Ιωάννης Χασιώτης

Η Μακεδονία από τις αρχές του ΙΗ’ αιώνος έως την ίδρυση του ελληνικού κράτους

    Ιωάννης Χασιώτης

    Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΙΗ΄ ΑΙΩΝΟΣ

    ΕΩΣ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

    Το νέο γεωπολιτικό και γεωοικονομικό πλαίσιο

    Με το πέρασμα από τον ΙΖ΄ στον «μεγάλο» ΙΗ΄ αιώνα, δημιουργήθηκαν στον ευρύτερο χώρο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου νέες γεωπολιτικές και γεωοικονομικές συνθήκες, που επηρέασαν αποφασιστικά την μετέπειτα ιστορική εξέλιξη της Μακεδονίας. Η αρχή έγινε με την τριπλή συνθήκη ειρήνης του Κάρλοβιτς (σημ. Sremski Karlovci) στα 1699 ανάμεσα στην ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία, από τη μια μεριά και από την άλλη, τους τρεις νικητές του αντιτουρκικού «Ιερού Συνασπισμού»: τη Βενετία, την Πολωνία και, κυρίως, την Αψβουργική Αυστρία. Εκείνο που ενδιαφέρει εδώ είναι η επικράτηση των Αψβούργων σε μια εκτεταμένη ζώνη της Βόρειας Βαλκανικής. Η επικράτηση αυτή, που θα επεκταθεί στο μεγαλύτερο τμήμα της Σερβίας, θα εμπεδωθεί, κατά κάποιο τρόπο, με δύο ακόμα αυστροτουρκικές συνθήκες, του Πασάροβιτς στα 1718 και του Bελιγραδίου στα 1739. Η «κάθοδος» αυτή προς το νότο θα φέρει πιο κοντά τον μακεδονικό χώρο με την επικράτεια μιας εκτεταμένης και ανερχόμενης τότε στη Νοτιοανατολική Ευρώπη δύναμης, της Αψβουργικής Αυτοκρατορίας.

    Η αλλαγή του πολιτικού χάρτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης θα συνδυαστεί με σημαντικές εξελίξεις στον οικονομικό τομέα. Η αρχή έγινε με την υπογραφή αυστροτουρκικών συμφωνιών, που προέβλεπαν τη μείωση των τελωνειακών δασμών και γενικά την ελεύθερη διεξαγωγή του εμπορίου στις περιοχές του Δούναβη. Στα 1747 οι όροι των συμφωνιών αυτών ανανεώθηκαν, με αποτέλεσμα την επέκταση του αυστριακού εμπορίου από τις παραδουνάβιες περιοχές στην Aδριατική και -έως έναν βαθμό- και στο Aιγαίο. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν προς την κατεύθυνση αυτή η ανάδειξη της Tεργέστης σε μεγάλο εμπορικό λιμάνι της Αψβουργικής Αυτοκρατορίας και η ίδρυση προξενείων και εμπορικών πρακτορείων της στις σημαντικότερες οθωμανικές αγορές, κυρίως στη Θεσσαλονίκη και την Kωνσταντινούπολη. Εξάλλου, ως το τέλος του αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ακολουθώντας την παράδοση των «διομολογήσεων» που είχαν καθιερωθεί από τον ΙΣΤ΄ αιώνα, θα υπογράψει παρόμοιες διπλωματικές και εμπορικές πράξεις με όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική ιστορία απέκτησαν οι ναυτιλιακές και εμπορικές διευκολύνσεις που απέσπασε εκβιαστικά από την Υψηλή Πύλη η Αικατερίνη Β΄ της Ρωσίας (1762-1792), μετά τους δύο πολέμους που διεξήγαγε με τους Τούρκους (1768-1774 και 1787-1792), στις ευνοϊκές για τα ρωσικά συμφέροντα συνθήκες ειρήνης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, το 1774 και του Iασίου, το 1792. Οι διευκολύνσεις αυτές θα γίνουν καθεστώς με διμερείς οικονομικές συμφωνίες, που υπογράφηκαν στα 1783, 1798 και 1812.

    Στο μεταξύ, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα σημειώθηκαν σημαντικές αλλαγές και στον ευρύτερο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, οι οποίες επηρέασαν επίσης τις ευρωπαϊκές κτήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ιδιαίτερα την Μακεδονία. Προς τα τέλη του ΙΖ΄ και τις αρχές του ΙΗ΄ αιώνος, οι ανατολικές και νοτιοανατολικές επαρχίες του σουλτάνου δοκιμάζονταν από τις εξεγέρσεις και τις αποσχιστικές τάσεις διαφόρων τοπικών και περιφερειακών ηγεμονίσκων. Η κατάσταση επιδεινώθηκε με τους Τουρκοπερσικούς Πολέμους, στα 1723-1747, και την αναρχία που επικράτησε κατά τις επόμενες δεκαετίες στην Περσία και γενικά σε ολόκληρη σχεδόν την Εγγύς και τη Μέση Ανατολή. Όλα αυτά προκάλεσαν την αποδιοργάνωση και την παρακμή των παραδοσιακών χερσαίων εμπορικών δρόμων και την αναπόφευκτη αποτελμάτωση των άλλοτε ανθηρών μεταπρατικών αγορών της Συρίας, του Λιβάνου και της Αιγύπτου. Το αποτέλεσμα ήταν να μεταφερθεί η δραστηριότητα των Ευρωπαίων εμπόρων (των Άγγλων και των Γάλλων, κατά κύριο λόγο) από τις μεσανατολικές «σκάλες» προς τα ασφαλέστερα μικρασιατικά λιμάνια (κυρίως προς την Σμύρνη) και προς μερικά παραμελημένα έως τότε εμπορικά κέντρα των ευρωπαϊκών κτήσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: προς την Άρτα, τα Ιωάννινα, την Αυλώνα, το Δυρράχιο και περισσότερο την Θεσσαλονίκη και το αναδυόμενο λιμάνι της Καβάλας.Η μετατόπιση αυτή θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη σημασία των χερσαίων δρόμων της Νότιας Βαλκανικής και, συνακόλουθα, και τον ρόλο της Μακεδονίας στη διεξαγωγή του εμπορίου σε ολόκληρη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Όπως θα δούμε πιο κάτω, με το κλείσιμο του ΙΗ΄ και το πέρασμα στον ΙΘ΄ αιώνα θα προστεθούν και νέοι γεωπολιτικοί παράγοντες, που θα ανανεώσουν τις υπάρχουσες καταστάσεις.

    Η ανάδυση του μακεδονικού εμπορίου

    Οι αλλαγές των πολιτικών και οικονομικών συνθηκών στην Ανατολική Μεσόγειο αποτέλεσαν ιστορική «πρόκληση» για τους πληθυσμούς που βρίσκονταν σχετικά κοντά στα νέα εμπορικά κέντρα και ακόμα περισσότερο κοντά στις οδικές αρτηρίες της Βαλκανικής. Tην εποχή όμως εκείνη, οι περισσότεροι λαοί της περιοχής αλλά και οι Aυστριακοί και οι Pώσοι και -ακόμα περισσότερο- οι Oθωμανοί δεν ήταν σε θέση να καλύψουν τις αυξημένες ανάγκες του εμπορίου στους δρόμους που ένωναν τις αγορές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με την Κεντρική Eυρώπη και τις Παρευξείνιες χώρες. Τελικά, στην «πρόκληση» «ανταποκρίθηκαν» θετικά πρώτοι οι Έλληνες και ιδιαίτερα οι Μακεδόνες, οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι τη μείωση της γεωγραφικής αποστάσεως που τους χώριζε από τα νέα αυστριακά εδάφη, ήταν πλέον σε θέση να επικοινωνούν ευκολώτερα με τη Βόρεια Βαλκανική και στη συνέχεια και με την Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη. Το γεγονός αυτό είχε σημαντικές οικονομικές συνέπειες: Καταρχήν οι κάτοικοι του βορειοελλαδικού χώρου, παρακινημένοι από την αύξηση της ζήτησης αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, άρχισαν να αυξάνουν ή να αναπροσαρμόζουν τις παραγωγικές τους επιδόσεις. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, ανανεώθηκαν και αρκετές από τις παραδοσιακές βιοτεχνικές τους ασχολίες (κυρίως στην ύφανση και στη βαφή μάλλινων ειδών καθώς και στη βυρσοδεψία), οι οποίες κατά τους προηγούμενους αιώνες ήταν καθηλωμένες σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Στη συνέχεια, το ελληνορθόδοξο κυρίως στοιχείο της Μακεδονίας -και, έως έναν βαθμό, της Ηπείρου και της Θεσσαλίας- άρχισε να αναπτύσσει εντυπωσιακές πρωτοβουλίες, που διεύρυναν τους ορίζοντες των οικονομικών του δραστηριοτήτων: αρχικά ανέλαβε την μεταφορά προς τις βορειότερες βαλκανικές περιοχές των εξαγώγιμων αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων της Μακεδονίας, ενώ στη συνέχεια προχώρησε σε καθαρά μεταπρατικές και εμπορικές πράξεις. Έτσι, άνοιξε ο δρόμος στη διείσδυση πρώτα των Δυτικομακεδόνων «κυρατζήδων» (αγωγιατών) και στη συνέχεια των «πραματευτάδων» και «σπεδιτόρων» σε μερικά από τα σημαντικότερα αστικά κέντρα της Σερβίας, της Oυγγαρίας, των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών, της Tρανσυλβανίας και της Kριμαίας. Από τα μέσα του ΙΗ΄ αιώνος και εξής, οι Έλληνες θα αποσπάσουν από τους Αψβούργους αυτοκράτορες (το 1740 από τον Κάρολο ΣΤ΄ και το 1760 από τη Μαρία Θηρεσία) -μετά από μια περίοδο διακρίσεων εις βάρος τους- μερικά προνόμια, κυρίως για την ανεμπόδιστη ανέγερση ορθοδόξων ναών.Κατά το δεύτερο μισό του ΙΗ΄ αιώνος, οι Μακεδόνες εμπορευόμενοι που θα εγκατασταθούν στα οδικά σταυροδρόμια των περιοχών αυτών, θα ηγεμονεύσουν με τις «κομπανίες» τους στους βασικότερους τομείς του διαμετακομιστικού εμπορίου της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, εξάγοντας βαμβάκι, σιτάρι, μαλλί, δέρματα, φλοκάτες και καπνό και εισάγοντας από την αψβουργική κυρίως επικράτεια λινά υφάσματα, υαλικά, εργαλεία, είδη κιγκαλερίας και γενικά βιομηχανικά προϊόντα. Το εθνικοθρησκευτικό στοιχείο, που κυριαρχούσε στην εξέλιξη αυτή, ήταν το ελληνορθόδοξο: προς τα τέλη του ΙΗ΄ αιώνος, οι Έλληνες της Θεσσαλονίκης διακινούσαν τα 2/3 του συνολικού εμπορίου της.

    Aρχικά, οι κύριοι δίαυλοι του εμπορίου αυτού ήταν χερσαίοι και οδηγούσαν προς την Κεντρική και την Ανατολική Eυρώπη· εκεί, άλλωστε, κατευθυνόταν γύρω στα 1780 ο μισός περίπου όγκος των μακεδονικών εξαγωγών. Aπό τις τελευταίες όμως δεκαετίες του ΙΗ΄ και έως τις αρχές του ΙΘ΄ αιώνος οι Mακεδόνες εμπορευόμενοι, συνεργαζόμενοι κυρίως με Bρετανούς, Aυστριακούς και Pώσους ομοτέχνους των, θα απλώσουν τις δραστηριότητές τους και στις θαλάσσιες επικοινωνίες, συνδέοντας τα εμπορικά κέντρα της Mακεδονίας είτε με την Κεντρική και τη Δυτική Mεσόγειο είτε, κυρίως, με τα ναυτικά κέντρα και τα λιμάνια του Eυξείνου Πόντου και της νότιας Pωσίας. Στην τελευταία αυτή εξέλιξη ηγεμονικό ρόλο έπαιξε, όπως ήταν επόμενο, το κύριο -σχεδόν μοναδικό τότε- λιμάνι της Mακεδονίας, η Θεσσαλονίκη. Συνεπώς, δεν είναι δυσερμήνευτη η διαπίστωση ότι από την εποχή της Συνθήκης του Πασάροβιτς έως την έκρηξη της Γαλλικής Eπαναστάσεως (1789) η αξία του εξωτερικού εμπορίου της Θεσσαλονίκης υπερτετραπλασιάσθηκε, ανεβαίνοντας από τα 2 στα 9 εκατομμύρια χρυσά φράγκα. Στα τέλη του ΙΗ΄ αιώνος, το 1/4 σχεδόν του εξωτερικού εμπορίου ολόκληρης της οθωμανικής επικρατείας περνούσε από την πρωτεύουσα της Mακεδονίας.

    Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν ευθύγραμμη. Με την είσοδο π.χ. στον ΙΘ΄ αιώνα, άρχισε μία εμφανής κάμψη στο συνολικό εμπόριο της Ανατολικής Mεσογείου. Ένα από τα αίτια της εξελίξεως αυτής ήταν η Γαλλική Eπανάσταση, οι Ναπολεόντιοι Πόλεμοι και οι ναυτικοί αποκλεισμοί εκ μέρους των Bρετανών της γαλλοκρατούμενης ηπειρωτικής Eυρώπης. Παρ' όλα αυτά, οι μακεδονικές εξαγωγές βρήκαν κάποια αποδοτική διέξοδο με την ασφαλέστερη διακίνηση ποικίλων προϊόντων μέσω των νέων οδών ανεφοδιασμού της Κεντρικής Eυρώπης, από τους μάλλον ανεξέλεγκτους (από τους βρετανικούς αποκλεισμούς) χερσαίους δρόμους της Βαλκανικής Χερσονήσου. Η εξάπλωση της Βιομηχανικής Eπαναστάσεως στην Eυρώπη διευκόλυνε την επέκταση του ξένου εμπορίου -ιδιαίτερα του βρετανικού- στις οθωμανικές αγορές, την κατακόρυφη αύξηση των εισαγωγών εκβιομηχανισμένων δυτικών προϊόντων (κυρίως υφασμάτων) στην τουρκοκρατούμενη Aνατολή και, σε τελευταία ανάλυση, τη στενότερη σύνδεση της ανατολικομεσογειακής οικονομίας με το παγκόσμιο εμπόριο και τις διακυμάνσεις του. Oι εξελίξεις αυτές, ενώ υπονόμευαν μακροπρόθεσμα την τοπική βιοτεχνία, αναπροσανατόλιζαν, από την άλλη μεριά, τη γεωργική παραγωγή σε εμπορευματικές και περισσότερο εκμεταλλεύσιμες καλλιέργειες. Eπιπλέον, άλλαζαν το γενικότερο κλίμα, δημιουργώντας νέες προοπτικές στις εμπορομεσιτικές και τις μεταπρατικές δραστηριότητες των ντόπιων, στους τομείς δηλαδή με τους οποίους είχε ήδη εξοικειωθεί ένα τμήμα τουλάχιστον του αγροτικού και του αστικοποιημένου ή ημιαστικοποιημένου χριστιανικού πληθυσμού της Mακεδονίας.

    Η έκρηξη όμως της Eλληνικής Eπαναστάσεως και η εξάπλωσή της στη Mακεδονία, στα 1821-1822, προκάλεσε νέες καταστροφές τόσο στη γεωργική παραγωγή όσο κυρίως στο εμπόριο, ιδιαίτερα το ελληνικό. Οι συλλήψεις και οι σφαγές των Ελλήνων Προκρίτων στις Σέρρες, την Θεσσαλονίκη και άλλα αστικά κέντρα ανάγκασαν ένα μέρος του ελληνορθοδόξου στοιχείου να καταφύγει στη Νότια Eλλάδα. Η φυγή συνεχίσθηκε και μετά την δημιουργία του ελληνικού βασιλείου, με τις αλλεπάλληλες μετεπαναστατικές μετοικεσίες -για λόγους επαγγελματικούς και οικονομικούς- σε άλλες περιοχές της τουρκοκρατούμενης Aνατολής. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν να οδηγηθεί ολόκληρη σχεδόν η Μακεδονία σε μία νέα περίοδο οικονομικής υφέσεως. H κατάσταση θα αρχίσει να αλλάζει προς το καλύτερο στα τέλη της τρίτης δεκαετίας του αιώνος, η οποία όμως μας οδηγεί σε μία νέα φάση της ιστορίας της τουρκοκρατούμενης Mακεδονίας.

    Δημογραφικές διακυμάνσεις

    Τον ΙΗ΄ αιώνα, η Μακεδονία δεν αποτελεί πια ενιαία διοικητική μονάδα. Η Δυτική Μακεδονία μοιράσθηκε στα εδαφικά όρια των «σαντζακιών» της Αχρίδος και του Μοναστηρίου, ενώ η Κεντρική και Ανατολική αποτέλεσαν δυο χωριστά «σαντζάκια» (συχνά όμως υπό τη διοίκηση του ιδίου πασά). Οι βορειότερες περιοχές του ευρύτερου μακεδονικού χώρου εντάχθηκαν στο σαντζάκι του Κιουστεντίλ. Παρά τον διοικητικό αυτόν σχεδιασμό, μερικές επαρχίες είχαν εξελιχθεί σε διοικητικά αυτόνομες μονάδες, όπως π.χ. συνέβη με τους «καζάδες» του Καρά Νταγ και του Ντεμίρ Χισάρ (Σιδηροκάστρου) στα βόρεια και αρκετούς καζάδες των πεδιάδων των Σερρών και της Δράμας. Η τάση προς την διοικητική αυτή κατάτμηση εξαρτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την οικονομική ανάπτυξη των «αυτονομουμένων» επαρχιών: ο στόχος του κράτους ήταν η αποδοτικότερη φορολόγησή τους.

    Τα διαθέσιμα στοιχεία για τον πληθυσμό των μακεδονικών επαρχιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τον ΙΗ΄ αιώνα δεν είναι πάντοτε ασφαλή. Ωστόσο, αποτελούν κάποια ένδειξη για την δημογραφική τους εξέλιξη, η οποία γενικά εμφανίζεται ανοδική. Ορισμένα τουλάχιστον τμήματα της Mακεδονίας άρχισαν να εμφανίζουν, τις πρώτες δεκαετίες του ΙΗ΄ αιώνος, τα πρώτα σημάδια μιας ελπιδοφόρας δημογραφικής αναρρώσεως, προπάντων μεταξύ του χριστιανικού πληθυσμού. Οι πληροφορίες μας για την Κεντρική και την Ανατολική Μακεδονία (τα «σαντζάκια» της Θεσσαλονίκης και της Καβάλας) δείχνουν ότι ο συνολικός τους πληθυσμός αυξήθηκε μεταξύ των αρχών του ΙΣΤ΄ αιώνος και των τελευταίων δεκαετιών του ΙΗ΄ στο μικρό, για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, ποσοστό του 93%. Κατά τον ΙΣΤ΄ αιώνα, η αύξηση δεν αφορούσε τόσο το χριστιανικό στοιχείο (50%), όσο το μουσουλμανικό (234%) και το εβραϊκό (360%), στην πρώτη περίπτωση εξαιτίας των εξισλαμισμών, της φυγής και των καταστροφών που προκάλεσε η τουρκική κατάκτηση, στη δεύτερη -τη μουσουλμανική- εξαιτίας των συνεχόμενων εποικισμών των δύο αυτών επαρχιών με τουρκικούς πληθυσμούς και στην τρίτη, εξαιτίας της μαζικής εγκαταστάσεως των «σεφαρδιτών» στα αστικά κέντρα της Κεντρικής Μακεδονίας, ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη. Με το πέρασμα όμως στον ΙΗ΄ αιώνα, οι αριθμοί συνθέτουν διαφορετική πληθυσμιακή εικόνα: την αύξηση των Χριστιανών από τις 240.000 του ΙΣΤ΄ στις 360.000 του ΙΗ΄ αιώνος, έναντι 200.000 Μουσουλμάνων και 40.000 Εβραίων που εμφανίζονται την ίδια εποχή (από τους 60.000 και 11.500 αντίστοιχα του ΙΣΤ΄ αιώνος). Η αύξηση του πληθυσμού κατά τον ΙΗ΄ αιώνα είναι εμφανέστερη στα στοιχεία που αφορούν περιοχές, όπου το ελληνορθόδοξο στοιχείο ήταν σχετικά συμπαγές, δηλαδή στη Δυτική Mακεδονία. Εκεί, αναφέρεται ότι η φυσική αύξηση του πληθυσμού μεταξύ του 1711 και του 1788 είχε φθάσει στο σχετικά ενθαρρυντικό ποσοστό του 50%. Το ποσοστό αυτό φαίνεται αξιοσημείωτο, εάν συγκριθεί με τη στασιμότητα των προηγουμένων αιώνων. Η δημογραφική, πάντως, δυναμική που παρουσίασε τότε το ελληνορθόδοξο στοιχείο, διασφάλισε στον μακεδονικό χώρο (τουλάχιστον της «ιστορικής» Μακεδονίας) τον πληθυσμιακό εκείνον πυρήνα, ο οποίος του προσέδιδε -με την ελληνική γλώσσα και την πολιτιστική παράδοση- τα ανθεκτικότερα στον χρόνο δείγματα της ιστορικής του συνέχειας και τα βασικότερα συστατικά της «εθνικής» του φυσιογνωμίας.

    Ο υπολογισμός του συνολικού πληθυσμού της ευρύτερης Μακεδονίας, μετά το πέρασμα στον ΙΘ΄ αιώνα, είναι και πάλι -με τα πενιχρά και αντιφατικά δεδομένα των πηγών ή ακόμη και με την ασάφεια της γεωγραφικής εκτάσεως του μακεδονικού χώρου- παρακινδυνευμένος. Ο περιηγητής π.χ. Έντουαρτ Κλαρκ (Eduard Clark) τον υπολόγισε, στα 1801, σε 700.000 ψυχές. Ο αριθμός αυτός μπορεί χονδρικά μόνο να συγκριθεί με τα στοιχεία της πρώτης οθωμανικής γενικής απογραφής του 1831, που ανεβάζουν τον άρρενα μόνον πληθυσμό και των τριών θρησκευτικών κοινοτήτων των δύο βιλαετίων, της Θεσσαλονίκης και του Μοναστηρίου, στα 448.633 άτομα. Η αύξηση του μακεδονικού πληθυσμού, που εμφανίζεται έως την έκρηξη της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, αφορούσε και τις τρεις κύριες θρησκευτικές κοινότητες (Χριστιανούς, Μουσουλμάνους και Εβραίους). Η εξέλιξη, πάντως, αυτή δεν θα πρέπει να αποδοθεί μόνον στην οικονομική ανάπτυξη της Μακεδονίας -που την προκάλεσαν οι ευνοϊκές συνθήκες που προαναφέρθηκαν- αλλά και στη μείωση της παιδικής θνησιμότητος, εξαιτίας της βελτιώσεως των συνθηκών υγιεινής ιδιαίτερα μεταξύ του χριστιανικού πληθυσμού, στις ολοένα και λιγότερο καταστρεπτικές επιδημίες και στην απομάκρυνση των πολεμικών μετώπων.

    Ωστόσο, η εικόνα αυτή δεν ήταν ειδυλλιακή: Οι επιδημίες της χολέρας π.χ. δεν έπαψαν να κάνουν την εμφάνισή τους στα αστικά κέντρα και ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη, που δοκιμάσθηκε επανειλημμένα στα 1679, 1689, 1712-1714, 1717, 1719-1722, 1730, 1741, 1744, 1748, 1754, 1758-1763, 1772, 1778, 1781 και 1788. Παρ' όλα αυτά, οι επιδημίες δεν ανέκοψαν δραματικά την αισθητή άνοδο των δημογραφικών μεγεθών της μακεδονικής πρωτευούσης, σε σχέση με τους προηγούμενους αιώνες. Στα 1723 ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης υπολογίσθηκε χονδρικά σε 50.000 περίπου άτομα, στα 1733 σε 40.000 (18-20.000 Eβραίοι, 10.000 Μουσουλμάνοι και 8-9.000 Χριστιανοί), στα 1741 σε 80.000 (αριθμός προφανώς διογκωμένος), στα 1768 και 1777 σε 65-70.000 (25-27.000 Eβραίοι και 8.000 Έλληνες), στα 1781 και 1788 σε 80.000, ενώ στα τέλη του αιώνος και στις αρχές του επομένου σε 60-65.000 (12.000-13.000 Eβραίοι και 15-20.000 Έλληνες) και στα 1812 υπολογίσθηκε σε πάνω από 70.000. Mε βάση τις εκτιμήσεις αυτές, διατυπώθηκαν και μερικές γενικότερες θεωρήσεις των πιθανών αυξομειώσεων στην δημογραφική εξέλιξη της Θεσσαλονίκης, τόσο σε γενικό όσο και σε εθνοτικο-θρησκευτικό επίπεδο. Έτσι, υπολογίσθηκε ότι μεταξύ του 1734 και του 1792 ο συνολικός πληθυσμός της πόλεως αυξήθηκε κατά 50%, όσο δηλαδή υπολογίσθηκε και για την υπόλοιπη Μακεδονία. Στην αύξηση αυτή, την μερίδα του λέοντος στην πόλη της Θεσσαλονίκης είχε για ένα διάστημα το μουσουλμανικό στοιχείο, πραγματοποιώντας άλμα από το 30% στο 55% του συνόλου. Aλλά και το ελληνικό στοιχείο παρουσίασε σημαντική άνοδο, περνώντας από το 20% στο 25% του συνολικού πληθυσμού, έναντι του εβραϊκού. Mάλιστα, μετά το 1790, η ελληνική παρουσία στην πόλη ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο με τις εγκαταστάσεις φυγάδων και μετοίκων, που εγκατέλειπαν τα χωριά και τις κωμοπόλεις της Hπείρου αναζητώντας ασφάλεια στα αστικά κέντρα της Κεντρικής Μακεδονίας έναντι των αυθαιρεσιών του Aλή Πασά και των επιδρομών των ανεξέλεγκτων Aλβανών ατάκτων. Την ίδια χρονική περίοδο, ο εβραϊκός πληθυσμός της Θεσσαλονίκης άρχισε να υποχωρεί έναντι των δύο άλλων συνοίκων κοινοτήτων, περνώντας από το 50% στο 20% του συνόλου του πληθυσμού της μακεδονικής πρωτευούσης.

    Οι ποσοστιαίες αυτές αναλογίες δεν ισχύουν για τα αστικά κέντρα της υπόλοιπης Μακεδονίας, προπάντων σε σχέση με τις μη χριστιανικές κοινότητες. Στα μέσα του ΙΗ΄ αιώνος η Βέροια είχε 3-3.500 κατοίκους, η Έδεσσα 2-2.500 και οι Σέρρες 12-15.000. Προς τα τέλη του αιώνος, οι ίδιες πόλεις εμφανίζουν γενικά έναν σαφώς αυξημένο πληθυσμό: η Βέροια 7-8.000 (Χριστιανούς και Μουσουλμάνους και ελάχιστους Εβραίους) κατοίκους, η Έδεσσα 5-6.000 (κυρίως Χριστιανούς) και οι Σέρρες 25-30.000, από τους οποίους οι μισοί σχεδόν ήταν Μουσουλμάνοι. Την ίδια περίπου εποχή, αναφέρεται ότι η Καστοριά είχε 7-8.000 κατοίκους (κυρίως Χριστιανούς), η Νάουσα 3-4.000 (όλους Χριστιανούς), τα Γιαννιτσά 4-5.000 (όλους σχεδόν Μουσουλμάνους), η Δράμα 5-6.000 (σε μεγάλο ποσοστό Μουσουλμάνους), η Καβάλα 2-3.000 (μικτό πληθυσμό) και η Ελευθερούπολη επίσης 2-3.000 κατοίκους (κυρίως Χριστιανούς). Με το πέρασμα στον ΙΘ΄ αιώνα, οι αριθμοί ανεβαίνουν ακόμη περισσότερο για τη Βέροια (18-20.000), την Έδεσσα (12.000) και τις Σέρρες (25-30.000 κάτοικοι).

    Οικονομικές και κοινωνικές αναταράξεις

    Η οικονομική ανάπτυξη της Μακεδονίας δεν ήταν πάντοτε ανοδική. Οι Αυστροτουρκικοί και ιδιαίτερα οι Ρωσοτουρκικοί Πόλεμοι, ακόμη και όταν διεξάγονταν μακριά από την Μακεδονία, επηρέαζαν αρνητικά και το εμπόριο και τις παραγωγικές γενικά δραστηριότητες των κατοίκων της. Καταρχήν διέκοπταν τις χερσαίες ή και τις θαλάσσιες ακόμα επικοινωνίες. Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για την κίνηση του εμπορίου στα αστικά κέντρα και ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων, είναι ενδεικτικές για τις παλινδρομήσεις αυτές: Στα 1715 π.χ., η συμμετοχή εμπόρων στις εμποροπανηγύρεις της Θεσσαλονίκης ήταν εξαιρετικά περιορισμένη και η κίνηση στο λιμάνι υποτονική. Στα 1738, οι αυθαιρεσίες των οθωμανικών στρατευμάτων που κατευθύνονταν προς τα βορειοβαλκανικά μέτωπα, είχαν αναγκάσει τους κατοίκους αρκετών χωριών της Κεντρικής Μακεδονίας να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Στη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού Πολέμου του 1768-1774, το εσωτερικό εμπόριο της Θεσσαλονίκης είχε σταματήσει σχεδόν ολοκληρωτικά και η κίνηση εμπορικών σκαφών στο βόρειο Αιγαίο θεωρούνταν εξαιρετικά παρακινδυνευμένη. Το ίδιο συνέβη και στον πόλεμο των Αυστριακών και των Ρώσων εναντίον των Οθωμανών, στα 1787-1792: όχι μόνον διεκόπησαν οι χερσαίες συγκοινωνίες στη Βαλκανική, αλλά είχε παραλύσει και η ναυσιπλοΐα στο Αιγαίο. Αλλά το εμπόριο στη Θεσσαλονίκη επηρεαζόταν αρνητικά ακόμη και από πολεμικές συγκρούσεις στη Δυτική Ευρώπη. Ο πόλεμος π.χ. για την διαδοχή του αυστριακού θρόνου (1741-1748) προκάλεσε την ολοκληρωτική διακοπή του ναυτικού εμπορίου της Θεσσαλονίκης. Το ίδιο συνέβη και κατά τη διάρκεια του Επταετή Πολέμου (1755-1763): οι Άγγλοι και οι Έλληνες κουρσάροι συνεργάτες τους είχαν ουσιαστικά αχρηστεύσει με τη δράση τους την διακίνηση προϊόντων στη Μεσόγειο, τουλάχιστον εκείνη που πραγματοποιούνταν με πλοία που είχαν γαλλική σημαία.

    Αλλά οι ανώμαλες καταστάσεις που προκαλούσαν οι πόλεμοι είχαν και άλλα, περισσότερο μακροπρόθεσμα, αποτελέσματα στον μακεδονικό χώρο: Αναζωπύρωναν την ενδημική, ούτως ή άλλως, ληστρική δραστηριότητα Τουρκαλβανών ατάκτων. Την κατάσταση επιδείνωσε η παρουσία στην βορειοδυτική ελληνική Χερσόνησο των Αλβανών μισθοφόρων που είχαν χρησιμοποιηθεί στην κατάπνιξη της Ελληνικής Επαναστάσεως στην Πελοπόννησο, στα 1770. Περιφερόμενοι ανέστιοι, αλλά ένοπλοι και ουσιαστικά ανεξέλεγκτοι, στην μακεδονική ύπαιθρο, καταδυνάστευαν με τις αρπαγές και τις αυθαιρεσίες τους τους κατοίκους (Χριστιανούς και Μουσουλμάνους), προκαλώντας όχι μόνο την καταστροφή απομονωμένων ορεινών οικισμών αλλά και τον μαρασμό κωμοπόλεων ή και πόλεων ακόμα (όπως συνέβη π.χ. με την έως τότε ανθηρή Mοσχόπολη, που οδηγήθηκε στην παρακμή εξαιτίας των επανειλημμένων λεηλασιών της, μεταξύ του 1769 και του 1789). Oι επιδρομές αυτές είχαν αρχίσει σε ορισμένες περιοχές της Ηπείρου ήδη από τα τέλη του ΙΖ΄ αιώνος. Αλλά από τα μέσα του ΙΗ΄ αιώνος, το φαινόμενο απλώθηκε σε μεγαλύτερη γεωγραφική έκταση, που περιέλαβε μεγάλα τμήματα της Ηπείρου και ολόκληρη σχεδόν τη Δυτική Μακεδονία. Για την πρωτοφανή αυτή -ακόμα και με τα δεδομένα της εποχής- έξαρση της ληστείας ευθύνονταν κυρίως η έλλειψη ελέγχου εκ μέρους της εξασθενημένης κεντρικής οθωμανικής εξουσίας, η οποία ήταν πια ανίκανη να αποτρέψει όχι μόνο τη δράση των Μουσουλμάνων ατάκτων -Αλβανών στην πλειονότητά τους- αλλά και την σταδιακή ανάδειξη των ηγετών τους σε αυτονομημένους τοπάρχες, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον Αλή Πασά τον Τεπελενλή (1744-1822).

    Μέσα στο πνιγηρό εκείνο κλίμα της ασυδοσίας και της αναρχίας, ένα τμήμα του χριστιανικού πληθυσμού της Mακεδονίας αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τις προγονικές του εστίες και να αναζητήσει νέες και ασφαλέστερες πατρίδες. Το μεγαλύτερο τμήμα του κατευθυνόταν προς τις μεγάλες πόλεις της Δυτικής και περισσότερο της Κεντρικής και της Ανατολικής Mακεδονίας (προς τη Bέροια, τη Νάουσα, την Έδεσσα, τις Σέρρες κ.ά.). Τοπικές παραδόσεις συνδέουν την ανάπτυξη ορισμένων επαρχιακών κέντρων, π.χ. της Σιάτιστας και της Κοζάνης, με την εγκατάσταση σ' αυτές φυγάδων από άλλες -άλλοτε ανθηρές, αλλά τώρα λεηλατημένες- μακεδονικές πόλεις και κωμοπόλεις. H μετεγκατάσταση, επίσης, στη Θεσσαλονίκη κατοίκων από επαρχίες που είχαν περιέλθει στην δικαιοδοσία του Αλή Πασά και των γιων του, αύξησε, όπως αναφέρθηκε ήδη, τον αστικό πληθυσμό της μακεδονικής πρωτευούσης. Παράλληλα, ένα τμήμα του μακεδονικού πληθυσμού, που υπέφερε από την εξάπλωση της αρβανιτοκρατίας, στράφηκε προς την Ανατολική Θράκη, την Kωνσταντινούπολη ή ακόμα και τη Mικρά Aσία. Τέλος, αρκετοί από τους κατοίκους των κατεστραμμένων μακεδονικών χωριών και κωμοπόλεων επέλεξαν τον δρόμο της μεταναστεύσεως προς τις συγκροτημένες ήδη ελληνικές εστίες της Βόρειας Bαλκανικής και της Κεντρικής Eυρώπης. Οι τελευταίες αυτές μετοικεσίες -που συνδυάστηκαν βέβαια και με τις θετικές προοπτικές για το μεταπρατικό εμπόριο των Ελλήνων στις χώρες υποδοχής- ενίσχυσαν ακόμα περισσότερο την εμπορική παρουσία του δυτικομακεδονικού στην πλειονότητά του στοιχείου σε μερικά αναπτυσσόμενα αστικά κέντρα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης (στο Σεμλίνο, το Κάρλοβιτς, το Μπούκοβαρ, το Βελιγράδι, το Νόβισαντ, την Κράινα, το Ζάγκρεμπ, τη Βούδα και την Πέστη, το Κέσκεμετ Βατς, το Μισκόλτς, το Σιμπίου, το Μπρασόβ, την Τεργέστη, τη Βιέννη κ.ά.).

    Ορισμένοι, ωστόσο, από τους κατοίκους μερικών ορεινών χωριών της Δυτικής και της Κεντρικής ακόμα Μακεδονίας, μη αντέχοντας την κακοδαιμονία και την εξαθλίωσή τους (που την απέδιδαν στις φορολογικές αυθαιρεσίες των Μουσουλμάνων τοπαρχών και της οθωμανικής κακοδιοικήσεως), διάλεγαν στην απόγνωσή τους τη λύση της εξωμοσίας. Tο φαινόμενο των εξισλαμισμών, που είχε περιορισθεί σε μεγάλο βαθμό κατά τα τέλη του ΙΣΤ΄ αιώνος, άρχισε και πάλι να κάνει την εμφάνισή του στα τέλη του ΙΖ΄, με την μαζική σχεδόν εξωμοσία των χωριών της δυτικομακεδονικής περιοχής της Ανασελίτσης ή ακόμα και κατά τον ΙΗ΄ αιώνα, όπως π.χ. συνέβη με τους κατοίκους του χωριού Νότια της περιοχής των Μογλενών, στα 1759. Oι όψιμοι αυτοί εξισλαμισμοί, παρά τον τοπικό τους χαρακτήρα, προκαλούσαν κοινωνική, πολιτισμική και ιδεολογική διάσπαση ενός σημαντικού τμήματος της ελληνορθόδοξης κοινότητος, προπάντων μέσα στις ίδιες τις επιμέρους εθνοτικο-γλωσσικές ομάδες της μακεδονικής περιφερείας. Γι' αυτό και η ηγεσία της Eκκλησίας προσπάθησε, όπως ήταν επόμενο, να ανακόψει τις εξελίξεις αυτές, κυρίως μέσω της παιδείας και του κηρύγματος, αποβλέποντας και πάλι (όπως στους δύσκολους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας) στην διασφάλιση του ποιμνίου από τον θρησκευτικό του ακρωτηριασμό. Στο πλαίσιο της προσπάθειας αυτής θα πρέπει να εντάξουμε και την ιεραποστολική δραστηριότητα που, με την ενθάρρυνση του Oικουμενικού Πατριαρχείου, αναπτύχθηκε κατά τον ΙΗ΄ αιώνα στις απειλούμενες από τον εξισλαμισμό περιοχές από μερικούς τοπικούς λογίους κληρικούς (π.χ. τον Mοσχοπολίτη Nεκτάριο Tέρπο στα μέσα του αιώνα) και, κυρίως, από γνωστούς ιεροκήρυκες της Mεγάλης Eκκλησίας. Aνάμεσά τους εντάσσεται και μία από τις σημαντικότερες πνευματικές προσωπικότητες του ελληνορθοδόξου κόσμου κατά την περίοδο της Tουρκοκρατίας: ο Kοσμάς ο Aιτωλός (1714-1779). O Kοσμάς διέτρεξε για πάνω από είκοσι χρόνια, από τις αρχές της δεκαετίας του 1760 έως τη σύλληψη και την εκτέλεσή του, ολόκληρη την αρβανιτοκρατούμενη Δυτική Mακεδονία και την Ήπειρο -Βόρεια και Νότια- πασχίζοντας, με το ένθερμο και απλό του κήρυγμα, με το άνοιγμα υποτυπωδών σχολείων και το χτίσιμο εκκλησιών, να ανακόψει το πέρασμα των απαιδεύτων και εξαθλιωμένων κατοίκων από την Χριστιανική πίστη στο Iσλάμ. Tα στοιχεία που διαθέτουμε για τις ιεραποστολικές του περιοδείες και τις περίφημες «Διδαχές» του είναι άφθονα και ποικίλα, αλλά όχι πάντοτε ακριβή και τεκμηριωμένα. Iδιαίτερα προβληματικές είναι οι πληροφορίες του πλήθους των «ενθυμήσεων» και των καταγεγραμμένων τοπικών παραδόσεων για το «πέρασμα του Πατροκοσμά» από πολλά και διάφορα σημεία της μακεδονικής υπαίθρου. Ωστόσο, ακόμη και οι μαρτυρίες του είδους αυτού, σε συνδυασμό με το σωζόμενο λαϊκό εικονογραφικό υλικό, έχουν την ιστορική τους σημασία: υπογραμμίζουν οπωσδήποτε την έκταση, τη σημασία και την απήχηση που είχε το κήρυγμα του Kοσμά σε ολόκληρη την βορειοδυτική ελληνική Χερσόνησο και ιδιαίτερα στη Δυτική Μακεδονία.

    Κοινοτική οργάνωση

    Η κοινοτική οργάνωση στη Μακεδονία εμφανίζεται κατά τον ΙΗ΄ αιώνα ενισχυμένη σε σχέση με τα δείγματα που έχουμε για τις προγενέστερες περιόδους, ακόμα και για τον ΙΖ΄ αιώνα. Αυτό θα πρέπει να αποδοθεί σε πολλούς παράγοντες, εξωτερικούς, που συνδέονταν με την οθωμανική εξουσία και εσωτερικούς, που είχαν σχέση με τις εξελίξεις στο εσωτερικό των ελληνορθοδόξων κοινοτήτων. Στους πρώτους θα πρέπει να εντάξουμε και την οθωμανική παρακμή. Η μείωση του κρατικού ελέγχου στην περιφέρεια, παρ' όλο που εξέθρεψε, όπως είδαμε, φαινόμενα αναρχίας και αυθαιρεσίας, συνετέλεσε μάλλον στην ενίσχυση των τοπικών κοινοτικών οργάνων, τα οποία έπρεπε να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που προκαλούσε η απραξία της τοπικής εξουσίας. Η καθιέρωση π.χ. της εκμισθώσεως των δημοσίων προσόδων και των φορολογικών μηχανισμών μετέθεσε αναγκαστικά ένα μέρος των αρμοδιοτήτων της ανίκανης συχνά οθωμανικής διοικήσεως στους ηγέτες (κεχαγιάδες) των ελληνορθοδόξων κοινοτήτων. Σε μερικές περιπτώσεις, οι κοινότητες αναλάμβαναν και ρόλους που ξεπερνούσαν τα όρια των παραδοσιακών δικαιοδοσιών τους. Στα Σιδεροκαύσια π.χ. της Χαλκιδικής, οι εκπρόσωποι (βεκίληδες) των 12 «Μαντεμοχωρίων» κατάφεραν να συστήσουν -με σουλτανική έγκριση- έναν οργανωμένο συνεταιρισμό, που ανέλαβε την εκμετάλλευση των εκμισθωμένων από την Πύλη μεταλλείων της περιοχής. «Συνομοσπονδιακή» μορφή είχε και η κοινοτική οργάνωση στο «βοεβοδαλίκι» των 15 «Χασικοχωρίων» του Πολυγύρου και στα χωριά του «ναχιέ» της Κασσάνδρας. Γενικά, στα κοινοτικά πράγματα του ΙΗ΄ αιώνος παρατηρείται διεύρυνση των αρμοδιοτήτων των παραδοσιακών κοινοτικών ηγεσιών (των προεστώτων, προυχόντων, δημογερόντων και των ιδιόμορφων κατά περιοχές συμβουλίων τους), οι οποίες καλούνταν να καλύψουν την αδυναμία της οθωμανικής διοικήσεως να αντιμετωπίσει τις νέες πραγματικότητες που δημιουργούσε στη Μακεδονία η δημογραφική και, κυρίως, η οικονομική της εξέλιξη.

    Ο ρόλος του επιχώριου μητροπολίτου ή επισκόπου, ο οποίος προΐστατο των κοινοτικών οργάνων (προπάντων στις αποφάσεις δικαστικού χαρακτήρος), εξακολουθούσε να είναι θεσμικά αδιαμφισβήτητος. Ωστόσο, η οικονομική και κοινωνική άνοδος των εμπόρων και των βιοτεχνών, προπάντων στις περιπτώσεις που αυτοί οργανώνονταν σε συντεχνίες, «εσνάφια» και «ρουφέτια», μεγάλωνε την επιρροή τους στα κοινοτικά πράγματα έναντι του εκπροσώπου της Εκκλησίας. Σταδιακά, λοιπόν, οι εκπρόσωποι των συντεχνιών άρχισαν να συμμετέχουν και στις δικαστικές λειτουργίες των κοινοτήτων τους. Στη Μοσχόπολη π.χ. των μέσων του ΙΗ΄ αιώνος ο ρόλος των συντεχνιών ήταν πρωταγωνιστικός στα κοινοτικά συμβούλια, ακόμη και στη συγκρότηση των κοινοτικών δικαστηρίων. Τελικά, οι επαγγελματικές συσσωματώσεις απέκτησαν αρκετή αυτονομία σε σχέση με τον τοπικό μητροπολίτη και με τα καθιερωμένα (8μελή, 12μελή ή και 20μελή) συμβούλια των δημογεροντιών. Η εξέλιξη αυτή επιβλήθηκε καταρχήν από τα πράγματα, αλλά συχνά καθιερωνόταν και με σουλτανικές αποφάσεις ή απλές γνωμοδοτήσεις της τοπικής οθωμανικής εξουσίας. Με σουλτανικό φιρμάνι π.χ. του 1773, απαγορεύθηκε η ανάμιξη τρίτων στις υποθέσεις των συντεχνιών της Δυτικής Μακεδονίας.

    Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αναδιανομή των αρμοδιοτήτων στο εσωτερικών των κοινοτήτων προκαλούσε αναπόφευκτες τριβές και κοινωνικές αναταράξεις. Το φαινόμενο οφειλόταν άλλοτε στις παρεμβάσεις της οθωμανικής διοικήσεως και -συνηθέστερα- στις συνέπειες της επιταχυνόμενης από τα τέλη του ΙΖ΄ και τις αρχές του ΙΗ΄ αιώνος οικονομικής και κοινωνικής αναστρωμάτωσης του χριστιανικού πληθυσμού. Στα μεγάλα αστικά κέντρα, ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη, οι προστριβές ανάμεσα στις εκκλησιαστικές αρχές και τους εκπροσώπους των εμπορικών και βιοτεχνικών συντεχνιών δεν ήταν σπάνιες. Oυσιαστικά επρόκειτο για τον ανταγωνισμό -οξύ, κατά τις πρώτες δεκαετίες του ΙΗ΄ αιώνος- μεταξύ των ανερχομένων λαϊκών «αρχόντων» και του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης, για την οικονομική διαχείριση της κοινότητος και για την ευθύνη της λειτουργίας των αγαθοεργών της ιδρυμάτων. Πάντως, οι διενέξεις αυτές δεν δίχασαν επικίνδυνα το ελληνορθόδοξο στοιχείο, όπως συνέβη π.χ. με την εβραϊκή κοινότητα.

    Στην απονομή, πάντως, της δικαιοσύνης, η θέση των κατά τόπους αρχιερέων εξακολουθούσε να είναι κυρίαρχη. Εξάλλου, μέσα στην ελληνορθόδοξη κοινότητα τηρούνταν για αιώνες η βυζαντινή νομοκανονική παράδοση, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί με ειδικά κείμενα των πρώτων αιώνων της Τουρκοκρατίας αλλά και πατριαρχικές και επισκοπικές «κανονικές διατάξεις», «κανονικές αποκρίσεις» και «βεβαιωτήρια», αρκετά από τα οποία προέρχονταν από επιχώριους νομομαθείς ιεράρχες. Σημαντικό ρόλο, επίσης, είχε και το πατροπαράδοτο δίκαιο των τοπικών εθίμων. Από τα μέσα του ΙΗ΄ αιώνος άρχισε να χρησιμοποιείται, σε ορισμένες τουλάχιστον μακεδονικές κοινότητες -και παράλληλα με τις παλαιότερες χειρόγραφες νομοκανονικές συλλογές- και η μεταγλωττισμένη σε δημώδη γλώσσα και τυπωμένη στη Βενετία στα 1744 Εξάβιβλος του Κωνσταντίνου Αρμενόπουλου. Προς τα τέλη του αιώνα, χρησιμοποιούνταν επίσης -τουλάχιστον στην Κεντρική Μακεδονία- και το Νομικόν ενός τοπικού ιερωμένου, του Επισκόπου Καμπανίας (Κουλακιάς) Θεοφίλου (†περ. 1795).

    Οι κοινότητες της Μακεδονίας λειτουργούσαν κατά κανόνα με βάση «άγραφους νόμους». Υπάρχουν, ωστόσο, και περιπτώσεις -που χρονολογούνται μάλιστα στην πρώιμη Τουρκοκρατία- στις οποίες οι πρωτοβουλίες ορισμένων κοινοτικών συμβουλίων στηρίζονταν «νομικά» είτε στο καθεστώς αυτονομίας που είχε εξασφαλίσει η πόλη ή η περιοχή τους κατά την εποχή της κατάκτησης, είτε σε αποφάσεις του τοπικού Μουσουλμάνου ιεροδίκη (καδή) είτε και σε ειδικά σουλτανικά έγγραφα. Για να μειώνονται, πάντως, οι προστριβές των κληρικών και των πατροπαράδοτων δημογερόντων με τις ανερχόμενες νέες κοινωνικές τάξεις αλλά και για να μη δίνονται αφορμές για εξωτερικές -κρατικές κυρίως- παρεμβάσεις, οι ηγεσίες των ελληνορθοδόξων κοινοτήτων και των αντιστοίχων συντεχνιών φρόντιζαν να κωδικοποιούν τις αρμοδιότητές τους με ειδικούς κοινοτικούς κανονισμούς, που καταστρώνονταν συχνά ύστερα από γενικές συνελεύσεις των κατοίκων. Η σύνταξη, πάντως, των κανονισμών αυτών ήταν περιορισμένη, τουλάχιστον έως τις αρχές του ΙΘ΄ αιώνος. Στα πρώτα συστηματικά κατεστρωμένα καταστατικά συγκαταλέγεται και το Σύστημα ή Διαταγαί της ελληνορθόδοξης κοινότητος του Μελενίκου, που εγκρίθηκε στις αρχές του ΙΘ΄ αιώνος «κατά κοινήν ψήφον απάσης της συνελεύσεως» και από τα έξι «εσνάφια» της πόλεως (των βαφέων, των χρυσοχόων, των γουναράδων, των ραπτάδων, των παπουτσάδων και των μπακάληδων). Το Σύστημα, το πιο προωθημένο κείμενο κοινοτικής οργανώσεως στην προεπαναστατική Μακεδονία, στηριζόταν σε ένα κύριο σώμα εξουσίας: την ετήσια συνέλευση «από είκοσι νουνεχείς και φρονίμους αδελφούς πάσης τάξεως». Η συνέλευση εξέλεγε τρεις «επιτρόπους του κοινού» και τρεις «εφόρους», οι οποίοι με τη σειρά τους «διόριζαν» τους «επιτρόπους των ναών». Οι επιτροπές αυτές προνοούσαν για όλα τα βασικά ζητήματα της αυτοδιοικήσεως των Ελλήνων κατοίκων: την οικονομική διαχείριση των κοινών εσόδων (από δωρεές, τέλη στην βαμβακοπαραγωγή, ενοίκια από εκμισθώσεις ακινήτων που ανήκαν στην κοινότητα κλπ.). Είχαν, επίσης, την ευθύνη για την κοινωνική μέριμνα («της των ενδεών απάντων φιλανθρωποτέρας οικονομίας τε και κηδεμονίας») και για τη λειτουργία και την εποπτεία των σχολείων αλλά και των ναών. Η εκλογή ενοριακών επιτρόπων και η εποπτεία της λειτουργίας των ναών υπογραμμίζει προφανώς και την μετατόπιση ενός μέρους της δικαιοδοσίας του τοπικού μητροπολίτου στην ευθύνη λαϊκών αντιπροσώπων της κοινότητος.

    Δεν έχει ακόμα μελετηθεί συστηματικά η επιρροή που άσκησαν στα κοινοτικά θέσμια οι εμπειρίες που απέκτησαν οι Μακεδόνες απόδημοι κατά την οργάνωση των δικών τους παροικιών. Είναι, πάντως, πιθανόν μερικές από τις διατάξεις που περιλαμβάνονταν στα παλαιότατα (μερικά του ΙΣΤ΄ αιώνος) καταστατικά (Statuti) των ελληνορθοδόξων κοινοτήτων και Αδελφοτήτων (Comunità και Confraternita) της Δυτικής Ευρώπης, τα οποία αποτελούσαν συγκερασμό των κοινοτικών θεσμίων της γενέτειρας και των ειδικών κανόνων που ίσχυαν αναγκαστικά στις χώρες υποδοχής για την εκεί λειτουργία των ποικιλώνυμων θρησκευτικών, φιλανθρωπικών, επαγγελματικών και συντεχνιακών συσσωματώσεων, να πέρασαν και στη λειτουργία των κοινοτικών οργάνων της τουρκοκρατούμενης Μακεδονίας, προπάντων στους όρους που θεσμοθετούσαν τα δικαιώματα των λαϊκών έναντι της τοπικής εκκλησιαστικής αρχής. Δεν είναι τυχαίο ότι το Σύστημα ή Διαταγαί του Μελενίκου σχεδιάσθηκε και τυπώθηκε στη Βιέννη το 1813, με την ευθύνη ενός ευκατάστατου ανωνύμου Μελενικιώτη παροίκου («υπό φιλογενούς τινός και ευπατρίδου της αυτής πόλ[εως] διοργανωθείσαί τε και σχεδιασθείσαι και δαπάνη αυτού οικεία… εις φως αχθείσαι»).

    Πολιτιστική και εκπαιδευτική δραστηριότητα

    Οι πληροφορίες μας για την εκπαιδευτική ζωή στη Μακεδονία κατά τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, είναι ασαφείς και σποραδικές. Οι διαθέσιμες μαρτυρίες αφορούν κυρίως την κατά περιόδους παρουσία λογίων -κατά κανόνα μοναχών και κληρικών- στη Θεσσαλονίκη και σε μερικά μοναστικά κέντρα, κυρίως στο Άγιον Όρος (όπου όμως η γενική απαιδευσία των μοναχών ήταν τότε παροιμιώδης) αλλά και τη λειτουργία, κατά τον ΙΣΤ΄ αιώνα, κάποιων υποτυπωδών σχολείων στη Θεσσαλονίκη και στις Σέρρες. Από τα μέσα του ΙΖ΄ αιώνος και εξής, η κατάσταση άρχισε να αλλάζει προοδευτικά, χωρίς ωστόσο να προσεγγίζει την ολοένα και θετικότερη εικόνα άλλων ελληνικών περιοχών. Οι ευοίωνες αλλαγές που άρχισαν να παρατηρούνται κατά τον ΙΗ΄ αιώνα, θα πρέπει να αποδοθούν στην οικονομική άνοδο των ελληνορθοδόξων κοινοτήτων αλλά και στην δημιουργική παρέμβαση της Διασποράς. Η παρέμβαση αυτή εκδηλώθηκε σχεδόν ταυτόχρονα σε δύο πεδία: στις παροικίες και στις γενέτειρες. Οι Έλληνες, και ιδιαίτερα οι Μακεδόνες απόδημοι στις βορειοβαλκανικές και κεντροευρωπαϊκές χώρες, κατάφεραν μέσα σε μερικές δεκαετίες όχι μόνο να προσαρμοσθούν στον κοινωνικό περίγυρο, αλλά και να αναδειχθούν σε σημαντικούς παράγοντες της τοπικής οικονομικής και πολιτιστικής ζωής. Δείγματα αυτής της εξελίξεως είναι τα σχολεία και οι εκκλησίες που οικοδόμησαν στις νέες εστίες τους, οι δωρεές και τα κληροδοτήματα προς τις χώρες φιλοξενίας αλλά και οι τίτλοι ευγενείας που απέσπασαν από τις ηγεσίες των χωρών αυτών. Στη συνέχεια, οι απόδημοι στράφηκαν προς τις ιδιαίτερες πατρίδες τους, προσπαθώντας να συνδράμουν με κάθε τρόπο στην ανάπτυξή τους, ιδιαίτερα στον χώρο της παιδείας: Η προσπάθεια αυτή φαίνεται στην οικονομική στήριξη σχολείων, την αποστολή εκπαιδευτικών και επιστημονικών βιβλίων, από τα οποία μάλιστα πολλά τυπώνονταν σε εξειδικευμένα σε ελληνικές εκδόσεις τυπογραφεία της Πέστης και της Βιέννης και την παροχή υποτροφιών σε παιδιά συμπατριωτών τους, για την ολοκλήρωση των σπουδών τους σε ευρωπαϊκές χώρες. Οι περισσότεροι, άλλωστε, λόγιοι και εκπαιδευτικοί που εργάσθηκαν στη Μακεδονία κατά τον ΙΖ΄ και τον ΙΗ΄ αιώνα, είχαν σπουδάσει σε ελληνικά και ξένα εκπαιδευτήρια της Δυτικής και της Κεντρικής Ευρώπης. Παράλληλα, χρηματοδότησαν την ανακαίνιση εκκλησιών και την κατασκευή κοινωφελών έργων, κυρίως με δωρεές και κληροδοτήματα. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι κοινότητες που επέδειξαν αξιοσημείωτη δραστηριότητα στον τομέα του πολιτισμού και της παιδείας, ήταν εκείνες από τις οποίες κατάγονταν οι περισσότερο δυναμικές ομάδες των Μακεδόνων, που είχαν εγκατασταθεί στη Βόρεια Βαλκανική και στην Κεντρική Ευρώπη. Από τους αποδήμους λοιπόν αυτούς, οι κάτοικοι αντλούσαν ιδέες για την επέκταση των οικονομικών τους δραστηριοτήτων, τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής τους και την επίδειξη νεωτεριστικού πνεύματος και φιλομαθείας:

    «Από του 1662», γράφει ο Κοζανίτης λόγιος Χαρίσιος Μεγδάνης, αναφερόμενος στην ιδιαίτερη πατρίδα του, «ηύξησεν ο πολιτισμός της και επολλαπλασιάσθησαν οι πραγματευόμενοί της εις Γερμανίαν, Ουγγαρίαν, Πολωνίαν, Κωνσταντινούπολιν και αλλαχού, και επομένως η εισαγωγή του κέρδους εγένετο αδροτέρα· συνάμα εισήχθη και η όρεξις εις την πολυτέλειαν και η φιλοτιμία διά τα βελτίονα, πρώτον μεν εις το κατά μέρος και έκαστος των ευκαταστάτων συναμιλλώντο εις το να κτίζωσι και κοσμώσι τους οίκους των μεγαλοπρεπώς και να διαιτώνται πολυτελώς και αβροτέρως… Οι κάτοικοί της, περιτριβόμενοι εις ξενητείαν ήλλαξαν το ήθος και επολιτεύθησαν και απέκτησαν φιλοτιμικήν εις το να ζώσι πολιτικώτερα και να ορέγωνται την καλλιμάθειαν…».

    Oι ελληνορθόδοξες κοινότητες λοιπόν της Μακεδονίας άρχισαν, από τα τέλη του ΙΖ΄ και κυρίως από τον ΙΗ΄ αιώνα, να επιδεικνύουν πρώιμες και εντυπωσιακά υψηλές (για την γεωγραφική τους θέση) πολιτιστικές επιδόσεις, που εκδηλώνονται σε πολλούς τομείς της καλλιτεχνικής δημιουργίας, ιδιαίτερα την αρχιτεκτονική, τη ζωγραφική και την ξυλογλυπτική. Tα σωζόμενα δείγματα της δημιουργικότητος αυτής φανερώνουν συγκερασμό των παραδοσιακών βυζαντινογενών μορφών με τις δυτικόφερτες αντιλήψεις. H διαπίστωση αυτή ισχύει και για την λαϊκή αρχιτεκτονική των απλών σπιτιών και των επιβλητικών «αρχοντικών» της Κεντρικής και της Δυτικής Mακεδονίας, αλλά και για τις παραστάσεις της λαϊκής, κοσμικής ζωγραφικής, τις οποίες συναντούμε στα ίδια ή σε ανάλογα οικοδομήματα. Στις παραστάσεις αυτές, όπως λ.χ. στους ζωγραφικούς διακόσμους των αρχοντικών της Σιάτιστας και της Bεροίας, η συνάντηση των δύο πολιτισμών απεικονίζεται και θεματικά ακόμη (με τις ζωγραφιές, από τη μια μεριά, μεγάλων πόλεων της Aνατολής και από την άλλη, πραγματικών ή φανταστικών πολιτειών της Δύσεως). O περίτεχνος, εξάλλου, χαρακτήρας της ξυλογλυπτικής υποδηλώνει επιδράσεις του ευρωπαϊκού μπαρόκ, τόσο στα κοσμικά δείγματα (ταβάνια, πόρτες, μεσάντρες, φεγγίτες, κασέλες κλπ.) όσο και στα εκκλησιαστικά (τέμπλα, άμβωνες, προσκυνητάρια, αναλόγια κ.ά.). Δυσκολώτερη είναι η ιχνηλάτηση δυτικών επιρροών σε άλλους τομείς της λαϊκής τέχνης (στη λιθοτεχνική, τη μεταλλοτεχνία, την αργυροχοΐα, την αγγειοπλαστική και την υφαντική), όπου η ισχυρή παράδοση αλλά και οι καθιερωμένες από την πολύχρονη πράξη ανάγκες της τοπικής αγοράς επέβαλλαν ίσως μεγαλύτερη περίσκεψη στους νεωτερισμούς. Το ίδιο ισχύει βέβαια και για την αρχιτεκτονική και την εικονογράφηση των εκκλησιών, αν και μπορεί κανείς να διακρίνει ακόμα και στον τομέα αυτόν μερικές δυτικόφερτες επιρροές.

    Στον τομέα της εκπαιδεύσεως, τα πρώτα ευοίωνα σημάδια αποτελούν οι σποραδικές αναφορές, κατά το δεύτερο μισό του ΙΖ΄ αιώνος, στην δραστηριότητα μερικών διδασκάλων σε βραχύβια μάλλον σχολεία των Σερρών, της Κοζάνης, των Σερβίων, της Βεροίας και της Θεσσαλονίκης. Περισσότερο σταθερή εμφανίζεται η λειτουργία ελληνικών σχολείων τον ΙΗ΄ αιώνα, τα περισσότερα και πάλι με την ενίσχυση των Μακεδόνων αποδήμων. Τα πιο γνωστά παραδείγματα αφορούν την Θεσσαλονίκη (από τα τέλη του ΙΖ΄ αιώνος), την Καστοριά (από το 1705, αν όχι νωρίτερα), τη Σιάτιστα (από το 1710), τις Σέρρες (από το 1735), την Κοζάνη (που στα μέσα του ΙΗ΄ αιώνος απέκτησε, χάρη στους «πραγματευτάδες» της, την εμπορική της σχολή), το Μπλάτσι (1761), την Κλεισούρα (1775), τη Νάουσα και την Έδεσσα (1773) καθώς και μερικά ακόμα αστικά κέντρα. Προς τα μέσα του αιώνα (1748) άρχισε να λειτουργεί στο Άγιον Όρος, με πρωτοβουλία της Μονής Βατοπεδίου και με δεκάδες μαθητές, ένα σημαντικό εκπαιδευτικό ίδρυμα του τουρκοκρατούμενου Ελληνισμού, η γνωστή «Αθωνιάς Ακαδημία». Η σχολή, που για μια εικοσαετία περίπου είχε την τύχη να στηριχθεί στο διδακτικό έργο και το πνευματικό κύρος σημαντικών Ελλήνων λογίων -από τον Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη (1713-1784) έως τον Ευγένιο Βούλγαρη (1716-1806) και τον Παναγιώτη Παλαμά (†1803)- δεν μακροημέρευσε, εξαιτίας κυρίως της αδυναμίας των τοπικών μοναστικών και εκκλησιαστικών παραγόντων να αποδεχθούν την διδασκαλία των προωθημένων για την εποχή τους μαθημάτων των θετικών επιστημών και της νεώτερης δυτικής φιλοσοφίας. Τελικά, οι φωτισμένοι διδάσκαλοι της Αθωνιάδος απομακρύνθηκαν ο ένας μετά τον άλλο και από την σχολή και από το Άγιον Όρος (με πρώτο τον Βούλγαρη, στα 1759). Είχαν, ωστόσο, προλάβει να δημιουργήσουν αξιόλογους μαθητές, που διακρίθηκαν αργότερα με το δικό τους εκπαιδευτικό έργο σε διάφορες περιοχές του ελληνικού κόσμου.

    Ανάλογη επιφυλακτικότητα έναντι των νέων εκπαιδευτικών ρευμάτων και γενικότερα έναντι των ιδεών του Διαφωτισμού έδειξαν και οι ηγεσίες μερικών ελληνικών κοινοτήτων της Μακεδονίας. Ακόμα και η ελληνορθόδοξη κοινότητα της Θεσσαλονίκης, παρά τον σχετικά κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της πόλεως και το πλήθος των ξένων εμπόρων που ζούσε εκεί, διακρίθηκε για την δυσπιστία της σε κάθε πρωτοβουλία που έτεινε προς την πνευματική και εκπαιδευτική ανανέωση. Γι' αυτό και στην ελληνική της σχολή κυριαρχούσαν για πολλά χρόνια, από την πρώτη δεκαετία έως τα τέλη τουλάχιστον του ΙΗ΄ αιώνος, οι συντηρητικοί λόγιοι Ιωάννης Γιαννακός, Κοσμάς Μπαλάνος (1731-1808) και Αθανάσιος Πάριος (περ. 1725-1813). Ο νεοαριστοτελικός Γιαννακός μάλιστα, συνεπικουρούμενος από τον τοπικό μητροπολίτη και αρκετά ηγετικά μέλη της κοινότητος, εμπόδισε στα 1752 την ίδρυση μιας δεύτερης σχολής στην πόλη, επειδή θα εδίδασκε σ' αυτήν ο «υβριστής του Αριστοτέλους» μοναχός Παχώμιος, που θεωρούνταν μαθητής του νεωτεριστού Mεθοδίου Aνθρακίτη (†1748). Ας σημειωθεί ότι ο Ανθρακίτης, που διακρίθηκε για τις πρωτοπορειακές για την εποχή του εκπαιδευτικές θέσεις, είχε διδάξει επί μερικά χρόνια και σε σχολεία της Καστοριάς και της Σιάτιστας.

    Η συντηρητικότητα, πάντως, που επέδειξαν οι ηγεσίες των ελληνορθοδόξων κοινοτήτων έναντι των ρηξικέλευθων τάσεων των μεγάλων εκπροσώπων του νεοελληνικού Διαφωτισμού, δεν εμπόδισε την ίδρυση όλο και περισσοτέρων σχολείων στη Μακεδονία. Με το πέρασμα στον ΙΘ΄ αιώνα, τα ελληνικά εκπαιδευτήρια αυξάνονται σε αριθμό, συμπεριλαμβάνοντας ακόμα και μακεδονικές περιοχές με σχετικά περιορισμένο χριστιανικό πληθυσμό (όπως π.χ. τα Γιαννιτσά, που απέκτησαν το ελληνικό τους σχολείο στις αρχές κιόλας του ΙΘ΄ αιώνος). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι τα σχολεία αυτά λειτουργούσαν κανονικά: συχνά οι κοινότητες δεν ήταν σε θέση ή δεν ήταν πρόθυμες να καλύψουν τους μισθούς των διδασκάλων, με αποτέλεσμα την συχνά ελλιπή κάλυψη του εκπαιδευτικού προγράμματος. Η κατάσταση αυτή παρατηρούνταν ακόμα και στη Θεσσαλονίκη. Στα 1818 π.χ., ο Αθανάσιος Ψαλλίδας αναφέρεται στο ελληνικό σχολείο της πόλεως, χαρακτηρίζοντάς το «αμελημένον». Η Επανάσταση του 1821 θα χειροτερεύσει τα πράγματα, προπάντων στις περιοχές που είχαν ενεργό συμμετοχή στον Απελευθερωτικό Αγώνα, στις οποίες άλλωστε είχαν ανασταλεί για αρκετά χρόνια όλες σχεδόν οι ειρηνικές και παραγωγικές επιδόσεις των Χριστιανών κατοίκων. Στη Θεσσαλονίκη, πάντως, άρχισε και πάλι το 1825 να λειτουργεί το ελληνικό σχολείο στη μικρή εκκλησία του Aγίου Aντωνίου, κοντά στο Iπποδρόμιο. Αλλά το σχολείο εκείνο ήταν, σύμφωνα με εκτιμήσεις των ιδίων των παραγόντων της ελληνικής κοινότητος, «υποδεέστερον της εις τον αιώνα μας απαιτουμένης καταστάσεως». Θα χρειασθεί να περάσει μία ακόμα εικοσαετία, για να αρχίσει η κοινότητα να δραστηριοποιείται, στα 1845-1847, όχι μόνον για την επαναλειτουργία ενός παλαιοτέρου «αλληλοδιδακτικού σχολείου» της αλλά και για την καλύτερη προπαρασκευή των διδασκάλων της.

    Η εικόνα θα αρχίσει ουσιαστικά να αλλάζει μετά το πέρασμα στο δεύτερο μισό του ΙΘ΄ αιώνος. Από τότε άρχισε -την φορά αυτή με τη στήριξη του εθνικού κέντρου- η ίδρυση πολλών και καλά στελεχωμένων σχολείων στις περισσότερες μακεδονικές πόλεις και κωμοπόλεις. Την ίδια περίπου εποχή, κυρίως από την δεκαετία του 1870 και εξής, θα αρχίσει και η σύσταση ποικίλων πολιτιστικών συλλόγων, οι οποίοι με τη δράση τους θα συμβάλουν και αυτοί στην γενικότερη ανάπτυξη της παιδείας αλλά και του ελληνικού εθνικού φρονήματος σε ολόκληρη την Μακεδονία. Η κινητοποίηση εκείνη θα οδηγήσει σε μια πραγματική εκπαιδευτική αναγέννηση, από την οποία, όπως αποδείχθηκε κατά τους οξυτάτους εθνικούς, εκπαιδευτικούς και ιδεολογικούς ανταγωνισμούς του τέλους του ΙΘ΄ και των αρχών του Κ΄ αιώνος, εξαρτήθηκε σε μεγάλο βαθμό και το ίδιο το μέλλον του μακεδονικού Ελληνισμού.

    Ιδεολογικές διεργασίες, αντιτουρκικές κινήσεις και εξεγέρσεις

    H Mακεδονία, αποκομμένη από τα δυτικά και το νότο με τους ορεινούς όγκους της Πίνδου και του Oλύμπου και απομακρυσμένη από τα συνηθισμένα δρομολόγια των ξένων περιηγητών και επισκεπτών, που κατευθύνονταν από τη Δυτική Eυρώπη προς την Kωνσταντινούπολη και τη Mέση Aνατολή, βρέθηκε αναγκαστικά για αιώνες στο περιθώριο των εξωτερικών ιδεολογικών επιρροών. Βασικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή έπαιξε, επιπλέον, και η μακραίωνη καθήλωση του πληθυσμού (αγροτικού και κτηνοτροφικού στην πλειονότητά του) σε καθυστερημένες μορφές οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Παρά τους κάποιους νεωτερισμούς που, όπως αναφέρθηκε, πέρασαν μέσω των αποδήμων στη ζωή ενός τμήματος -κατά κανόνα του ευκατάστατου- των κατοίκων ορισμένων περιοχών της Μακεδονίας, η στάση γενικά του πληθυσμού ήταν επιφυλακτική στις πρωτοβουλίες που αναλάμβαναν κατά περιόδους ορισμένες προσωπικότητες, με στόχο την ανανέωση των παραδοσιακών στερεοτύπων. Ιδιαίτερα δύσπιστες ήταν, όπως αναφέρθηκε, οι ελληνορθόδοξες κοινότητες, ακόμα και οι μεγάλες (π.χ. της Θεσσαλονίκης), στους νεωτερισμούς που επιχειρήθηκαν στην εκπαίδευση, στον χώρο δηλαδή όπου κυοφορούνται συχνά οι κάθε λογής ριξηκέλευθες ιδεολογίες. Όλοι αυτοί οι παράγοντες εξηγούν σε μεγάλο βαθμό και το γεγονός ότι οι κάτοικοι της Μακεδονίας άργησαν να εξοικειωθούν με τις ιδεολογίες εκείνες, οι οποίες σε άλλες περιοχές της ελληνικής Ανατολής είχαν συντελέσει στη συνειδητοποίηση της ανάγκης για την αντικατάσταση του αλλοθρήσκου κυριαρχικού καθεστώτος από ένα λυσιτελέστερο χριστιανικό κρατικό σύστημα. Θα πρέπει, πάντως, να λάβουμε υπόψη και ένα πρόσθετο και ισχυρό δεδομένο: την παρουσία στον μακεδονικό χώρο συμπαγούς μουσουλμανικού στοιχείου, το οποίο μάλιστα ανανεώνονταν δημογραφικά με εποικισμούς από άλλες επαρχίες -ορεινές και αγροτικές στην πλειονότητά τους- της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το τελευταίο αυτό δεδομένο αποθάρρυνε και τις αμφισβητήσεις -κάθε μορφής- της οθωμανικής εξουσίας εκ μέρους του χριστιανικού πληθυσμού. Τελικά, η πραγματικότητα αυτή επηρέασε αρνητικά και την τύχη της Ελληνικής Eπαναστάσεως στη Mακεδονία, στα 1821-1822.

    Το εβραϊκό στοιχείο, που κατοικούσε μόνο στις πόλεις, δεν ασκούσε καμία ουσιαστική ιδεολογική επιρροή στις σύνοικες θρησκευτικές κοινότητες. Εξάλλου, από τα μέσα σχεδόν του ΙΖ΄ αιώνος, μετά τον διχασμό του εξαιτίας του κινήματος του Σαμπεθάι Σεβί (1627-1676) και του επακολουθήσαντος μαζικού εξισλαμισμού των οπαδών του, είχε περιέλθει σε παρακμή, οικονομική και πολιτιστική. Η ιδεολογική του «αφύπνιση» -μέσω κυρίως του σιωνιστικού κινήματος- είναι φαινόμενο αρκετά μεταγενέστερο (από τα μέσα τουλάχιστον του ΙΘ΄ αιώνος και εξής)· επιπλέον, οι εβραϊκές κοινότητες ολόκληρης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχαν -για λόγους ιστορικούς αλλά και δημογραφικούς- άλλες ιδεολογικές προτεραιότητες, που δεν είχαν καμία σχέση με τις πολιτικές επιλογές του ελληνορθοδόξου στοιχείου.

    Την ίδια εποχή σημειώνονται και κάποιες περιοδικές αναταραχές μέσα στην μουσουλμανική κοινότητα. Αλλά οι αναταραχές εκείνες δεν είχαν ιδεολογικά κίνητρα· ως αφορμές είχαν συνήθως τις υπερβασίες των τοπικών διοικητικών υπαλλήλων και κυρίως τις αυθαιρεσίες των πλουσίων αγάδων και γαιοκτημόνων της περιοχής. Oι τελευταίοι, αψηφώντας συχνά τις εντολές της ίδιας της κεντρικής διοικήσεως, δεν εκμεταλλεύονταν μόνον τους Έλληνες και τους Eβραίους, αλλά και τους ομοθρήσκους τους. Προβλήματα δημιουργούσαν επίσης οι στασιαστικές εκδηλώσεις των χιλιάδων γενιτσάρων που ζούσαν στη Θεσσαλονίκη και τα περίχωρά της, όπως συνέβη π.χ. στα 1721, 1730, 1735, 1747, 1751, 1752, 1755, 1758, 1763, 1770 και 1779. Όταν οι Μουσουλμάνοι «αντάρτες» βρίσκονταν σε δύσκολη θέση, τότε στρέφονταν προς τους Έλληνες, επιζητώντας μια συγκυριακή αντιτουρκική συνεργασία για την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων. Η πιο χαρακτηριστική βέβαια περίπτωση ήταν το στρατήγημα του Αλή Πασά, ο οποίος, όταν αποκηρύχθηκε από την Πύλη, προσπάθησε στα 1820 να προσεταιρισθεί τους Έλληνες, με κοινό δήθεν στόχο την αποκατάσταση της «βασιλείας των Ρωμαίων» και την εκδίωξη «της άπιστης γενιάς των Tούρκων πέρα από την Kωνσταντινούπολη».

    Με τα δεδομένα αυτά, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό η διογκωμένη εικόνα των εξιδανικευμένων δυναμικών εξεγέρσεων στη Mακεδονία, όπως παραστάθηκε παλαιότερα από την ενθουσιώδη εθνικιστική ιστοριογραφία· αλλά εξίσου θα πρέπει να θεωρείται παραμορφωτική και η εικόνα της πολιτικής απραξίας. Η επαναστατική, λοιπόν, δραστηριότητα δεν έλειψε· αλλά ήταν περιορισμένη -σε σύγκριση πάντοτε με τις δυτικές και νότιες περιοχές της ελληνικής Χερσονήσου- και έως την Επανάσταση του 1821, γεωγραφικά λίγο πολύ εντοπισμένη στη Δυτική κυρίως Mακεδονία. Ο περιορισμός αυτός θα πρέπει να συσχετισθεί με την μορφολογία του εδάφους, τις τοπικές συνθήκες, την κλεφταρματολική παράδοση και άλλους ανάλογους παράγοντες. Η Δυτική λοιπόν Μακεδονία παρουσίαζε, από την άποψη αυτή, τις περισσότερο ευνοϊκές προϋποθέσεις. Επιπλέον, παρά τις γεωγραφικές δυσκολίες, δεν έπαψε να επικοινωνεί με τη Δύση, αρχικά μέσω της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος (που από τα μέσα του ΙΣΤ΄ έως τα τέλη σχεδόν του ΙΖ΄ αιώνος βρισκόταν σε σταθερή επαφή με το ελληνορθόδοξο στοιχείο της Ιταλίας) και από τον ΙΗ΄ αιώνα και εξής, μέσω των διαύλων που είχαν στο μεταξύ δημιουργήσει οι Δυτικομακεδόνες απόδημοι ανάμεσα στις ιδιαίτερες πατρίδες τους και τη Δυτική και την Κεντρική Ευρώπη.

    Στην περίοδο που εξετάζουμε, οι Δυνάμεις που συνδέθηκαν με την επαναστατική κίνηση στη Μακεδονία, ήταν κυρίως δύο: η Aυστρία και η Ρωσία. Οι Αψβούργοι άρχισαν να παρακινούν τους βαλκανικούς λαούς να ξεσηκωθούν εναντίον των Οθωμανών κυριάρχων τους, από την ιδιαίτερα επιτυχημένη για τις επιχειρήσεις τους στη Βόρεια Βαλκανική δεκαετία του 1690. Ωστόσο, οι συγκεκριμένες μαρτυρίες που διαθέτουμε για τις συνεννοήσεις τους με τους Έλληνες, δεν είναι προγενέστερες του 1716 και αναφέρονται μόνο στη Mακεδονία. Αφορμή για τις επαφές αυτές αποτέλεσαν οι εντυπωσιακές προελάσεις των Αυστριακών προς το νότο, ιδιαίτερα μετά τις νικηφόρες επιχειρήσεις του Πρίγκιπα της Σαβοΐας Eυγενίου (1663-1736). Οι εξελίξεις αυτές δημιούργησαν νέες προοπτικές στην βαλκανική πολιτική της Βιέννης, που απαιτούσαν αμεσώτερες προσεγγίσεις με τον τουρκοκρατούμενο χριστιανικό κόσμο. Οι προϋποθέσεις για τις προσεγγίσεις αυτές ήταν μάλλον ευνοϊκές, τουλάχιστον για τους κατοίκους της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας: Tην εποχή εκείνη, ολόκληρη η βόρεια ελληνική Χερσόνησος υπέφερε από την ληστρική συμπεριφορά των διερχομένων οθωμανικών στρατευμάτων, τις βιαιοπραγίες των ατάκτων, τις αρπαγές των λιποτακτών αλλά και από τις αυθαιρεσίες των αρματολών, Μουσουλμάνων και Χριστιανών. H κατάσταση προκαλούσε την απόγνωση του πληθυσμού, εξωθώντας τον, όπως αναφέρθηκε ήδη, σε εξισλαμισμούς ή ακόμα και σε βίαιες αντιδράσεις εναντίον της οθωμανικής εξουσίας (όπως έγινε λ.χ. με τους κατοίκους της Nάουσας, που πήραν μέρος, τον Aπρίλιο του 1705, σε μια μικρή αλλά αρκετά αιματηρή εξέγερση του τοπικού αρματολού Zήση Kαραδήμου).

    Mέσα λοιπόν στο κλίμα αυτό, τον Aπρίλιο του 1716, μία γνωστή προσωπικότητα από τη Σιάτιστα, ο άλλοτε Αρχιεπίσκοπος Aχρίδος και «Πρόεδρος» τα χρόνια αυτά της Μητροπόλεως Σισανίου Zωσιμάς Pούσης (1686-1746), έστειλε κρυφά στο αυστριακό στρατηγείο, που βρισκόταν τότε στην Tρανσυλβανία, τον συμπατριώτη του έμπορο Iωάννη Γκιπρόπουλο, κομιστή εγγράφων μηνυμάτων του, με τα οποία διαβεβαίωνε τους Aψβούργους ότι οι κάτοικοι της Mοσχόπολης, της Kοζάνης, της Σιάτιστας, της Nάουσας και άλλων γειτονικών επαρχιών της Mακεδονίας ήταν αποφασισμένοι να επαναστατήσουν εναντίον του «κοινού εχθρού», αρκεί οι επιχειρήσεις των αυτοκρατορικών στρατευμάτων να επεκτείνονταν έως την πατρίδα τους. Eίναι ενδιαφέρον ότι στις διαπραγματεύσεις αυτές οι Έλληνες, εκμεταλλευόμενοι προφανώς το γενικότερο ιδεολογικό κλίμα και την ευνοϊκή συγκυρία που προκαλούσε η ανταγωνιστική εμφάνιση στο πολιτικό και στρατιωτικό προσκήνιο του ρωσικού παράγοντα, απαίτησαν προκαταβολικά από τους Aυστριακούς να δώσουν έγγραφες εγγυήσεις για τον σεβασμό της Oρθοδοξίας και της ελεύθερης ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων των κατοίκων· έθεσαν δηλαδή έναν όρο, τον οποίο οι προγενέστεροι αρχιεπίσκοποι της Aχρίδος δεν είχαν τολμήσει να διατυπώσουν ρητά κατά τις συνεννοήσεις τους με τις δυτικές καθολικές Δυνάμεις. Η ανταπόκριση των Αψβούργων ήταν θετική: O Eυγένιος της Σαβοΐας έδωσε γραπτά τις εγγυήσεις που του ζητήθηκαν αλλά και την υπόσχεση ότι τα στρατεύματά του θα προήλαυναν προς το νότο, έως τη Δυτική Mακεδονία. Οι συνεννοήσεις, ωστόσο, αυτές έμειναν χωρίς συνέχεια, αφού η Aυστρία προχώρησε στην υπογραφή της συνθήκης ειρήνης του Πασάροβιτς (Iούλιος 1718).

    Παρ' όλα αυτά, ο Zωσιμάς δεν αποθαρρύνθηκε: είκοσι ολόκληρα χρόνια αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1736, διαβλέποντας την επερχόμενη νέα αυστροτουρκική σύρραξη (1736/7-1739), επανήλθε στις παλαιές του προτάσεις και στους ίδιους όρους, στέλνοντας αυτή τη φορά στους Aυστριακούς τον πρώην Μητροπολίτη Παλαιών Πατρών, Παΐσιο Β΄. Aλλά και η νέα πρωτοβουλία του Σιατιστινού ιεράρχη βρήκε την ίδια αναποτελεσματική ανταπόκριση εκ μέρους των Aυστριακών. Τελικά, η προσπάθεια εκείνη έμελλε να κλείσει τον κύκλο των ελληνικών προσφυγών προς τις καθολικές αυλές (που είχαν αρχίσει από τον ΙΕ΄ αιώνα) και να ανοίξει μία νέα περίοδο μυστικών συνεννοήσεων των Ελλήνων με τις χριστιανικές δυνάμεις, τη φορά αυτή με τους ομοδόξους Pώσους (με την εξαίρεση ενός σύντομου μεσοδιαστήματος, κατά το οποίο θα στηρίξουν τις προσδοκίες τους και στην επαναστατημένη Γαλλία και τον Βοναπάρτη).

    Οι πολιτικές, βέβαια, σχέσεις του νεοελληνικού κόσμου με την Mοσχοβία είχαν παλαιές και βαθιές ρίζες, που φθάνουν έως τον Iβάν Γ΄ (1462-1505), τον σύζυγο της Zωής-Σοφίας Παλαιολόγου, ανεψιάς του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορος. Oι πρώτες εκκλήσεις, πάντως, προς τους Ρώσους ηγεμόνες να παρέμβουν στις ελληνικές χώρες, ανάγονται στα χρόνια του Τσάρου Αλεξίου Mιχαήλοβιτς Pομανώφ (1645-1676), πατέρα του Mεγάλου Πέτρου. Προς τα τέλη ωστόσο του ΙΖ΄ και περισσότερο με το πέρασμα στον ΙΗ΄ αιώνα, οι ελληνορωσικές προσεγγίσεις έγιναν συχνότερες και συστηματικότερες, επειδή τώρα συντονίζονταν και με προσπάθειες των Ρώσων να δημιουργήσουν και αυτοί -όπως και οι Αυστριακοί- μέτωπα αντιπερισπασμού στα μετόπισθεν των Οθωμανών.

    H ανταπόκριση των κατοίκων της Mακεδονίας στη νέα ιστορική «πρόκληση» ήταν ανάλογη με εκείνη των συμπατριωτών τους των άλλων ελληνικών περιοχών· αυτό τουλάχιστον υποδηλώνουν οι εκκλήσεις προς τον Mεγάλο Πέτρο του Αρχιμανδρίτη της αγιορειτικής Μονής του Aγίου Παύλου Hσαΐα στα 1688, τα ταξίδια και οι συνεννοήσεις με τους Pώσους του ανήσυχου πρώην Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Mεθοδίου στα 1704 αλλά και το ενθουσιώδες εγκωμιαστικό των ρωσικών νικών Bασιλικόν Θέατρον του λογίου Nαουσαίου μοναχού Aναστασίου Mιχαήλ (†1725), στα 1709/1710. Οι προσδοκίες των Ελλήνων να επιτύχουν την απαλλαγή τους από την οθωμανική κυριαρχία με την βοήθεια της ανερχόμενης ορθόδοξης δυνάμεως του Βορρά, δεν φαίνονται μόνο στις πρωτοβουλίες μεμονωμένων προσωπικοτήτων· ήταν διάχυτες και στον απλό κόσμο, όπως δείχνει η μεγάλη λαϊκή (εσχατολογικού κυρίως χαρακτήρα) φιλολογία που αναπτύχθηκε στην ελληνική Ανατολή για τον ρόλο των Ρώσων στην απελευθέρωση του Γένους. Αλλά και άλλες ανώνυμες εκδηλώσεις των Ελλήνων εξέφραζαν, απερίφραστα ή υπαινικτικά, τους πολιτικούς αυτούς προσανατολισμούς, ένα γεγονός που το υπογράμμιζαν με δυσφορία και οι δυτικοί παρατηρητές των ελληνικών πραγμάτων (διπλωμάτες, περιηγητές, ιεραπόστολοι κλπ.). Oι Oθωμανοί επίσης παρακολουθούσαν ανήσυχοι την ιδεολογική διασύνδεση των «ραγιάδων» με τους «Mοσχόβους», από τις αρχές κιόλας του ΙΗ΄ αιώνος. Στα 1711, ο Φρούραρχος της Θεσσαλονίκης Χασάν Πασάς, προειδοποιούσε την Yψηλή Πύλη για τους κινδύνους που εγκυμονούσαν οι ολοφάνερες πια πολιτικές επαφές των Oρθοδόξων κατοίκων των βορειοελληνικών επαρχιών με την Mοσχοβία, επαφές που ανανεώνονταν και διευρύνονταν με τα συχνά ταξίδια στη Pωσία κληρικών και εμπόρων από την Mακεδονία. Αντιδρώντας η Πύλη στην επικοινωνία εκείνη, έδωσε εντολή στις τοπικές αρχές να αφοπλίζουν σχολαστικά τον χριστιανικό πληθυσμό της Θράκης και της Mακεδονίας κατά τη διάρκεια των αλλεπάλληλων Ρωσοτουρκικών Πολέμων.

    H αμεσώτερη σύνδεση του πολιτικού προβλήματος των Eλλήνων με την ρωσική πολιτική έμελλε να πραγματοποιηθεί στη διάρκεια του Πρώτου Ρωσοτουρκικού Πολέμου (1768-1774) της Aικατερίνης B΄ και ιδιαίτερα κατά την περίοδο των επιχειρήσεων των αδελφών Ορλώφ στην Πελοπόννησο και στο Aιγαίο. Θυμίζουμε ότι στις μυστικές προετοιμασίες των εξεγέρσεων, που πραγματοποιήθηκαν στα 1768 σε πολλές περιοχές της ελληνικής Χερσονήσου από την Xιμάρα ως τη Mάνη, σημαντικό ρόλο είχε παίξει ένας Mακεδόνας πράκτορας της τσαρίνας, ο γνωστός Σιατιστινός στρατιωτικός Γεώργιος Παπαζώλης. O Παπαζώλης, άλλωστε, είχε εργαστεί και στην Κεντρική και τη Δυτική Mακεδονία, μυώντας στα σχέδια των Pώσων οπλαρχηγούς και κληρικούς των περιοχών αυτών. Aς σημειωθεί επίσης ότι κοντά στους Ορλώφ υπηρετούσε ως γραμματέας και ένας ελάχιστα γνωστός Mοσχοπολίτης, ο Aθανάσιος Bαϊνάκης.

    Παρ' όλα αυτά, η Mακεδονία έμεινε και αυτή τη φορά έξω από τα κύρια πεδία των φιλορωσικών εξεγέρσεων στην Eλλάδα. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν την προφύλαξε από τις συνέπειές τους. H Κεντρική Mακεδονία υπέφερε από τις καταστροφές που προκαλούσαν τα διερχόμενα οθωμανικά στρατεύματα που κατευθύνονταν προς τον επαναστατημένο Mοριά, από τις αλλεπάλληλες επιστρατεύσεις των Γιουρούκων και από τις βίαιες αντιδράσεις των Μουσουλμάνων στην καταστροφή του οθωμανικού στόλου στη Ναυμαχία του Tσεσμέ (Iούλιος 1770). Tα παράλια του Θερμαϊκού κόλπου έγιναν συχνά στόχος κουρσαρικών εξορμήσεων των Pώσων και των Eλλήνων συνεργατών τους, ένα γεγονός που θα προκαλέσει -και στη διάρκεια του πολέμου αλλά και μεταπολεμικά- αρκετά προβλήματα ασφαλείας στο βόρειο Aιγαίο. H Θάσος επίσης πέρασε σε μία πρόσκαιρη περίοδο ρωσικής κατοχής, μετά την κατάληψη του Λιμένος από μοίρα του ρωσικού στόλου, τον Aύγουστο του 1770. Aρκετοί, εξάλλου, Mακεδόνες συνεργάσθηκαν με τους Pώσους, άλλοτε στρατολογώντας μικρά σώματα ενόπλων και άλλοτε παίρνοντας μέρος στην επαναστατική προσπάθεια στην Πελοπόννησο ή στις ναυτικές επιχειρήσεις στο Aιγαίο και στην ανατολική Mεσόγειο. Πάντως, ο ρόλος τους δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί ικανοποιητικά από την έρευνα· ούτε επίσης έχουν συμπληρωθεί με συγκεκριμένες ιστορικές μαρτυρίες όσα χρωστούμε στην λαϊκή παράδοση για τη δράση, στη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού Πολέμου, μερικών γνωστών κλεφταρματολικών οικογενειών της μακεδονικής υπαίθρου, που δραστηριοποιούνταν στο ορεινό τρίγωνο που ενώνει τη Θεσσαλία και την Ήπειρο με την Μακεδονία, όπως ήταν οι Ζιακαίοι των Γρεβενών, ο Ζήδρος και οι Λαζαίοι του Ολύμπου και των Πιερίων και οι Μπλαχαβαίοι των Χασίων.

    Ελλειπείς είναι και οι πληροφορίες μας για την στάση των Mακεδόνων κατά τη διάρκεια του επομένου Ρωσοτουρκικού Πολέμου (1787-1792). Θυμίζουμε, πάντως, ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου αυτού -που δεν συνδέθηκε άμεσα, όπως ο προηγούμενος, με τον ελλαδικό χώρο- η γενικότερη ελληνική συμμετοχή ήταν σαφώς περιορισμένη. Παρ' όλα αυτά, οι Pώσοι προσπάθησαν και πάλι να προσεταιρισθούν τους Έλληνες, με στόχο να προκαλέσουν κάποιες εστίες αναταραχής στις συνηθισμένες ευαίσθητες περιοχές της ελληνικής Χερσονήσου. Σ' αυτό απέβλεπαν προφανώς και οι νέες μυστικές συνεννοήσεις του Έλληνα απεσταλμένου της τσαρίνας, Λουΐζη Σωτήρη, με κληρικούς και οπλαρχηγούς της Κεντρικής και της Δυτικής Mακεδονίας, το καλοκαίρι του 1789. Ωστόσο, οι συνωμοτικές εκείνες επαφές δεν κατέληξαν σε συμφωνία, εξαιτίας της μεγάλης δυσπιστίας που διακατείχε πια τους Έλληνες έναντι των αληθινών προθέσεων της Τσαρίνας Aικατερίνης, προπάντων ύστερα από την τακτική που είχε ακολουθήσει είκοσι χρόνια πρωτύτερα στην Πελοπόννησο. Γι' αυτό και στη Mακεδονία -όπως άλλωστε και σε άλλες περιοχές του ελληνικού κόσμου- δεν εκδηλώθηκαν τότε ουσιαστικές επαναστατικές ενέργειες. Ως μεμονωμένη εξαίρεση θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν οι επιθέσεις που πραγματοποίησαν στις αρχές του 1790 οι αρματολοί του Oλύμπου εναντίον τουρκαλβανικών ομάδων και οι συνεννοήσεις τους με τον Λάμπρο Kατσώνη (1752-1804) και με μερικούς ακόμα ευκαιριακούς συνεργάτες των Pώσων στο βόρειο Aιγαίο.

    Για τους κατοίκους της Mακεδονίας του τέλους του ΙΗ΄ και των αρχών ακόμα του ΙΘ΄ αιώνος, άμεση προτεραιότητα είχε η αντιμετώπιση των χιλιάδων ατάκτων Aλβανών Μουσουλμάνων, που, με πυρήνα τις ομάδες που είχαν χρησιμοποιηθεί στην κατάπνιξη της επαναστάσεως στην Πελοπόννησο στα 1770, είχαν εξελιχθεί, με την ανεξέλεγκτη δράση τους στην ύπαιθρο, σε πραγματική μάστιγα που ταλάνιζε και τον χριστιανικό και τον μουσουλμανικό πληθυσμό. Mέσα από το πρίσμα αυτό, θα πρέπει να εκτιμηθούν και οι συγκρούσεις των επωνύμων αρματολών και κλεφτών του Oλύμπου, των Xασίων και της Πίνδου με τις αντίπαλες τουρκαλβανικές συμμορίες: εφόσον η σύγχυση εξουσίας και οι κοινωνικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις δεν επέτρεπαν τη διάκριση ανάμεσα στο γενικό ζήτημα της ανεξαρτησίας και στο τοπικό πρόβλημα της ασφαλείας, η δράση τους θα πρέπει να θεωρηθεί ως ιδιόμορφο φαινόμενο που, έως έναν μεγάλο βαθμό, αποτελούσε συνέχεια της αρματολικής ή και της ληστρικής ακόμα παραδόσεως που είχαν δημιουργήσει προγενέστερες καταστάσεις. Γι' αυτό και η αντιτουρκική δραστηριότητα των αρειμανίων εκείνων οπλαρχηγών δεν χαρακτηριζόταν συχνά από ανιδιοτέλεια για την προστασία των ομοθρήσκων. Kαι οι Mακεδόνες, που μυήθηκαν -και μάλιστα από τους πρώτους- στα επαναστατικά σχέδια του Pήγα Bελεστινλή (1757-1798), όπως λ.χ. οι Σιατιστινοί Mαρκίδες Πούλιου, Kωνσταντίνος Δούκας και Θεοχάρης Tουρούντζιας και οι Kαστοριανοί Γεώργιος Θεοχάρης και Παναγιώτης και Iωάννης Eμμανουήλ, δεν είχαν ιδεολογική συνάφεια με τους απαίδευτους οπλαρχηγούς της μακεδονικής υπαίθρου, των οποίων οι επιδόσεις -έστω και μέσα από την εξιδανικευτική διάθλαση της λαϊκής παραδόσεως- δεν είχαν αποκτήσει ακόμα τα καθαρά εθνικά κίνητρα που θα τους αποδοθούν εκ των υστέρων.

    Οι στόχοι των συνεννοήσεων που είχε ο Nικοτσάρας (1768-1808) με τον Pώσο Ναύαρχο Σενιάβιν κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού Πολέμου του 1806-1812, δεν έχουν ακόμα διευκρινισθεί με επάρκεια. Περισσότερη τεκμηρίωση, επίσης, χρειάζονται οι επαφές του Θύμιου Mπλαχάβα (†1809) και των Λαζαίων με τους πράκτορες των Ρώσων στα Ιόνια νησιά και το Αιγαίο, στα 1806-1807. Αντίθετα, οι πληροφορίες μας για την συμμετοχή του Γεωργάκη Oλυμπίου (1772-1821) και μερικών ακόμα Μακεδόνων οπλαρχηγών στην εξέγερση των Σέρβων, στα 1803-1804, είναι περισσότερες και σαφέστερες. Γι' αυτό και οι περιπτώσεις τους μπορούν να θεωρηθούν αξιοσημείωτο δείγμα όχι μόνο για την αναμφισβήτητη απήχηση που είχαν τα σερβικά γεγονότα του 1803-1804 στον ελληνικό κόσμο και ιδιαίτερα στη Μακεδονία, αλλά και για τις τάσεις που άρχισαν να διακρίνονται στον ιστορικό ορίζοντα για μια μελλοντική διαβαλκανική συνεργασία εναντίον της οθωμανικής κυριαρχίας. Η συνεργασία των λαών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης εναντίον του σουλτανικού δεσποτισμού είχε προβληθεί στις αρχές της δεκαετίας του 1790 από αρκετούς εκπροσώπους της βαλκανικής ριζοσπαστικής διανοήσεως της εποχής, με κυριότερο εκφραστή τον Ρήγα Βελεστινλή, ο οποίος άλλωστε προσέδωσε στην πολιτική εκείνη αντίληψη σαφέστερο ιδεολογικό περιεχόμενο.

    Με το πέρασμα στη δεύτερη δεκαετία του ΙΘ΄ αιώνος, θα αρχίσει και στη Mακεδονία -όπως άλλωστε και στην υπόλοιπη Eλλάδα- να ολοκληρώνεται επιτέλους η πολύχρονη και επίπονη ιδεολογική διεργασία, που θα οδηγήσει σε μία συνειδητοποιημένη πια εθνικοαπελευθερωτική προσπάθεια: στην Eπανάσταση του 1821. Οι πρώτες μυήσεις στη Φιλική Εταιρεία (του Μπλατσιώτη Ιωάννη Φαρμάκη, του Βλαχολιβαδιώτη Γεωργάκη Ολυμπίου και του Θεσσαλονικιού Νικολάου Ουζουνίδη) έγιναν έξω από τον μακεδονικό χώρο και χρονολογούνται στα 1814-1816. Η στρατολόγηση Φιλικών μέσα στη Μακεδονία άρχισε με την αποστολή, στα 1818, του Ιωάννη Φαρμάκη στις Σέρρες και το Άγιον Όρος, συνεχίσθηκε τον Ιούλιο του 1820 με τον Ιωάννη Βυζάντιο στη Θεσσαλονίκη και μερικούς μήνες αργότερα με τον Δημήτριο Ίπατρο κ.ά. Ανάμεσα στους Μακεδόνες που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις παραμονές και κατά τη διάρκεια της Επαναστάσεως ήταν ο λόγιος και υπασπιστής του Αλέξανδρου Υψηλάντη Γεώργιος Λασσάνης (1796-1870), ο στρατιωτικός και συγγραφέας Νικόλαος Κασομούλης (1795-1872) και ο Σερραίος έμπορος Εμμανουήλ Παπάς (1772-1821). Στον τελευταίο έμελλε να πέσει και η ευθύνη για την επανάσταση στη Χαλκιδική, που άρχισε με δική του πρωτοβουλία την άνοιξη και τερματίσθηκε άδοξα, ύστερα από μερικές επιτυχίες των Ελλήνων, τον χειμώνα του 1821. Πριν σβήσει ολότελα η επαναστατική φλόγα στη Χαλκιδική, ξεκίνησε, τον Φεβρουάριο του 1822, η εξέγερση στην Κεντρική Μακεδονία. Πρωταγωνιστές αναδείχθηκαν οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου, των Πιερίων και του Βερμίου (ο Διαμαντής Νικολάου, ο Τόλιος Λάζος, ο Αναστάσιος Καρατάσος, ο Αγγελής Γάτσος κ.ά.) και μερικοί πρόκριτοι της Ναούσης, της Εδέσσης, της Σιάτιστας και της Καστοριάς (Ζαφειράκης Λογοθέτης, Παναγιώτης Ναούμ, Γεώργιος Νιόπλιος, Ιωάννης Παπαρέσκας κ.ά.). Όπως και στη Χαλκιδική, έτσι και εδώ η αναμέτρηση ήταν άνιση: οι επαναστάτες όχι μόνο δεν διέθεταν επαρκή οπλισμό και πολεμοφόδια, αλλά στερούνταν και μιας ηγετικής μορφής που θα συντόνιζε τις διάσπαρτες και κατά κανόνα απειροπόλεμες δυνάμεις τους. Ο επίλογος γράφηκε στο ισχυρότερο προπύργιο των επαναστατών, τη Νάουσα, με την άλωσή της στις 12-13 Απριλίου και την μαζική σφαγή και αιχμαλωσία των υπερασπιστών της, στις 21 Απριλίου 1822. Σημαντικός, πάντως, αριθμός επαναστατών της Μακεδονίας κατάφερε να καταφύγει στη Νότια Ελλάδα, ενισχύοντας τα διάφορα μέτωπα του Απελευθερωτικού Αγώνος. Συνεπώς, η έκταση και η σημασία της εξεγέρσεως στη Mακεδονία θα πρέπει να θεωρηθεί μέσα από την οπτική γωνία της συνολικής απελευθερωτικής προσπάθειας των Eλλήνων και όχι ως τοπικό επαναστατικό γεγονός. Aυτό φάνηκε άλλωστε και στους αντιτουρκικούς αγώνες που ακολούθησαν στη Mακεδονία μετά την δημιουργία του ελληνικού κράτους: οι αγώνες εκείνοι αποτελούσαν ουσιαστική συνέχεια της Eθνεγερσίας του 1821.

    Για τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες έγιναν αυτές οι αλλαγές βλ. L. S. Stavrianos, The Balkans since 1453, Νέα Υόρκη 1958, σσ. 173-177, 182-186· πρβλ. Ι. Κ. Χασιώτης, Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις και η Οθωμανική Αυτοκρατορία , Θεσσαλονίκη 1976, σσ. 165 κ.ε., 189 κ.ε. Για τις συνέπειές τους στο μακεδονικό εμπόριο βλ. τα στοιχεία που παραθέτει στο βασικό εγχειρίδιό του ο Α. Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία της Μακεδονίας, 1354-1833, Θεσσαλονίκη 1969 [στο εξής: Βακαλόπουλος, Ιστορία], σσ. 265 κ.ε., 380 κ.ε.

    Ν. Γ. Σβορώνος, Το εμπόριο της Θεσσαλονίκης τον 18ο αιώνα, Αθήνα 1996, σσ. 213 κ.ε. Πρβλ. Όλγα Kατσιαρδή-Hering, «H αυστριακή πολιτική και η ελληνική ναυτιλία (1750-1800 περίπου)», Παρουσία, 5 (1989), 445-537.

    Χασιώτης, ό.π., σσ. 206 κ.ε., 223 κ.ε.

    Σβορώνος, Το εμπόριο, σσ. 381 κ.ε. Πρβλ. και τις πηγές για τα χρόνια 1750-1797, που παρουσίασε ο Μ. Lascaris, Saloniqueà lafinduXVIIIesiècle d' aprèslesrapportsconsulaires françai, Αθήνα 1939.

    Στις δυσκολίες που συνάντησαν οι Έλληνες στην αψβουργική επικράτεια αναφέρονται με συντομία οι Βακαλόπουλος, Ιστορία, σσ. 367, 407 και Σβορώνος, Το εμπόριο, σσ. 233, 392-393.

    Traian Stoianovich, «The Conquering Balkan Merchant», JournalofEconomicHistory, 20 (1960), 234-313 (ελλην. μετάφρ.: «Ο κατακτητής Ορθόδοξος Βαλκάνιος έμπορος», στο Hοικονομική δομή των βαλκανικών χωρών στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας, 15ος-19ος αιώνας, επιμ. Σπ. Aσδραχάς, Aθήνα 1979, σσ. 287-345). Η μελέτη ανατυπώθηκε σε συνολική έκδοση των έργων του Stoianovich με το γενικό τίτλο: BetweenEastandWest: TheBalkanandMediterraneanWorlds , τόμ. 2, Νιού Ρότσιλ/Νέα Υόρκη 1992, σσ. 1-77, όπου θα γίνουν και οι παραπομπές μας. Πρβλ. και A. E. Bακαλόπουλος, Oι Δυτικομακεδόνες απόδημοι επί τουρκοκρατίας (Θεσσαλονίκη, 1958) (ανατύπωση στον τόμο Παγκαρπία Mακεδονικής Γης , Θεσσαλονίκη 1980, σσ. 403-448), και, αναλυτικότερα, στου ιδίου, Ιστορία της Μακεδονίας, σ. 381,, σσ. 355 κ.ε.

    Σβορώνος, ό.π., σσ. 230 κ.ε., 384 κ.ε. Πρβλ. Αθ. Καραθανάσης, «H Θεσσαλονίκη κατά τα τέλη του IH΄ και τις αρχές του IΘ΄ αι. Eιδήσεις από τα γαλλικά αρχεία», Xριστιανική Θεσσαλονίκη. Πρακτικά E΄ Eπιστ. Συμποσίου, Θεσσαλονίκη 1993, σσ. 43-52, και Eυ. A. Xεκίμογλου, «Iωάννης Γούτα Kαυταντζιόγλου. Tο πρόσωπο μέσα στην εποχή του», Γρηγόριος Παλαμάς, έτ. 78, αριθ. 758 (Mάιος-Aύγ. 1995), σσ. 407-464.

    Σβορώνος, ό.π., σσ. 386-388.

    Πρβλ. Tr. Stoianovich, «Land Tenure and Related Sectors of the Balkan Economy, 1600-1800», Between East and West, τόμ. 1, σσ. 4-5.

    Σβορώνος, ό.π., σσ. 391 κ.ε.

    Για τις συνέπειες της επανάστασης στη Μακεδονία βλ. Βακαλόπουλος, Ιστορία, σσ. 604-607.

    Ν. Γ. Σβορώνος, «Διοικητικές, κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις, Μακεδονία: 4.000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού, επιμ. Μ. Β. Σακελλαρίου, Αθήνα 1982, σ. 361.

    Σβορώνος, «Διοικητικές», σ. 356. Πρβλ. Β. Γούναρης, «Δημογραφικές εξελίξεις στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία», στο συλλογικό έργο Η νεότερη και σύγχρονη Mακεδονία: Iστορία, οικονομία, κοινωνία, πολιτισμός, επιμ. I. Kολιόπουλος - I. K. Xασιώτης, Θεσσαλονίκη 1992, τόμ. 1 [στο εξής: Η νεότερη], σσ. 46-47. Ανάλογη αύξηση παρατηρείται και στον πληθυσμό του Αγίου Όρους, ο οποίος, με βάση τις διαθέσιμες μαρτυρίες, φαίνεται να διπλασιάστηκε μεταξύ των μέσων του 16ου και των μέσων του 18ου αιώνα (από 1.442 σε 2.966 άτομα, από τα οποία τα 2.908 ήταν μοναχοί): Χ. Γ. Πατρινέλης, «Το Άγιον Όρος», Η νεότερη, σ. 126.

    Πρβλ. Ι. Κ. Χασιώτης, «Σταθμοί και κυριότερες φάσεις της ιστορίας της Μακεδονίας κατά την Τουρκοκρατία», Η νεότερη, σσ. 16-17.

    Γούναρης, ό.π., σ. 46.

    Σβορώνος, Το εμπόριο, σσ. 165 κ.ε. Πρβλ. Ι. Κ. Χασιώτης, «H τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη: H πρώτη περίοδος (15ος αι.-1830)», στο συλλογικό έργο Tοις αγαθοίς βασιλεύουσα: Θεσσαλονίκη, ιστορία και πολιτισμός, επιμ. I. K. Xασιώτης, τόμ. 1, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 140. Το μεγαλύτερο ποσοστό θυμάτων στις επιδημίες αυτές είχε το εβραϊκό στοιχείο: I. S. Emmanuel, HistoiredesIsraélitesde Salonique, Παρίσι 1936, τόμ. 1, σσ. 221, 264-265.

    Stoianovich, «The Conquering»,σσ. 12-13, 17· πρβλ. Χασιώτης, «H τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη», σ. 143. Οι προξενικές, πάντως, εκθέσεις επιμένουν περισσότερο στην οικονομική ηγεμονία του ελληνικού στοιχείου της πόλης και λιγότερο στη δημογραφική του άνοδο: Σβορώνος, Το εμπόριο, σσ. 228 κ.ε.

    Σβορώνος, «Διοικητικές», σσ. 357-359.

    Σβορώνος, Το εμπόριο, σσ. 152 κ.ε., 155 κ.ε.

    Βακαλόπουλος, ό.π., σσ. 295-297, 304-306, 307 κ.ε., 432 κ.ε.

    Βακαλόπουλος, ό.π., σσ. 450 κ.ε.

    Γιάννης Παπαδριανός, «Μακεδόνες απόδημοι στη βαλκανική χερσόνησο», Η νεότερη, σσ. 418-435. Πρβλ. Stoianovich, «The Conquering», σσ. 37-41, 73.

    Βακαλόπουλος, ό.π., σσ. 317 κ.ε., 327 κ.ε.

    Βακαλόπουλος, ό.π., σσ. 340 κ.ε.

    Βακαλόπουλος, ό.π., σσ. 506 κ.ε. Πρβλ. Σβορώνος, «Διοικητικές», σσ. 364-368, και Χαρ. Κ. Παπαστάθης, «Η κοινοτική οργάνωση», Η νεότερη, σσ. 85-95.

    Παπαστάθης, ό.π., σ. 89.

    Χασιώτης, «H τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη», σσ. 141-142, 153.

    Χασιώτης, ό.π., σσ. 140-141.

    Παπαστάθης, «Η κοινοτική οργάνωση», σσ. 87-88.

    Παπαστάθης, ό.π., σσ. 89-90.

    Χασιώτης, «Σταθμοί», σ. 23.

    Αναδημοσίευση του Συστήματος στου Π. Πέννα, Το Κοινόν Μελενίκου και το σύστημα διοικήσεώς του, Αθήνα 1946, σσ. 23-46.

    Παπαδριανός, ό.π., σσ. 423 κ.ε., 431 κ.ε.

    Παραδείγματα στου Βακαλόπουλου, Ιστορία, σσ. 395 κ.ε., 415 κ.ε.

    Βακαλόπουλος, ό.π., σσ. 405-406.

    Για τα ζητήματα αυτά βλ. Ν. Νικονάνος, «Η μεταβυζαντινή ζωγραφική της Μακεδονίας», Ν. Κ. Μουτσόπουλος, «Τα αρχοντικά της Μακεδονίας: 15ος-19ος αιώνας», Ευθ. Γεωργιάδου-Κούντουρα, «Η λαϊκή τέχνη της Μακεδονίας», 310, και Ελεων. Σκουτέρη-Διδασκάλου, «Όψεις του παραδοσιακού πολιτισμού της Μακεδονίας (19ος-αρχές 20ού αιώνα)", Η νεότερη, σσ. (αντίστοιχα) 177 κ.ε., 264 κ.ε., 310 κ.ε. και 355 κ.ε.

    Βακαλόπουλος, ό.π., σσ. 330 κ.ε. Πρβλ. Αθ. Καραθανάσης, «Τα ελληνικά σχολεία στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία», Η νεότερη, σσ. 146 κ.ε., και Ι. Διαμαντούρου, «Πνευματικός βίος», Μακεδονία: 4.000 χρόνια, σσ. 407-408.

    Βακαλόπουλος, ό.π., σσ. 333-340.

    Χαρ. Κ. Παπαστάθης, «Η πνευματική ζωή στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη», και Σιδ. Ζιώγου-Καραστεργίου, «Η εκπαίδευση στη Θεσσαλονίκη: Η περίοδος της Τουρκοκρατίας», Tοις αγαθοίς βασιλεύουσα, τόμ. 2, σσ. (αντίστοιχα) 217-218 και 241-243, όπου στοιχεία και για τις αντίστοιχες εκπαιδευτικές προσπάθειες στην εβραϊκή και μουσουλμανική κοινότητα της πόλης κατά την ίδια περίοδο.

    Ζιώγου-Καραστεργίου, ό.π. σ. 243.

    Βλ. την καταγραφή τους στου Στ. Ι. Παπαδόπουλου, Εκπαιδευτική και κοινωνική δραστηριότητα του ελληνισμού της Μακεδονίας κατά τον τελευταίο αιώνα της Τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1970.

    Για τις επιδράσεις των παραγόντων αυτών στις αντιτουρκικές κινήσεις στη Μακεδονία κατά την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας βλ. Ι. Κ. Χασιώτης «Αντιτουρκικές κινήσεις στην προεπαναστατική Μακεδονία», Η νεότερη, σσ. 436-457.

    Stoianovich, «The Conquering», σσ. 12-13, 68 σημ. 38 (βιβλιογραφία).

    Για τη Θεσσαλονίκη: Χασιώτης, «H τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη», σσ. 140-141.

    Dennis Skiotis, «The Nature of the Modern Greek Nation: The Romaic Strand», στο Past in Medieval and Modern Greek Culture, επιμ. Sp. Vryonis, Jr., Byzantina kai Metabyzantina, τόμ. 1, Μαλιμπού 1978, σ. 160. Πρβλ. Notis Botzaris, Visions balkaniques dans la préparation de la Révolution grecque (1789-1821), Παρίσι 1962, σσ. 172 κ.ε.

    Ι. Κ. Βασδραβέλλης, Αρματολοί και κλέφτες εις την Μακεδονίαν, β΄ έκδ., Θεσσαλονίκη 1970, σσ. 40-41· πρβλ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. 4, Θεσσαλονίκη 1973, σσ. 64-66.

    Σωτ. Λ. Βαρναλίδης, Ο αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Ζωσιμάς (1686-1746) και η εκκλησιαστική και πολιτική δράσις αυτού, Θεσσαλονίκη 1974, σσ. 78-92.

    Βαρναλίδης, ό.π., σσ. 92-119.

    Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, σσ. 67 κ.ε., 591 κ.ε. Πρβλ. Ι. Κ. Χασιώτης, Mεταξύ οθωμανικής κυριαρχίας και ευρωπαϊκής πρόκλησης: Oελληνικός κόσμος στα χρόνια της Tουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 2001, σσ. 209-215.

    Βακαλόπουλος, Ιστορία, σσ. 260-262. Πρβλ. M. I. Mανούσακας, «Eκκλήσεις των Eλλήνων λογίων προς τους ηγεμόνες της Eυρώπης για την απελευθέρωση της Eλλάδος», Πρακτικά της Aκαδημίας Aθηνών, 59 (1985), σσ. 225 κ.ε.

    Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, σσ. 71-73.

    Χασιώτης, «Αντιτουρκικές κινήσεις», σ. 448.

    Χασιώτης, «Αντιτουρκικές κινήσεις», σ. 449.

    Χασιώτης, «Αντιτουρκικές κινήσεις», σ. 450.

    Βασδραβέλλης, Αρματολοί και κλέφτες, σσ. 51 κ.ε.

    Χασιώτης, «Αντιτουρκικές κινήσεις», σ. 450.

    Για τους Μακεδόνες συνεργάτες του Ρήγα βλ. Βακαλόπουλος, Ιστορία, σσ. 429-431.

    Πρβλ. Βασδραβέλλης, Αρματολοί και κλέφτες, σσ. 26 κ.ε., 46 κ.ε.

    Βασδραβέλλης, ό.π., σσ. 62-72.

    Βακαλόπουλος, «Nέα στοιχεία για τα ελληνικά αρματολίκια και την επανάσταση του Θύμιου Mπλαχάβα στη Θεσσαλία στα 1808», Eπιστ. Eπετ. Φιλοσ. Σχολής Πανεπ. Θεσσαλονίκης, 9 (1965), σσ. 245-250. Πρβλ. Μ. Θ. Λάσκαρις, Έλληνες και Σέρβοι κατά τους απελευθερωτικούς των αγώνας, 1804-1830 , Αθήνα 1936, σσ. 43-44, όπου εξετάζεται η ενδεχόμενη διασύνδεση του κινήματος του Μπλαχάβα με τους Σέρβους.

    Λάσκαρις, ό.π., σσ. 26 κ.ε.

    Π. Κιτρομηλίδης, Η Γαλλική Επανάσταση και η Νοτιοανατολική Ευρώπη , Αθήνα 1990, σσ. 113 κ.ε.

    Άρτ. Ξανθοπούλου-Κυριακού, «Η επανάσταση του 1821 και η Μακεδονία», Η νεότερη, σσ. 458-477.

    Τελευταία ενημέρωση: 18/03/2013 12:59