίκη 1987, σ. 113 κε.

Νικόλαος Μυστικός 10 κε.

H. Ahrweiler, Βυζαντινή Μακεδονία, σ. 278.

Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 79 κε.

Ιω. Σκυλίτζης 176.83., Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία Β2, σ. 60.

Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 317 κε.

Α. Σταυρίδου-Ζαφράκα, Η συνάντηση Συμεών και Νικολάου Μυστικού στα πλαίσια του Βυζαντινοβουλγαρικού ανταγωνισμού, Θεσσαλονίκη 1972, σ. 143 κε.

Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 348 κε.

Λέων Διάκονος 61.23 κε.

Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 417 κε.

Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σσ. 423-425.

Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία, Β2, σ. 160 κε.

Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία, Β2, σσ.162-163.

Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σσ. 440-443.

Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία, Β2, σσ. 163-164.

Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία, Β2, σ. 165.

Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 452 κε.

Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία, Β2, σ. 167.

Ιω. Σκυλίτζης 348.9 κε.

Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σσ. 459-460.

Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 460, πρβ. Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία, Β2, σ. 162.

Θεοχαρίδης, Ιστορία της Μακεδονίας, σσ. 268-269.

Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία Β2, σσ.171-172.

Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 469 κε.

Θεοχαρίδης, Ιστορία της Μακεδονίας, σσ. 275-276.

Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σσ. 460-463.

Τελευταία ενημέρωση: 18/03/2013 12:59