Βασίλης Κ. Γούναρης

Η ιστοριογραφία και η χαρτογραφία του Μακεδονικού Ζητήματος

    Βασίλης Κ. Γούναρης

    ΕΘΝΙΚΕΣ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΙΣ, ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ

    ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, 1870-1912

    Από την Βουλγαρική Εξαρχία στην βουλγαρική ανεξαρτησία

    Με το πρώτο άρθρο του Σουλτανικού Φιρμανίου της 27ης Φεβρουαρίου (π.η.) 1870 ιδρύθηκε, εν αγνοία του Πατριαρχείου, η Βουλγαρική Εξαρχία. Από τις 13 εκκλησιαστικές επαρχίες που πέρασαν στην ευθύνη της, μόνο η Μητρόπολη Βελεσών θα μπορούσε τυπικά να χαρακτηρισθεί ως μακεδονική. Όμως, σύμφωνα με το δέκατο άρθρο του φιρμανίου, στην Εξαρχία μπορούσαν να προσχωρήσουν κι άλλες μητροπόλεις, εφόσον το ζητούσαν τουλάχιστον τα 2/3 του ποιμνίου τους. Το φιρμάνι αυτό θεωρείται ως η ληξιαρχική πράξη γεννήσεως του Μακεδονικού Ζητήματος, αλλά δεν είναι. Οι προϋποθέσεις για την δημιουργία αντιμαχομένων παρατάξεων και η εθνικοποίηση των διαφορών αυτών ήταν προϊόν των πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών ανακατατάξεων που προκάλεσε ο Χάρτης του Χαττ-ι-Χουμαγιούν (Φεβρουάριος 1856). Ο χάρτης αυτός οδήγησε σε μεταβολές του γαιοκτητικού καθεστώτος προς όφελος των Χριστιανών και κατέστησε επισήμως κληρονομήσιμο το τσιφλίκι. Δημιούργησε επίσης τις προϋποθέσεις για δημόσια έργα και για την μεταβολή του φοροεισπρακτικού και του πιστωτικού συστήματος. Τέλος, στο πλαίσιο της συντάξεως κωδίκων δικαίου, αιτήθηκε από το Πατριαρχείο η σύνταξη γενικών κανονισμών διοικήσεως των Ορθοδόξων, με τη συμμετοχή των λαϊκών. Η ολοκλήρωση και η εφαρμογή των κανονισμών οδήγησε αλυσιδωτά -ήδη μέσα στη δεκαετία του 1860- στην ανάδειξη διαφόρων δυνάμεων· δυνάμεων εκσυγχρονιστικών, που επιδόθηκαν στην ίδρυση σχολείων αλλά και δυνάμεων διασπαστικών, που μπορούσαν ελεύθερα να εκφραστούν, μετά την εισαγωγή κάποιων αρχών δημοκρατικότητος στην διοίκηση των κοινοτήτων. Πολλές φορές διασπαστές και εκσυγχρονιστές ήταν τα ίδια πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν την εκπαίδευση ως ένα αποδοτικό εργαλείο διευρύνσεως και μορφοποιήσεως των «κομματικών» τους χώρων, που δεν ήταν άλλοι από την ελληνική, τη βουλγαρική και την ρουμανική παράταξη. Στο πλαίσιο αυτό, το δέκατο άρθρο του φιρμανίου του 1870 έθετε το «εκλογικό όριο», που επέτρεπε και τυπικά την πλήρη μεταβίβαση της εξουσίας: ήταν τα 2/3 των Ορθοδόξων κατοίκων.

    Τη στιγμή που το βουλγαρικό εθνικό κίνημα βρισκόταν σε εξέλιξη, η σημασία της εκκλησιαστικής οριοθετήσεως της Εξαρχίας δεν ήταν μία απλή διαδικαστική λεπτομέρεια. Το θέμα των «μικτών» επαρχιών, στις οποίες περιλαμβάνονταν και πολλές μακεδονικές, εμπόδισε την επαναπροσέγγιση του Πατριαρχείου και των Βουλγάρων το 1871, ενώ ξεχωριστή βουλγαρική εθνοσυνέλευση επεξεργαζόταν τους δικούς της γενικούς κανονισμούς. Την επομένη χρονιά (1872), η εκκλησιαστική ένταση κορυφώθηκε και οι βουλγαρικοί γενικοί κανονισμοί τέθηκαν σε εφαρμογή με τουρκική διαταγή. Ο Πατριάρχης Άνθιμος ΣΤ΄ προχώρησε στον αφορισμό των πρωτοστατών Βουλγάρων αρχιερέων και, κάτω από τις πιέσεις μερίδος λαϊκών, στην κήρυξη ως σχισματικών τόσο των κληρικών όσο και των λαϊκών που συνέπρατταν με τους αφορισμένους. Το θρησκευτικό σχίσμα και ο αφορισμός βοήθησαν την περαιτέρω απομάκρυνση των δύο παρατάξεων, των Πατριαρχικών και των Εξαρχικών, και κυρίως την γεωγραφική διεύρυνσή της. Αγροτικές κοινότητες, όπου απουσίαζαν οι κοινωνικοί ή οι οικονομικοί ανταγωνισμοί, βρέθηκαν σύντομα αντιμέτωπες με υπέρτερα θεωρητικά διλήμματα: η άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων, μέσω της μίας ή της άλλης εκκλησίας, προϋπέθετε τον εθνικό αυτοπροσδιορισμό τους. Με ποιά όμως κριτήρια θα αποφάσιζαν;

    Από το δίλημμά τους αυτό ανέλαβαν να τους βγάλουν οι ελληνικοί εκπαιδευτικοί μηχανισμοί, που είχαν ήδη δομηθεί στην Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη: ο «Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων» υπό την προεδρεία πλέον του Νικολάου Μαυροκορδάτου, ο «Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως», αναδιοργανωμένος από το 1871 και η «Μακεδονική Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα», που ιδρύθηκε την ίδια χρονιά από τους Δυτικομακεδόνες της οθωμανικής πρωτευούσης. Μετά το σχίσμα, οι δραστηριότητες των κεντρικών αυτών φορέων εντάθηκαν και διακτινίσθηκαν με την ίδρυση κλαδικών φιλεκπαιδευτικών συλλόγων σε ολόκληρη την Μακεδονία: στις Σέρρες το 1870, στην Έδεσσα το 1872, στη Θεσσαλονίκη, το Μεγάροβο, την Πρωσοτσάνη και το Κρούσεβο το 1873, στο Δοξάτο και το Σιδηρόκαστρο το 1874, στη Στρώμνιτσα το 1875, στην Καβάλα το 1878 κ.α. Στις Σέρρες, εξάλλου, το 1871 διοργανώθηκε μεγάλο εκπαιδευτικό συνέδριο και το 1872 λειτούργησε και το πρώτο διδασκαλείο. Από το 1873, το Γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης αναγνωρίσθηκε ως ισότιμο αυτών του ελληνικού κράτους. Το 1876 λειτουργούσαν ήδη τα πρώτα ελληνικά ημιγυμνάσια στην Καστοριά, στην Καβάλα, στη Βέροια, στην Κοζάνη και στη Δράμα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1870 λειτουργούσαν ήδη 30 νηπιαγωγεία, πάνω από 360 κοινοτικά «δημοτικά» παντός τύπου (στα 200 φοιτούσαν και κορίτσια), 42 «ελληνικά» και επτά ημιγυμνάσια. Όπως ήταν επόμενο, σύντομα ο αριθμός των εισαγομένων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Μακεδόνων αυξήθηκε κατακόρυφα ενώ, με την αφθονία των καταρτισμένων διδασκάλων, η αλληλοδιδακτική μέθοδος άρχισε να υποχωρεί παντού. Τα τυπογραφεία αυξήθηκαν και τον Μάιο του 1875 κυκλοφόρησε η πρώτη ελληνική εφημερίδα στη Θεσσαλονίκη, ο Ερμής, από το τυπογραφείο του Σοφοκλή Γκαρμπολά, μικροτέρου αδελφού του Μιλτιάδη, που είχε ιδρύσει το πρώτο ελληνικό τυπογραφείο στην πόλη.

    Το ελληνικό εκπαιδευτικό εγχείρημα, παρά τα εντυπωσιακά ποσοτικά αποτελέσματα, δεν ήταν απαλλαγμένο αντιπάλων και εμποδίων. Η πρόοδος της Εξαρχίας, στις αρχές της δεκαετίας, ήταν ήδη ορατή παντού στις περιοχές της Αχρίδος και των Πρεσπών ακόμη και μέσα στο Μοναστήρι (1873), στο Νευροκόπι (1870), την Έδεσσα (1870) αλλά και στην Κεντρική Μακεδονία, όπου ακόμη πιο αισθητά ήταν τα ευεργετικά αποτελέσματα της βουλγαρουνιτικής κινήσεως που είχε εκδηλωθεί από την προηγούμενη δεκαετία στις περιοχές του Κιλκίς, της Δοϊράνης και της Γευγελής. Το 1870 υπήρχαν ήδη εκεί διεσπαρμένα εβδομήντα βουλγαρικά σχολεία, χάρη στις δραστηριότητες του Μητροπολίτη Κιλκίς Παρθενίου. Το 1873, μάλιστα, έκανε την πρώτη αλλά σύντομη εμφάνισή του ο Ουνίτης Επίσκοπος Νείλος Ιζβόρωφ, ενώ το 1875 επισκέφθηκε τα Γιαννιτσά και το Κιλκίς ο ίδιος ο Ουνίτης Επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Ραφαήλ Ποπώφ. Την ίδια περίοδο εμφανίσθηκαν ρουμανικά σχολεία στην περιοχή του Κάτω Βερμίου (Ξηρολίβαδο και Βέροια), επιχειρήθηκε μάλιστα διείσδυση και στη Νάουσα. Παρά το γεγονός ότι τα επαναστατικά γεγονότα που ακολούθησαν δεν άφησαν ασυγκίνητους τους Μακεδόνες, ωστόσο οι πρώιμες αυτές επιτυχίες ήταν σαφής δείκτης της δυσφορίας σε βάρος ανωτέρων κληρικών παρά των εθνικών διαφοροποιήσεων. Είναι εξάλλου ενδεικτικό ότι η βουλγαρική εθνική ιδεολογία, που δεν είχε ακόμη χειραφετηθεί πλήρως από την σερβική επιρροή, βασανιζόταν ήδη από τις πρώτες εκδηλώσεις ενός μακεδονικού σεπαρατισμού, τον οποίο προωθούσε η νεόκοπη ελίτ των Σλαβοφώνων, μορφωμένη στην Αθήνα, το Βελιγράδι ή σε διάφορες ρωσικές πόλεις.

    Το σημαντικότερο όμως εμπόδιο για τους Έλληνες δεν ήταν η συγκριτικά μικρή διάδοση της βουλγαρικής, της ρουμανικής και της σερβικής εκπαιδεύσεως αλλά οι ίδιες οι διπλωματικές εξελίξεις. Το καλοκαίρι του 1875 σημειώθηκε χριστιανική εξέγερση κοντά στο Μόσταρ της Ερζεγοβίνης, με αιτήματα οικονομικά. Παρά την υποχωρητική στάση της Πύλης στις πιέσεις της Αυστροουγγαρίας για μεταρρυθμίσεις, η εξέγερση την άνοιξη του 1876 επεκτάθηκε στη Βουλγαρία, δημιουργώντας έτσι -πέρα από το εκκλησιαστικό- και πολιτικό βουλγαρικό ζήτημα. Τον Μάιο της χρονιάς εκείνης, η σφαγή από τον μουσουλμανικό όχλο του Γάλλου και του Γερμανού προξένου στη Θεσσαλονίκη, με αφορμή την εμπλοκή τους σε μία περίπτωση εξισλαμισμού καθώς και τα αιματηρά τουρκικά αντίποινα στο βουλγαρικό χωριό Μπατάκ της Ροδόπης οδήγησαν στην κλιμάκωση της ευρωπαϊκής διπλωματικής παρεμβάσεως. Λίγες ημέρες αργότερα (30 Μαΐου), ο «ενδοτικός» στη Δύση Σουλτάνος Αβδούλ Αζίζ δολοφονήθηκε και τον Ιούνιο ακολούθησε η έκρηξη του ατυχούς για το Βελιγράδι Σερβοτουρκικού Πολέμου.

    Η ελληνική πολιτική ήταν ενήμερη των εξελίξεων, αλλά αδυνατούσε να παρέμβει ουσιαστικά. Το καλοκαίρι του 1876, ο παλαίμαχος υποστηρικτής των πανορθοδόξων κινημάτων Λεωνίδας Βούλγαρης ενθαρρύνθηκε από Έλληνες και Σέρβους και δραστηριοποίησε το δίκτυο των ενόπλων στη Θεσσαλία και την Μακεδονία. Όμως η ενεργητικότερη συμμετοχή της Ελλάδος στον πόλεμο ήταν αδύνατη, μολονότι επιβεβλημένη από την Ελληνοσερβική Συνθήκη του 1867. Τον Δεκέμβριο του 1876, στη Διάσκεψη της Κωνσταντινουπόλεως οι εκπρόσωποι των Δυνάμεων, ερήμην των Τούρκων, αποφάσισαν τους όρους της ειρηνεύσεως. Αναφορικά με το βουλγαρικό ζήτημα, προβλεπόταν η δημιουργία δύο αυτοδιοικουμένων βιλαετίων, του ανατολικού και του δυτικού, με πρωτεύουσες το Τύρνοβο και τη Σόφια αντίστοιχα. Στο δεύτερο βιλαέτι, χάρη στις ρωσικές ενέργειες και παρά την εξαιρετικά ασθενή παρουσία Εξαρχικών μέχρι το 1876, περιλήφθηκαν οι περιοχές της Καστοριάς, της Φλωρίνης και της Εδέσσης. Προτάθηκε μάλιστα από τον Κόμη Ιγκνάτιεφ, κατά τη συζήτηση της συνθέσεως των κοινοτικών συμβουλίων, η γλώσσα ως κριτήριο για τον προσδιορισμό της εθνικότητος, εισήγηση καταστροφική για τα ελληνικά συμφέροντα. Η διακήρυξη παραχωρήσεως συντάγματος τις τελευταίες ημέρες του Δεκεμβρίου, έργο των Νεοτούρκων και του Μιδάτ Πασά, ακύρωσε τους όρους της διασκέψεως. Είχε όμως ήδη δημιουργηθεί ένα σοβαρό προηγούμενο για το μέλλον της Μακεδονίας, που κινδύνευε να ακυρώσει τα ελληνικά σχέδια για επέκταση όχι μέχρι τον Αίμο αλλά ούτε καν μέχρι το Μοναστήρι. Οι μαζικές αναφορές διαμαρτυρίας, που οι Έλληνες πρόξενοι στη Μακεδονία φρόντισαν να υποκινήσουν, δεν ήταν επαρκείς για να αποτρέψουν το επερχόμενο.

    Λίγους μόνον μήνες αργότερα, ο κίνδυνος αναζωπυρώθηκε. Από τον Απρίλιο του 1877, ο ρωσικός στρατός άρχισε να προελαύνει στο έδαφος της αυτοκρατορίας. Στην Αθήνα οι μακεδονικοί κύκλοι, με πρωταγωνιστή τον δικηγόρο από το Βογατσικό Στέφανο Δραγούμη, δραστηριοποιήθηκαν με σαφή στόχο την επανάσταση. Θα προηγούνταν αποβάσεις στην Πιερία, την Χαλκιδική αλλά και την Ανατολική Μακεδονία, με απώτερο σκοπό την επαφή με τα ρωσικά στρατεύματα που βρίσκονταν στη Βουλγαρία. Όμως η διστακτικότητα της Ελλάδος να εμπλακεί πλήρως στον πόλεμο, καθυστέρησε την έκρηξη του κινήματος ανεπανόρθωτα, ενώ την ίδια περίοδο (1877) η Μακεδονία μαστίζονταν από ευρείας κλίμακος ληστρικές επιδρομές Αλβανών και άλλων ατάκτων. Η απόβαση του σώματος του Λοχαγού Κοσμά Δουμπιώτη στο Λιτόχωρο πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 1878, ελάχιστες ημέρες πριν από την ρωσοτουρκική προκαταρκτική συνθηκολόγηση στο προάστιο της Κωνσταντινουπόλεως Άγιο Στέφανο. Οι Ρώσοι επέβαλαν τη δημιουργία της «Μεγάλης Βουλγαρίας», που θα περιελάμβανε ολόκληρη την Μακεδονία με εξαίρεση την Θεσσαλονίκη, την Χαλκιδική και τις επαρχίες Κοζάνης και Σερβίων. Πολιτικός επίτροπος για την Μακεδονία ορίσθηκε ο πρώην πρόξενος στο Μοναστήρι, ο Χίτροβο. Το Δ΄ Σώμα του Ρωσικού Στρατού θα είχε ως έδρα του τα Σκόπια.

    Τις ίδιες ημέρες, στο Λιτόχωρο συγκροτούνταν η «Προσωρινή Κυβέρνησις της Μακεδονίας» με πρόεδρο τον Ευάγγελο Κοροβάγγο, ενώ η επανάσταση εξαπλώνονταν στην Πιερία χάρη στις ενέργειες του Μητροπολίτη Κίτρους Νικολάου, του αρχιτσέλιγκα του Βερμίου Παύλου Μπατραλέξη και των Ολυμπίων ληστανταρτών. Για μία ακόμη φορά, για λόγους λανθασμένης στρατηγικής, η επανάσταση σύντομα εκφυλίσθηκε και οι δυνάμεις της Πιερίας υποχώρησαν στην Ελλάδα. Όμως στην περιοχή του Βούρινου, με βάση το πατριωτικό δίκτυο που υπήρχε από τα μέσα της δεκαετίας του 1860, είχε ήδη σχηματισθεί από τις 18 Φεβρουαρίου η «Προσωρινή Κυβέρνησις της εν Μακεδονία επαρχίας Ελιμείας». Πρόεδρός της ήταν ο Ιωάννης Γκοβεντάρος από την Κοζάνη και γραμματέας ο διδάσκαλος Αναστάσιος Πηχιών από την Αχρίδα, πρωτεργάτης του «Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου» της Καστοριάς και αντιπρόσωπος στην ίδια πόλη του «Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων». Στρατιωτικός διοικητής ορίσθηκε ο οπλαρχηγός Ιωσήφ Λιάτης, επικεφαλής 500 ενόπλων. Στη διάρκεια των ανοιξιάτικων και των θερινών μηνών του 1878, η κυβέρνηση αυτή ανέλαβε -με την ασθενή υποστήριξη των Αθηνών- να δείξει ότι οι ελληνικές εδαφικές βλέψεις δεν περιορίζονταν στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία. Την προσπάθεια συνέδραμαν χιλιάδες ένοπλοι -που έφθασαν ίσως τους 15.000- από όλα τα ορεινά συγκροτήματα της περιοχής, ώστε στα τέλη του καλοκαιριού ένας γενικευμένος ανταρτοπόλεμος είχε κλιμακωθεί από την Κοζάνη μέχρι το Μοναστήρι. Ο χειμώνας του 1878 σταμάτησε -ή μάλλον ανέστειλε- τις επιχειρήσεις. Στο μεταξύ, το Συνέδριο του Βερολίνου είχε δώσει -περιορισμένη έστω- κρατική υπόσταση στη Βουλγαρία, με τη μορφή δύο αυτονόμων ηγεμονιών. Η ελληνική αντίδραση είχε καταγραφεί· το ίδιο όμως και η βουλγαρική, που το φθινόπωρο του 1878 πήρε τη μορφή ισχυρού κινήματος στις περιοχές της Κρέσνας και του Ράζλογκ. Το κίνημα κατεστάλη και η περιοχή του Πιρίν παρέμεινε τουρκική, όπως είχε αποφασισθεί στο Βερολίνο. Την επομένη χρονιά, τα σώματα της βουλγαρικής εθνοφρουράς έφθασαν μέχρι το Μορίχοβο και τα Κορέστια, για να ηττηθούν και πάλι. Η Ελλάς -και επισήμως πλέον- δεν ήταν η μοναδική διεκδικήτρια της μακεδονικής κληρονομιάς.

    Μετά το Βερολίνο

    Η βουλγαρική επιτυχία του 1878 και ακόμη περισσότερο η υποθήκη που είχαν θέσει οι ρωσικοί όροι στον Άγιο Στέφανο δεν άφηναν στην Ελλάδα πολλά περιθώρια για ερασιτεχνισμούς στη Μακεδονία. Τα βουλγαρικά σώματα βρίσκονταν πλέον σχεδόν μόνιμα στο μακεδονικό έδαφος -ιδιαίτερα στους ανατολικούς και τους βόρειους καζάδες- και το υπενθύμιζαν σε κάθε ευκαιρία, πιέζοντας για τοποθετήσεις εξαρχικών μητροπολιτών. Το 1879 ο Χίτροβο ανέλαβε το ρωσικό προξενείο στη Θεσσαλονίκη. Την ίδια χρονιά, ο Επίσκοπος Νείλος Ιζβόρωφ -διορισμένος από το 1876- ενεργοποιήθηκε εκ νέου στην Κεντρική Μακεδονία, με έδρα το Κιλκίς. Σε μία πενταετία υπήρχαν συνολικά 57 καθολικά χωριά, ενώ τα βουλγαρικά σχολεία στο βιλαέτι της Θεσσαλονίκης έφθασαν τα 64, συμπεριλαμβανομένου και ενός γυμνασίου στη Θεσσαλονίκη. Οι εμφανίσεις βουλγαρικών συμμοριών γινόταν όλο και πιο συχνές, ειδικά στην Ανατολική Μακεδονία. Η επίσκεψη του Αλεξάνδρου Βάττεμπεργκ, την άνοιξη του 1883, στην Αθήνα δεν μπόρεσε να διασκεδάσει τους φόβους των Ελλήνων. Οι αθηναϊκές εφημερίδες βομβαρδίζονταν από επιστολές Μακεδόνων, που εφιστούσαν την προσοχή τους στο Βορρά. Μεταξύ των εξεχόντων επιστολογράφων συγκαταλέγονταν ο Αθανάσιος Παπαλουκάς Ευταξίας, συγγραφέας της μελέτης Το έργον του ελληνισμού εν Μακεδονία (1880) και ο Ιωάννης Καλοστύπης που δημοσίευσε το πόνημα Μακεδονία, ήτοι μελέτη οικονομολογική, γεωγραφική, ιστορική και εθνολογική (1886). Από την άλλη πλευρά, ο φιλοβουλγαρισμός που είχαν προκαλέσει οι σφαγές στο Μπατάκ, συνέχιζε να εμπνέει την κοινή γνώμη της Δυτικής Ευρώπης, η οποία δυσκολευόταν να ανιχνεύσει τα ελληνικά δίκαια στον σλαβόφωνο χώρο. Οι περιπτώσεις της φιλοβουλγαρικής αρθρογραφίας της εφημερίδος Pall Mall Gazette και της ακόλουθης επανορθωτικής αποστολής στη Μακεδονία του Ταγματάρχου Henry Trotter όπως και της ανάλογης του Βέλγου δημοσιολόγου Emile de Laveley, που προκάλεσε πλημμυρίδα διαμαρτυριών στις μακεδονικές πόλεις, είναι ενδεικτικές της περιόδου 1884-85.

    Την ήδη δύσκολη κατάσταση χειροτέρευσε κατά πολύ η πραξικοπηματική προσάρτηση της αυτόνομης Ηγεμονίας της Ανατολικής Ρωμυλίας από την βουλγαρική Ηγεμονία της Σόφιας και η συστηματική δράση βουλγαρικών συμμοριών στην Ανατολική Μακεδονία, το φθινόπωρο του 1885. Η ήττα των Σέρβων στον σύντομο πόλεμο που ακολούθησε και η ατελέσφορη πολύμηνη επιστράτευση (ο «ειρηνοπόλεμος») της Ελλάδος μεγιστοποίησαν τη σημασία της προσαρτήσεως. Η Μακεδονία ήταν σαφώς ο επόμενος στόχος της Σόφιας, η οποία διέθετε και το θάρρος και την τεχνογνωσία για να τον κατακτήσει. Οι ελληνικές πηγές της περιόδου είναι γεμάτες από μικρές ιστορίες και περιστατικά, που περιγράφουν πώς ο βουλγαρισμός, ως ακμαία πολιτική δύναμη στη Μακεδονία, εκμεταλλεύθηκε και χρωμάτισε όλες τις κοινοτικές και κοινωνικές διαφορές, ειδικά μέσα στα αστικά κέντρα. Μικροί, έστω, πυρήνες ή προσωπικές παρεμβάσεις ήταν αρκετές, ώστε να εκκινήσουν καταλυτικές αντιδράσεις και να μορφοποιηθούν εθνικο-πολιτικές παρατάξεις. Το άνοιγμα βουλγαρικού σχολείου, κοινή επιδίωξη τόσο των Εξαρχικών όσο και των Ουνιτών, ήταν η σαφέστερη έκφραση της διαφοροποιήσεως και ταυτόχρονα πολλαπλασιαστής της αναταραχής, με δεδομένη την αρχική άρνηση (1883) της Πύλης να αποδεχθεί εξαρχικούς επισκόπους στα εδάφη της. Το 1888, σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Τουρκία (Μακεδονία και Θράκη) λειτουργούσαν 485 βουλγαρικά σχολεία με 686 διδασκάλους και 23.600 μαθητές. Το 1893 η Πύλη ανεγνώρισε επισήμως την λειτουργία τους και τα εξομοίωσε λειτουργικά με τα ελληνικά. Παράλληλες ήταν οι επιτυχίες και στο εκκλησιαστικό επίπεδο. Η Σόφια, εκμεταλλευόμενη τις διακυμάνσεις των ελληνοτουρκικών σχέσεων, πέτυχε τον διορισμό εξαρχικών επισκόπων στην Αχρίδα και τα Σκόπια το 1890, ενώ στα Βελεσά και στο Νευροκόπι το 1894. Σύμφωνα με έναν υπολογισμό, το 1891 στην περιοχή Καστοριάς 13 μόνο σλαβόφωνα χωριά (σε σύνολο 53) είχαν προσχωρήσει στην Εξαρχία και στην περιοχή Μοναστηρίου 24 από τα 100. Το 1894, οι αριθμοί είχαν αυξηθεί σε 26 και 42 αντίστοιχα.

    Και δεν ήταν μόνον οι Βούλγαροι. Οι Ρουμάνοι προωθούσαν με το ζήλο της νεόκοπης ανεξαρτησίας την δική τους προπαγάνδα κυρίως στο Βιλαέτι του Μοναστηρίου, όπου οι βλάχικες δημογραφικές νησίδες ήταν συμπαγείς. Το 1887, η ετήσια επιχορήγηση των 29 δημοτικών και των τριών γυμνασίων τους λέγεται ότι έφθανε τα 120.000 φράγκα ετησίως. Η κάθοδος της Σερβίας προς το Νότο, στη Νις, σε εδάφη που της παραχωρήθηκαν στο Βερολίνο και το όραμα απελευθερώσεως της «παλαιάς Σερβίας», με αυστριακή μάλιστα ενθάρρυνση, προσέθετε έναν ακόμη ορατό διεκδικητή που ήταν διατεθειμένος να επενδύσει πολύ περισσότερα από τους Ρουμάνους στην εκπαίδευση των Μακεδόνων. Τον ρόλο αυτό ανέλαβε από το 1886 η εκπαιδευτική εταιρεία «Άγιος Σάββας», υπό την επιτήρηση των δύο σερβικών προξενείων που άνοιξαν στα Σκόπια το 1887 και στο Μοναστήρι το 1888. Το 1887 γράφηκε στον προϋπολογισμό της Σερβίας ποσό τεσσάρων εκατομμυρίων φράγκων για την εξυπηρέτηση ποικίλων εθνικών αναγκών στη Μακεδονία. Το 1891 η Σερβική Κυβέρνηση, με ρωσική υποστήριξη, αξίωσε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο την τοποθέτηση Σέρβων επισκόπων, τη σύσταση σχολείων και την άδεια χρήσεως της σλαβικής γλώσσης στους ναούς και τα σχολεία των κοινοτήτων που βρίσκονταν εντός του πεδίου των βλέψεων του Βελιγραδίου. Το Πατριαρχείο καταρχήν αρνήθηκε. Εκ των πραγμάτων όμως οδηγήθηκε το 1892 σε συμβιβασμό, προκειμένου να κρατήσει εκτός της Εξαρχίας -με τίμημα την ελληνική γλώσσα- όσο το δυνατόν περισσότερες κοινότητες των βορείων επισκοπών. Στα 1893-94, λειτουργούσαν ήδη στο Κόσοβο 117 σερβικά σχολεία με 5.500 μαθητές. Είναι επίσης σημαντικό για την εκτίμηση των ελληνικών προβλημάτων και ενδεικτικό των κοινωνικών διεργασιών που επιτελούνταν, ότι ακόμη και σε πόλεις ή χωριά όπου δεν υπήρχε εξαρχική ρουμανική ή σερβική παράταξη, ξεσπούσαν σφοδρές πολιτικές διαμάχες μεταξύ των φιλελευθέρων και των συντηρητικών.

    Τί καλύτερο μπορούσε να κάνει η Ελλάς; Το 1880 προκηρύξεις υπογεγραμμένες από μικτή επιτροπή (ελληνική, σλαβική και αλβανική) ζητούσαν από τους Ευρωπαίους προξένους τη σύσταση προσωρινής κυβερνήσεως και την αυτονόμηση της Μακεδονίας. Επρόκειτο μάλλον για ένα ακόμη ατελέσφορο και θολό σχέδιο του Λεωνίδα Βούλγαρη. Όμως ο καιρός των ιδιωτών είχε παρέλθει κι αυτό φάνηκε καθαρά λίγο αργότερα από την εύκολη εξάρθρωση και τη σύλληψη των μελών (1886-7) του δικτύου του Αναστασίου Πηχιών στη Δυτική Μακεδονία. Η προσάρτηση της Θεσσαλίας, το 1881, είχε φέρει την Μακεδονία πιο κοντά στην Αθήνα και διευκόλυνε σαφώς την επιτήρησή της. Εξάλλου και ο αριθμός των ελληνικών προξενείων σύντομα αυξήθηκε στα έξι με έδρες όχι μόνο την Θεσσαλονίκη και το Μοναστήρι αλλά και την Καβάλα, τις Σέρρες, τα Σκόπια και την Ελασσόνα. Ήταν απαραίτητη πλέον η ενεργητικότερη συμμετοχή των Αθηνών στην εκπαιδευτική διαδικασία καθώς και ο συντονισμός τους με τους εκκλησιαστικούς φορείς και μάλιστα με το Πατριαρχείο. Κανένας όμως από τους δύο στόχους δεν ήταν εύκολο να επιτευχθεί. Ο «Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων», παρά την σημαντική αύξηση της κρατικής επιχορηγήσεως από 100.000 δραχμές το 1879, σε 250.000 το 1880 και 440.000 το 1883, δεν μπορούσε να καλύψει τις αυξημένες απαιτήσεις. Στο Βιλαέτι Μοναστηρίου, το 1883 η μέση ετήσια επιχορήγηση των 16 ρουμανικών σχολείων ήταν άνω των 120 λιρών Τουρκίας ανά σχολείο, ενώ των 310 ελληνικών (αλλά και των 74 βουλγαρικών) μόλις το 1/3 του ποσού. Η καθυστέρηση της κρατικής επιχορηγήσεως οδηγούσε στην αργοπορημένη καταβολή των δεδουλευμένων και πολλές φορές επέτασσε οδυνηρές αποφάσεις περιστολής της λειτουργίας εκπαιδευτηρίων, τα οποία δεν κρίνονταν «εθνικώς» αποδοτικά. Η έλλειψη πόρων επέτεινε την ένταση στις σχέσεις συλλόγων, κοινοτήτων και προξένων. Η «Επιτροπή προς Ενίσχυσιν της Ελληνικής Εκκλησίας και Παιδείας», που διορίσθηκε από το Υπουργείο των Εξωτερικών το 1887, ανέλαβε να ομαλοποιήσει την κρατική χρηματοδότηση αλλά η συγκυρία, μετά τις τεράστιες δαπάνες της επιστρατεύσεως του 1885-86, ήταν εντελώς αρνητική. Η φειδώ γενικεύθηκε και το 1889 η διαμαρτυρία των εκπαιδευτικών στη Μακεδονία ήταν γενική. Οι νέες περικοπές οδηγούσαν στην ανεπαρκή χρηματοδότηση των μικρών κοινοτήτων, όπου έλλειπαν οι εναλλακτικοί πόροι αλλά ήταν αυξημένες οι εθνικές ανάγκες και έτσι τις οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια στο εξαρχικό στρατόπεδο. Επρόκειτο για έναν φαύλο κύκλο, που μερικές γενναίες δωρεές ιδιωτών δεν μπορούσαν να ανακόψουν. Παρ' όλα αυτά, την σχολική χρονιά 1894-95 λειτουργούσαν σε ολόκληρη την Μακεδονία πάνω από 900 σχολεία με 53.500 μαθητές. Σοβαρά προβλήματα σημάδευσαν την ίδια περίοδο και τις σχέσεις των εκκλησιαστικών με τις ελληνικές προξενικές αρχές, έκφραση των οποίων ήταν και η παραίτηση του Πατριάρχου Ιωακείμ Γ΄, το 1884. Ειδικά η περίοδος 1886-1894, χαρακτηρίζεται από την αυξημένη παρουσία μητροπολιτών, οι οποίοι ταλαντεύονταν ανάμεσα στην ανάγκη του οικουμενικού θρόνου να αποφύγει την επιδείνωση της ρήξεως με την Εξαρχία -που δεν ήταν άλλωστε το μοναδικό μέτωπο της εκκλησίας στα Βαλκάνια- και στις εθνικές επιταγές, προς τις οποίες τους καλούσαν επιτακτικά -και ενίοτε προσβλητικά- να συμμορφωθούν οι Έλληνες πρόξενοι.

    Από την ίδρυση της ΕΜΕΟ στο Ίλιντεν

    Το απόγευμα της 3ης Νοεμβρίου του 1893, συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του Χρίστο Μπατατζίεφ στη Θεσσαλονίκη ο Ντάμε Γκρούεφ, ο Πέρε Ποπάρσωφ, ο Αντόν Ντιμιτρώφ, ο Χρίστο Τατάρτσεφ και ο Ιβάν Χατζηνικολώφ. Καρπός της συναντήσεως αυτής ήταν η ίδρυση μίας μυστικής επαναστατικής οργανώσεως, η οποία έμελλε να επηρεάσει τις πολιτικές εξελίξεις στα Βαλκάνια για μισό περίπου αιώνα. Το θέμα της ονομασίας της οργανώσεως απασχόλησε για αρκετό καιρό τα μέλη της και τελικά αποφασίσθηκε να ονομαστεί «Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση», ενώ η κεντρική επιτροπή της «Κεντρικό Μακεδονικό Επαναστατικό Κομιτάτο». Η οργάνωση, ωστόσο, έγινε ευρύτερα γνωστή είτε ως «Βουλγαρικά Επαναστατικά Κομιτάτα» είτε ως «Μυστικά Επαναστατικά Κομιτάτα» είτε -σπανιότερα- ως «Εσωτερικά Επαναστατικά Κομιτάτα», του εσωτερικού δηλαδή της Μακεδονίας.

    Οι συνωμότες κατάγονταν από χωριά και πόλεις της Μακεδονίας, αλλά λόγω των σπουδών τους είχαν εγκαίρως μυηθεί στην βουλγαρική επαναστατική ιδεολογία και στον Σοσιαλισμό. Όλοι τους επιθυμούσαν την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τον τουρκικό ζυγό αλλά τα σχέδιά τους για την μελλοντική της τύχη ήταν ακόμη συγκεχυμένα. Στις αρχές του 1894, η συνάντηση των ιδρυτικών μελών επαναλήφθηκε στην οικία του Δημητρώφ και εκεί καθορίσθηκε ο ακριβής σκοπός της οργανώσεως. Στην πορεία της συζητήσεως έγινε λόγος για άμεση προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία αλλά η πρόταση απορρίφθηκε, καθώς ήταν βέβαιο ότι θα προκαλούσε την αντίδραση της Ευρώπης όπως και της άμεσα ενδιαφερόμενης Τουρκίας. Κατέληξαν λοιπόν, όπως φαίνεται από τις πηγές, στην επιδίωξη της αυτονομίας της Μακεδονίας -σύνθημα λιγότερο επικίνδυνο- και στη συνεχή ενίσχυση του βουλγαρικού στοιχείου, με την ελπίδα είτε της μακροπρόθεσμης ενώσεως με τη Βουλγαρία είτε, τουλάχιστον, της συμμετοχής σε μία ομοσπονδία βαλκανικών κρατών. Η επιθυμητή ενίσχυση του βουλγαρικού στοιχείου θα εξασφαλιζόταν μόνον μέσα από τις ανάλογες μεταρρυθμίσεις, τις οποίες θα υλοποιούσε η Πύλη.

    Στο μεταξύ στη Σόφια οι βουλγαρομακεδονικές οργανώσεις, τις οποίες συγκροτούσαν οι δεκάδες χιλιάδες μετανάστες που εργαζόταν εκεί περιστασιακά ή μόνιμα, κατάφεραν το 1894-95 να συστήσουν για τον συντονισμό τους μία «Ανωτάτη Επιτροπή» (βουλγαριστί Βερχόβεν Κομιτέτ) με την βοήθεια της Κυβερνήσεως Στόιλωφ και στρατηγικό στόχο μία επιθετικότερη πολιτική έναντι της Τουρκίας. Πραγματικός αρχηγός της επιτροπής ήταν ο Στρατηγός Ιβάν Τσόντσεφ, φίλος του Ηγεμόνος Φερδινάνδου και εικονικός ο Καθηγητής Στογιάν Μιχαϊλόφσκι. Την πρώτη ένοπλη επιχείρηση των βερχοβιστών στη Μακεδονία, που μάλιστα κατέληξε στην ολιγόωρη κατάληψη του Μελενίκου τον Ιούλιο του 1895, οδήγησε ο νεαρός αξιωματικός Μπόρις Σαράφωφ από το Νευροκόπι. Ήταν εμφανές ότι οι δύο οργανώσεις συνέπλεαν και ότι ήταν απαραίτητη η ανάδειξη των ιδεολογικών τους αποκλίσεων. Δεν ήταν όμως η ευκολώτερη υπόθεση. Οι θέσεις της «Εσωτερικής Οργανώσεως» διευκρινίσθηκαν ακόμη περισσότερο το καλοκαίρι του 1896, όταν ανατέθηκε στον Γκόρτσε Πετρώφ και τον Γκότσε Ντέλτσεφ -σε δύο νεώτερα και δυναμικά στελέχη- η επεξεργασία ενός πληρέστερου καταστατικού οργανισμού. Στο νεώτερο αυτό κείμενο έντονη και ορατή ήταν η επίδραση της βουλγαρικής επαναστατικής λογοτεχνίας και κυρίως η επίδραση του καταστατικού της επαναστατικής οργανώσεως που είχε δράσει στη Βουλγαρία πριν από το 1878. Όμως και τυπικά, πέρα από τις φιλολογικές επιρροές, η οργάνωση συνέχιζε να έχει καθαρά βουλγαρικό χαρακτήρα, καθώς τα άρθρα 2 και 3 προνοούσαν για τη συμμετοχή στον αγώνα μόνο του «βουλγαρικού λαού» της Μακεδονίας και της Αδριανουπόλεως (δηλ. της Θράκης). Καλούνταν τα επαναστατικά κομιτάτα να αφυπνίσουν την βουλγαρική συνείδηση του πληθυσμού, να διαδώσουν τις επαναστατικές ιδέες και να προετοιμάσουν την επανάσταση, η οποία όμως αντιμετωπίζονταν ως μία μακρινή προοπτική. Θα χρειαζόταν η κατάλληλη ευκαιρία. Μακρινή ήταν ακόμη και η οριστική διευκρίνηση της θέσεως των Σλαβομακεδόνων έναντι της βουλγαρικής ιδεολογίας.

    Ανάλογες με τις βουλγαρικές ήταν και οι ελληνικές εθνεγερτικές και επαναστατικές επιλογές. Στην Αθήνα, την άνοιξη του 1894 συστήθηκε από χαμηλοβάθμους αξιωματικούς η «Εθνική Εταιρεία». Ανάμεσά τους συγκαταλέγονταν αρκετοί μελλοντικοί Μακεδονομάχοι, όπως ο Παύλος Μελάς αλλά και ο νεαρός Ιωάννης Μεταξάς. Σκοπός της εταιρείας, που μέσα σε δύο χρόνια αναπτύχθηκε εντυπωσιακά, ήταν η «αναζωπύρωσις του εθνικού φρονήματος». Στις τάξεις της περιελάμβανε πλέον, με την εξαίρεση των πολιτικών, διακεκριμένους πολίτες, πολλοί από τους οποίους ξεχώριζαν για τις μακεδονικές τους ευαισθησίες. Το καλοκαίρι του 1896, η «Εταιρεία» ήταν σε θέση να οργανώσει στη Θεσσαλία έξι ένοπλα σώματα, τα οποία θα ξεκινούσαν κίνημα όχι επαναστατικό κατά των Τούρκων αλλά «διαμαρτυρήσεως κατά των βουλγαρικών αξιώσεων». Κυριότερος από τους Μακεδόνες και άλλους οπλαρχηγούς, παλαιμάχους του 1878 που επιστρατεύθηκαν για την περίσταση, ήταν ο Αθανάσιος Μπρούφας, κτίστης από το Κριμίνι του Βοΐου. Σε αντίθεση με τα άλλα πέντε σώματα, που δεν ξεπέρασαν την παραλία της Πιερίας, το σώμα του Μπρούφα κατάφερε να διεισδύσει στη Μακεδονία και να φθάσει στο οροπέδιο του Μοριχόβου, έξω από το Μοναστήρι. Εκεί, μετά από σειρά συμπλοκών, ο Μπρούφας σκοτώθηκε και αρκετοί άνδρες του κατέληξαν στις τουρκικές φυλακές. Οι επιχειρήσεις της «Εταιρείας» επαναλήφθηκαν την επόμενη άνοιξη, σχεδόν παράλληλα με την έναρξη των εχθροπραξιών του Ελληνοτουρκικού Πολέμου. Όμως απέτυχαν να διεισδύσουν και πάλι τόσο το πολυμελές σώμα του Καψαλόπουλου και του Μυλωνά (2.000 άνδρες) από τη Θεσσαλία όσο και ένα ακόμη 400 ανδρών, που αποβιβάσθηκε στην Καβάλα για να ανατινάξει τη νέα και μοιραία για την έκβαση των επιχειρήσεων σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης-Κωνσταντινουπόλεως.

    Η νέα ελληνική ανταρτική αποτυχία και η συντριβή του στρατού στο πεδίο της μάχης έδωσε στα βουλγαρικά κομιτάτα την ευκαιρία που ανέμεναν. Οι προσχωρήσεις προς την Εξαρχία εντάθηκαν στη λεγόμενη «μέση ζώνη» (οροθετημένη βορείως από το Μοναστήρι, τη Στρώμνιτσα και το Μελένικο), που εκ των πραγμάτων αποτελούσε πλέον το βορειότερο σημείο των ελληνικών διεκδικήσεων. Η άφιξη εξαρχικού μητροπολίτη στο Μοναστήρι, τον Δεκέμβριο του 1897, ήταν ενδεικτική των τουρκικών προθέσεων, ενώ οι φήμες οργίαζαν ότι σύντομα θα ακολουθούσαν τοποθετήσεις στην Καστοριά και την Φλώρινα. Τα κομιτάτα, με την άνεση των περιστάσεων, ξεκίνησαν μία συστηματική και εκτεταμένη εκστρατεία μερικών δεκάδων δολοφονιών σημαινόντων στελεχών της ελληνικής παρατάξεως -των πλέον φανατικών- γνωστών ως «Γραικομάνων». Ο απολογισμός της διετίας 1898-1900 ήταν θετικότατος. Η παρουσία ικανών στελεχών, όπως ο Πάβλε Χριστώφ και ο Ποπτράικωφ, συνετέλεσε στην οργάνωση ενόπλων πυρήνων στην ευρύτερη περιοχή της Καστοριάς. Ο εξοπλισμός των εξαρχικών χωριών κλιμακώθηκε με όπλα αγορασμένα κατά ένα μεγάλο μέρος τους στην Αθήνα, με τη βοήθεια ενός προσεκτικά οργανωμένου δικτύου. Οι παράλληλες δολοφονίες μερικών εισπρακτόρων και ενοικιαστών φόρων προσέδωσαν στο Κομιτάτο τον απαραίτητο μανδύα του τυραννοκτόνου. Είναι βέβαιο ότι η πρόοδός του θα ήταν ταχύτερη, εάν δεν σπαρασσόταν από εσωτερικές έριδες, που προκαλούσε η επιφυλακτικότητα των εντοπίων οπλαρχηγών. Η διάσταση αυτή αντικατοπτρίσθηκε κυρίως στην άρνηση του Κώτα Χρήστου από τη Ρούλια να υπηρετήσει υπό τις διαταγές του νεοαφιχθέντος από την Βουλγαρία Μαρκώφ (1900) εναντίον των συμπατριωτών του Πατριαρχικών και στην σταδιακή του απομάκρυνση από την Εσωτερική Οργάνωση. Ένα μέρος του προβλήματος ήταν ιδεολογικό. Γι' αυτό, το άπλωμα και η ωρίμανση της οργανώσεως ως επαναστατικού μηχανισμού σε ολόκληρη την Μακεδονία οδήγησε σύντομα σε νέα αναθεώρηση των καταστατικών της κειμένων. Η οργάνωση επιχείρησε -τυπικά τουλάχιστον- να ενώσει στο όνομα της αυτονομίας όλους τους καταπιεσμένους της Ευρωπαϊκής Τουρκίας κι όχι μόνον τους Βουλγάρους, όπως αρχικά είχε προσπαθήσει. Μέλη της στο εξής θα μπορούσε πλέον να είναι «κάθε Μακεδόνας και Αδριανουπολίτης [δηλαδή Θραξ]» ο οποίος πληρούσε όσες προϋποθέσεις όριζε το καταστατικό. Σκοπός της ήταν η πλήρης πολιτική αυτονομία της Μακεδονίας και της Θράκης αλλά στον αγώνα για την επίτευξή του έπρεπε να συμμετέχουν «όλοι οι δυσαρεστημένοι» και όχι μόνον το βουλγαρικό στοιχείο της Μακεδονίας και της Θράκης. Το πρώτο εξάμηνο του 1902 εκδόθηκε το νέο καταστατικό και ο οργανισμός της «Μυστικής Μακεδονοαδριανουπολιτικής Επαναστατικής Οργανώσεως», γνωστής πλέον ως ΕΜΕΟ, τα οποία είχαν επεξεργασθεί ο Ντέλτσεφ και ο Πετρώφ. Στο μεταξύ, η απαγωγή της ιεραποστόλου Ellen Stone το 1901 από την τσέτα του Σοσιαλιστή Σαντάσκι, είχε ήδη κάνει την οργάνωση πασίγνωστη σχεδόν παγκοσμίως.

    Το «άνοιγμα» της ΕΜΕΟ προς όλους τους πληθυσμούς ήταν βέβαια ένας τακτικός ελιγμός. Η πορεία για την τελική εξέγερση είχε δρομολογηθεί, οι ένοπλες ομάδες ανασυντάσσονταν και ο μηχανισμός αποκεντρώνονταν, ώστε να διευκολυνθεί η δράση. Ήδη πριν από την άνοιξη του 1902 οι συγκρούσεις των ομάδων με τον τουρκικό στρατό κλιμακώθηκαν. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς έφθασε στην πατρίδα του Ζαγορίτσανη (Βασιλειάδα Καστοριάς) ο Συνταγματάρχης Γιαγκώφ, βασικό στέλεχος των Βερχοβιστών, μαζί με ένοπλο σώμα, με σκοπό να υποκινήσει το συντομώτερο εξέγερση, την οποία θα στήριζαν τόσο η Βουλγαρία όσο και η Ρωσία. Οι τοπικοί οπλαρχηγοί Τσακαλάρωφ, Κλιάσεφ, Μήτρος Βλάχος κ.ά. αντιτάχθηκαν στην ιδέα, υποδεικνύοντας το απαράσκευο της περιοχής και την έλλειψη όπλων. Εξάλλου, τον Ιούλιο ισχυρός σεισμός είχε προξενήσει σοβαρές καταστροφές στην Κεντρική κυρίως Μακεδονία. Αλλά οι Βερχοβιστές δεν κάμφθηκαν. Το φθινόπωρο του 1902, ο Γιαγκώφ προχώρησε σε επιχειρήσεις χωρίς την βοήθεια των εντοπίων οπλαρχηγών, ενώ ο Στρατηγός Τσόντσεφ ηγήθηκε μεγάλου σώματος στην περιοχή της Τζουμαγιάς και του Ράζλογκ. Μολονότι στο κίνημα ενεπλάκησαν εκόντα-άκοντα αρκετά χωριά, η κατάληξη ήταν ατυχής και η επέμβαση ατάκτων βασιβουζούκων καταστροφική.

    Όμως το όφελος για την Βουλγαρία ήταν διπλωματικό. Η χαλιναγώγηση των κομιτάτων, που τόσο επιτακτικά ζητούσαν οι Δυνάμεις, ήταν αδύνατη χωρίς την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων, για τις οποίες πίεζε τόσο η Βουλγαρική Κυβέρνηση όσο και η ΕΜΕΟ. Στα τέλη Νοεμβρίου του 1902, η Πύλη συμφώνησε στην τοποθέτηση του Χουσεΐν Χιλμή Πασά στη θέση του Γενικού Διοικητού των ευρωπαϊκών κτήσεών της, με σκοπό την αποκατάσταση της ομαλότητος. Τον επόμενο μήνα, μετά από τη συνάντησή τους στη Βιέννη, οι Υπουργοί Εξωτερικών της Ρωσίας και της Αυστροουγγαρίας Λάμσντορφ και Γκολουχόφσκι, εισηγήθηκαν μεταρρυθμίσεις στην οθωμανική χωροφυλακή και αγροφυλακή, τον επαναπροσδιορισμό της δεκάτης, την χρηστή διαχείριση των προσόδων και την αμνήστευση των πολιτικών κρατουμένων. Το «Πρόγραμμα της Βιέννης» έγινε αποδεκτό, αλλά στην πράξη δεν ήταν εφαρμόσιμο. Σε ολόκληρη την Μακεδονία κατά την άνοιξη του 1903 υπήρχαν περίπου 2.700 ένοπλοι οπαδοί των κομιτάτων (τουρκιστί κομιτατζή), κατανεμημένοι σε τουλάχιστον 90 συμμορίες. Οι ελευθερωμένοι πολιτικοί κρατούμενοι είχαν επιστρέψει αμέσως στις μάχιμες θέσεις τους. Το τελευταίο συνέδριο της ΕΜΕΟ πριν από το Κίνημα του Ίλιντεν πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1903, στο Σμίλεβο. Κατά τις εργασίες του επικυρώθηκε η απόφαση του Συνεδρίου του Ιανουαρίου 1903 για επανάσταση, απόφαση που σύμφωνα με το πρωτόκολλο ήταν αποτέλεσμα τόσο της καταστάσεως στον χώρο της Μακεδονίας όσο και της δυσμενούς θέσεως, στην οποία είχε περιέλθει η οργάνωση μετά από τις συλλήψεις στελεχών της το 1901. Την επικύρωση της αποφάσεως αυτής ουσιαστικά εκβίασε ο Πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής της ΕΜΕΟ, ο Ιβάν Γκαρβάνωφ και οι άνθρωποί του, οι οποίοι -κατά τις μαρτυρίες των πρωταγωνιστών- φρόντισαν με απειλητικές επιστολές να αποσπάσουν τη συναίνεση των συνέδρων, παρά τις ισχυρές αντιρρήσεις που προέβαλε ο Πετρώφ με το επιχείρημα της μη καλής προετοιμασίας του πληθυσμού.

    Στους επόμενους μήνες, οι δραστηριότητες της ΕΜΕΟ κατέστησαν σαφέστερα τα πραγματικά της σχέδια. Οι βομβιστικές ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν σε διαφόρους στόχους, έδειχναν ότι κάτι σοβαρό ετοιμάζεται. Το κύμα των βομβιστικών επιθέσεων, που ξέσπασε μέσα στην πόλη της Θεσσαλονίκης στα τέλη Απριλίου εναντίον στόχων που συνδέονταν με ευρωπαϊκά συμφέροντα, έκαναν τις υποψίες βεβαιότητα, μολονότι οι πραγματικοί δράστες ήταν μία ομάδα νεαρών αναρχικών χαλαρά συνδεδεμένη με την ΕΜΕΟ. Οι πλέον τεκμηριωμένες πληροφορίες για την τραγική αυτή περίοδο προέρχονται από την διπλωματική αλληλογραφία της εποχής. Έγραφε χαρακτηριστικά ο Γάλλος υποπρόξενος στο Μοναστήρι: «Τα κομιτάτα τους εξωθούν [τους χωρικούς] με κάθε τρόπο στην εξέγερση και συνεχίζουν ενεργά τις ραδιουργίες τους, οι οποίες βρίσκουν πρόσφορο έδαφος. Από τα παραπάνω γεγονότα προκύπτει ότι δολοφονούν χωρίς οίκτο τους προδότες καθώς κι εκείνους που αρνούνται να δώσουν χρήματα». Πολύ πιο αναλυτικός ήταν ο Βρετανός πρόξενος στα Σκόπια, ο Fontana, ο οποίος έγραφε ότι η βουλγαρική κοινότητα της πόλεως του Στιπ εργαζόταν πρόθυμα «…για μία γενική εξέγερση των Βουλγάρων και [ότι] είναι έτοιμοι να σφαγιαστούν προκειμένου να πετύχουν το στόχο που έχουν, δηλαδή Ή Μακεδονία για τους Μακεδόνες', που, αναμφίβολα, σημαίνει Ή Μακεδονία για τους Βουλγάρους'…». Και συμπλήρωνε: «Οι χωρικοί σε πολλά μέρη, είναι αλήθεια, δεν έχουν παρά ελάχιστες βλέψεις και με μισή καρδιά μόνο επιθυμούν να ξεσηκωθούν. Παίζουν ηρωικά τραγούδια και πατριωτικούς σκοπούς στη βουλγάρικη γκάιντα, δέχονται όπλα, επεκτείνουν τη φιλοξενία τους σε περιπλανώμενες συμμορίες και συνεισφέρουν στους πόρους του Κομιτάτου με λίγο-πολύ στωική, αν όχι ηρωική, υπομονή. Είναι όμως αμφίβολο κατά πόσο η ιδέα που έχουν γενικά για τον πατριωτισμό ή την εθνικότητα ξεπερνάει το μίσος που τους έχει καλλιεργηθεί εναντίον του Τούρκου και την αντιπάθειά τους για την καταβολή φόρων σ' αυτόν. Στις πόλεις, ωστόσο, το αίσθημα που κυριαρχεί στους Βουλγάρους προεστούς, δασκάλους και στην πλειοψηφία των Βουλγάρων πολιτών, είναι πολύ βαθύτερο και η εκπαίδευση των μαθητών στα βουλγαρικά γυμνάσια είναι μόνο ένας αντίλαλος αυτού του αισθήματος».

    Κάτω από αυτές τις συνθήκες και οι πλέον αισιόδοξοι παράγοντες της ΕΜΕΟ δεν θα μπορούσαν λογικά να περιμένουν την επιτυχία μιας γενικευμένης επαναστατικής εξεγέρσεως, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο. Η αμετάκλητη όμως πορεία τους προς ένα γενικό ολοκαύτωμα εξηγείται από τις συγκεκριμένες τους διπλωματικές επιδιώξεις: η Ευρώπη έπρεπε να επέμβει άμεσα. Τα γεγονότα που επακολούθησαν, δικαίωσαν εν μέρει μόνον τις επιλογές των Βουλγάρων επαναστατών. Το κίνημα του Ιουλίου, γνωστότερο ως Κίνημα του Ίλιντεν επειδή εκδηλώθηκε την ημέρα της εορτής του Προφήτη Ηλία, καταπνίγηκε -όπως άλλωστε αναμενόταν- ταχύτατα με βαρύτατες απώλειες, παρά την σημαντική βοήθεια που διοχετεύθηκε από την Βουλγαρία. Μολονότι τα τούρκικα κονάκια σε αρκετά τσιφλίκια πυρπολήθηκαν, η στρατιωτική αποτυχία ήταν πλήρης και τα βραχυπρόθεσμα διπλωματικά οφέλη όχι τα αναμενόμενα. Τον Σεπτέμβριο του 1903 στο κυνηγετικό περίπτερο του Φραγκίσκου Ιωσήφ, στην πόλη Murzsteg της Στυρίας, στο περιθώριο της συναντήσεως των αυτοκρατόρων της Ρωσίας και της Αυστροουγγαρίας, ετοιμάσθηκε νέο μεταρρυθμιστικό σχέδιο που τελικώς έγινε αποδεκτό τόσο από την Πύλη όσο και από τις άλλες Δυνάμεις. Το σχέδιο αποσκοπούσε στην εφαρμογή των συμφωνηθέντων στη Βιέννη και στην αποκατάσταση των ζημιών και της ειρήνης, πριν η παθούσα Μακεδονία οδηγηθεί σε νέο επαναστατικό κύκλο. Συγκεκριμένα, προέβλεπε την τοποθέτηση δύο πολιτικών πρακτόρων (Ρώσου και Αυστριακού) στο πλευρό του Χιλμή, ως συμβούλων, την αναδιοργάνωση της χωροφυλακής από Ευρωπαίους αξιωματικούς, την αναμόρφωση των διοικητικών περιφερειών ώστε να περικλείουν, κατά το δυνατόν, εθνολογικά ομοιογενείς πληθυσμούς, την αναδιοργάνωση των διοικητικών και δικαστικών θεσμών προς όφελος των Χριστιανών, τον ορισμό εξεταστικών επιτροπών για τα πολιτικά εγκλήματα, την οικονομική ενίσχυση των πληγέντων πληθυσμών, την διάλυση των ατάκτων στρατιωτικών σωμάτων και την εφαρμογή των νέων φοροεισπρακτικών μεθόδων που είχαν αποφασισθεί στη Βιέννη. Η αυτονομία δεν είχε επιτευχθεί, όμως οι καταστροφές των κωμοπόλεων του Κρουσόβου και της Κλεισούρας και δεκάδων άλλων χωριών με αμφίβολη συμμετοχή στο κίνημα, οι δηώσεις, οι εξανδραποδισμοί και οι 40.000 άστεγοι πρόσφυγες κατάφεραν τελικά να δημοσιοποιήσουν στην Ευρώπη την προπαγάνδα της ΕΜΕΟ και της Βουλγαρίας περί του Μακεδονικού Ζητήματος. Ήταν μία σημαντικότατη υποθήκη για τα επόμενα χρόνια.

    4. Ο Μακεδονικός Αγώνας

    Την ίδια περίοδο που οι Δυνάμεις εργαζόταν για την ειρήνευση στη Μακεδονία, η Ελληνική Κυβέρνηση άρχισε να εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο της ενεργητικότερης αναμίξεώς της. Δεν επρόκειτο για αιφνιδιασμό. Ήδη είχε εκκινήσει από τις αρχές του αιώνος η χορήγηση γενναιοτέρων παροχών για την εκπαίδευση των Μακεδόνων αλλά και οι σκέψεις ότι μόνον η βία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τη βία. Τα ελληνικά εκπαιδευτήρια έφθαναν πλέον τα 1.000, με περίπου 70.000 μαθητές. Στον χώρο της εκκλησίας είχαν σημειωθεί επίσης σοβαρές μεταβολές. Το σημαντικότερο βήμα ήταν η πρόσκληση του τέως Οικουμενικού Πατριάρχου Ιωακείμ Γ΄ να αναλάβει και πάλι τον θρόνο του, με την υποστήριξη της Ελληνικής Κυβερνήσεως (Μάρτιος 1901). Την ίδια περίοδο, νέοι μητροπολίτες τοποθετήθηκαν σε επίκαιρες θέσεις: ο Γερμανός Καραβαγγέλης στην Καστοριά, ο Χρυσόστομος Καλαφάτης στη Δράμα, ο Ιωακείμ Φορόπουλος στο Μοναστήρι κ.ά. Όλοι τους κινήθηκαν ανοιχτά πλέον για την ελληνική εθνική υπόθεση και επιθετικότερα από όλους ο Καστοριάς Γερμανός, που προσανατολίσθηκε αμέσως στη διάσπαση του δικτύου του Βουλγαρικού Κομιτάτου και στη συγκρότηση ενόπλων ομάδων, με τον προσεταιρισμό του Κώτα Χρήστου και άλλων δυσαρεστημένων στελεχών της ΕΜΕΟ. Επίκουρος στο έργο του ήλθε, τον Νοέμβριο του 1902, ο διπλωμάτης Ίων Δραγούμης, γιος του Στεφάνου, που ζήτησε και τοποθετήθηκε ως γραμματέας στο Προξενείο Μοναστηρίου. Μέσα από την πόλη αυτή, που τα δίκτυά της απλωνόταν σε ολόκληρη την Μακεδονία, ξεκίνησε η σύσταση πυρήνων, δηλαδή ελληνικών εθνικών επιτροπών, γνωστών ως «Άμυνα». Στελεχώθηκαν από τους πλέον τολμηρούς και ελληνομορφωμένους παράγοντες της πόλεως και των κωμοπόλεων, που έβλεπαν ότι η επιθετική πολιτική του Κομιτάτου έθετε σε κίνδυνο ολόκληρο το κοινωνικό και οικονομικό εποικοδόμημα. Όπλα άρχισαν να καταφθάνουν στη Μακεδονία με τις ενέργειες των παλαιών στελεχών της «Εθνικής Εταιρείας», που υπηρετούσαν ως αξιωματικοί στη Θεσσαλία. Ο Δραγούμης έγραφε παντού φλογερές επιστολές, ζητώντας μάλιστα από τον γαμπρό του Παύλο Μελά να προετοιμάσει στρατιωτικό πραξικόπημα, με επικεφαλής τον Στρατηγό Τιμολέοντα Βάσσο, για να σώσουν την Μακεδονία. Τα προξενεία έλαβαν οδηγίες να ενισχύσουν την άμυνα. Μάλιστα, κάτω από τις πιέσεις του Καραβαγγέλη, ο κύκλος των Δραγούμηδων έστειλε το πρώτο ένοπλο σώμα από έντεκα Κρητικούς (Μάιος 1903). Το σώμα συγκρούσθηκε με τους Βουλγάρους την πρώτη κιόλας ημέρα της Εξεγέρσεως του Ίλιντεν και φυγαδεύτηκε με πολλές δυσκολίες στην Ελλάδα.

    Τον Δεκαπενταύγουστο του 1903, με υποκίνηση των μακεδονικών συλλόγων των Αθηνών, πραγματοποιήθηκε συλλαλητήριο με αφορμή τα δραματικά γεγονότα που εκτυλίσσονταν στη Μακεδονία. Ακολούθησε η απόφαση για την αποστολή δύο διερευνητικών αποστολών, αφενός των τεσσάρων αξιωματικών (Κοντούλης, Κολοκοτρώνης, Παπούλας, Μελάς) και αφετέρου του διερμηνέα της Πρεσβείας Κωνσταντινουπόλεως, Γεωργίου Τσορμπατζόγλου. Οι εργασίες των αποστολών ολοκληρώθηκαν μόλις το καλοκαίρι του 1904 αλλά οι εισηγήσεις τους δεν συνέπιπταν. Ακόμη και οι απόψεις των αξιωματικών μεταξύ τους διίσταντο. Η σύλληψη του Κώτα, μετά από κατάδοση του Γερμανού Καραβαγγέλη, ενέτεινε τους προβληματισμούς, εάν δηλαδή υπήρχαν πράγματι περιθώρια ανατροπής της βουλγαρικής οργανωτικής υπεροχής. Όμως στην πράξη η αντίστροφη πορεία είχε δρομολογηθεί ήδη από την άνοιξη. Τότε τοποθετήθηκε πρόξενος στο Μοναστήρι ο Δημήτριος Καλλέργης και στη Θεσσαλονίκη ο Λάμπρος Κορομηλάς, ενώ παράλληλα αποσπάσθηκε στο Υπουργείο των Εξωτερικών μία ομάδα αξιωματικών, προκειμένου να αναλάβουν υπηρεσία στα προξενεία και τα υποπροξενεία, ως «ειδικοί γραφείς». Στα τέλη Μαΐου, πρώην εταίροι της «Εθνικής Εταιρείας» ίδρυσαν το «Μακεδονικόν Κομιτάτον» με πρόεδρο τον ιδιοκτήτη της ανερχόμενης εφημερίδος Εμπρός, τον Δημήτριο Καλαποθάκη, πρώην διευθυντή του πολιτικού γραφείου του Τρικούπη. Από το ιδρυτικό κείμενο του καταστατικού φαίνεται ότι το Κομιτάτο ανέλαβε ευρύτατες αρμοδιότητες, που επεκτείνονταν στους τομείς της στρατολογίας και της προπαρασκευής σωμάτων. Μολονότι η Ελληνική Κυβέρνηση κάλυπτε τα έξοδά του και όριζε τα μισά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, ήταν σαφές ότι η παράλληλη δράση ιδιωτών και κράτους εγκυμονούσε περιπλοκές. Στα επόμενα χρόνια, ο συντονισμός των επιχειρήσεων και η κατανομή ανδρών και υλικού ήταν κάθε άλλο παρά απρόσκοπτα.

    Στα τέλη Ιουλίου του 1904, η αποστολή νέων σωμάτων είχε αποφασισθεί. Στα μέσα Αυγούστου κατάφερε να διεισδύσει το σώμα του Θύμιου Καούδη και λίγο αργότερα, αυτό του Παύλου Μελά. Οι διπλωματικές υπηρεσίες παρακολούθησαν την πορεία και τη δράση τους από μακριά, μέσω των διαθέσιμων πληροφοριοδοτών, με αναμφίβολη ικανοποίηση για τις πρώτες ελληνικές επιτυχίες, προσηλωμένες όμως περισσότερο στα φαινόμενα παρά στην ουσία της ένοπλης συγκρούσεως, που εντοπίζονταν περισσότερο στη φοβερή ψυχολογική πάλη που διαδραματίζονταν στις καρδιές των χωρικών. Ο θάνατος του Παύλου Μελά, τον Οκτώβριο του 1904, σημάδεψε την πορεία του Μακεδονικού Αγώνος με πολλούς τρόπους. Φυσιογνωμία ευγενική και καλοπροαίρετη, ιδεολόγος και ευσυγκίνητος, αν και πρόθυμος να υιοθετήσει τους τύπους της κλέφτικης παραδόσεως, στην ουσία αδυνατούσε να εφαρμόσει τους σκληρούς κανόνες και να υποστεί τους σωματικούς κόπους του ανορθόδοξου πολέμου και έτσι αναδείχθηκε σε τραγικό ήρωα. Ο χαμός του ήταν πάνω απ' όλα ο θρίαμβος του ρομαντικού εθνικισμού, που επισφραγίσθηκε με τη θυσία για την πατρίδα, μία μοίρα που ο Μελάς, όπως φαίνεται από τα γραπτά του, επιζητούσε συστηματικά. Λίγες ημέρες μετά τον θάνατο του Μελά, διέσχισε την μεθόριο το σώμα του Γεωργίου Κατεχάκη (Ρούβας) και στα μέσα Νοεμβρίου ακολούθησε ο Γεώργιος Τσόντος, που εξελίχθηκε σύντομα στην σημαντικότερη επιτελική προσωπικότητα του Αγώνος. Οι δύο αυτές ομάδες μαζί με τους άνδρες του Καούδη έδωσαν τα πρώτα κτυπήματα στην βουλγαρική παράταξη, αποκαθιστώντας για πρώτη φορά το ελληνικό γόητρο στα μάτια του εντόπιου πληθυσμού.

    Ο χειμώνας ανέστειλε την πολεμική δραστηριότητα. Οι προετοιμασίες για την εαρινή (1905) αντεπίθεση άρχισαν με την κάθοδο του ειδικού γραφέως, Ανθυπολοχαγού Κωνσταντίνου Μαζαράκη-Αινιάν στην Αθήνα. Ο Μαζαράκης, μεταφέροντας τις απόψεις του Κορομηλά, προσπάθησε να προωθήσει την λύση της ενιαίας διευθύνσεως του Αγώνος από το Γενικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης, υποδεικνύοντας τις αδυναμίες του Κομιτάτου. Όμως το τελευταίο διέθετε ήδη αρκετή πολιτική κάλυψη και το απαραίτητο γόητρο για να εξουδετερώσει κάθε προσπάθεια περιστολής των δραστηριοτήτων του. Παρά το ακμαίο ηθικό, στην πράξη η ελληνική αντεπίθεση ήταν πολύ πιο σύνθετη και πολύπλοκη υπόθεση. Περισσότερο δυσχερής και από τον ανταρτοπόλεμο των βουνών ήταν η διοργάνωση της υποδομής, ο επιτελικός σχεδιασμός και η συνεπής υλοποίησή του, με δεδομένη την διασπορά και την επικάλυψη των κέντρων λήψεως αποφάσεων, από τα γραφεία της εφημερίδος Εμπρός και το Υπουργείο των Εξωτερικών στην Αθήνα έως τα κορφοβούνια του Βιτσίου, τα χωριά του Βοΐου και τις εθνικές επιτροπές των κωμοπόλεων με όλες τις ιδιαιτερότητές τους. Ως κυρίαρχη μορφή στο επίπεδο αυτό προέβαλε ο Κορομηλάς, ο αποστολέας εκατοντάδων δυναμικών και παρορμητικών επιστολών προς το Υπουργείο των Εξωτερικών. Είναι μαρτυρημένο ότι ο Κορομηλάς είχε επίγνωση των ανωτέρων ικανοτήτων του και ότι χαρακτηριζόταν από μία εκκεντρικότητα, που μερικές φορές υπονόμευε τις συνεργασίες του· αλλά είναι υπεράνω αμφιβολιών ότι ο Γενικός Πρόξενος ήταν εκ των ουκ άνευ συντελεστών του Αγώνος.

    Όντως, από τα γραφόμενά του γίνεται σαφές ότι ο Κορομηλάς με το προσωπικό του κύρος προσπάθησε και κατάφερε να παρασύρει την Ελληνική Κυβέρνηση σε μία ενεργότερη συμμετοχή απ' αυτήν της περιόδου 1903-1904. Πριν καλά-καλά επιτύχει την έγκριση των απαραίτητων δαπανών, από τον Ιανουάριο του 1905 οραματιζόταν την επέκταση των επιχειρήσεων στην Κεντρική και την Ανατολική Μακεδονία, μέχρι το Μελένικο και τη Στρώμνιτσα. Επίσης, είχε προχωρήσει στην οργάνωση του λαθρεμπορίου όπλων και του εξοπλισμού της ενδοχώρας μέσω του προξενείου, προκαταλαμβάνοντας ίσως μερικές φορές την ίδια την κυβέρνηση με το πάθος και τη ρητορεία του. Μόνιμη επωδός ήταν η παραγγελία χιλιάδων όπλων και πυρομαχικών. Συνεργάτες του είχε τους «ειδικούς γραφείς», που ως τομεάρχες, μέσω έμπιστων πρακτόρων, παρακολουθούσαν τις εξελίξεις, επισκέπτονταν, γνώριζαν και φωτογράφιζαν πρόσωπα και πράγματα, συνέτασσαν αναφορές προς το Μακεδονικό Κομιτάτο και έκαναν καθημερινές ακροάσεις μέσα στο κτίριο του Γενικού Προξενείου επιτηρούμενοι ασφυκτικά από τις οθωμανικές αρχές. Την ίδια εποχή και στο Μοναστήρι κυριαρχούσε ο προβληματισμός για το μέλλον των επιχειρήσεων. Ελλείψει ανωτέρων διαταγών, οι διπλωμάτες επιθυμούσαν την αποτύπωση ενός σχεδίου, την ορθολογική διασπορά των σωμάτων, την εκ των προτέρων κατανομή στρατηγικών καθηκόντων, επιφυλάσσοντας για τον συντονιστικό ρόλο κάποιον αποσπασμένο στο προξενείο αξιωματικό, όπως ακριβώς πρότεινε και ο Κορομηλάς για το Βιλαέτι Θεσσαλονίκης. Οι εξελίξεις έδειξαν πόσο δίκαιο είχαν. Αλλά η «ομοιόμορφος ενέργεια», η «ενδελεχής παρασκευή του εδάφους» και η «πλήρης οργάνωσις» που ο Κορομηλάς και οι συνάδελφοί του ζητούσαν προκαταβολικά, παρέμειναν ένα απραγματοποίητο όνειρο.

    Παρά τους προβληματισμούς, την άνοιξη του 1905 στη Μακεδονία βρέθηκαν τουλάχιστον 565 άνδρες, οργανωμένοι σε ευμεγέθη σώματα, υπό την διοίκηση κυρίως αξιωματικών του ελληνικού στρατού και την διοικητική εποπτεία του Κομιτάτου. Την ίδια περίοδο στην Κεντρική Μακεδονία ενεργοποιούνταν περίπου 122 άνδρες, υπό την διοίκηση υπαξιωματικών και τοπικών οπλαρχηγών (επτά ομάδες) καθώς και 109 πολιτοφύλακες (12 ομάδες). Πλέον τούτων, αναμένονταν άμεσα άλλοι 178 άνδρες. Το φθινόπωρο, στην ίδια περιοχή βρίσκονταν ανεπτυγμένες 13 ομάδες ανταρτών (215 άνδρες) έναντι περίπου ισαρίθμων ενόπλων Βουλγάρων και 32 ομάδες πολιτοφυλάκων (183 άνδρες). Επιπλέον, στην Ανατολική Μακεδονία ήδη μετριόταν, τον Νοέμβριο του 1905, 14 μικρά σώματα με 85 άνδρες συνολικά. Η ταυτόχρονη παρουσία 1.000 περίπου ενόπλων Ελλήνων τη στιγμή που ήδη υπήρχαν ενδείξεις ότι ο τουρκικός στρατός εγκατέλειπε την προηγούμενη παθητική του στάση, ήταν επόμενο να προκαλέσει σωρεία ατυχημάτων και εκατομβών, με γνωστότερα θύματα τους αξιωματικούς Μαρίνο Λυμπερόπουλο (Κρόμπας), Μιχαήλ Μωραΐτη (Κόδρος) και Σπυρίδωνα Φραγκόπουλο (Ζόγρας). Από την άλλη όμως μεριά, η αύξηση των πολιτοφυλακών, η προώθηση στο Μορίχοβο και την Ανατολική Μακεδονία, η επέκταση του ελέγχου στα Καστανοχώρια και στις πεδιάδες βορείως και νοτίως της Φλωρίνης και η εξασφάλιση ζωτικών οδικών αρτηριών γύρω από το Μοναστήρι μέσα σε δέκα μήνες ήταν στρατηγικά πλεονεκτήματα με αναμφίβολη σημασία.

    Όμως ο Αγώνας δεν είχε ακόμη κριθεί. Από τις αρχές του 1906, όταν πέρασε ο πρώτος ενθουσιασμός, φάνηκαν στο Βιλαέτι Μοναστηρίου τα προβλήματα, τα οποία εγκαίρως είχαν επισημάνει οι διπλωμάτες: αποσύνθεση των σωμάτων στη βόρεια ζώνη, αδυναμία παρακολουθήσεως των ενεργειών στη νότια ζώνη, αρρυθμία στην οικονομική διαχείριση, έλλειψη στελεχών στα κέντρα και συντονισμού στην είσοδο και ανάπτυξη των σωμάτων. Οι συνέπειες ήταν άμεσες και τραγικές: ο Γεώργιος Σκαλίδης σκοτώθηκε τον Μάρτιο, ο Χρήστος Πραντούνας τον Απρίλιο, ο Αντώνιος Βλαχάκης τον Μάιο, ο Κωνσταντίνος Γαρέφης τον Ιούνιο, ο Ευάγγελος Νικολούδης τον Ιούλιο και μαζί τους δεκάδες Μακεδονομάχοι, θύματα τις περισσότερες φορές άσκοπων συγκρούσεων με τα τουρκικά στρατεύματα. Είναι επίσης ενδεικτικό ότι τον Σεπτέμβριο του 1906, στην ίδια περιοχή η τακτική δύναμη με επιχειρησιακή δυνατότητα δεν ξεπερνούσε τους 200 άνδρες -ίσως λίγοι περισσότεροι από τους αντίστοιχους κομιτατζήδες- το Βίτσι είχε εγκαταλειφθεί, τα Κορέστια δεν ελέγχονταν και οι Εξαρχικοί εξαπέλυαν δολοφονικές αντεπιθέσεις με πολλά θύματα. Αντίθετα, στο πατριαρχικό στρατόπεδο τα κρούσματα απειθαρχίας είχαν πολλαπλασιασθεί. Ακριβώς την ίδια εποχή, ο Λάμπρος Κορομηλάς από την Θεσσαλονίκη βρισκόταν στην ευτυχή θέση να αναφέρει τη συνεχή βελτίωση των ελληνικών θέσεων, καθώς επεχειρείτο επιτυχώς η προώθηση των σωμάτων του Σαράντου Αγαπηνού (Άγρας) και του Ιωάννου Δεμέστιχα (Νικηφόρος) μέσα στον βάλτο των Γιαννιτσών. Ήλπιζε, έτσι, ότι θα μπορούσαν να ελέγξουν τα πολλά παραλίμνια χωριά, των οποίων η οικονομική ζωή ήταν εξαρτημένη από τη χλωρίδα και την πανίδα του βάλτου.

    Το τέλος του τρίτου χρόνου ένοπλης δράσεως βρήκε την ελληνική πλευρά να διατηρεί το συγκριτικό πλεονέκτημα που είχε αποκτήσει το 1905 σε ολόκληρη την Μακεδονία, αλλά ήταν προφανές ότι κατά τόπους υπήρχαν αποκλίσεις από τους επιθυμητούς στόχους ή ακόμη και υποχωρήσεις από τα κεκτημένα. Τα προξενικά έγγραφα δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι τα προβλήματα ήταν έκδηλα κυρίως στη Μακεδονία. Η κρίση που σοβούσε στο Βιλαέτι Μοναστηρίου από το 1906, φαίνεται ότι μάλλον ήταν συνάρτηση γεωγραφικών παραγόντων. Η γειτνίαση με το ελληνικό κράτος πολλαπλασίαζε τις δυνατότητες επιτυχούς εισβολής σωμάτων, σε αντίθεση με τις πάντοτε προγραμματισμένες αλλά ταυτόχρονα προβληματικές και αγωνιώδεις αποβάσεις από θαλάσσης στη Χαλκιδική και το Ρουμλούκι, νοτίως του βάλτου των Γιαννιτσών. Άλλωστε, τα ελληνοτουρκικά σύνορα ήταν ο χώρος όπου παραδοσιακά ενδημούσαν κάθε είδους κλεφταρματολοί. Ήταν επόμενο οι τελευταίοι να βρεθούν στην ορεινή Μακεδονία σε αυξημένη αναλογία σε σύγκριση με τις κεντρικές και τις ανατολικές πεδιάδες, όπου οι αποβάσεις ήταν σχεδόν απόλυτα ελεγχόμενες από το ελληνικό κράτος. Ακόμη στα δυτικά, το διοικητικό κέντρο, το Μοναστήρι, ήταν ουσιαστικά αποκομμένο από πολλά θέατρα των επιχειρήσεων, σε αντίθεση με την πολυτέλεια της σιδηροδρομικής συνδέσεως με όλα τα κέντρα της δικαιοδοσίας του, που διέθετε ο Κορομηλάς. Έτσι, η απόσταση από τις επιχειρήσεις στα Γρεβενά, τα Καστανοχώρια, τα Κορέστια κ.α. πολλαπλασίαζε τις αδυναμίες συντονισμού των πολυπληθών ενόπλων, ενώ οι εγγενείς δυσχέρειες των επικοινωνιών επέτειναν την εικόνα του χάους. Τέλος, το πρόβλημα της διοικητικής ευθύνης των τοπικών εθνικών επιτροπών ήταν ασυγκρίτως σοβαρότερο στα δυτικά, όπου η παράδοση του κοινοτισμού και η μορφή της οικονομίας υπονόμευε τις έξωθεν επεμβάσεις. Αναπόφευκτα η νέα τάξη των ενθουσιωδών πατριωτών, που στηριζόταν στα όπλα των σωμάτων, ερχόταν σε αντιπαράθεση με την εξουσία των παραδοσιακών προκρίτων. Αντίθετα, στα τσιφλίκια του κάμπου οι «άνωθεν» πιέσεις επέφεραν αμεσότερα αποτελέσματα.

    Η παντοδυναμία της ΕΜΕΟ και η επιτυχία της την καθιστούσε, όπως φαίνεται, πρότυπο οργανώσεως και δράσεως για τους Έλληνες διπλωμάτες, οι οποίοι αρέσκονταν να βλέπουν το δίκτυό τους ως την ελληνική «εσωτερική» οργάνωση, προφανώς σε αντιδιαστολή με το «ανώτερο» κομιτάτο των Αθηνών. Στην πραγματικότητα, ούτε ο αγώνας των Βουλγάρων ήταν απρόσκοπτος. Όμως στο στρατόπεδό τους, όπως και στο ελληνικό, οι συγκρούσεις ήταν κάθε άλλο παρά ιδεολογικές. Η διάσπαση της εξαρχικής βάσεως σε δύο κόμματα προήλθε, όπως μαρτυρείται, από την αδυναμία ικανοποιήσεως των μακροχρονίων οικονομικών αιτημάτων της ΕΜΕΟ από τους χωρικούς. Στην περίοδο της παρακμής που ακολούθησε το Ίλιντεν και επιτάθηκε μετά την ελληνική αντεπίθεση του 1905, οι πιέσεις, οι αποτυχίες και οι φιλοδοξίες των καπεταναίων αλλά και η απροθυμία του βουλγαρικού κράτους να επέμβει ρυθμιστικά, δημιούργησαν ένα εκρηκτικό μίγμα που όχι μόνο υπονόμευσε την βουλγαρική αλυτρωτική πολιτική στην οθωμανική Μακεδονία αλλά μακροπρόθεσμα δυναμίτισε την κοινωνική γαλήνη και στην ίδια την Βουλγαρία.

    Τα προβλήματα κατευθύνσεως του αγώνος των Ελλήνων και των Βουλγάρων φαίνονταν ακόμη σημαντικότερα μέσα στο δυσμενές πλαίσιο που δημιουργούσε η παρεμβατική πολιτική των μεγάλων δυνάμεων και η αντίστοιχη παρελκυστική της Πύλης. Η παρουσία των πρώτων στη Μακεδονία συνέπιπτε με την αύξηση της ελληνικής δραστηριότητος, η οποία και αντιμετωπιζόταν ως αποσταθεροποιητικός παράγων της ειρήνης. Αν και οι Γάλλοι, οι Βρετανοί και οι Ιταλοί φαίνονταν εκνευρισμένοι από τις πρωτοβουλίες των Αυστριακών και των Ρώσων στη Μακεδονία, ωστόσο δεν μαρτυρείται σοβαρή διάσταση για την άμεσα εφαρμοστέα πολιτική. Όλοι τους παρέβλεπαν το γεγονός ότι τα ελληνικά σώματα προσπαθούσαν απλώς να αποκαταστήσουν το προηγούμενο καθεστώς, διότι το δικό τους βραχυπρόθεσμο συμφέρον ήταν η διατήρηση της βουλγαρικής δυνάμεως, σε σημείο ώστε να εξουδετερώνεται η ελληνική χωρίς παράλληλα να κλονίζεται η οθωμανική κυριαρχία. Με την «μεροληπτική» αυτή πολιτική ευθυγραμμιζόταν και η Πύλη, ίσως όχι τόσο απρόθυμα όσο υπαινισσόταν ο Γενικός Επιθεωρητής της Μακεδονίας Χιλμή Πασάς, σε συνομιλίες του με Έλληνες διπλωμάτες. Αφού εξασφαλίσθηκε η μείωση της βουλγαρικής ανατρεπτικής ικανότητος, η Τουρκία έπαυσε την ευμενή ουδετερότητα προς τα ελληνικά σώματα, την οποία είχε επιδείξει στις αρχές του Μακεδονικού Αγώνος και επιδόθηκε σε «αμείλικτον καταδίωξιν». Τυπικά βέβαια ο Χιλμή, παίζοντας με θαυμαστή επιτηδειότητα εν μέσω ευρωπαϊκών και σουλτανικών πιέσεων τον ρόλο του φιλέλληνος, συνέχιζε να διαβεβαιώνει τους Έλληνες ότι ενδιαφερόταν κυρίως για την πάταξη των βουλγαρικών συμμοριών και ευγενικά αποθάρρυνε την οργάνωση νέων ελληνικών σωμάτων, ώστε να μην αποσπάται η προσοχή του οθωμανικού στρατού. Όμως το ενδεχόμενο αυτό, να αφεθεί δηλαδή αποκλειστικά στους Τούρκους η δίωξη των κομιτατζήδων ώστε να αποφευχθεί η εμπλοκή ελληνικών σωμάτων, δεν ήταν ρεαλιστικό. Ήταν γνωστή πλέον στην ελληνική πλευρά τόσο η ικανότητα των Εξαρχικών για συγκεκαλυμμένη δράση όσο και η ιδιαίτερη σημασία που έπαιζε η παρουσία και μόνον μερικών ενόπλων για την μεταστροφή των φρονημάτων.

    Δεν ήταν, όμως, μόνον η ένοπλη διεκπεραίωση του Αγώνος που συγκέντρωνε το ενδιαφέρον των Ελλήνων διπλωματών. Είναι προφανές ότι πίστευαν -και δεν είχαν άδικο- ότι εξίσου λυσιτελείς θα ήταν και οι πρωτοβουλίες οικονομικής φύσεως. Πρόκειται για σειρά προτάσεων και σχεδίων που είναι ελάχιστα γνωστά, γιατί ποτέ δεν καρποφόρησαν επαρκώς και έτσι πέρασαν στην ιστορία ως ο οικονομικός πόλεμος που κήρυξε στους εξαρχικούς επαγγελματίες και εργάτες της Θεσσαλονίκης ο Ανθυπολοχαγός Αθανάσιος Σουλιώτης. Η κατάσταση, όμως, ήταν πιο πολύπλοκη από έναν εμπορικό αποκλεισμό και είχε να κάνει βασικά με τις ραγδαίες μεταβολές στην οικονομία της Μακεδονίας, που θα εξετασθούν παρακάτω. Τέσσερις όψεις των οικονομικών μεταβολών συνδέθηκαν κυρίως με τον Μακεδονικό Αγώνα: η υπερατλαντική αποδημία, η αγοραπωλησία γαιών, η ίδρυση τραπεζικών υποκαταστημάτων και οι ανταγωνισμοί των επαγγελματιών στα αστικά κέντρα.

    Το μεταναστευτικό ρεύμα προς τις ΗΠΑ, που εκδηλώθηκε κυρίως μετά την Εξέγερση του Ίλιντεν, το 1905 είχε ήδη προσλάβει σημαντικές διαστάσεις σε ολόκληρη την σλαβόφωνη ζώνη του Βιλαετίου Μοναστηρίου. Ήταν πλέον μία στρατηγική που εφαρμοζόταν με σχέδιο και συνέπεια σχεδόν από κάθε διευρυμένη οικογένεια. Την χρονιά εκείνη μόνον από την περιφέρεια Μοναστηρίου μετανάστευσαν περίπου 5.500 -νέοι άνδρες στη συντριπτική τους πλειοψηφία- από τα χωριά που δέχονταν τις μεγαλύτερες πιέσεις ενόπλων σωμάτων. Μέχρι το τέλος της ίδιας χρονιάς, η στρατηγική είχε ήδη μεταφερθεί και στις δυτικές περιοχές του Βιλαετίου Θεσσαλονίκης. Οι συνέπειές της ήταν αρνητικές πρωτίστως για το τουρκικό δημόσιο, που παρά την επιθυμία του, αδυνατούσε να την καταστείλει, αλλά η έντονη λειψανδρία δεν μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστα και τα Κομιτάτα που, καθώς στερούνταν οπαδών και πόρων, προσπάθησαν ακόμη και να ελέγξουν το δίκτυο των πρακτορείων μεταναστεύσεως. Ωστόσο, μακροπρόθεσμα σημαντικότερη εξέλιξη δεν ήταν τόσο η λειψανδρία στη Μακεδονία όσο η μεταφορά των διαφορών Εξαρχικών και Πατριαρχικών στην αμερικανική ήπειρο. Την σημασία του γεγονότος αυτού φαίνεται ότι αντιλήφθηκαν άμεσα τόσο η Ελλάδα όσο και η Βουλγαρία. Από ελληνικής πλευράς, προτεραιότητα έπρεπε να δοθεί στην ομαλή συμβίωση των Μακεδόνων με τους μετανάστες από το ελληνικό κράτος και να αποφευχθεί η άκριτη απομόνωση των Σλαβοφώνων ως Βουλγάρων. Σε όσες περιπτώσεις συνέβαινε αυτό, οι παλιννοστούντες, με όλο το κύρος που τους προσέδιδαν τα δολάριά τους, έσπευδαν να εκδικηθούν τις λοιδορίες συντασσόμενοι με το Βουλγαρικό Κομιτάτο. Ήταν μία διαδικασία που απαιτούσε λεπτότατους χειρισμούς, τους οποίους, όπως έδειξε η ιστορία, δεν μπορούσε να εγγυηθεί η παρουσία μόνον ενός ικανού αρχιερέος ή ενός διπλωματικού εκπροσώπου, όπως εισηγούνταν οι σύγχρονοι παρατηρητές.

    Η εγκατάλειψη των καλλιεργειών, ο κλονισμός των τσιφλικιών λόγω ελλείψεως εργατικού δυναμικού και η εισροή συναλλάγματος είχαν ως φυσικό αποτέλεσμα την ραγδαία αύξηση των αγοραπωλησιών γης. Ακριβώς αυτό το πλαίσιο ήταν ευνοϊκό για διαφόρους χειρισμούς που θα επέτρεπαν, μέσω της ενοικιάσεως τσιφλικιών, βοσκών και δασών, την μετεγκατάσταση πατριαρχικών πληθυσμών, την ασφαλή προώθηση ενόπλων και την εγκατάσταση φρουρών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον φαίνεται ότι είχαν και οι λίμνες, δηλαδή τα αβαθή έλη των Γιαννιτσών, του Αματόβου και του Άρτζαν, που όχι μόνον αποτελούσαν φυσικά ορμητήρια ενόπλων αλλά και στήριζαν την οικονομία των παρακειμένων χωριών. Ωστόσο, η υλοποίηση των προτάσεων αυτών, παρά τα προσδοκώμενα οφέλη, προσέκρουε στην δεδηλωμένη απροθυμία των πιστωτικών οργανισμών -ακόμη κι αυτών των ελληνικών συμφερόντων- να ριψοκινδυνεύσουν κεφάλαια στο αβέβαιο περιβάλλον της μακεδονικής ενδοχώρας.

    Στα αστικά κέντρα, τα οικονομικά προβλήματα του εθνικού αγώνος δε συνδέονταν με την έλλειψη κεφαλαίων αλλά με την ίδια τη δομή της κοινωνίας. Ο εκχρηματισμός της οικονομίας, η επιτάχυνση των ρυθμών του εμπορίου, η βελτίωση των επικοινωνιών και κυρίως η ανασφάλεια οδηγούσαν όλο και περισσοτέρους σλαβοφώνους αγρότες και μικροεπαγγελματίες στα αστικά κέντρα, είτε περιστασιακά είτε μόνιμα. Εκεί περιθωριοποιούνταν σε ορισμένες συνοικίες, όπως π.χ. του Δραγόρ και των Εξοχών στο Μοναστήρι ή του Κιλκίς στη Θεσσαλονίκη. Οι αναπόφευκτες κοινωνικές διαφορές και οι οικονομικές προστριβές των νεοαφιχθέντων μικροκαταστηματαρχών, μικροπωλητών και εργατών με την καθεστηκυία τάξη των ελληνοφώνων και βλαχοφώνων εμπόρων αλλά και μεταξύ τους μεγιστοποιούσαν τη σημασία των οικονομικών ενισχύσεων του Βουλγαρικού και του Ρουμανικού Κομιτάτου, τις οποίες επιζητούσαν παντού τα «κοινωνικά ναυάγια», τα οποία τελικά εντάσσονταν έναντι χρημάτων στις τάξεις των Κομιτάτων. Οι εμφυτεύσεις ιατρών και διδασκάλων στην ενδοχώρα ή η συντήρηση Μακεδονομάχων ως μικροεπαγγελματιών στις συνοικίες των αστικών κέντρων ήταν μία πρακτική ωφέλιμη για τις ανάγκες του Αγώνος· αλλά δεν βοηθούσε ιδιαίτερα την εξομάλυνση των κοινωνικών διαφορών και των εθνικών παθών που αυτές τροφοδοτούσαν. Ακόμη και μέσα από τις ελληνικές πηγές προκύπτει αβίαστα το χάος -αν όχι και η αντιπάθεια- που χώριζε χωρικούς και αστούς αλλά και απίστευτα πολιτικά πάθη που αναπτύσσονταν στους κόλπους ακόμη και αμιγών ελληνοφώνων κοινοτήτων.

    Η σημαντικότερη μεταβολή, κατά την τελευταία διετία (1907-1908), είναι οι ραγδαίες ανακατατάξεις στο διπλωματικό σκηνικό ή μάλλον η αίσθηση -μερικές φορές λανθασμένη- των ανακατατάξεων αυτών. Ήταν προφανές ότι τα πράγματα στη Βουλγαρία δεν πήγαιναν καλά. Η αντίστροφη μέτρηση για την μακεδονική πολιτική της Σόφιας είχε ξεκινήσει. Η Ελληνική Κυβέρνηση, από την άλλη, συνέχισε ολόκληρο το 1907 να συγκεντρώνει τις διαμαρτυρίες της Πύλης, όλων των Δυνάμεων και ιδιαίτερα της πάντοτε άριστα πληροφορημένης Βρετανίας. Πράγματι, από το αρχειακό υλικό της περιόδου αυτής φαίνεται πόσο καθοριστικός ήταν ο ρόλος των Ευρωπαίων παρατηρητών για την απόδοση ευθυνών. Εύκολα διακρίνει κανείς τον εκνευρισμό των Ελλήνων διπλωματών, οι οποίοι μέμφονται τους Βρετανούς και τους Γάλλους προξενικούς και στρατιωτικούς για απροκάλυπτο φιλοβουλγαρισμό και μεροληψία σε βάρος των πατριαρχικών πληθυσμών. Αν και θα μπορούσε να τους καταλογισθεί έλλειψη ικανότητος και διορατικότητος να κατανοήσουν την ευρωπαϊκή οπτική γωνία, ότι δηλαδή το βασικότερο πρόβλημα του ειρηνευτικού έργου που είχαν αναλάβει οι Δυνάμεις στην τρέχουσα περίοδο ήταν όντως τα ελληνικά σώματα, ωστόσο ο εκνευρισμός τους δεν ήταν άνευ αντικειμένου. Οι εντυπώσεις των επιτόπιων παρατηρητών ενίσχυαν και επιτάχυναν την απόφαση των Δυνάμεων να πιέσουν διπλωματικά τα βαλκανικά κράτη και κυρίως την Αθήνα, ώστε να λάβει μέτρα όχι απλώς αποθαρρύνσεως αλλά περιστολής της ανταρτικής δράσεως και, αντίστροφα, να υποστηρίξουν τα αιτήματα της Πύλης για απομάκρυνση όσων διπλωματών και μητροπολιτών ενέχονταν -σύμφωνα με τους παρατηρητές πάντοτε- στον ελληνικό ένοπλο αγώνα.

    Είναι δύσκολο να απαντηθεί το ερώτημα τί θα συνέβαινε στη Μακεδονία, εάν το Νεοτουρκικό Κίνημα το καλοκαίρι του 1908 δεν ανέστειλε τις εξελίξεις. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε σοβαρή περίπτωση ενός Βουλγαροτουρκικού Πολέμου. Όπως και η Ελλάς, η Βουλγαρία δεν ήταν σε θέση να αγνοήσει εντελώς τις Δυνάμεις αλλά ούτε υπήρχε ορατό πεδίο συνδιαλλαγής της με τα σπαρασσόμενα πλέον Κομιτάτα. Παρά τις κατά καιρούς εκτοξευόμενες απειλές και τη σχετική φημολογία, ούτε η Τουρκία είχε κάνει κάποια ουσιαστική προετοιμασία για σύρραξη στα βόρεια σύνορά της, τη στιγμή μάλιστα που η δυσαρέσκεια στο στράτευμα, λόγω καθυστερήσεως των μισθών, είχε αρχίσει να οδηγεί σε λιποταξίες. Πάντως, οι Έλληνες φαίνεται ότι είχαν δίκαιο να κατηγορούν τους Τούρκους για καιροσκοπισμό: το βουλγαρικό ενδιαφέρον για την Μακεδονία δεν επρόκειτο να παύσει σύντομα και τα τουρκικά μακροπρόθεσμα συμφέροντα δεν εξυπηρετούνταν διόλου με την επιλεκτική πίεση σε βάρος των Ελλήνων. Πραγματικά, εάν δεχθούμε τις προξενικές πληροφορίες, τίποτε δεν μαρτυρούσε ότι η δράση των Βουλγάρων κομιτατζήδων είχε μειωθεί σε ικανοποιητικό σημείο. Η δολοφονία του Άγρα (Ιούνιος 1907) είχε ηλεκτρίσει την ατμόσφαιρα. Η φορολογία των Πατριαρχικών από την ΕΜΕΟ συνεχιζόταν, όπου και όποτε ήταν δυνατόν. Οι απειλές και οι δολοφονίες ήταν στην ημερησία διάταξη. Οι διεισδύσεις ομάδων από την Βουλγαρία δεν είχαν παύσει. Η συνεργασία με τους ρουμανίζοντες Βλάχους της Αλμωπίας βάθαινε και αντλούσε από την αντιπαράθεσή τους με τους Ελληνοβλάχους του Βερμίου. Εξάλλου, από το 1905 η Πύλη είχε αναγνωρίσει ξεχωριστό βλάχικο μιλέτι. Η δράση περιωνύμων βοεβόδων με πολυάριθμους συντρόφους στους ανατολικούς καζάδες είχε ακόμη γερές βάσεις. Μάλιστα, τον Φεβρουάριο του 1908 προσέλαβε ανησυχητικές διαστάσεις.

    Βέβαια, η ΕΜΕΟ δε βρισκόταν στην καλύτερη δυνατή κατάσταση: το δίκτυό της είχε διαρροές, λόγω της προβληματικής διεκπεραιώσεως εγγράφων. Από τα Καστανοχώρια δεκάδες Εξαρχικοί αποχωρούσαν στη Βουλγαρία, προφανώς για να αναδιοργανωθούν, καθώς η περιοχή είχε περιέλθει στον έλεγχο των ελληνικών σωμάτων. Οι ιθύνοντες της εξαρχικής κοινότητος της Θεσσαλονίκης ήταν σαφώς απρόθυμοι να επενδύσουν σ' ένα νέο κίνημα και ο οικονομικός πόλεμος των Ελλήνων δημιουργούσε όχι αμελητέες δυσχέρειες. Οι λιποταξίες οπλαρχηγών προς το ελληνικό στρατόπεδο αύξαναν. Ευτυχώς όμως για τα βουλγαρικά κομιτάτα, ούτε η ελληνική πλευρά ήταν σε θέση να προχωρήσει αποφασιστικά στον πλήρη εξοβελισμό τους για πολλούς και διαφόρους λόγους. Στην Κεντρική Μακεδονία, μετά από δύο χρόνια συνεχών προσπαθειών (1905-1906), ο έλεγχος των περιοχών ανατολικά και βόρεια της λίμνης των Γιαννιτσών δεν είχε επιτευχθεί, αφού η οδός διαφυγής των κομιτατζήδων προς τα έλη παρέμενε ελεύθερη. Οι προσπάθειες του Άγρα και του Νικηφόρου, κάτω από πραγματικά μυθιστορηματικές συνθήκες, είχαν αποδώσει αποτελέσματα όχι ανάλογα με τις θυσίες, έως τη στιγμή που ο Νικηφόρος ανέλαβε επιχειρήσεις εκτός του βάλτου εναντίον εξαρχικών χωριών. Όμως, η ευρωπαϊκή κατακραυγή προκάλεσε την αναστολή των επιχειρήσεων και η προσβολή των ρουμανιζόντων αντίποινα στις ελληνικές κοινότητες στη Ρουμανία. Στη Μακεδονία πάλι, σειρά κακοτυχιών και σφαλμάτων οδήγησε σε λιγότερο από δύο μήνες (Μάιος-Ιούνιος του 1907) στην καταστροφή των σωμάτων των καπεταναίων Φιωτάκη, Φούφα, Ζιάκα, Γκούρα, Φλάμπουρα, Δοξογιάννη αλλά και σε συλλήψεις πολυαρίθμων στελεχών, ενώ στην Ανατολική Μακεδονία ο θάνατος του δημοφιλέστατου Ανδρέα Στενημαχίτη, ικανού πολεμιστού και εθνικού αγορητού, συγκλόνισε τον πατριαρχικό πληθυσμό, όπως, λίγο αργότερα, η αναγκαστική αποχώρηση του Μητροπολίτη Δράμας Χρυσοστόμου.

    Στις αρχές του 1908, η κατάσταση της ηθελημένης απραξίας φαινόταν να γενικεύεται από το Μοναστήρι έως την περιοχή της Δράμας. Δεν ήταν ότι έλειπε ο ενθουσιασμός. Απλώς, η επίτευξη λελογισμένης βίας προσέκρουε στην ίδια την φύση των ομάδων της ΕΜΕΟ. Όπως έγραφε ο Πρόξενος Δημαράς, οι ομάδες αυτές ήταν «συρφετός καταρτιζόμενος εν δεδομένη ανάγκη εκ χωρικών, οίτινες μετά την εκτέλεσιν του προσχεδιασθέντος έργου, εγκαταλείποντες το όπλον, [και] επαναλαμβάνουσι τας αγροτικάς εργασίας των». Η επίθεση εναντίον των βάσεών τους σήμαινε επίθεση εναντίον χωριών και τέτοιες πρωτοβουλίες μόνον διπλωματικά προβλήματα μπορούσαν να προξενήσουν. Δεν ήταν, όμως, η μόνη αδυναμία. Ο Τέγος Σαπουντζής, επιτελικό στέλεχος στη Φλώρινα, επεσήμανε ως αιτίες της κάμψεως την ακαταλληλότητα ορισμένων προσώπων, την ανάμιξη των σωμάτων στα κοινοτικά και την έλλειψη προπαγανδιστικής εργασίας. Παρατηρούσε επίσης το κενό που άφηνε σε ορισμένες περιοχές η μακρόχρονη απουσία ανθρώπων με επιρροή και οικονομική επιφάνεια στην Αθήνα, οι οποίοι, παρά τις συνεχείς και πολύπλευρες παροτρύνσεις για επάνοδο, δίσταζαν να επιστρέψουν στις πατρίδες τους. Σ' αυτά θα μπορούσαν να προστεθούν ποικίλες ανομολόγητες έριδες μεταξύ προκρίτων, εκκλησιαστικών και άλλων παραγόντων.

    Η άλλη όψη της φαινομενικής απραξίας ήταν εν μέρει ο προσανατολισμός σε μη πολεμικές επιλογές και συγκεκριμένα στον οικονομικό πόλεμο. Ο Αθανάσιος Σουλιώτης και ο Γεώργιος Μόδης έχουν αφήσει γλαφυρές περιγραφές τέτοιων πρωτοβουλιών στη Θεσσαλονίκη και το Μοναστήρι αντίστοιχα, αλλά στην ύπαιθρο οι κανόνες ήταν πολύ πιο αυστηροί. Οι χωρικοί δεν είχαν στην πραγματικότητα πολλές επιλογές και έτσι ο αποκλεισμός τους από τα παζάρια, τις εμποροπανηγύρεις αλλά και τις αγορές εργασίας ήταν καταλυτικής σημασίας, σαφώς καθοριστικότερος από οιανδήποτε εθνική προπαγάνδα. Κατά τα άλλα, όμως, η αντίληψη ότι με μία μελέτη περί της ανώτερης οικονομικής θέσεως του ελληνικού στοιχείου θα επηρεάζονταν οι Ευρωπαίοι δημοσιολόγοι και κεφαλαιούχοι υπέρ των Ελλήνων ήταν αφελής, τη στιγμή που οι ίδιες οι ελληνικών συμφερόντων τράπεζες δεν τολμούσαν, για οικονομικούς λόγους, να διακόψουν τις συναλλαγές τους με Βουλγάρους. Η οριστική υποσκέλιση των βουλγαρικών συμφερόντων ήταν μία συνθετώτερη υπόθεση, που δεν θα ολοκληρωνόταν ποτέ, αν η χώρα δεν ειρήνευε και οι Έλληνες μεταπράτες δεν μετέβαλαν τους όρους πιστώσεως.

    Όμως, ήταν πλέον αργά για θεαματικούς ανασχηματισμούς των ελληνικών δραστηριοτήτων. Η ελληνική οργάνωση στη Μακεδονία είχε φθάσει στα όριά της. Μετά την οριστική απομάκρυνση του Κορομηλά, τον Σεπτέμβριο του 1907, είχε ανοίξει ουσιαστικά ο δρόμος για την ενοποίηση της διοικητικής οργανώσεως του Μακεδονικού Αγώνος. Η βάσιμη υπόνοια ότι και το Βιλαέτι Θεσσαλονίκης θα περιερχόταν οριστικά στην ευθύνη του Μακεδονικού Κομιτάτου, δηλαδή των ιδιωτών, προκάλεσε την αντίδραση των αξιωματικών (ειδικών γραφέων) του Προξενείου Θεσσαλονίκης, οι οποίοι προέβαλαν ως εναλλακτική λύση την ανάθεση της διευθύνσεως του Κομιτάτου στον Συνταγματάρχη Παναγιώτη Δαγκλή. Την ώρα που ο Δαγκλής έκανε τις πρώτες επαφές του και κατέστρωνε σχέδια, ήδη η κατάσταση είχε ξεφύγει από τον έλεγχο. Η δολοφονία του διερμηνέα του Προξενείου Θεσσαλονίκης Θεόδωρου Ασκητή, λίγες μόνον ημέρες αργότερα, ευαισθητοποίησε την κοινή γνώμη ακόμη περισσότερο. Σε συλλαλητήριο στις 16 Μαρτίου του 1908 στην πλατεία του Βαρβακείου Λυκείου, ο «Λαός των Αθηνών και του Πειραιώς» -δηλαδή οι μακεδονικοί κύκλοι και οι φίλοι τους- δήλωσε προς τον Πρωθυπουργό Θεοτόκη και τον Διάδοχο Κωνσταντίνο ότι το Μακεδονικό Κομιτάτο δεν απολάμβανε πλέον της εμπιστοσύνης τους και ότι ήταν υπεύθυνο για την χειροτέρευση της καταστάσεως στη Μακεδονία. Τουλάχιστον στο δεύτερο σκέλος δεν είχαν απόλυτο δίκαιο, αλλά την σχετική αναφορά υπέγραφαν σχεδόν 400 οπλαρχηγοί. Παρά τις πιέσεις, τα υπομνήματα και τις απειλές παραιτήσεως των αξιωματικών των προξενείων αλλά και του ιδίου του Δαγκλή, το εγχείρημα της χειραγωγήσεως του Κομιτάτου τελικά απέτυχε. Ο Δαγκλής δεν διέθετε την επιρροή των αντιπάλων του και ο Πρωθυπουργός Θεοτόκης ήταν εκ φύσεως απρόθυμος να εξωθήσει την κατάσταση στα άκρα. Κάτω από τις συνθήκες αυτές είναι αξιομνημόνευτο ότι, σαν από αδράνεια, συγκρατήθηκε το «μέτωπο» και είναι απολύτως κατανοητή η ανακούφιση που προκάλεσε η πρωτοβουλία των Νεοτούρκων πραξικοπηματιών να αμνηστεύσουν τους αντάρτες. Το Κίνημα των Νεοτούρκων έδωσε την ευκαιρία για την υποκατάσταση του Κομιτάτου από την «Πανελλήνιο Οργάνωσιν» (ΠΟ), δημιούργημα του Δαγκλή, του Ίωνος Δραγούμη και μερικών ακόμη αξιωματικών. Η ΠΟ, δίκτυο κατασκοπείας και προπαγάνδας μάλλον παρά μάχης, εκ των πραγμάτων δεν είχε πολλά περιθώρια δράσεως. Η πραγματικότητα ήταν ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βρισκόταν σε ύφεση και οι Μακεδονομάχοι έπρεπε προσωρινά να παραμείνουν στους στρατώνες τους.

    Το ψυχολογικό κενό, μετά από σχεδόν τέσσερα χρόνια επιχειρήσεων στη Μακεδονία, ήταν μεγάλο και οι αντιδράσεις πολλές. Ήδη από την άνοιξη του 1908 είχαν ξεκινήσει τα παράπονα για την απουσία επαρκών ηθικών και υλικών ανταμοιβών. Οι υπαξιωματικοί που αγωνιούσαν να προαχθούν σε ανθυπασπιστές και είχαν πιστέψει ότι οι ανδραγαθίες τους στο πεδίο των ανταρτικών μαχών θα τους άνοιγαν τον δρόμο για το σώμα των αξιωματικών, διαψεύδονταν. Αυτοί ήταν η αιχμή του δόρατος αλλά τα παράπονά τους ποίκιλαν, από μεταθέσεις και οικονομικές διεκδικήσεις μέχρι ζητημάτων ηθικής τάξεως. Οι ευεργετικοί προβιβασμοί πήραν τη μορφή ανταγωνισμών. Η ένταση ήταν καταφανής. Συνωμοτικοί πυρήνες άρχισαν να συγκροτούνται, υπομνήματα και εισηγήσεις να υποβάλλονται από τον Δαγκλή προς τον βασιλέα και τον διάδοχο. Η μη ικανοποίηση των παλαιμάχων εγκυμονούσε κινδύνους στη Μακεδονία. Οι παλαιές ιδέες του Δραγούμη εύρισκαν έδαφος.

    Μέσα στην αναταραχή ο Καλαποθάκης είχε την ευκαιρία του, τον Φεβρουάριο του 1909, με μία σειρά συκοφαντικών άρθρων στο Εμπρός να εγκαλέσει ανοικτά την Κυβέρνηση Θεοτόκη για εγκατάλειψη της δράσεως στη Μακεδονία και να υπονομεύσει το κύρος της διευθύνσεως της ΠΟ, αποκαλώντας την «επίσημο τρομοκρατικό κέντρο». Λίγες εβδομάδες αργότερα, άρχισαν οι συνωμοτικές κινήσεις των κατωτέρων αξιωματικών, που εξέβαλαν στο Κίνημα στου Γουδή. Οι Μακεδονομάχοι, είτε μέλη της ΠΟ είτε βετεράνοι του Κομιτάτου, πρωτοστάτησαν ανεξαρτήτως βαθμού και προσέδωσαν στο κίνημα το απαραίτητο κύρος. Τα κίνητρα των εθνικών αγωνιστών ήταν αδιαμφισβήτητα και η μέριμνά τους για τα εθνικά συμφέροντα γνήσια. Ο Καλαποθάκης, ικανοποιημένος από την παραίτηση του Θεοτόκη, πρότεινε ο ίδιος τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη για πρωθυπουργό. Ο γαμπρός του, βουλευτής και πρώην υπουργός, ο Αλέξανδρος Ρώμας, ήταν διοικητικό μέλος του Κομιτάτου. Μέχρι την ανάληψη της εξουσίας από τον Βενιζέλο, ειδικά κατά τη διάρκεια της βραχύβιας κυβερνήσεως του Στεφάνου Δραγούμη, αρκετοί παράγοντες και οι φίλοι του Μακεδονικού Κομιτάτου βρέθηκαν σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Μάλιστα, οι Μακεδονομάχοι αξιωματικοί είχαν αποκτήσει τόση ισχύ ώστε, παρά τις αντιδράσεις του Στεφάνου Δραγούμη, κατάφεραν με την υποκίνηση του Περικλή Αργυρόπουλου να αναδείξουν τον παλαιό γνώριμό τους από το Προξενείο Μοναστηρίου, τον διπλωμάτη Δημήτριο Καλλέργη, σε Υπουργό των Εξωτερικών. Το 1909, οι ζωντανοί θρύλοι του Μακεδονικού Αγώνος μετέφεραν στην πολιτική αρένα της Αθήνας την ζωογόνο πνοή του αντάρτικου των βουνών. Η επίδραση ήταν θαυμαστή, μολονότι τα αίτια υπήρξαν βαθύτερα από την καθ' εαυτή δυσφορία των Μακεδονομάχων. Ο Καλαποθάκης δεν έζησε αρκετά για να δει τις εξελίξεις. Όμως, η γενεά των στρατιωτικών του Μακεδονικού Αγώνος γνώρισε μεγάλα αξιώματα στο στράτευμα και στην πολιτική και μάλιστα και στα δύο στρατόπεδα του Μεσοπολέμου. Η είσοδός της στην πολιτική είχε μία ακόμη σημαντική συνέπεια. Οι ευπατρίδες αξιωματικοί και επιτυχημένοι πλέον στρατηλάτες οδηγήθηκαν για ακόμη μία φορά σε συνεργασία με τους χωρικούς της Μακεδονίας, τους παλαιούς τους συμπολεμιστές· αυτή την φορά, για να συστήσουν όχι εθνικά αλλά πολιτικά δίκτυα και παρατάξεις που μακροημέρευσαν πέρα από κάθε προσδοκία.

    Στο μεταξύ στη Μακεδονία, από την έναρξη της προεκλογικής περιόδου του 1908, η κατάσταση χειροτέρευε. Από τη στιγμή που οι νεοϊδρυθείσες πολιτικές λέσχες αποτελούσαν απλώς μετωνυμία των εθνικών παρατάξεων και επιτροπών, ήταν επόμενο να εξελιχθεί η προεκλογική περίοδος σε έναν νέο Μακεδονικό Αγώνα, όπου οι εντόπιες ένοπλες ομάδες έπαιζαν και πάλι αποφασιστικό ρόλο. Οι Έλληνες συντάχθηκαν με το Φιλελεύθερο Κόμμα, που υποστήριζε μέτρα αποκεντρώσεως και αυτόνομων δικαιωμάτων για τις θρησκευτικές και εθνικές μειονότητες. Φαινόταν αρχικά ότι αυτές οι μετριοπαθείς ιδέες θα επικρατούσαν. Προς την ίδια άλλωστε κατεύθυνση, την επιδίωξη αποκεντρώσεως και την αυτοδιοίκηση, κινήθηκαν και τα συντηρητικότερα στελέχη της ΕΜΕΟ αλλά και η πτέρυγα των Φεντεραλιστών, όπου συνέπραξαν οι διαβόητοι βοεβόδες Σαντάνσκι και Τσερνοπέεφ. Μετά την απογοήτευση των εκλογών, που απέτυχαν να δείξουν την πολιτική (άρα και εθνική) δύναμη των Ελλήνων στο μέτρο που ήλπιζαν αλλά και την αντιμετώπιση του Σουλτανικού Πραξικοπήματος του Μαρτίου του 1909, τα πράγματα άλλαξαν. Ενώ οι Έλληνες αξιωματικοί στρέφονταν προς την αρένα της πολιτικής, οι Τούρκοι συνάδελφοί τους άρχισαν την εφαρμογή μιας σκληρής τουρκικής εθνικιστικής εσωτερικής πολιτικής, πλήττοντας παράλληλα και το Σοσιαλιστικό Κίνημα. Ο εθνικισμός έφερε εθνικισμό και η υποτροπή του Κρητικού Ζητήματος περιέπλεξε την κατάσταση περαιτέρω. Η ΕΜΕΟ επαναδραστηριοποιήθηκε και οι εξοπλισμοί ελληνικών χωριών επαναλήφθηκαν. Η νομοθετική ρύθμιση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος εκκλησιών και σχολείων στη Μακεδονία, που ουσιαστικά τερμάτιζε την λειτουργία τους όπου δεν υπήρχε δυνατότητα μοιρασιάς, προκάλεσε σφοδρές ελληνικές διαμαρτυρίες. Η τάξη τηρούνταν μόνον μέσα από την επιβολή της κρατικής τρομοκρατίας, που συνέχιζε το έργο των Κομιτάτων δολοφονώντας προληπτικά πατριαρχικούς και εξαρχικούς παράγοντες με την κάλυψη των «αντιεπαναστατικών» νόμων, που είχαν ψηφισθεί στα τέλη του θέρους του 1909.

    Την ίδια περίοδο που οι επαφές για τη σύμπηξη βαλκανικής συμμαχίας προχωρούσαν, η πίεση των Νεοτούρκων οδήγησε στην εκλογική σύμπραξη Ελλήνων και Βουλγάρων με την αντιπολιτευόμενη «Φιλελεύθερη Ένωση», που είχε ιδρυθεί τον Νοέμβριο του 1911. Η συνεργασία δεν οδήγησε σε απτά αποτελέσματα, αφού οι Φιλελεύθεροι συντρίφθηκαν στις εκλογές του Απριλίου του 1912 μέσα στο κλίμα της βίας του Νεοτουρκικού Κομιτάτου, το οποίο από το 1909, μετά την επιτυχή αντεπανάσταση, δρούσε πλέον ως πολιτικό κόμμα. Κατά τους επόμενους μήνες ακολούθησαν μεμονωμένα περιστατικά συμπράξεως ελληνικών και βουλγαρικών σωμάτων, ενώ η Αθήνα και η Σόφια όλο και πιο απροκάλυπτα ευνοούσαν την διείσδυση ενόπλων, χωρίς βέβαια σε καμία περίπτωση να έχει εξασφαλισθεί πλήρως η αποχή από αμοιβαίες εχθροπραξίες. Το αίμα που χώριζε τις δύο πλευρές και η τεράστια συμβολική σημασία που είχε επενδυθεί στον Μακεδονικό Αγώνα ήταν αδύνατον να εξουδετερωθεί είτε με οδηγίες είτε καν με την πολεμική σύμπραξη του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου.

    5. Η οικονομία και η κοινωνία της Μακεδονίας

    Η κοινωνική ρήξη, που αναπτύχθηκε μετά το 1870 και τελικά οδήγησε σε «εμφύλιο» πόλεμο τους Χριστιανούς της Μακεδονίας, δεν μπορεί να ερμηνευθεί πλήρως χωρίς αναφορά στο εξίσου πολυτάραχο και προβληματικό πλαίσιο των κοινωνικών και οικονομικών εξελίξεων. Μεταξύ των ετών 1854 και 1874, η Υψηλή Πύλη είχε συνάψει 14 δάνεια. Αν και το εξωτερικό χρέος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έφθασε τα 242 εκατομμύρια τουρκικές λίρες, η οικονομική πρόοδος δεν έγινε αισθητή από το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Το 1875 η εξυπηρέτηση του χρέους απαιτούσε τα ¾ των εσόδων του κράτους και η τακτική των βραχυπροθέσμων και υψηλοτόκων εσωτερικών δανείων επιδείνωνε ολοένα το πρόβλημα. Η αύξηση της φορολογήσιμης δυνάμεως του πληθυσμού εξακολουθούσε να είναι η προκρινόμενη λύση, αλλά η διαδικασία της ενοικιάσεως των φόρων απείχε πολύ από του να θεωρηθεί ασφαλής μέθοδος για να γεμίσει το θησαυροφυλάκιο του σουλτάνου. Ο συνολικός εκσυγχρονισμός ήταν εξ ορισμού αδύνατος για την Οθωμανική Αυτοκρατορία του ΙΘ΄ αιώνος, αφού όλοι σχεδόν οι δυνητικοί φορείς του όσο και οι στόχοι τους ταυτίζονταν με φυγόκεντρες πολιτικές και εθνικές δυνάμεις. Όμως, ο κατά τόπους εκσυγχρονισμός ήταν μία πραγματικότητα που βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη. Στη Μακεδονία -και μάλιστα στις νοτιότερες περιοχές της- η γεωργική οικονομία, περιστασιακά έστω, είχε ενσωματωθεί στην παγκόσμια οικονομία· η ύπαρξη φυσικών πηγών ενέργειας σε ημιορεινές περιοχές και η διαθεσιμότητα εργατικού δυναμικού είχαν ήδη οδηγήσει -και πάλι κατά τόπους και με μυριάδες προβλήματα- στην εμφάνιση μερικών βιομηχανικών μονάδων για την παραγωγή νημάτων για τοπική κατανάλωση. Το πρόβλημα όμως της γενικότερης ανάπτυξης της Μακεδονίας παρέμενε.

    Αφού το βιομηχανικό πείραμα στην αυτοκρατορία είχε αποτύχει και η βελτίωση των οδικών μεταφορών καρκινοβατούσε, ήταν πλέον καιρόν να δοκιμασθεί η επόμενη τεχνολογική καινοτομία του καιρού, που μάλιστα ετύγχανε της αποδοχής του Σουλτάνου Αβδούλ Αζίζ και των Μεγάλων Βεζίρηδων Αλή και Φουάντ, ο σιδηρόδρομος. Για πολλούς οι σιδηρόδρομοι ήταν μία μαγική λύση, αφού θα προσήλκυαν ευρωπαϊκά κεφάλαια, θα ενεργοποιούσαν την βιομηχανία και τη γεωργία, θα βελτίωναν τις συνθήκες διαβίωσης, διοικήσεως και ασφαλείας και ως εκ τούτου, θα αύξαναν και τα κρατικά έσοδα. Ήταν όμως υπερβολικά καλό σενάριο για να είναι αληθινό. Το μεγαλεπήβολο βαλκανικό σιδηροδρομικό δίκτυο της Τουρκίας ανέλαβε να υλοποιήσει η εταιρεία του Βαρόνου Χιρς. Ήταν μία συμφωνία που προέβλεπε την κατασκευή 2.500 χλμ. γραμμής κατά μήκος και κατά πλάτος της Χερσονήσου. Μέρος του σχεδίου αυτού ήταν και η γραμμή Θεσσαλονίκης-Σκοπίων-Μητροβίτσας, η οποία άρχισε να κατασκευάζεται τον Φεβρουάριο του 1871 και τελείωσε τον Δεκέμβριο του 1874. Μετά από έντονη διπλωματική κίνηση και κάτω από συνεχείς πιέσεις των εμπορικών κύκλων, το φθινόπωρο του 1886 άρχισε να κατασκευάζεται η πολλά υποσχόμενη συνδετική γραμμή Σκοπίων-Βράνιας, η οποία το 1888 ένωσε την Θεσσαλονίκη με το Βελιγράδι και την Βιέννη, μέσω Νις και κατά συνέπεια, με όλο το ευρωπαϊκό δίκτυο. Για την γραμμή Θεσσαλονίκης-Νις, η εγγυημένη ετήσια χιλιομετρική αποζημίωση από το 1885 και εξής ορίσθηκε στα 7.000 γαλλικά φράγκα. Μόλις τον Ιούνιο του 1891 άρχισε η κατασκευή της γραμμής Θεσσαλονίκης-Μοναστηρίου, η οποία ολοκληρώθηκε τρία χρόνια αργότερα. Οι όροι κατασκευής της ήταν επαχθέστατοι για το οθωμανικό δημόσιο και περιελάμβαναν, εκτός των απείρων διευκολύνσεων εισαγωγής σιδηροδρομικού υλικού και παραχωρήσεων πλουτοπαραγωγικών πηγών στη γύρω περιοχή, την εγγύηση του Δημοσίου προς την κατασκευάστρια εταιρεία ετησίου χιλιομετρικού κέρδους ύψους 14.300 φράγκων. Χρηματοδότης της κατασκευής ήταν η Deutsche Bank. Τον Σεπτέμβριο του 1892 υπογράφηκε η τελευταία σύμβαση ανάμεσα στην Πύλη και τον Rene Baudouy, Γάλλο τραπεζίτη στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος αντιπροσώπευε όμιλο της πατρίδος του, μέτοχος του οποίου ήταν και η Αυτοκρατορική Οθωμανική Τράπεζα. Οι όροι του έργου ευνοούσαν και πάλι την ξένη εταιρεία. Το πόσο της εγγυήσεως για μία γραμμή 510 χλμ. που θα ένωνε την Θεσσαλονίκη με την Αλεξανδρούπολη αλλά και με το δίκτυο Σόφιας-Κωνσταντινουπόλεως, ανήλθε στα 15.500 φράγκα ανά χιλιόμετρο, ενώ οι εμπορικές προοπτικές της ήταν εξ ορισμού περιορισμένες, λόγω της παράλληλης ναυσιπλοΐας. Η κατασκευή του έργου ολοκληρώθηκε στο διάστημα Ιουνίου του 1893-Μαρτίου του 1896, την χειρότερη στιγμή για τα ελληνικά στρατηγικά συμφέροντα· εξ ου και η απονενοημένη απόβαση των ανδρών της «Εθνικής Εταιρείας» στην Καβάλα.

    Η κατασκευή των γραμμών εντόπισε το συγκοινωνιακό πρόβλημα στην κατασκευή και τη συντήρηση του οδικού δικτύου μεταξύ των κέντρων παραγωγής και διαθέσεως και των σιδηροδρομικών σταθμών, που στο σύνολό τους βρίσκονταν μακριά από τις πόλεις που εξυπηρετούσαν. Κάθε νέα κατασκευή συνοδευόταν από μία απόπειρα βελτιώσεως, η οποία όμως σταματούσε πολύ σύντομα. Μαζί με την κατασκευή των πρώτων σιδηροδρόμων ξεκίνησε και μία ανακαινιστική προσπάθεια στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, όπου η κατεδάφιση των παραθαλασσίων τειχών δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την κατασκευή προκυμαίας, η οποία όμως ολοκληρώθηκε μετά από μία δεκαετία. Ταυτόχρονα, πύκνωσαν τα δρομολόγια των ακτοπλοϊκών εταιρειών. Μέσα σε δέκα χρόνια (1872-1882), η ναυτιλιακή κίνηση της Θεσσαλονίκης τριπλασιάσθηκε. Οι εργασίες για την σιδηροδρομική ένωση (1886-88) με την Κεντρική Ευρώπη εγκαινίασαν έναν νέο κύκλο ναυτιλιακών δραστηριοτήτων διαφόρων χωρών, που συνέδεσαν την πόλη σε τακτική βάση με τον Βόλο, τον Πειραιά, την Καβάλα, την Τεργέστη, το Λίβερπουλ, το Λονδίνο και τη Μασσαλία. Η κατακόρυφη αύξηση της κινήσεως στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης επανέφερε το πρόβλημα της ουσιαστικής ανακαινίσεώς του αλλά, παρά τις μελέτες που ξεκίνησαν από το 1888, το μεγαλύτερο μέρος των έργων δεν ολοκληρώθηκε πριν από το 1903 και η σύνδεσή του με σιδηροδρομικό σταθμό πριν από το 1909. Ωστόσο, τα παράπονα του εμπορικού κόσμου για την βραδύτητα των έργων και τα υψηλά τέλη ελλιμενισμού δεν εμπόδισαν την κορύφωση της εμπορικής κινήσεως, ειδικά μετά την πολιτική μεταβολή του 1908.

    Η άνοδος του εμπορίου της Θεσσαλονίκης και η απ' ευθείας επικοινωνία εισαγωγέων και εμπορικών οίκων βελτίωσε σημαντικά την κατάσταση του πιστωτικού τομέος. Γύρω στα 1890, οι ευρωπαϊκοί εμπορικοί οίκοι παραχωρούσαν πλέον στους εμπόρους της Μακεδονίας πιστώσεις από τρίμηνες μέχρι και οκτάμηνες. Η άνεση αυτή πέρασε από το χονδρεμπόριο στο λιανεμπόριο και άγγιξε ακόμη και τους μικροκαταναλωτές των χωριών. Εξάλλου, με την ίδρυση εμπορικού συλλόγου στη Θεσσαλονίκη το 1895, τυποποιήθηκαν περαιτέρω οι εμπορικές συναλλαγές. Στο μεταξύ, το 1888 ιδρύθηκε η «Banque de Salonique» με κεφάλαια της αυστριακής «Landerbank», της γαλλικής «Comptoir d' Escompte» και του εμπορικού οίκου «Αδελφοί Αλλατίνι» της Θεσσαλονίκης. Το 1893 προσπάθησε να ανοίξει υποκατάστημα και στο Μοναστήρι αλλά προκάλεσε δυσαρέσκεια λόγω των υψηλών επιτοκίων της. Το 1899 η «Τράπεζα Μυτιλήνης» άνοιξε υποκατάστημα στη Θεσσαλονίκη· την ακολούθησε το 1905 η «Τράπεζα Βιομηχανικής Πίστεως Αθηνών», το 1906 η «Τράπεζα Ανατολής», με κεφάλαια κυρίως της Εθνικής και το 1908 μία σερβική. Στις αρχές του Κ΄ αιώνος, η τραπεζική πίστη έπαιζε πλέον καταλυτικό ρόλο στο μακεδονικό εμπόριο αλλά παρά τις προσπάθειες των προξένων, που έβλεπαν τις δυνατότητες επηρεασμού των αγροτών, όλες σχεδόν οι τραπεζικές δραστηριότητες παρέμεναν συγκεντρωμένες στη Θεσσαλονίκη. Μόνο η «Αυτοκρατορική Τράπεζα» διατηρούσε υποκαταστήματα στο Μοναστήρι, στα Σκόπια, στη Δράμα και στις Σέρρες και η Τράπεζα της Ανατολής στο Μοναστήρι και τα Σκόπια από το 1906 και στις Σέρρες από το 1910. Σε όλα τα υπόλοιπα μέρη η πίστωση βρίσκονταν στα χέρια τοπικών εμπόρων, που μερικές φορές ήταν εξουσιοδοτημένοι ανταποκριτές τραπεζών.

    Η σταδιακή σιδηροδρομική σύνδεση της Θεσσαλονίκης με την ενδοχώρα και οι ευεργετικές μεταβολές στο δανειοπιστωτικό σύστημα είχαν ως αποτέλεσμα την σταθερή και γρήγορη τροφοδότηση της εσωτερικής αγοράς με μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων και μάλιστα σε χαμηλότερες τιμές. Έτσι ήταν δυνατή η ανανέωση των αποθεμάτων σύμφωνα με τις κυμάνσεις των επιτοπίων αναγκών. Με δύο λέξεις, τα καταστήματα άρχισαν να γίνονται βιώσιμες εμπορικές επιχειρήσεις. Από τη στιγμή που οι έμποροι απέκτησαν σταθερές βάσεις, το μέλλον των εμποροπανηγύρεων είχε προδιαγραφεί. Ο συναγωνισμός μεταξύ των περιπλανωμένων εμπόρων και των εγκατεστημένων καταστηματαρχών ήταν άνισος. Αναπόφευκτα λοιπόν οι εμποροπανηγύρεις υποβαθμίσθηκαν, χωρίς όμως να χαθούν εντελώς, ενώ τα καταστήματα πλημμύρισαν τις πόλεις και εμφανίσθηκαν με τη μορφή των παντοπωλείων και στα χωριά. Τα καραβάνια είχαν παρεμφερή τύχη. Τα νέα σύνορα περιόρισαν την κινητικότητά τους, ενώ η φθορά των πανηγύρεων και οι σιδηρόδρομοι τον όγκο των εμπορευμάτων. Όσοι αγωγιάτες παρέμειναν πιστοί στο επάγγελμα, βρήκαν επικερδή απασχόληση στη μεταφορά αγαθών από τους σιδηροδρομικούς σταθμούς προς τις πόλεις που εξυπηρετούσαν. Σημαντικές μεταβολές επήλθαν και στο εμπορικό δίκτυο γενικότερα. Η κατασκευή της γραμμής Θεσσαλονίκη-Μητροβίτσα-Νις απομάκρυνε σημαντικό αριθμό χωριών από την αγορά του Μοναστηρίου και αρκετών βορείων πόλεων (Σκόπια, Στιπ, Πιρότ) από την Θεσσαλονίκη· από την άλλη, η γραμμή Θεσσαλονίκης-Μοναστηρίου οδήγησε στην εμπορική αυτονόμηση της Φλωρίνης, της Καστοριάς και της Κοζάνης και στην άνοδο του Αμυνταίου. Η σιδηροδρομική ένωση με την Κωνσταντινούπολη απομόνωσε την Καβάλα και οδήγησε μέρος της εμπορικής κινήσεως των Σερρών στη Θεσσαλονίκη, που καρπώθηκε, άλλωστε, τα περισσότερα οφέλη από τις μεταβολές του εμπορικού δικτύου.

    Οι μεταβολές της αγοράς και των συγκοινωνιών αντιστοιχούσαν σε ανάλογες δημογραφικές μεταβολές. Η τουρκική απογραφή, που ξεκίνησε το 1881 και ολοκληρώθηκε το 1893, έδειξε ότι ο πληθυσμός των δύο βιλαετίων (Θεσσαλονίκης και Μοναστηρίου) ήταν 989.844 και 664.399 κάτοικοι αντίστοιχα, σύνολο 1.654.243 έναντι 1.378.000 στα μέσα του αιώνος και περίπου 1.000.000 στα 1830. Οι Μουσουλμάνοι αποτελούσαν το 45% στο Βιλαέτι Μοναστηρίου και το 35% στο Βιλαέτι Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με την ίδια απογραφή, οι Εξαρχικοί αποτελούσαν ήδη το 46% των Χριστιανών των δύο βιλαετίων, αλλά τα στοιχεία για τέτοιου είδους εκτιμήσεις απέχουν πολύ από του να θεωρηθούν ακριβή. Ακριβέστερα, έστω ως τάξεις μεγέθους, είναι τα στοιχεία για την αστυφιλία. Οι Σέρρες από 24.700 κατοίκους το 1870, έφθασαν τις 32.000 το 1900· η Καβάλα από 7.000 το 1870, 22.000 το 1890 και 24.000 το 1908. Το Κιλκίς διπλασίασε τους κατοίκους του από το 1870 έως το 1898 και η Καστοριά από το 1850 έως το 1888· η Έδεσσα από 10.000 το 1850 έφθασε τις 25.000 το 1900· Η Φλώρινα από 10.000 το 1888 ανέβηκε στις 12.000 το 1908 και ο Πρίλαπος από τις 13.000 στις 17.000. Παρόμοια πληθυσμιακή άνοδος παρατηρήθηκε σε πλήθος κωμών και κωμοπόλεων που βρέθηκαν στην πορεία των σιδηροδρομικών γραμμών, ενώ απλοί σιδηροδρομικοί σταθμοί εξελίχθηκαν σε ακμάζοντα διαμετακομιστικά κέντρα. Χαρακτηριστικότερη περίπτωση γοργής εξελίξεως είναι αυτή της Γευγελής. Βέβαια, το μεγαλύτερο μέρος του αστικοποιούμενου πληθυσμού συγκεντρώθηκε στις πρωτεύουσες των βιλαετίων. Τα Σκόπια είχαν 20.000 κατοίκους το 1870 και παρέμειναν μία γεωργική πόλη τουλάχιστον μέχρι το 1880. Το 1886 είχαν 26.000, το 1900 32.000 και το 1910 40.000 κατοίκους. Το Μοναστήρι από 45.000 το 1850 έφθασε τις 60.000 το 1912. Η Θεσσαλονίκη, που είχε 80.000 κατοίκους ήδη από το 1870, έφθασε τις 100.000 το 1880 και πιθανόν τις 120.000 πριν από το 1890. Το 1905, ο Βρετανός πρόξενος εκτιμούσε τον πληθυσμό της σε 150.000 και το 1912 σε 180.000, εκτίμηση υπερβολική, αφού η απογραφή του 1913 κατέγραψε λιγότερους από 160.000 κατοίκους. Παρά την πληθυσμιακή έκρηξη όμως, το ποσοστό των Μουσουλμάνων της πόλεως έφθινε σταθερά και έτεινε να πέσει κάτω από το 30%, ποσοστό που δεν μπορούσαν να υπερβούν οι Χριστιανοί. Τα τρένα και τα πλοία δεν μετέφεραν τους ανθρώπους μόνον στις πόλεις. Εξίσου σημαντικός ήταν και ο όγκος της αποδημίας, που ξεπέρασε κατά πολύ τα παραδοσιακά μεγέθη. Η Ηγεμονία της Βουλγαρίας, όπως ήδη αναφέρθηκε, απορρόφησε καταρχήν έναν σημαντικό αριθμό μεταναστών, που στην περίοδο 1880-1900 ίσως ξεπέρασαν τις 200.000. Στο μεταξύ εγκαινιάσθηκε και η αποδημία προς τις ΗΠΑ, που όμως από το 1895 έως το 1902 δεν ξεπέρασε συνολικά τα 1.700 άτομα. Ο σεισμός και οι καταστροφές του 1902, η Εξέγερση του 1903 και η έναρξη του Μακεδονικού Αγώνος οδήγησαν σε μαζική έξοδο του άρρενος χριστιανικού αγροτικού πληθυσμού. Η κίνηση προς τις ΗΠΑ, τον Καναδά και τη Νότιο Αμερική αποκλειστικά από την Μακεδονία κατά την περίοδο 1900-1912 ξεπέρασε τους 50.000 και πιθανόν να άγγιξε τους 75.000 Σλαβοφώνους, κυρίως νεαρούς άνδρες.

    Η μαζική έξοδος από την ύπαιθρο ήταν οπωσδήποτε συναρτημένη με τις πολιτικές εξελίξεις, με την Εξέγερση του 1903 και τα φοβερά γεγονότα που ακολούθησαν. Όμως τα σοσιαλιστικά κηρύγματα της ΕΜΕΟ, η εμφύλια σύρραξη των Χριστιανών όσο και η έξοδός τους προς τις πόλεις και τον Νέο Κόσμο δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά χωρίς την εξέταση συγκεκριμένων οικονομικών εξελίξεων. Ήδη το 1860, η αναλογία μικροκαλλιεργητών από τη μία και δουλοπαροίκων (κολίγων) και αγροτικών εργατών από την άλλη, ήταν ένα προς πέντε. Η υψηλή τιμή της γης, σε σύγκριση με τα εξευτελιστικά εισοδήματα, στερούσε από τους ακτήμονες την πιθανότητα να αποκατασταθούν. Παράλληλα, σεβαστός αριθμός κολίγων, λόγω των συσσωρευμένων χρεών και της ακμάζουσας τοκογλυφίας που ασκούσαν οι γαιοκτήμονες, είχε εκπέσει σε μία κατάσταση που ελάχιστα διέφερε από τη δουλεία. Η απελπιστική αυτή κατάσταση ενέπνευσε, άλλωστε, την ΕΜΕΟ να υιοθετήσει κατά την προετοιμασία της Εξεγέρσεως του Ίλιντεν το σύνθημα της διαλύσεως των τσιφλικιών και της παραγραφής των χρεών. Η χρεοκοπία όμως δεν ήταν προνόμιο μόνον των ακτημόνων και των μικροϊδιοκτητών. Πολλοί Μουσουλμάνοι γαιοκτήμονες αναγκάζονταν επίσης να παραδώσουν τα τσιφλίκια τους στους Χριστιανούς και τους Εβραίους πιστωτές τους. Στις αρχές της δεκαετίας του 1880, το φαινόμενο είχε ήδη λάβει ανησυχητικές διαστάσεις· απειλούνταν ήδη η κυρίαρχη θέση των Μουσουλμάνων ως γαιοκτημόνων.

    Τα αίτια των πτωχεύσεων ήταν σύνθετα. Οι σιδηροδρομικές γραμμές κατά τη δεκαετία του 1870 και οι αυξημένες ανάγκες σε δημητριακά κατά τη διάρκεια της Ανατολικής Κρίσεως (1876-78) διεύρυναν τη ζώνη της εμπορευματοποιημένης γεωργίας και συσσώρευσαν επιπρόσθετες ποσότητες εξαγώγιμων δημητριακών στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Όμως, μετά το 1881, λόγω της αποχωρήσεως των Μουσουλμάνων από τη Θεσσαλία, αυξήθηκε η ετήσια ροή αγροτικών εργατών προς το ελληνικό κράτος, γεγονός που προκάλεσε άνοδο των ημερομισθίων στη Μακεδονία σε μία εποχή που τα σιδηροδρομικά τέλη ήταν ακόμη ακριβά και οι δρόμοι ανύπαρκτοι. Η επιβάρυνση της τιμής των δημητριακών ήταν λοιπόν αναπόφευκτη. Την ίδια όμως περίοδο, δηλαδή κατά τις δεκαετίες του 1880 και 1890, οι εξαγωγές φθηνών αμερικανικών, ινδικών και ρωσικών δημητριακών προς τις αγορές της Ευρώπης άρχισαν να διογκώνονται. Η πτώση της ανταγωνιστικότητος οδήγησε τελικά σε κατακόρυφη πτώση των αγροτικών τιμών στη Μακεδονία. Η τιμή του σιταριού μειώθηκε κατά 40%, στο χρονικό διάστημα 1881-1889. Η εισαγωγή γεωργικών μηχανημάτων με δασμολογικές ελαφρύνσεις απέτυχε λόγω του προβληματικού μηχανισμού προωθήσεως μηχανημάτων, της αγνοίας των γαιοκτημόνων και της σθεναρής αντιστάσεως των αγροτικών εργατών σε κάθε καινοτομία που καθιστούσε επισφαλή την αμοιβή τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1912 στην περιοχή της Εδέσσης υπήρχαν μόνον 12 σιδερένια άροτρα έναντι 1.600 ξύλινων. Το κράτος προσπάθησε να θεραπεύσει το πρόβλημα των μουσουλμανικών χρεών με την ουσιαστική λειτουργία των γεωργικών τραπεζών, που τυπικά υπήρχαν από το 1868. Ο θεσμός όμως δεν απέδωσε τα αναμενόμενα καθώς οι χορηγήσεις των χαμηλοτόκων δανείων γίνονταν με μεροληπτικά κριτήρια, ενώ πολλά κεφάλαια διασπαθίζονταν ετησίως για τον δανεισμό του κράτους. Δεν απέδωσε επίσης άμεσα ο θεσμός των γεωργικών σχολών (1888). Ειδικά μετά την έναρξη της μαζικής μεταναστεύσεως και της ένοπλης αντιπαραθέσεως η λειψανδρία άφηνε ελάχιστα περιθώρια επιβιώσεως στις καλλιέργειες των δημητριακών. Διαψεύδοντας λοιπόν κάθε προσδοκία, οι εξαγωγές σιτηρών από την Θεσσαλονίκη σε σπάνιες περιπτώσεις ξεπέρασαν τους 100.000 τόνους μέχρι το τέλος του ΙΘ΄ αιώνος, αν και η εξαγωγική δυνατότητα της Μακεδονίας μπορούσε να φθάσει υπό ευνοϊκές προϋποθέσεις τις 450.000. Στο διάστημα 1906-12 μάλιστα, πραγματοποιήθηκαν εισαγωγές σιταριού της τάξεως των 17.000 τόνων ετησίως. Οι πτωχεύσεις λοιπόν των Μουσουλμάνων γαιοκτημόνων ήταν αναπόφευκτες. Όμως, η αντικατάστασή τους από Έλληνες ήταν επόμενο να φορτίσει τις ήδη τεταμένες σχέσεις των δευτέρων με τους σλαβόφωνους εξαρχικούς κολίγους.

    Για όσους ήταν ευέλικτοι, η στροφή προς άλλες καλλιέργειες ήταν επιβεβλημένη. Οι σοβαρότερες εναλλακτικές λύσεις ήταν το βαμβάκι και ο καπνός. Η καλλιέργεια και των δύο είχε αρχίσει να κερδίζει έδαφος στη Μακεδονία από τα μέσα της δεκαετίας του 1890. Η ζήτηση των οθωμανικών καπνών από αμερικανικές εταιρείες, στις αρχές του Κ΄ αιώνος, προκάλεσε κατακόρυφη άνοδο των προσφερομένων τιμών (200-300% σε μία διετία). Οι εξαγωγές καπνών από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, που στο παρελθόν σπανίως ξεπερνούσαν ετησίως τους 500 τόνους, ξεπέρασαν τους 1.000 το 1899, παρέμειναν πάνω από το επίπεδο των 2.000 τόνων την περίοδο 1904-1909, έφθασαν τους 2.500 το 1910, άγγιξαν τους 3.000 το 1911 και σημείωσαν το ρεκόρ των 5.795 τόνων το 1912. Από το 1904 μέχρι το 1912, οι καπνοκαλλιέργειες στο Σαντζάκι της Θεσσαλονίκης αυξήθηκαν κατά 125%, ενώ η παραγωγή τριπλασιάσθηκε. Την αντίστοιχη περίοδο, οι ετήσιες εξαγωγές καπνού από την Καβάλα ξεπερνούσαν τους 10.000 τόνους· ήταν δηλαδή σχεδόν διπλάσιες από αυτές της προηγούμενης δεκαετίας. Ενδιαφέρον συγκέντρωσε ακόμη η βαμβακοκαλλιέργεια, την παραγωγή της οποίας εξασφάλιζαν τα τοπικά νηματουργεία, ενώ άλλες εναλλακτικές λύσεις ήταν η παπαρούνα -η τιμή του κατεργασμένου οπίου σημείωσε σημαντική άνοδο- και η σηροτροφία, αφού η Επιτροπή του Διεθνούς Οθωμανικού Χρέους ανέλαβε από το 1888 την συλλογή των φόρων του μεταξιού. Τέτοιου είδους καλλιέργειες μπορούσαν να αποφέρουν κέρδη σε ρευστό χρήμα, χωρίς να έχουν τόσο μεγάλη ανάγκη από ανδρικά εργατικά χέρια. Ήταν όμως και πολύ πιο ευάλωτες στο πλαίσιο ενός γενικευμένου πολέμου ατάκτων ενόπλων ομάδων.

    Στον τομέα της βιομηχανίας η κατάσταση δεν ήταν εκπληκτική, όμως κάποια πρόοδος είχε σημειωθεί. Η πόλη της Θεσσαλονίκης, με όλα τα γεωγραφικά και συγκοινωνιακά πλεονεκτήματα και κυρίως με το πλεονέκτημα της φθηνής εργασίας των λαϊκών εβραϊκών τάξεων, απέκτησε μία πρώτη βιομηχανική βάση στη μορφή μερικών ατμοκίνητων αλευρόμυλων, σαπωνοποιείων, αποστακτηρίων και ενός νηματουργείου πριν από τη λήξη της δεκαετίας του 1870. Μετά το τέλος της Ανατολικής Κρίσεως, τα εργαστήρια αυξήθηκαν ραγδαία -όπως και ο πληθυσμός- ενώ νέες μονάδες έκαναν την εμφάνισή τους: το νηματουργείο Τορές-Μιζραχί και η σιγαρετοβιομηχανία της Regie. Στην ενδοχώρα, με εξαίρεση ένα νηματουργείο στη Νάουσα, οι μόνες αξιοπρόσεκτες μονάδες ήταν κάποιοι ατμοκίνητοι αλευρόμυλοι που έκαναν την εμφάνισή τους στο Μοναστήρι, τον Πρίλαπο, την Έδεσσα, το Κιλκίς και σε μερικές άλλες κωμοπόλεις. Η βιομηχανική πρόοδος επιταχύνθηκε κυρίως μετά το 1888. Οι επιλογές των επιχειρηματιών παρέμειναν λίγο-πολύ οι ίδιες. Νέοι αλευρόμυλοι, σαπωνοποιεία και αποστακτήρια αλλά και παγοποιεία, ζυθοποιεία, μακαρονοποιεία, βυρσοδεψία, κεραμοποιεία που προσέφεραν φθηνά είδη, εμφανίσθηκαν στις περισσότερες πόλεις και κωμοπόλεις. Κάποια κίνηση σημειώθηκε επίσης στην εξόρυξη χρωμίου και αντιμονίου αλλά ο συναγωνισμός με την παραγωγή της Νέας Καληδονίας ήταν ιδιαίτερα σκληρός, παρά την θέσπιση προστατευτικής νομοθεσίας το 1906. Η σημαντικότερη όμως εξειδίκευση της μακεδονικής βιομηχανίας την περίοδο αυτή υπήρξε η νηματουργία. Τις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων, η Θεσσαλονίκη και η Νάουσα διέθεταν από τρία νηματουργεία βάμβακος ενώ η Βέροια και η Έδεσσα από δύο. Απασχολούσαν 2.920 εργάτες και εργάτριες και η παραγωγή τους έφθανε τους 4.500 τόνους νήματος που οι περισσότεροι καταναλώνονταν στη Μακεδονία. Αυτό αποτελούσε και το εντυπωσιακότερο γεγονός. Παρά την αύξηση της εντόπιας βιοτεχνικής και βιομηχανικής παραγωγής, οι εισαγωγές βιομηχανικών ειδών, πρώτων υλών και τροφίμων αυξάνονταν διαρκώς και εντυπωσιακά. Κυμαίνονταν γύρω στο 1.500.000 στερλίνες στην εικοσαετία 1880-1900 και 2-2.500.000 από το 1900 έως το 1908. Ακόμη όμως εντυπωσιακότερη ήταν η μεταβολή της νοοτροπίας του πληθυσμού. Πολυάριθμες χαριτωμένες μαρτυρίες συγχρόνων αλλά και στατιστικά στοιχεία αποδεικνύουν ότι οι άνθρωποι πύκνωναν και τα αστικά κέντρα μετέβαλαν ραγδαία τις απόψεις τους για την ένδυση, το φαγητό, την διασκέδαση, την κατανάλωση γενικότερα. Το παράδειγμά τους το ακολουθούσαν και οι αγρότες, διστακτικότερα μεν αλλά σταθερά.

    6. Εξέλιξη ή ανάπτυξη;

    Θα μπορούσε η εξέλιξη αυτή να είναι τίποτε άλλο από οικονομική ανάπτυξη; Ας δούμε με μεγαλύτερη προσοχή σε ποιά κατεύθυνση κυλούσε πράγματι το χρήμα και πόσο από αυτό έφθανε στα κρατικά ταμία. Καταρχήν, πρέπει να γίνουν γνωστές μερικές σημαντικές τεχνικές λεπτομέρειες για τους σιδηροδρόμους. Οι σιδηροδρομικές γραμμές, όπως αναφέρθηκε, κατασκευάσθηκαν με ευρωπαϊκά κεφάλαια -τελικά, πριν το τέλος του αιώνος βρέθηκαν στο μεγαλύτερο μέρος υπό τον έλεγχο της Deutsche Bank- και με το σύστημα της ετήσια χιλιομετρικής αποζημιώσεως. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της εγγυήσεως, ας σημειωθεί ότι τα έσοδα της πρώτης γραμμής Θεσσαλονίκης-Νις ξεπέρασαν μετά βίας τα εγγυημένα μόνον μετά το 1900, της γραμμής προς το Μοναστήρι μόνον τέσσερις φορές μέχρι το 1912 και της ενωτικής με την Κωνσταντινούπολη ποτέ. Το χειρότερο όμως ήταν ότι, κατά τη συνήθεια, για τις δύο τελευταίες γραμμές το τουρκικό δημόσιο είχε δώσει ως εγγύηση την δεκάτη των Σαντζακίων Μοναστηρίου, Θεσσαλονίκης, Σερρών, Δράμας και Κομοτηνής. Η δεκάτη των περιοχών αυτών έβγαινε σε πλειστηριασμό και ο τελικός ενοικιαστής προκατέβαλλε τον φόρο στην Επιτροπή Διαχειρίσεως του Οθωμανικού Χρέους, που είχε αναλάβει τα ηνία της οικονομίας από το 1882. Η επιτροπή αυτή κατέβαλλε την εγγύηση στις εταιρείες και εναπόθετε το υπόλοιπο -εάν έμενε- στο θησαυροφυλάκιο. Κέρδος από τους σιδηροδρόμους για το οθωμανικό δημόσιο δεν υπήρξε ποτέ ούτε γρόσι.

    Όσον αφορά τη συνεισφορά των γραμμών στην ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας, αυτή μπορεί να υπολογισθεί με τρεις τρόπους: πρώτον, με την εκτίμηση της διευρύνσεως των καλλιεργουμένων εκτάσεων, δεύτερον με την αύξηση των κρατικών προσόδων και τρίτον, με την παρακολούθηση των εξαγωγών. Από όσο γνωρίζουμε, οι καλλιεργούμενες εκτάσεις σε ορισμένα μέρη αυξήθηκαν εξαιτίας των σιδηροδρόμων όμως μακροπρόθεσμα, εξαιτίας της μεταναστεύσεως και της ανασφάλειας, όλες οι μαρτυρίες συγκλίνουν μάλλον στη συρρίκνωση των καλλιεργειών. Οι κρατικοί πρόσοδοι στα βιλαέτια Θεσσαλονίκης και Μοναστηρίου, από τα λίγα στοιχεία που είναι διαθέσιμα για την περίοδο 1893-1900, φαίνεται ότι αυξήθηκαν αλλά είναι δύσκολο να αποδώσουμε την αύξηση μόνον στη λειτουργία της γραμμής Θεσσαλονίκης-Μοναστηρίου. Το κριτήριο των εξαγωγών προϊόντων είναι πιο διαφωτιστικό. Οι εξαγωγές δημητριακών εκτινάχθηκαν για λίγο, κατά την δεκαετία του 1870, αλλά μετά υποχώρησαν σε επίπεδα κατώτερα των προηγουμένων. Πάντως, αν συγκρίνουμε τις μεταφερόμενες σιδηροδρομικώς ποσότητες δημητριακών προς την Θεσσαλονίκη και τις εξαγωγές από το λιμάνι της, εύκολα γίνεται κατανοητό ότι το σιτάρι υποστήριζε μάλλον την αστική ανάπτυξη παρά εξισορροπούσε το εμπορικό ισοζύγιο. Όσον αφορά άλλα προϊόντα, οι εξαγωγές ακατέργαστου μεταξιού αυξήθηκαν μεν αλλά και πάλι αναλογικά το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής καταναλώνονταν επιτοπίως και μάλλον το ίδιο συνέβαινε και με το βαμβάκι. Η περίπτωση του καπνού, του οποίου οι κατακόρυφα αυξανόμενες εξαγωγές θα μπορούσαν να αποτελούν όντως βασικό τεκμήριο έμμεσου σιδηροδρομικού οφέλους, ήταν πολύ περισσότερο συνδεδεμένη με την λειψανδρία και τις υψηλές τιμές αγοράς που προσφέρθηκαν. Εξάλλου, οι μεγαλύτερες εξαγωγές γίνονταν από το λιμάνι της Καβάλας, το οποίο δεν είχε σιδηροδρομική σύνδεση με την ενδοχώρα. Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι στον βαθμό που η γεωργία συνέβαλε στην αύξηση των δημοσίων προσόδων, αυτό ήταν ελάχιστα συσχετίσιμο με την βελτίωση της υποδομής.

    Μετά την γεωργία, η βιομηχανία. Περιττεύει να πει κανείς ότι τα οφέλη στον χώρο αυτόν δεν πρόκειται να αναζητηθούν στη ζήτηση υλικών βαριάς βιομηχανίας για τις σιδηροδρομικές κατασκευές. Μόνον λίγες ευρωπαϊκές χώρες είχαν σε ολόκληρη την υδρόγειο τέτοια οφέλη κατά τον ΙΘ΄ αιώνα, χώρες όπως η Βρετανία, το Βέλγιο, η Γερμανία και η Γαλλία. Το ερώτημα εδώ είναι αν οι σιδηρόδρομοι βοήθησαν αποδεδειγμένα την ανάπτυξη της βιομηχανίας στη Μακεδονία και μάλιστα στη Θεσσαλονίκη, μέσω της μεταφοράς είτε των πρώτων υλών είτε των παραγομένων βιομηχανικών προϊόντων. Με την εξαίρεση της εξόρυξης μεταλλευμάτων, η απάντηση είναι θετική για όλους τους τομείς. Η βελτίωση των επικοινωνιών όντως έφερε σε τακτική επαφή το κεφάλαιο και τους φυσικούς πόρους, τους πωλητές και τους αγοραστές, το φθηνό εργατικό δυναμικό και την φθηνή κινητήρια δύναμη, τα παράλια και την ενδοχώρα, τις μηχανές και τις πρώτες ύλες και υπάρχουν άφθονοι αριθμοί για να υποστηριχθεί. Η άνθισή τους ήταν συναρτημένη σαφέστατα με την αστυφιλία, τη στροφή σε βιομηχανικές καλλιέργειες και την μεγάλη οικονομική ρευστότητα που εξασφάλιζαν οι άδηλοι πόροι. Όμως, οι ίδιοι παράγοντες ωθούσαν σε ακόμη μεγαλύτερες εισαγωγές βιομηχανικών προϊόντων, κατάλληλων για τα νέα καταναλωτικά πρότυπα, που σε κάθε περίπτωση δεν ισοσκελίζονταν από τις εξαγωγές· προϊόντων που μέσω των σιδηροδρόμων είχαν ανετώτερη και φθηνότερη πρόσβαση στην ενδοχώρα. Τα βιομηχανικά, λοιπόν, οφέλη τα καρπώθηκαν αποκλειστικά οι επιχειρηματίες και οι έμποροι των βιομηχανικών προϊόντων.

    Είναι προφανές ότι για να διαφωτίσουμε την κατάσταση, πρέπει να επαναφέρουμε την ανάλυση στον συσχετισμό των διοικητικών μέτρων και της οικονομικής ανάπτυξης. Το 1889 ο Βέλγος πρόξενος σημείωσε ότι εάν αυξάνονταν οι τελωνειακοί δασμοί, η αγορά της Θεσσαλονίκης θα ήταν οριστικά χαμένη για το ευρωπαϊκό εμπόριο. Εννοούσε ότι η εντόπια παραγωγή βελτιωνόταν σε ποιότητα και ποσότητα αλλά δεν ήταν απολύτως ανταγωνιστική λόγω των τιμών. Η βιομηχανική έκρηξη που ακολούθησε την αύξηση των τελωνειακών δασμών κατά 3% το 1906 και η ολική απαλλαγή από δασμούς όλων των χρειωδών για την βιομηχανία το 1908 έδειξε ότι μία τέτοια πολιτική παραλλήλων διοικητικών ρυθμίσεων θα έφερνε εντυπωσιακά αποτελέσματα. Όμως το πολιτικό κόστος για την Τουρκία ήταν δυσβάσταχτο. Οι πιστωτές της, πολύ απλά και απολύτως κατανοητά, δεν ήταν διατεθειμένοι να καλύψουν εμμέσως οι ίδιοι το δημόσιο χρέος της χώρας μέσω των δασμών.

    Από την άλλη πλευρά ήταν το ζήτημα των σιδηροδρομικών κομίστρων, η μείωση των οποίων επίσης θα μπορούσε να συμβάλλει στην αναθέρμανση των αγροτικών εξαγωγών. Κι εδώ το πρόβλημα ήταν πολιτικό. Η έλλειψη οδικού δικτύου είτε ως βοηθού είτε ως ανταγωνιστού και το μονοπώλιο των εταιρειών οδήγησε στην επιβολή υψηλών κομίστρων. Όμως, από την άλλη πλευρά, η αγροτική οικονομία της Μακεδονίας ήταν εξαιρετικά εύθραυστη εξαιτίας των τοπικών δυσκολιών αλλά και του διεθνούς ανταγωνισμού. Επομένως, τα περιθώρια κέρδους των εταιρειών, όπως αποδείχθηκε, ήταν μικρά και οι πιέσεις τα καθιστούσαν μικρότερα. Ειδικά για την περίπτωση των γραμμών Μοναστηρίου και Κωνσταντινουπόλεως, των οποίων η ολοκλήρωση συνέπεσε με πολιτική και οικονομική ύφεση, οιανδήποτε μείωση των κομίστρων θα είχε ανεπιθύμητα αποτελέσματα. Εάν τα κέρδη των εταιρειών περιστέλλονταν, τότε το ποσό που θα κατέβαλε το Δημόσιο θα ήταν μεγαλύτερο. Για να εξοικονομηθεί, αφού εγγύηση ήταν η δεκάτη, θα έπρεπε να εντατικοποιηθεί η φορολογία και να μειωθούν άλλες δημόσιες δαπάνες. Στην αντίθετη περίπτωση, τα υψηλά κόμιστρα θα απέτρεπαν την αύξηση της παραγωγής και η μειωμένη ρευστότητα θα καθιστούσε και πάλι προβληματική την συλλογή φόρων. Ήταν ένας φαύλος κύκλος, από τον οποίο ούτε το Δημόσιο ούτε οι γαιοκτήμονες ούτε βέβαια οι καλλιεργητές μπορούσαν να διαφύγουν.

    Το πρόβλημα αυτό γίνεται ιδιαίτερα ορατό, όταν το εξετάσουμε στο επίπεδο του προϋπολογισμού των βιλαετίων από όσα στοιχεία είναι διαθέσιμα. Το 1899, ο βαλής της Θεσσαλονίκης παραδέχθηκε πως δεν ήταν σε θέση να καλύψει τις δαπάνες των δημοσίων υπηρεσιών εξαιτίας των σιδηροδρομικών εγγυήσεων. Πράγματι, το οικονομικό έτος 1900-01 τα δημόσια έξοδα στο Βιλαέτι της Θεσσαλονίκης ήταν 940.000 λίρες Τουρκίας. Οι 250.000 καταβλήθηκαν για σιδηροδρομικές αποζημιώσεις. Το έλλειμμα του τοπικού προϋπολογισμού ήταν 240.000 λίρες. Το οικονομικό έτος 1902-03, τα έξοδα ήταν 424.000 λίρες και οι σιδηροδρομικές αποζημιώσεις 192.000. Ακόμη και μετά την φοβερή εμπορική ανάπτυξη, τα βαρύτερα δασμολόγια και τα άλλα οικονομικά μέτρα, κατά το οικονομικό έτος 1909-10 τα έξοδα ήταν 3.165.000 και οι αποζημιώσεις 414.000. Φυσικά, το θέμα του προϋπολογισμού του βιλαετίου ήταν ευρύτερο αλλά σημασία έχει ότι ετησίως η μία γραμμή επιβάρυνε τον προϋπολογισμό με 36.000 λίρες και η άλλη με 200.000, χωρίς να υπολογίζεται ότι μεγάλο μέρος των εσόδων προερχόταν από μετακινήσεις στρατιωτικού υλικού και μονάδων, που σε τελική ανάλυση και πάλι επιβάρυναν το οθωμανικό δημόσιο.

    Το δημόσιο έλλειμμα είχε και μία άλλη ενδιαφέρουσα διάσταση. Ως μέσο για την εξομάλυνση των εθνικών εντάσεων στη Μακεδονία, οι οποίες στις αρχές του αιώνος έφθασαν στο αποκορύφωμά τους, οι Δυνάμεις πίεσαν για την εφαρμογή οικονομικών μεταρρυθμίσεων στη γεωργία, πριν οδηγηθούν σε μία τελείως ανεπιθύμητη από πλευράς διεθνούς διπλωματίας βουλγαροτουρκική σύρραξη που, εκτός των άλλων, θα ανέστειλε την αποπληρωμή του δημοσίου χρέους της Τουρκίας. Τα αναφερθέντα μεταρρυθμιστικά προγράμματα όρισαν εν τέλει την απαγόρευση της ενοικιάσεως των φόρων και τον υπολογισμό της οφειλής ανά κάτοικο και όχι ανά χωριό. Για να αποφευχθεί η προαιώνια κατάχρηση, το ύψος της δεκάτης ορίσθηκε με βάση τον μέσο όρο της προηγουμένης πενταετίας. Οι καιρικές συνθήκες και η γονιμότητα του εδάφους θα λαμβάνονταν επίσης υπ' όψιν και -το κυριώτερο ίσως- οι Αλβανοί αγροφύλακες, εγνωσμένης εφέσεως προς την διαφθορά, θα αντικαθίσταντο από εντόπιους φύλακες. Η μεταρρύθμιση εισήχθη πειραματικά το 1904 σε τριάντα χωριά του Καζά Μοναστηρίου και επεκτάθηκε το 1905 σε 494 χωριά και το 1906 σε 937 συνολικά χωριά διαφόρων επαρχιών της Μακεδονίας. Όμως το πρόγραμμα εγκαταλείφθηκε το 1906. Υπό το κράτος των βουλγαρικών συμμοριών, απαραίτητη προϋπόθεση επιτυχίας του ήταν η διατήρηση ισχυρών στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή καθώς και μονάδων χωροφυλακής, την αναδιοργάνωση των οποίων είχε αναλάβει, όπως αναφέρθηκε, διεθνής ομάδα αξιωματικών. Για όλα αυτά χρειάζονταν κεφάλαια. Επιπλέον, ακριβώς τα χρόνια αυτά της μεταρρυθμίσεως (1904-1905), κλιμακώθηκε η ελληνική αντεπίθεση που έδωσε το χαριστικό κτύπημα στην δημόσια ασφάλεια. Η ανασφάλεια οδήγησε σύντομα στη μαζική αποδημία. Την περίοδο 1910-1912, τα μεταναστευτικά εμβάσματα έφθαναν ετησίως το 1.000.000 λίρες στερλίνες. Όσοι έμειναν, στράφηκαν μανιωδώς στην παραγωγή καπνών, τα οποία γνώριζαν ζήτηση άνευ προηγουμένου. Λίγο έλειψε η υπερπαραγωγή τους να εξελιχθεί σε σταφιδικό ζήτημα της Μακεδονίας.

    Τα εμβάσματα κυρίως, τα καπνά δευτερευόντως και τα μυστικά εθνικά κονδύλια κάθε είδους, που υπολογίζονταν ετησίως σε 200.000 στερλίνες, υποστήριξαν το εμπορικό ισοζύγιο της Μακεδονίας σε μια περίοδο που οι εισαγωγές της εκτοξεύθηκαν στα ύψη. Τα εμπορεύματα που μπήκαν στην ενδοχώρα, άλλαξαν τις συνθήκες ζωής και, το σπουδαιότερο, υπονόμευσαν σημαντικά -όχι βέβαια ολοκληρωτικά- την αίσθηση της αυτάρκειας και της αυτοκαταναλώσεως που χαρακτηρίζει τις παραδοσιακές αγροτικές κοινωνίες. Σημαντικό αλλά άγνωστο μέρος των εμπορικών κερδών επενδύθηκε στην αγορά γης, που άρχισε ορατά πλέον να περνά στα χέρια όχι μόνον των μεγαλεμπόρων αλλά και των Χριστιανών μικροκαλλιεργητών. Ακόμη περισσότερα επενδύθηκαν στα αστικά κέντρα και μάλιστα στη Θεσσαλονίκη, που πήρε την γνωστή κοσμοπολίτικη όψη που μαρτυρούν οι εναπομείνασες επιβλητικές βίλες της σημερινής οδού Βασιλίσσης Όλγας, άλλοτε οδού των Πύργων ή των Εξοχών. Ήταν μία ποσοτική μεταβολή των οικονομικών μεγεθών ή ένα σημαντικό εκσυγχρονιστικό βήμα και πού οφειλόταν εν τέλει; Η ανάπτυξη, ως προϊόν του εκσυγχρονισμού, εμπεριέχει το στοιχείο της επιστημονικής και τεχνολογικής επαναστάσεως. Υπήρξε το στοιχείο αυτό σε επάρκεια στη Μακεδονία; Εάν μελετήσει κανείς τα συγκεκριμένα εμπόδια στην πορεία του εκσυγχρονισμού, θα δει ότι πολλά από αυτά εξαλείφθηκαν ή έστω μειώθηκαν χάρη στους σιδηροδρόμους και όλες τις μεταβολές στην υποδομή της οικονομίας που αυτοί προκάλεσαν. Όμως στη Μακεδονία ο εκσυγχρονισμός, όπως είδαμε, όχι μόνον αποσυνδέθηκε από την κρατική πολιτική αλλά σε τελική ανάλυση την υπονόμευσε κοινωνικά και οικονομικά. Ενώ το κράτος πλήρωνε αποζημιώσεις, αγωνιζόταν να βρει φορολογήσιμους αγρότες και μετακινούσε στρατεύματα δεξιά και αριστερά, τα εμπορικά κέρδη και τα εμβάσματα έχτιζαν επιβλητικά σχολεία, έστηναν εθνικούς συλλόγους, πλήρωναν διδασκάλους και εξαγόραζαν μανιωδώς τις μουσουλμανικές περιουσίες. Κατεδάφιζαν δηλαδή εκ των έσω αυθαίρετα και ταχύτατα το πλαίσιο της κοινωνικής συνυπάρξεως. Με δύο λέξεις: ο εκσυγχρονισμός στη Μακεδονία ήταν μία διαδικασία αυτοαναιρούμενη, από τη στιγμή που χρονικά είχε συμπέσει με την όξυνση των βαλκανικών εθνικισμών. Οι δυσοίωνες εκτιμήσεις των Ελλήνων οικονομολόγων, το 1912, για το μέλλον της διαιρεμένης Μακεδονίας και των σοβαρών προβλημάτων της Θεσσαλονίκης συνηγορούν στο συμπέρασμα αυτό. Οι Κινέζοι χωρικοί φοβόντουσαν ότι οι σιδηρόδρομοι θα διέκοπταν τον ήσυχο ύπνο των προγόνων τους. Η περίπτωση της Μακεδονίας δείχνει ότι οι φόβοι αυτοί ήταν ρεαλιστικοί. Τα σφυρίγματα των τρένων, των βιομηχανικών μηχανών και τα κουδούνια των σχολείων ξύπνησαν τον Μέγα Αλέξανδρο, τον Τσάρο Σαμουήλ και τον Στέφανο Δουσάν που ζητούσαν τώρα από τους χθεσινούς άμαθους αγρότες, με το στόμα των διδασκάλων και από τις στήλες των εφημερίδων, αναδρομική δικαίωση των αγώνων τους.

    Μ.Θ. Λάσκαρις, Το Ανατολικόν Ζήτημα 1800-1923, Θεσσαλονίκη 1948-55, ανατ. 1978, σ. 270. Για τον κοινοτισμό την πληρέστερη συλλογή άρθρων έχει επιμεληθεί ο Αθ. Καραθανάσης, Συμπόσιο. Η διαχρονική πορεία του κοινοτισμού στη Μακεδονία, Θεσσαλονίκη, 1991.

    Δημήτριος Σταματόπουλος, Μεταρρύθμιση και εκκοσμίκευση. Προς μια ανασύνθεση της ιστορίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου τον 19ο αιώνα, Αθήνα 2003, σσ. 339-44.

    Για μια σύντομη επισκόπηση βλ. Ευάγγελος Κωφός, «Μακεδονία», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. 13, Αθήνα 1977, σσ. 386-87. Η ειδικότερη μονογραφία για το θέμα είναι του Στέφανου Παπαδόπουλου Εκπαιδευτική και κοινωνική δραστηριότητα του Ελληνισμού της Μακεδονίας κατά τον τελευταίο αιώνα της τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1970.

    Βλ. αναλυτικά Αθανάσιος Αγγελόπουλος, Αι ξέναι προπαγάνδαι εις την επαρχίαν Πολυανής κατά την περίοδον 1870-1912, Θεσσαλονίκη 1973.

    Αστέριος Ι. Κουκούδης, Οι βεργιάνοι Βλάχοι και οι Αρβανιτόβλαχοι της Κεντρικής Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 2001, σσ. 121-2.

    Σπυρίδων Σφέτας, Η διαμόρφωση της σλαβομακεδονικής ταυτότητας, Θεσσαλονίκη 2003, σσ. 11-45.

    Η πληρέστερη περιγραφή είναι από τον Απόστολο Βακαλόπουλο, «Τα δραματικά γεγονότα της Θεσσαλονίκης κατά το Μάιο 1876 και οι επιδράσεις τους στο Ανατολικό Ζήτημα», Μακεδονικά, 2 (1941-52), 193-262, όπου επαναδημοσιεύεται η ανάκριση για τα γεγονότα.

    Λάσκαρις, ό.π., σσ. 275-84· Ευάγγελος Κωφός, «Αγώνες για την απελευθέρωση», Μ.Β.Σακελλαρίου (επιμ.), Μακεδονία. 4.000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού, Αθήνα 1982, σσ. 455-6· του ιδίου, Η Ελλάδα και το Ανατολικό Ζήτημα 1875-188, Αθήνα 2001.

    Κωφός, Ανατολικό Ζήτημα, 151-2· Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος, Ο Βόρειος Ελληνισμός κατά την πρώιμη φάση του Μακεδονικού Αγώνα (1878-1894), Θεσσαλονίκη 1983, σσ. 71-7.

    Ευάγγελος Κωφός, Η επανάστασις της Μακεδονίας κατά το 1878, Θεσσαλονίκη 1969· του ιδίου, Ο Αντάρτης Επίσκοπος Κίτρους Νικόλαος, Αθήνα 1992· John S. Koliopoulos, Brigands with a Cause. Brigandage and Irredentism in Modern Greece 1821-1912, Oξφόρδη 1987, σα. 192-212· Κ. Βακαλόπουλος, ό.π., σσ. 78-9.

    Κ. Βακαλόπουλος, ό.π., σσ. 78-106, 177.

    Αυτόθι, σσ. 144-51· Κολιόπουλος, Ιωάννης, «Η Μακεδονία στο επίκεντρο εθνικών ανταγωνισμών (1870-1897)», Ι. Κολιόπουλος και Ι. Χασιώτης (επιμ.), Η νεότερη και σύγχρονη Μακεδονία, Θεσσαλονίκη 1992, τόμ.1, σσ. 503-4.

    Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος, Η Μακεδονία στις παραμονές του Μακεδονικού Αγώνα (1894-1904), Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 195-9.

    Public Records Office, Foreign Office (FO)/195/1849, Shipley προς Blunt, Μοναστήρι, 31 Mαρτίου 1894, ff.103-107 και Blunt προς Currie, Θεσσαλονίκη 20 Απρ.1894, f.86.

    Κ.Βακαλόπουλος, Βόρειος Ελληνισμός, σ. 301.

    Νικόλαος Β. Βλάχος, Το Μακεδονικόν ως φάσις του Ανατολικού Ζητήματος 1878-1908, Αθήνα 1935, σσ. 178-81· Βακαλόπουλος, Βόρειος Ελληνισμός, σ. 82.

    Βλ. Π.Πέννας, «Έριδες περί την κοινοτικήν οργάνωσιν της πόλεως Σερρων και τα πρακτικά της εν Σέρραις Εξαρχίας των μητροπολιτών Θεσσαλονίκης», Σερραϊκά Χρονικά, 2 (1957), 67-125· Σ. Ζαπάντη, «Οι ενδοκοινοτικές έριδες στην ελληνική κοινότητα της Θεσσαλονίκης από το 1881 μέχρι το 1912», Ι' Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο (Μάιος 1989). Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 119-147· Περικλής Βακουφάρης, «Ο αναθεωρημένος κανονισμός της ελληνικής κοινότητας Θεσσαλονίκης του 1874 και οι διενέξεις των κοινοτικών αρχόντων», Θεσσαλονίκη, 3 (1992), 169-184.

    Σοφία Βούρη, Εκπαίδευση και εθνικισμός. Η περίπτωση της βορειοδυτικής Μακεδονίας, 1870-1904, Αθήνα 1992, σσ. 83-101.

    Κ.Βακαλόπουλος, Βόρειος Ελληνισμός, σ. 204· του ιδίου, Η Μακεδονία στις παραμονές, σ. 53. Η καλύτερη μελέτη για τα προβλήματα Πατριαρχείου και διπλωματών είναι του Χρήστου Καρδαρά, Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ο αλύτρωτος ελληνισμός της Μακεδονίας, Θράκης-Ηπείρου, Αθήνα 1996, σσ. 211-382.

    Για μια σύντομη ανάλυση, όπου και οι σημαντικότερες βουλγαρικές πηγές, βλ. την ανέκδοτη μεταπτυχιακή εργασία της Άννας Παναγιωτοπούλου, «Από τη Θεσσαλονίκη στο Κρούσεβο: Ιδεολογία, οργάνωση και δράση της ΕΜΕΟ», ΑΠΘ, 1993.

    Douglas Dakin, Douglas, The Greek Struggle in Macedonia, 1897-1913, Θεσσαλονίκη 1966, σσ. 47-51· Duncan Perry, The Politics of Terror. The Macedonian Revolutionary Movements, 1893-1903, Ντάραμ 1988, σσ. 31-66.

    Perry, ό,π., σ. 65· Παναγιωτοπούλου, «ό.π.», σσ. 48-53 Σφέτας, ό.π., σσ. 53-8.

    Κ. Βακαλόπουλος, Η Μακεδονία στις παραμονές, σσ. 101-26.

    Βλ. τον κατάλογο των θυμάτων συνημμένο στο FO 195/2089, αναφορά του Biliotti No 38, Θεσσαλονίκη, 20 Απρ. 1900, ff. 128-133.

    Παναγιωτοπούλου, «ό.π.», σσ. 54-7.

    Βλ εκτός από την παλιότερη μελέτη της Laura Beth Sherman, Fires In The Mountain. The Macedonian Revolutionary Movement αnd τhe Kidnapping οf Ellen Stone, Νέα Υόρκη 1980 και τη νεότερη της Teresa Carpenter, The Miss Stone Affair. America's First Modern Hostage Crisis, Νέα Υόρκη 2003.

    Steven W. Sowards, Austria's Policy of Macedonian Reform, Boulder 1989, σσ. 15-27.

    Βασίλης Κ. Γούναρης, «Ο Μακεδονικός Αγώνας και η προετοιμασία της απελευθέρωσης», Ι. Κολιόπουλος και Ι. Χασιώτης (επιμ.), Η νεότερη και σύγχρονη Μακεδονία, Θεσσαλονίκη 1992, τόμ.1, σσ. 508-27. 509-10· Παναγιωτοπούλου, «ό.π.», σ. 61.

    Η πληρέστερη μελέτη στα ελληνικά είναι του Γιάννη Μέγα, Οι 'Βαρκάρηδες' της Θεσσαλονίκης. Η αναρχική βουλγαρική ομάδα και οι βομβιστικές ενέργειες του 1903, Θεσσαλονίκη 1994.

    Τα αποσπάσματα προέρχονται από την έκδοση του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα, που επιμελήθηκαν οι Βασίλης Κ. Γούναρης, Άννα Α. Παναγιωτοπούλου και Άγγελος Α. Χοτζίδης, Τα γεγονότα του 1903 στη Μακεδονία μέσα από την ευρωπαϊκή διπλωματική αλληλογραφία, Θεσσαλονίκη 1993.

    Γούναρης, «Ο Μακεδονικός Αγώνας», σσ. 510-11· Sowards, ό.π., 30-31. Για τα άρθρα αναλυτικά βλ. Βλάχος, ό.π., σσ. 294-301.

    Για μια πολύπλευρη προσέγγιση της περιόδου βλ. τη νεότερη μελέτη του Vemund Aarbakke, Ethnic Rivalry and the Quest for Macedonia, 1870-1913, Boulder 2003, που όμως δεν επιχειρεί μια νέα ερμηνεία των γεγονότων.

    Βούρη, ό.π. σσ. 101-8.

    Βλ. Evangelos Kofos, "Patriarch Joachim III (1878-1884) and the Irredentist Policy of the Greek State", Journal of Modern Greek Studies, 4/2 (1986), 109-114 και γενικότερα Αθ. Ε Καραθανάσης (επιμ.), Επιστημονικό Συμπόσιο. Ο από Θεσσαλονίκης Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ ο Μεγαλοπρεπής, Θεσσαλονίκη 1994.

    Βλ. Χαράλαμπος Παπαστάθης, «Η εκκλησία και ο Μακεδονικός Αγώνας», Πρακτικά του συμποσίου 'ο Μακεδονικός Αγώνας', Θεσσαλονίκη 1987, σσ. 63-70.

    Γιώργος Πετσίβας, (επιμ). Ίωνος Δραγούμη. Τα τετράδια του Ίλιντεν, Αθήνα 2000, σσ. 333-7.

    Άγγελος Χοτζίδης, (επιμ.). Ευθύμιος Καούδης. Απομνημονεύματα, Θεσσαλονίκη 1996.

    Ανδρέας Π. Ανδρέου, Κώττας (1863-1905), Πρέσπες 2002, σσ. 154-72.

    ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, Αθήνα 1979, σσ. 346-8.

    Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης, «Στρατιωτικά πρότυπα και κλέφτικη παράδοση: Οργανωτικά προβλήματα και καθημερινή ζωή στα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα», Μακεδονία. Ιστορία και Πολιτισμός. Διημερίδα 20 και 21 Οκτωβρίου 1995, Φλώρινα 1997, σσ. 249-280.

    Η έκδοση των επιστολών του από τη γυναίκα του Ναταλία (Αλεξάνδρεια, 1926) παραμένει αναντικατάστατη. Για αρκετά νέα στοιχεία και προσεγγίσεις βλ. το αφιέρωμα της Καθημερινής. Επτά Ημέρες, «Παύλος Μελάς. Ένας αιώνας μνήμης», 17 Οκτ. 2004.

    Για τη δράση του βλ. την πλέον πολύτιμη εκδομένη πηγή για την περίοδο από τον Γιώργο Πετσίβας,, Γεωργίου Τσόντου-Βάρδα. Ο Μακεδονικός Αγών τόμ. Α΄ (Ημερολόγιο 1904-1905), τόμ.Β1 (Ημερολόγιο 1906), τόμ.Β2 (Ημερολόγιο 1907), Αθήνα 2003.

    Βλ. τα έγγραφα της έκδοσης στον τόμο Π. Καραμπάτη κ.ά. (επιμ.) Οι απαρχές του Μακεδονικού Αγώνα (1903-1904): 100 έγγραφα από το Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών της Ελλάδος, Θεσσαλονίκη 1996. Βλ. επίσης Χρήστος Μανδατζής, «Προϋπολογισμοί, λογαριασμοί και απρόβλεπτες εθνικές δαπάνες. Απόπειρες χρηματοδότησης του αλυτρωτικού αγώνα στη Μακεδονία (1904-1908), Θεσσαλονικέων πόλις, 16 (2004), 18-59.

    Βλ. τα έγγραφα της έκδοσης Π.Καραμπάτη κ.ά. (επιμ.), Η ελληνική αντεπίθεση στη Μακεδονία 1905-1906: 100 έγγραφα από το Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών της Ελλάδος, Θεσσαλονίκη 1997.

    Για τη διπλωματία των Δυνάμεων βλ. επίσης Nadine Lange-Akhund, The Macedonian Question, 1893-908 from Western Sources, Boulder 1998.

    Βλ. κυρίως τη μελέτη του Χρήστου Μανδατζή, «Αντάρτικο στο κατώφλι μιας εκχρηματιζόμενης οικονομίας. Κοινωνική και οικονομική διάσταση του Μακεδονικού Αγώνα», Θεσσαλονικέων Πόλις, 16 (2004), 60-83.

    Basil C. Gounaris, "Emigration from Macedonia in the Early Twentieth Century", Journal of Modern Greek Studies, 7 (1989), 133-153.

    Βασίλης Κ. Γούναρης, Στις όχθες του Υδραγόρα: Οικογένεια, οικονομία και αστική κοινωνία στο Μοναστήρι, 1897-191, Αθήνα 2000· για τις διενέξεις στα χωριά βλ. Hans Vermeulen, «Αγροτικές συγκρούσεις και κοινωνική διαμαρτυρία στην ιστορία ενός μακεδονικού χωριού (1900-1936)», Στάθης Δαμιανάκος (επιμ.), Διαδικασίες κοινωνικού μετασχηματισμού στην αγροτική Ελλάδα, Αθήνα 1987, σ. 227-230 και την ανέκδοτη μεταπτυχιακή εργασία της Περσεφόνης Καραμπάτη, «Κοινωνικές ανακατατάξεις στα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα: Το αρχείο του Στέργιου Μίσιου, ΑΠΘ 1996 για τις διενέξεις στο χωριό Γέρμα.

    Βλ. τα έγγραφα της έκδοσης Π. Καραμπάτη κ.ά. (επιμ.), Η τελευταία φάση του Μακεδονικού Αγώνα: 100 έγγραφα από το Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών της Ελλάδος, Θεσσαλονίκη 1998.

    Για τη δράση στην περιοχή του Βάλτου αλλά και σε ολόκληρο την Κεντρική Μακεδονία μέχρι το Βέρμιο βλ. την αποκαλυπτική συλλογή εγγράφων που επιμελήθηκε η Πολιτιστική Εταιρεία Νάουσας Άναστάσιος Μιχαήλ ο Λόγιος', Αρχεία Μακεδονικού Αγώνα περιοχής Βερμίου, Νάουσα 2002.

    Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος, Μακεδονικός Αγώνας. Η ένοπλη φάση 1904-1908, Θεσσαλονίκη 1987. Για την Ανατολική Μακεδονία και για τη δράση του Χρυσοστόμου Σμύρνης βλ. Αλέξης Αλεξανδρής (επιμ.), Το αρχείον του Εθνομάρτυρος Σμύρνης Χρυσοστόμου, Αθήνα 2000, τόμ.1. (Δράμα 1902-1910).

    Dimitris Livanios, "Conquering the Souls', Nationalism and Greek Guerrilla Warfare in Ottoman Macedonia, 1904-1908" Byzantine and Modern Greek Studies, 23 (1999), 195-221.

    Βασίλης Κ. Γούναρης, «Από τη Μακεδονία στο Γουδί: Δραστηριότητες των μακεδονομάχων στρατιωτικών (1908-1909)», Δελτίο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, 29 (1986), 175-256.

    Άκης Αποστολίδης, Αλέκος Δάγκας κ.ά., Η σοσιαλιστική οργάνωση Φεντερασιόν Θεσσαλονίκης, 1909-1918, Αθήνα 1989, σσ. 75-6.

    Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος, Νεότουρκοι και Μακεδονία (1908-1912), Θεσσαλονίκη 1988, σσ. 321-3.

    Bernard Lewis, Η ανάδυση της σύγχρονης Τουρκίας, μτφρ. Π. Κωνσταντέας, τόμ. 1, Αθήνα 2001, σσ. 438-9.

    Lewis, ό.π., σσ. 442-6

    Κ. Βακαλόπουλος, Νεότουρκοι, σσ. 409-11.

    Βασίζεται εξ ολοκλήρου στη μελέτη Basil C. Gounaris, Steam over Macedonia. Socio-Economic Change and the Railway Factor, Boulder 1993.

    Ε.Α. Χεκίμογλου Ε.Α. & Αικ. Καριζώνη (1993-94), «Δραστηριότητες της Τράπεζας της Ανατολής στο Μοναστήρι, στα Σκόπια και στις Σέρρες 1905-1911», Μακεδονικά, 29 (1993-4), 88-119. Βλ. επίσης Ευάγγελος Χεκίμογλου, «Ο ρόλος των ελληνικών τραπεζών στη Μακεδονία, 1905-1912», Θεσσαλονικέων Πόλις, 6 (Οκτ. 2001), 124-140.

    Τελευταία ενημέρωση: 18/03/2013 12:59