Λουκιανός Χασιώτης

Μακεδονία, 1912-1923: Από την πολυεθνική αυτοκρατορία στο εθνικό κράτος

    Λουκιανός Ι. Χασιώτης

    ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, 1912-1923:

    ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ

    ΣΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

    Α. ΟΙ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ

    1. Αίτια και χαρακτηριστικά της Βαλκανικής Συμμαχίας

    Κατά τη διάρκεια του ΙΘ΄ αιώνος, οι σχέσεις ανάμεσα στα νεόκοπα βαλκανικά κράτη χαρακτηρίζονταν από έντονη καχυποψία, αδιαλλαξία, οπορτουνισμό ή ασυνέχεια. Οι προσπάθειες συνεργασίας ήταν εφήμερες και εκδηλώνονταν συνήθως όταν κάποιο από τα βαλκανικά κράτη βρισκόταν σε κρίση ή σε πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η κυριαρχία των εθνικιστικών οραμάτων και ο έλεγχος της εξωτερικής πολιτικής των βαλκανικών κρατών από τις Μεγάλες Δυνάμεις ήταν οι βασικοί λόγοι που αποθάρρυναν την διαβαλκανική συνεργασία. Οι απόψεις περί βαλκανικής συνεργασίας ή ακόμα και ομοσπονδίας περιορίζονταν στους χώρους ριζοσπαστών διανοουμένων ή εκφράζονταν από πολιτικούς ηγέτες και μονάρχες μόνο όταν κάτι τέτοιο εξυπηρετούσε προσωρινά τα ιδιαίτερα συμφέροντα των χωρών τους. Έτσι, οι συμμαχίες που οικοδομήθηκαν κατά τη διάρκεια του ΙΘ΄ αιώνος, ήταν πάντοτε πρόσκαιρες και οι προοπτικές τους περιορισμένες.

    Τα δεδομένα αυτά ανατράπηκαν μετά την Επανάσταση των Νεοτούρκων και την επακόλουθη προσάρτηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης από την Αυστροουγγαρία, το 1908. Η σταδιακή στροφή του νεοτουρκικού καθεστώτος προς περισσότερο συγκεντρωτικές και αυταρχικές συμπεριφορές, οι προσπάθειες εκτουρκισμού στη Μακεδονία και τη Θράκη και η εξέγερση των Αλβανών εθνικιστών, που επιθυμούσαν με τη σειρά τους ευρεία αυτονομία σε εδάφη που διεκδικούνταν και από τα γειτονικά κράτη, ενίσχυσαν την τάση προσεγγίσεως και συνεννοήσεως ανάμεσα στις βαλκανικές χώρες. Παράλληλα, η επίσημη προσάρτηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης από την Δυαδική Μοναρχία προκάλεσε την αντίδραση της Σερβίας, που έβλεπε τον βασικό στόχο της αλυτρωτικής της πολιτικής να χάνεται οριστικά και ταυτόχρονα σήμανε συναγερμό στη Ρωσία, που με τη σειρά της έβλεπε την επιρροή της στον βαλκανικό χώρο να κινδυνεύει σοβαρά. Προκειμένου να δημιουργήσει αντίβαρο στην επεκτατικότητα της Βιέννης, η Πετρούπολη προώθησε την ιδέα της σερβοβουλγαρικής συμμαχίας στην περιοχή, η οποία θα είχε φιλορωσικό προσανατολισμό και στην οποία θα μπορούσε να ενταχθεί και η Ελλάδα. Ένα ακόμη γεγονός επιτάχυνε τη συγκρότηση της βαλκανικής συμμαχίας: ο Ιταλοτουρκικός Πόλεμος, που ξέσπασε τον Σεπτέμβριο του 1911. Ο πόλεμος φανέρωσε τις στρατιωτικές αδυναμίες των Οθωμανών και έπεισε τα βαλκανικά κράτη να επισπεύσουν τις μεταξύ τους στρατιωτικές διαπραγματεύσεις.

    Την αυλαία άνοιξε η υπογραφή της σερβοβουλγαρικής συνθήκης συμμαχίας, στις 13 Μαρτίου 1912,* που προέβλεπε την κήρυξη πολέμου κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε περίπτωση εσωτερικών ταραχών ή μεταβολής του status quo και προσάρτηση όλων των εδαφών που θα καταλαμβάνονταν κατά τη διάρκεια της συρράξεως. Η Σερβία θα αποκτούσε την λεγόμενη «παλαιά Σερβία» και το σαντζάκι του Nόβι Πάζαρ. Η Βουλγαρία θα προσαρτούσε όλα τα εδάφη ανατολικά της Ροδόπης, με δυτικό όριο τον Στρυμόνα. Η ενδιάμεση περιοχή θα αποκτούσε καθεστώς αυτόνομης επαρχίας. σε περίπτωση όμως που κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, τότε θα μοιραζόταν σε τρεις ζώνες: Η Βουλγαρία θα αποκτούσε ολόκληρη τη νότια έκταση ως την Αχρίδα, η Σερβία θα προσαρτούσε μια ακόμη λωρίδα εδάφους βορείως των Σκοπίων και η κυριότητα του υπολοίπου τμήματος (της λεγόμενης «αμφισβητούμενης περιοχής») θα επιδικαζόταν από τον Ρώσο τσάρο. Η ελληνοβουλγαρική συνεννόηση ήταν περισσότερο δύσκολη, επειδή οι βλέψεις των δύο κρατών στην οθωμανική Μακεδονία συγκρούονταν άμεσα, ιδιαίτερα στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης. Έτσι, η συνθήκη συμμαχίας που υπογράφηκε μεταξύ των δύο χωρών στις 29 Μαΐου 1912, είχε καθαρά αμυντικό χαρακτήρα και προέβλεπε αμοιβαία υποστήριξη είτε σε περίπτωση τουρκικής επιθέσεως εναντίον τους είτε σε περίπτωση «συστηματικής προσβολής των εκ των συνθηκών ή των θεμελιωδών αρχών του δικαίου του ανθρώπου απορρεόντων δικαιωμάτων». Η βαλκανική συμμαχία ολοκληρώθηκε με την προφορική συμφωνία Βουλγαρίας-Μαυροβουνίου (Ιούνιος του 1912) και την αμυντική συνθήκη Σερβίας-Μαυροβουνίου.

    Η πραγματοποίηση της βαλκανικής συμμαχίας ευνοήθηκε και από τη διεθνή κατάσταση και συγκεκριμένα, από την διάσπαση των Μεγάλων Δυνάμεων σε δύο ανταγωνιστικά στρατόπεδα: την Entente ή Τριπλή Συνεννόηση (Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία) και την Τριπλή Συμμαχία (Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Ιταλία). Το δεδομένο αυτό τις εμπόδισε να δράσουν από κοινού, για να επιβάλλουν τις απόψεις τους στα βαλκανικά κράτη. Εκ πρώτης όψεως, η σύσταση της βαλκανικής συμμαχίας φάνηκε ως επιτυχία της ρωσικής διπλωματίας. Όμως ούτε η Ρωσία διατηρούσε πλέον τον έλεγχο των εξελίξεων. Έτσι, όταν στις 8 Οκτωβρίου 1912 η Βιέννη και η Πετρούπολη προχώρησαν σε κοινό διάβημα προς τις βαλκανικές κυβερνήσεις, με την απειλή ότι δεν θα αναγνώριζαν οποιαδήποτε προσάρτηση οθωμανικών εδαφών μετά από ενδεχόμενο πόλεμο, ήταν ήδη πολύ αργά.

    Η συγκρότηση της βαλκανικής συμμαχίας αποτέλεσε «διπλωματική επανάσταση»: για πρώτη φορά τα βαλκανικά κράτη ενώνονταν εναντίον του κοινού αντιπάλου τους στην περιοχή, αγνοώντας τις επιθυμίες των Μεγάλων Δυνάμεων. Ο ευρωπαϊκός τύπος της εποχής ονόμασε τη βαλκανική συμμαχία «έβδομη μεγάλη δύναμη», θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να δείξει τη σημασία της στην ευρύτερη ευρωπαϊκή σκηνή. Οι βαλκανικές συμφωνίες του 1912 αποτελούσαν μία ρεαλιστική βάση, που θα επέτρεπε στις συμβαλλόμενες χώρες να ολοκληρώσουν την απελευθέρωση της χερσονήσου από τους Οθωμανούς και ταυτόχρονα θα απέτρεπε την παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων. Η συμμαχία είχε βέβαια και τα μειονεκτήματά της: έλλειπε μία κοινή συνθήκη που θα συντόνιζε τις κινήσεις των συμμάχων και άφηνε άλυτο το ζήτημα της τελικής διανομής των εδαφών, γεγονός που σύντομα θα προκαλούσε τη διάσπασή της. Επίσης, απουσίαζε η αναγνώριση της αρχής των εθνοτήτων, επιλογή ίσως αναπόφευκτη, δεδομένου ότι στις περισσότερες από τις διαφιλονικούμενες περιοχές δεν υπήρχε εθνική ομοιογένεια και επομένως τα εθνολογικά κριτήρια ήταν επισφαλή.

    Τον πόλεμο ξεκίνησε στις 8 Οκτωβρίου το Μαυροβούνιο. Ο βασιλιάς του μικροσκοπικού αυτού βαλκανικού κράτους δικαιολόγησε την απόφασή του με το επιχείρημα ότι έπρεπε να τεθεί τέρμα στην άθλια κατάσταση των Χριστιανών της Ευρωπαϊκής Τουρκίας. Πέντε ημέρες αργότερα οι κυβερνήσεις της Ελλάδος, της Σερβίας και της Βουλγαρίας επέδωσαν στην Υψηλή Πύλη τελεσίγραφο, με το οποίο ζητούσαν, μεταξύ άλλων, την εθνική αυτονομία των εθνοτήτων της αυτοκρατορίας, την αναλογική τους εκπροσώπηση στο οθωμανικό κοινοβούλιο, την αποδοχή χριστιανών σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Τουρκίας, την μη μεταβολή του εθνολογικού χαρακτήρα ευρωπαϊκών επαρχιών της αυτοκρατορίας, την αναδιοργάνωση της χωροφυλακής στις ίδιες επαρχίες με επικεφαλής Ελβετούς ή Βέλγους αξιωματικούς, τον διορισμό Ελβετών ή Βέλγων Γενικών Διοικητών στα ευρωπαϊκά βιλαέτια της αυτοκρατορίας καθώς και τη δημιουργία διεθνούς επιτροπής για την εποπτεία των μεταρρυθμίσεων, με τη συμμετοχή εκπροσώπων των βαλκανικών κρατών και των Μεγάλων Δυνάμεων και έδρα την Κωνσταντινούπολη. Στις 15 Οκτωβρίου του 1912, η Οθωμανική Κυβέρνηση απέρριψε το τελεσίγραφο των βαλκανικών κρατών, χαρακτηρίζοντάς το «θρασεία απόπειρα επέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις της αυτοκρατορίας και ανάξια απαντήσεως»· ταυτόχρονα ανακάλεσε τους διπλωματικούς της εκπροσώπους από τις βαλκανικές πρωτεύουσες. Ακολούθησε η επιστράτευση και η επίσημη κήρυξη του πολέμου από την Ελλάδα, τη Σερβία και την Βουλγαρία στις 17 Οκτωβρίου 1912, ενώ η Ρουμανία υποσχέθηκε να κρατήσει στάση ευμενούς ουδετερότητος απέναντι στη συμμαχία.

    2. Οι πολεμικές επιχειρήσεις στη Μακεδονία

    Οι οθωμανικές δυνάμεις βρίσκονταν σε δεινή κατάσταση όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος. Ο Υπουργός Πολέμου Ναζίμ Πασάς (Nazim Pasha) είχε διατάξει πρόσφατα την αποστράτευση 120 ταγμάτων δυνάμεως περίπου 75.000 ανδρών, εξαιτίας της δυσαρέσκειας, της απειθαρχίας και των ανταρσιών που έπλητταν το στράτευμα. Στις ευρωπαϊκές επαρχίες διέθετε συνολικά 345.000 περίπου άνδρες. Από την άλλη πλευρά, η ενεργός δύναμη των βαλκανικών κρατών ήταν σχεδόν διπλάσια (Βουλγαρία 305.000 άνδρες, Σερβία 225.000, Ελλάδα 110.000 άνδρες χωρίς τον υπολογισμό των ναυτικών δυνάμεων, Μαυροβούνιο 35.000). Οι πολεμικές επιχειρήσεις εξελίχθηκαν σε τρία ξεχωριστά θέατρα. Οι Βούλγαροι επιτέθηκαν στη Θράκη, οι Έλληνες στην Ήπειρο και την Μακεδονία, οι Μαυροβούνιοι και οι Σέρβοι στο σαντζάκι του Νόβι Πάζαρ, στην Αλβανία και την Μακεδονία.

    α) Οι επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού

    Ο ελληνικός στρατός Θεσσαλίας πέρασε τα σύνορα στις 18 Οκτωβρίου 1912. Η πρώτη μεγάλη μάχη ήταν αυτή του Σαρανταπόρου, στις 22-23 Οκτωβρίου. Παρά τις ισχυρές αμυντικές της θέσεις, η δύναμη των Οθωμανών αναγκάστηκε σύντομα να υποχωρήσει εξαιτίας της ανεπάρκειας οπλισμού, της ελλείψεως ηθικού αλλά και λόγω των κυκλωτικών κινήσεων του ελληνικού στρατού. Η υποχώρηση των Οθωμανών από την καλύτερη αμυντική θέση που μπορούσαν να πάρουν έναντι των Ελλήνων, μετατράπηκε σύντομα σε φυγή, γεγονός που άνοιξε τον δρόμο για τη σχεδόν απρόσκοπτη προέλαση του ελληνικού στρατού στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία. Στα απομνημονεύματά του ο Στρατηγός Χασάν Ταξίμ Πασάς, διοικητής του 8ου Σώματος Στρατού, περιγράφει με τον δικό του τρόπο τις συνθήκες και τις συνέπειες της καταρρεύσεως του μετώπου:

    «Ο επιτελάρχης, που επέστρεψε τις πρώτες πρωινές νυκτερινές ώρες σωστό ανθρώπινο ράκος, λόγω της κόπωσης και της ψυχικής οδύνης, μου ανέφερε απερίφραστα ότι χάθηκε και η τελευταία ελπίδα διατήρησης της διόδου στις Πόρτες, λόγω του απερίγραπτου πανικού που είχε προκληθεί και της ασυγκράτητης πλέον διαρροής όσων εφέδρων είχαν διασωθεί από τον αιματηρό αγώνα στους Λαζαράδες… Διέβλεπα ότι ήταν αδύνατο να αντιμετωπίσω τον αντίπαλο σε νέα γραμμή λόγω της συντριπτικής υπεροχής του ποσοτικά και ποιοτικά, ιδιαίτερα σε πυροβολικό, όπου η αναλογία ήταν τέτοια, ώστε να δημιουργεί προφανείς συνέπειες όχι μόνο για τη γραμμή αυτή καθαυτή αλλά και για ολόκληρο το μέτωπο της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας. Εκεί όμως που η διαφορά των αντιμέτωπων στρατευμάτων γινόταν περισσότερο αισθητή ήταν στο ηθικό των ανδρών».

    Τις επόμενες ημέρες η προέλαση του ελληνικού στρατού συνεχίσθηκε, με κατεύθυνση τη Δυτική Μακεδονία. Στις 25 Οκτωβρίου ο ελληνικός στρατός κατέλαβε την Κοζάνη και στις 29-30 του μηνός μπήκε στην Κατερίνη, τη Βέροια, τη Νάουσα και την Έδεσσα. Ο Αρχιστράτηγος και Διάδοχος του θρόνου Κωνσταντίνος, επιθυμούσε για στρατηγικούς λόγους να κατευθυνθεί προς το Μοναστήρι, προκειμένου να διαφυλάξει τα νώτα του από ενδεχόμενη πλαγιοκόπηση εκ μέρους των οθωμανικών δυνάμεων, που είχαν την έδρα τους εκεί. Αντίθετα, ο Πρωθυπουργός της χώρας Ελευθέριος Βενιζέλος, επέμεινε στην προέλαση προς την Θεσσαλονίκη, προς την οποία κατευθύνονταν ήδη τα βουλγαρικά στρατεύματα. Επρόκειτο για την πρώτη σοβαρή διάσταση απόψεων ανάμεσα στους δύο άνδρες, προμήνυμα ίσως της ανοιχτής ρήξεως που θα σημειωνόταν σύντομα. Τελικά, ο Κωνσταντίνος υπάκουσε στις διαταγές του Βενιζέλου και κινήθηκε προς την Θεσσαλονίκη. Ο δρόμος για την πόλη άνοιξε μετά τη μάχη των Γιαννιτσών (1-2 Νοεμβρίου), που οδήγησε και πάλι σε ήττα και άτακτη υποχώρηση των οθωμανικών στρατευμάτων. Στις 8 Νοεμβρίου του 1912 (26 Οκτωβρίου, σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο) ο Ταξίμ Πασάς αποδέχθηκε τελικά τους όρους παραδόσεως της Θεσσαλονίκης και την επόμενη μέρα οι πρώτες ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις εισήλθαν στην πόλη. Την εικόνα της εισόδου του ελληνικού στρατού μετέφερε o Βρετανός δημοσιογράφος Κρόφορντ Πράις (Crawford Price) στους αναγνώστες των Times:

    «Παρήλθον ήδη αι πρώται ώραι του απογεύματος, ότε απόσπασμα ιππικού, προηγούμενον των ευζωνικών ταγμάτων, διήλασε διά των οδών της Θεσσαλονίκης, παρασχόν εις τον Ελληνικόν πληθυσμόν της Μακεδονικής πρωτευούσης την ευκαιρίαν να διαδηλώση τα αισθήματά του… Αι σημαίαι της Ημισελήνου εξηφανίσθησαν ως διά μαγείας, αντικατασταθείσαι παντού υπό της Κυανολεύκου· ωραίαι κόραι έρραινον από των εξωστών διά ρόδων τους νικητάς, μέχρις ότου η οδός είχε καταληφθεί διά τάπητος ανθέων και το πλήθος, ζητωκραυγάζων συνεχώς, τόσον πολύ είχε συνωστισθή προς τον προελαύνοντα στρατόν των χακιφορούντων πολεμιστών, ώστε οι άνδρες μετά δυσκολίας ηδύναντο να προχωρούν και καθ' απλούς στοίχους».

    Οι ελληνικές στρατιωτικές αρχές επέτρεψαν τελικά την είσοδο στην πόλη δύο μόλις βουλγαρικών ταγμάτων και των Βουλγάρων Πριγκίπων Βόριδος και Κυρίλλου, για λόγους συμμαχικής αβρότητος. Ωστόσο, οι Βούλγαροι στρατιώτες που τελικά εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη, έφτασαν τη δύναμη της μεραρχίας, συμπεριλαμβανομένων και αρκετών ενόπλων κομιτατζήδων και σύντομα η ένταση ανάμεσα στις δύο πλευρές άρχισε να παίρνει επικίνδυνες διαστάσεις.

    Πριν από την είσοδο του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλονίκη, είχε προηγηθεί η κατάληψη της Χαλκιδικής και μέρους των σημερινών νομών Σερρών και Καβάλας από ελληνικά σώματα, που είχαν αποβιβασθεί στα Στάγειρα και στον κόλπο του Ορφανού. Μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου του 1912, η ελληνική ζώνη κατοχής είχε επεκταθεί προς τα βόρεια έως τη λίμνη της Δοϊράνης και τη Γευγελή και προς τα ανατολικά ως τον ποταμό Στρυμόνα, όπου ξεκινούσαν αντίστοιχα η σερβική και η βουλγαρική ζώνη.

    Η μοναδική ήττα που γνώρισαν τα ελληνικά στρατεύματα σε αυτή τη φάση του πολέμου, σημειώθηκε στη Δυτική Μακεδονία, στην περιοχή του Αμυνταίου. Εκεί η 5η Μεραρχία, που κατευθυνόταν προς το Μοναστήρι, δέχθηκε στις 3 και 4 Νοεμβρίου αιφνιδιαστική επίθεση οθωμανικών δυνάμεων, που είχαν μεταφερθεί από το μέτωπο του Περλεπέ και αναγκάστηκε να υποχωρήσει άτακτα. Η μεραρχία τελικά ανασυντάχθηκε στην Κοζάνη και στη συνέχεια, ενισχυμένη με δυνάμεις του στρατού Θεσσαλίας, ανέλαβε να εκκαθαρίσει την περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας από τα οθωμανικά σώματα. Η υποχώρησή της, ωστόσο, στοίχισε στην ελληνική πλευρά την απώλεια του Μοναστηρίου, στο οποίο εισήλθαν τα σερβικά στρατεύματα στις 18 Νοεμβρίου. Ο ελληνικός στρατός κατάφερε, πάντως, να κατοχυρώσει την Φλώρινα στη δική του ζώνη κατοχής την επόμενη μέρα, προλαβαίνοντας πραγματικά την τελευταία στιγμή την είσοδο των Σέρβων.

    β) Οι επιχειρήσεις του σερβικού και του βουλγαρικού στρατού

    Οι κύριες επιχειρήσεις του σερβικού στρατού διεξήχθησαν στη Βορειοδυτική Μακεδονία, ενώ δευτερεύουσα σημασία είχαν οι επιχειρήσεις στο Νόβι Πάζαρ και την Αλβανία, όπου δρούσε και ο στρατός του Μαυροβουνίου. Μετά την προέλαση στην κοιλάδα του Κοσσυφοπεδίου και την κατάληψη της Πρίστινα (22 Οκτωβρίου), ο σερβικός στρατός αντιμετώπισε ισχυρές οθωμανικές δυνάμεις έξω από το Κουμάνοβο (23 Οκτωβρίου). Παρά την σθεναρή αντίσταση των Οθωμανών και τις βαριές απώλειες των Σέρβων, οι τελευταίοι επικράτησαν, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο προς το νότο. Τις επόμενες ημέρες κατελήφθησαν το Ιστίπ και τα Σκόπια. Στις 2-5 Νοεμβρίου του 1912 δόθηκε η μεγάλη μάχη του Περλεπέ, που έληξε με ολοκληρωτική νίκη των Σέρβων. Οι Οθωμανοί υποχώρησαν στο Μοναστήρι για να προετοιμάσουν την άμυνά τους. Εκεί δόθηκε η επόμενη μεγάλη μάχη μεταξύ των δύο αντιπάλων και οι Σέρβοι μπήκαν τελικά στην πόλη, στις 18 Νοεμβρίου. Οι οθωμανικές δυνάμεις που διέφυγαν από τον σερβικό κλοιό, κατέφυγαν στην Ήπειρο και την Αλβανία, όπου συνέχισαν τη δράση τους μέχρι το τέλος του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου.

    Το κύριο θέατρο των πολεμικών επιχειρήσεων του βουλγαρικού στρατού ήταν η Θράκη. Εκεί οι βουλγαρικές δυνάμεις, μετά από σκληρές μάχες, κατάφεραν να προελάσουν έως την Τσατάλτζα, στα περίχωρα της Κωνσταντινουπόλεως και παράλληλα πολιόρκησαν την Αδριανούπολη. Στη Μακεδονία έδρασε μονάχα μία βουλγαρική μεραρχία υπό τον Στρατηγό Θεοδορώφ, με κύρια αποστολή την κατάληψη της Θεσσαλονίκης. Η βουλγαρική μεραρχία αντιμετώπισε αδύναμα τουρκικά στρατιωτικά σώματα, χωρίς να συναντήσει ιδιαίτερη αντίσταση. Οι εμπροσθοφυλακές της είχαν φθάσει ήδη στα πρόθυρα της μακεδονικής πρωτεύουσας, όταν ο Ταξίμ Πασάς παρέδωσε την πόλη στον Κωνσταντίνο.

    Οι στρατιωτικές επιτυχίες των βαλκανικών συμμάχων εξέπληξαν όχι μόνο την Υψηλή Πύλη αλλά και τις Μεγάλες Δυνάμεις. Η ταχεία προέλαση των στρατευμάτων τους οδήγησε, μέσα σε χρονικό διάστημα λίγων μηνών, στην ολοκληρωτική σχεδόν εξάλειψη της οθωμανικής κυριαρχίας στον ευρωπαϊκό χώρο. Με τη Συνθήκη του Λονδίνου, στις 30 Μαΐου 1913, η Τουρκία παραχωρούσε όλα της τα εδάφη δυτικά της γραμμής Αίνου-Μηδείας και παραιτούνταν των κυριαρχικών δικαιωμάτων της στην Κρήτη. Η τύχη των νησιών του ανατολικού Αιγαίου και της Αλβανίας αφέθηκε στη διαιτησία των Μεγάλων Δυνάμεων.

    3. Η διάλυση της βαλκανικής συμμαχίας

    Πριν ακόμη τερματισθούν οι εχθροπραξίες εναντίον των οθωμανικών στρατευμάτων, είχαν ήδη αρχίσει οι ενδοσυμμαχικές προστριβές για το μοίρασμα των κατακτημένων εδαφών. Η Σερβία ζήτησε από την Βουλγαρία την τροποποίηση της μεταξύ τους συμφωνίας του 1912, καθώς φαινόταν ότι έχανε την προσδοκώμενη έξοδο στην Αδριατική, εξαιτίας των αντιδράσεων της Ιταλίας και της Αυστροουγγαρίας. Επιπλέον, οι Σέρβοι στρατιωτικοί ήταν απολύτως αντίθετοι με την αποχώρηση από τα μακεδονικά εδάφη, τα οποία είχαν καταλάβει με μάχες από τους Οθωμανούς. Από την πλευρά της, η Ελλάδα κατέστησε από την αρχή σαφές στη Βουλγαρία ότι δεν επρόκειτο να εγκαταλείψει την Θεσσαλονίκη, την οποία άλλωστε είχε καταλάβει ο ελληνικός στρατός. Πιέσεις προς τη Σόφια ασκούσε και το Βουκουρέστι, διεκδικώντας την περιοχή της νότιας Δοβρουτσάς, ως αντάλλαγμα για τη στάση ευμενούς ουδετερότητος που είχε κρατήσει κατά τη διάρκεια του πολέμου.

    Η Σερβία και η Ελλάδα, ανήσυχες από την αύξηση της δυνάμεως της Βουλγαρίας, αποφάσισαν να συγκροτήσουν κοινό μέτωπο. Στις 13 Ιουνίου 1913 κατέληξαν σε συνθήκη συμμαχίας, που προέβλεπε κοινή στάση απέναντι στις βουλγαρικές διεκδικήσεις, συνεργασία σε περίπτωση επιθέσεως από την Βουλγαρία ή οποιαδήποτε άλλη τρίτη Δύναμη και δέσμευση για τη διατήρηση κοινών συνόρων στη Μακεδονία. Παράλληλα, διευθέτησαν τις μεταξύ τους συνοριακές εκκρεμότητες, ενώ η Ελλάδα δέχθηκε να εγκαταστήσει ειδική ζώνη για το σερβικό διαμετακομιστικό εμπόριο στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Την ίδια στιγμή στη Σόφια το πολιτικό κλίμα ήταν ιδιαιτέρως φορτισμένο, καθώς οι βασικές βουλγαρικές διεκδικήσεις είχαν ως στόχο τους την Μακεδονία και όχι τη Θράκη, όπου ο βουλγαρικός πληθυσμός αποτελούσε μειονότητα. Ο αποκλεισμός της Βουλγαρίας από όλα τα σημαντικά μακεδονικά αστικά κέντρα αποτελούσε πολιτική ήττα της κυβερνήσεως, η οποία είχε τώρα να αντιμετωπίσει την οργή των πανίσχυρων βουλγαρομακεδονικών οργανώσεων, που ζητούσαν την προσάρτηση στη Βουλγαρία του συνόλου σχεδόν της Μακεδονίας. Πιέσεις προς τη Σόφια ασκούσε και η Βιέννη, με προφανή σκοπό τη διάλυση της βαλκανικής συμμαχίας, την οποία θεωρούσε απειλητική για τα συμφέροντά της στην περιοχή. Παράλληλα, η υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων του βουλγαρικού στρατού, τόσο από την ίδια την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της χώρας όσο και από εξωτερικούς παράγοντες, είχε πείσει τον Βασιλιά Φερδινάνδο και το Γενικό Επιτελείο του ότι ήταν σε θέση να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα μια περιορισμένη σύρραξη με τις σερβικές και τις ελληνικές δυνάμεις. Στις 28 Ιουνίου 1912, ο Φερδινάνδος, με τη σύμφωνη γνώμη του νέου Πρωθυπουργού Στόγιαν Ντάνεφ, έδωσε εντολή στο στρατό να επιτεθεί ταυτόχρονα εναντίον των ελληνικών και των σερβικών θέσεων, με στόχο την πραγματοποίηση στρατιωτικής επίδειξης ισχύος προς τα δύο γειτονικά κράτη. Η Ελλάδα και η Σερβία απήντησαν στη Βουλγαρία με κήρυξη πολέμου. Η Ρωσία, θέλοντας να τιμωρήσει τον Φερδινάνδο για την ανυπακοή του και για την προσέγγισή του με την Αυστροουγγαρία, αρνήθηκε να παρέμβει, αφήνοντας έτσι την Βουλγαρία απομονωμένη. Στις 10 και 12 Ιουλίου η Ρουμανία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, αντίστοιχα, κήρυξαν και αυτές με τη σειρά τους τον πόλεμο στη Βουλγαρία, καθιστώντας έτσι τον αγώνα της ουσιαστικά μάταιο.

    4. Ο Δεύτερος Βαλκανικός Πόλεμος και η Συνθήκη του Βουκουρεστίου

    Στον σερβικό τομέα, ο πόλεμος άρχισε με την αιφνιδιαστική επίθεση των βουλγαρικών δυνάμεων, που στις 30 Ιουνίου κατέλαβαν το Ιστίπ και τη Γευγελή. Ωστόσο, η επιτυχής τους προέλαση σταμάτησε εκεί. Οι κύριες μάχες σημειώθηκαν στις 30 Ιουνίου με 8 Ιουλίου του 1912, στις όχθες του ποταμού Μπρεγκαλνίτσα, όπου κρίθηκε και η έκβαση της αναμετρήσεως: Ο σερβικός στρατός κατάφερε να αντιμετωπίσει την βουλγαρική επίθεση και στη συνέχεια αντεπιτέθηκε καταλαμβάνοντας το Ράντοβιτς και την Κρίβα Παλάνκα. Μετά τις επιχειρήσεις στον τομέα της Μπρεγκάλνιτσα, ο σερβικός στρατός δεν συνέχισε την προέλαση στο κεντρικό μέτωπο, αλλά περιορίσθηκε σε τοπικές επιθέσεις βορειότερα, οι οποίες πάντως προκάλεσαν αρκετή αιματοχυσία.

    Στον ελληνικό τομέα ο πόλεμος άρχισε στις 29 Ιουνίου, με την εκκαθάριση των εγκατεστημένων στη Θεσσαλονίκη βουλγαρικών μονάδων. Οι οδομαχίες κράτησαν ολόκληρη τη νύχτα και την επόμενη μέρα το σύνολο των Βουλγάρων στρατιωτών είχε αιχμαλωτισθεί. Στις 2 Ιουλίου του 1912, ο ελληνικός στρατός ξεκίνησε την επίθεσή του στο μέτωπο Κιλκίς-Λαχανά, όπου πραγματοποιήθηκε και η σημαντικότερη -αλλά και η πλέον αιματηρή- μάχη του πολέμου. Οι ελληνικές δυνάμεις υπερτερούσαν των βουλγαρικών, οι οποίες ήταν διασπασμένες ανάμεσα στον ελληνικό και τον σερβικό τομέα και επιπλέον είχαν κατανεμηθεί σε ολόκληρο το μήκος του μετώπου, ακόμα και στα παράλια της Ανατολικής Μακεδονίας, για το ενδεχόμενο ελληνικών αποβάσεων. Η μάχη εξελίχθηκε σε προσπάθεια συντριβής του εχθρού με αλλεπάλληλες επιθέσεις πεζικού, γεγονός που οδήγησε σε βαρύτατες απώλειες. Μέσα σε τρεις ημέρες είχε τεθεί εκτός μάχης το 12-13% της μάχιμης δυνάμεως του ελληνικού στρατεύματος, ανάμεσά τους πολλοί αξιωματικοί και έξι διοικητές συνταγμάτων. Η κατάρρευση της επιθέσεως αποφεύχθηκε λόγω του έντονου φανατισμού που είχε αποκτήσει η ελληνο-βουλγαρική σύγκρουση αλλά και εξαιτίας της αντίστοιχης κοπώσεως των Βουλγάρων. Η πολύνεκρη -σε σχέση με τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο- μάχη του Κιλκίς, όπως και οι επόμενες μάχες που δόθηκαν κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Βαλκανικού Πολέμου, έδειξε ότι παραδοσιακές τακτικές εφόδου πεζικού εναντίον ισχυρών αμυντικών θέσεων και υπό καταιγισμό πυροβολικού μεγάλης ακριβείας και ισχύος, χωρίς τον απαραίτητο συντονισμό, θα μετέτρεπαν το πεδίο της μάχης σε ανθρώπινο σφαγείο. Στα ημερολόγιά τους, στρατιώτες και χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί της εποχής κατηγορούσαν τους επιτελικούς ότι σχεδίαζαν τις επιθέσεις έχοντας απόσταση από το μέτωπο και από τις πραγματικές συνθήκες της συμπλοκής και ότι έθεταν ανέξοδα σε κίνδυνο τις ζωές των στρατιωτών, κατηγορία που θα επαναλαμβάνονταν σύντομα και στα μέτωπα του Μεγάλου Πολέμου.

    Μετά τη νίκη των Ελλήνων στο Κιλκίς και την κατάληψη της πόλεως, ακολούθησε η μάχη της Δοϊράνης (5-6 Ιουλίου), που έληξε και πάλι με νίκη του ελληνικού στρατού, του οποίου ο κύριος όγκος συνέχισε την καταδίωξη του εχθρού προς βορράν, ενώ άλλες δυνάμεις, συνεπικουρούμενες από το ελληνικό ναυτικό, προήλαυναν προς την Ανατολική Μακεδονία: Στις 9 Ιουλίου μπήκαν στην Καβάλα, στις 11 Ιουλίου στις Σέρρες που προηγουμένως είχαν πυρποληθεί από τους υποχωρούντες Βουλγάρους, στις 14 του ιδίου μήνα κατέλαβαν τη Δράμα και στις 25 την Ξάνθη, ενώ ο στόλος αποβίβασε δυνάμεις που κατέλαβαν το Πόρτο Λάγος και το Δεδεαγάτς (Αλεξανδρούπολη). Εν τω μεταξύ, η προέλαση προς βορράν, μέσω των ορεινών περασμάτων του Μπέλες, αποδείχθηκε περισσότερο δύσκολη: Το δύσβατο του εδάφους σε συνδυασμό με τα προβλήματα ανεφοδιασμού, την έλλειψη του κατάλληλου συντονισμού, τις ασθένειες και την επιδημία χολέρας, επέτειναν την κόπωση των στρατιωτών. Παρ' όλα αυτά, ο Αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος διέταξε τη συνέχιση της προελάσεως, αγνοώντας τις επιφυλάξεις που είχαν διατυπωθεί για τον κίνδυνο εξαντλήσεως και περικυκλώσεως των ελληνικών δυνάμεων. Η τελευταία μάχη δόθηκε στην περιοχή της Τζουμαγιάς, στις 25-27 Ιουλίου. Ο αξιωματικός ιππικού Κωνσταντίνος Βάσσος, περιγράφει στο ημερολόγιό του τη σύγκρουση ως «γιγαντομαχία προ της οποίας ωχριώσι όχι εν, αλλά πολλά Μπιζάνια», ταυτόχρονα όμως σημειώνει και τα σφάλματα της ελληνικής διοικήσεως και την εξάντληση των στρατιωτών:

    «Ο μεγάλος πατριωτισμός και η γενναιότης των αξιωματικών και ο Θεός της Ελλάδος έσωσαν την περίστασιν. Μάχαι δεν διοικούνται εξ αποστάσεως τριών ημερών πορείας όταν δεν υπάρχουν χάρται προς γνώσιν του εδάφους… Οι άνδρες μας είναι πολύ καταπονακώτες και δικαίως διότι έχουν 10 μήνες τώρα, όπου βρίσκονται εις αέναον σχεδόν πόλεμον, υποστάντες πολλάς απωλείας και πολλάς στερήσεις. Νομίζω ότι καιρός είναι να τελειώση πλέον το πράγμα διά να μην συμβή τι το απευκταίον και αμαυρωθή η Ελληνική αίγλη».

    Πράγματι, ο κίνδυνος ανατροπής της καταστάσεως εις βάρος της ελληνικής πλευράς ήταν ορατός μετά την παύση των εχθροπραξιών μεταξύ της Βουλγαρίας και των υπολοίπων εμπολέμων. Τελικά η Σόφια ζήτησε ανακωχή στις 31 Ιουλίου και στις 10 Αυγούστου υπογράφηκε στο Βουκουρέστι η ομώνυμη συνθήκη, που έμελλε να καθορίσει τα νέα βαλκανικά σύνορα.

    Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου η πρώην οθωμανική Μακεδονία μοιράσθηκε ανάμεσα στην Ελλάδα (52% περίπου των εδαφών), τη Σερβία (38%) και την Βουλγαρία (10%). Η Σερβία είχε αποκτήσει τη Βόρεια Μακεδονία με τις πόλεις Κουμάνοβο, Περλεπέ, Μοναστηρίου (Βιτώλια) και Γευγελής. Η Ελλάδα απέκτησε την Θεσσαλονίκη, την Καβάλα, τις Σέρρες, το Κιλκίς, την Έδεσσα, την Κατερίνη, την Κοζάνη, τα Γρεβενά, την Καστοριά και την Φλώρινα. Στην ελληνική επικράτεια εντάχθηκε και η μοναστική κοινότητα του Αγίου Όρους, με καθεστώς αυτοδιοικήσεως. Η Βουλγαρία είχε πάρει τη Στρώμνιτσα και την Άνω Τζουμαγιά (σημερινό Μπλαγκόεβγκραντ). Το περίφημο «Μακεδονικό Ζήτημα» φάνηκε προς στιγμήν ότι είχε λυθεί στο πεδίο της μάχης.

    5. Συνέπειες των Βαλκανικών Πολέμων για τον άμαχο πληθυσμό

    Κατά τη διάρκεια των πολέμων, οι εμπλεκόμενες πλευρές έδειξαν ότι σκοπός τους δεν ήταν μονάχα η απόκτηση εδαφών αλλά και η «εθνική εκκαθάριση» ή η αντεκδίκηση εις βάρος «εχθρικών» πληθυσμών. Όλες οι αντιμαχόμενες πλευρές κατέστρεψαν χωριά ή συνοικίες, σκότωσαν ή τρομοκράτησαν άμαχους πολίτες και επιδίωξαν τη βίαιη αφομοίωσή τους. Στην ύπαιθρο οι Χριστιανοί αγρότες ξεσηκώθηκαν εναντίον των Μουσουλμάνων μπέηδων. Αντίστοιχα, Μουσουλμάνοι άτακτοι επιτέθηκαν εναντίον χριστιανικών κοινοτήτων σε περιοχές όπως τα Σέρβια, τα Γρεβενά και η Κοζάνη. Στις πόλεις η κατάσταση ήταν διαφορετική, αφού οι νέες αρχές κατάφεραν σύντομα να ελέγξουν τη δημόσια τάξη και τα έκτροπα. Η κατάσταση στον σερβικό και τον βουλγαρικό τομέα επιχειρήσεων φαίνεται ότι ήταν πολύ χειρότερη σε σχέση με τον ελληνικό, αν κρίνουμε τουλάχιστον από το πλήθος των Μουσουλμάνων προσφύγων που κατέφυγε στη ζώνη της ελληνικής κατοχής: από τους 140.000 Μουσουλμάνους που έφυγαν από τα μακεδονικά εδάφη μέχρι την άνοιξη του 1914, μόνον 24.000 προέρχονταν από τις ελληνικές «Νέες Χώρες». Υπήρξαν, βέβαια, αυθαιρεσίες και έκτροπα από κατώτερους Έλληνες αξιωματούχους ή απλούς πολίτες, αλλά η κυβέρνηση επεδίωκε την παραμονή των Μουσουλμάνων, για να μην διαταραχθεί η καλλιέργεια της γης και επιπλέον, επειδή ήθελε να προστατεύσει τους ελληνικούς πληθυσμούς στην Τουρκία.

    Ο Δεύτερος Βαλκανικός Πόλεμος αποδείχθηκε πολύ περισσότερο αιματηρός και σκληρός από τον Πρώτο για στρατιώτες και αμάχους. Τη βιαιότητα και τον φανατισμό της συγκρούσεως των αντιπάλων στρατευμάτων ακολουθούσε συνήθως η επίθεση εναντίον αμάχων. εξάλλου, ο φανατισμός της ελληνοβουλγαρικής αναμετρήσεως φανερώνεται και στις λιθογραφίες της εποχής. «Κρίμα που δεν εξηκολούθησε ο πόλεμος διά να τους εξαλείψωμεν τελείως από το πρόσωπον της γης· αυτοί δεν πρέπει να υπάρχουν εις τον γεωγραφικόν χάρτην», έγραφε στη γυναίκα του για τους Βουλγάρους ένας Έλληνας αξιωματικός. Χωριά και κωμοπόλεις κάηκαν κατά την υποχώρηση του βουλγαρικού στρατού ή κατά την προέλαση των ελληνικών και των σερβικών στρατευμάτων. Πολλές φορές οι ίδιοι οι κάτοικοι, που αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τους οικισμούς τους, τους έβαζαν φωτιά για να μην τους αφήσουν άθικτους στον «εχθρό», σκηνικό που είδαμε να επαναλαμβάνεται πρόσφατα και στους πολέμους στη Βοσνία και στην Κροατία.

    Την ενδοβαλκανική σύγκρουση σχολίασε δεικτικά σε ανταπόκρισή του από τα Βαλκάνια ο τότε δημοσιογράφος και μετέπειτα δημιουργός του Κόκκινου Στρατού των Μπολσεβίκων στη Ρωσία, Λέων Τρότσκι:

    «Τελωνειακή ένωση, ομοσπονδία, δημοκρατία, ενιαία βουλή για όλη τη χερσόνησο - τι ήταν όλες αυτές οι δύσμοιρες λέξεις μπροστά στο αποστομωτικό επιχείρημα της λόγχης; Πολεμήσανε τους Τούρκους για να «απελευθερώσουν» τους χριστιανούς, σφάξανε άμαχους Τούρκους και Αλβανούς για να διορθώσουν τις εθνογραφικές πληθυσμιακές στατιστικές, τώρα αρχίζουν να σφάζονται μεταξύ τους για να «αποτελειώσουν τη δουλειά»…, αυτό που έχουμε εδώ δεν είναι τυχαίο, κάποια παρεξήγηση, ούτε το αποτέλεσμα προσωπικών ιντρίγκων, αλλά η φυσική κατάληξη ολόκληρης της πολιτικής των βαλκανικών δυναστειών, της ευρωπαϊκής διπλωματίας και της σλαβόφιλης προπαγάνδας…».

    Οι αυθαιρεσίες και οι εκκαθαρίσεις των αντιπάλων στρατευμάτων αποτέλεσαν μεταπολεμικά αντικείμενο έρευνας από τη διεθνή Επιτροπή του ιδρύματος Carnegie Endowment for International Peace των ΗΠΑ. Μέλη της επιτροπής περιόδευσαν στη Μακεδονία μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων και το 1914 δημοσίευσαν τα αποτελέσματα της έρευνας. Ωστόσο, η δράση της επιτροπής και τα πορίσματά της δεν αναγνωρίσθηκαν από την Αθήνα και το Βελιγράδι, που κατηγορούσαν ορισμένα στελέχη της για σαφή φιλοβουλγαρική στάση.

    Β. Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

    ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

    1. Η Μακεδονία και πάλι στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων

    Με την κήρυξη του πολέμου από την Αυστροουγγαρία στη Σερβία και την επακόλουθη έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, το Μακεδονικό Ζήτημα αναπόφευκτα επανήλθε στο προσκήνιο των εξελίξεων. Οι λόγοι ήταν προφανείς: Η Σερβία δεχόταν επίθεση από μια μεγάλη Δύναμη και επομένως αμφισβητούνταν η εδαφική της ακεραιότητα· η Βουλγαρία επεδίωκε σαφώς την αναθεώρηση της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, ιδιαίτερα σε σχέση με τη διαίρεση της Μακεδονίας· τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα του πολέμου, η Αντάντ και οι Κεντρικές Δυνάμεις, έσπευσαν πολύ νωρίς να προσεταιρισθούν την Βουλγαρία, υποσχόμενα παραχωρήσεις εις βάρος των σερβικών αλλά και των ελληνικών μακεδονικών εδαφών.

    Με την είσοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, το φθινόπωρο του 1914, αναβαθμίστηκε ο ρόλος των ουδετέρων βαλκανικών κρατών και οι προσπάθειες των δύο στρατοπέδων να τα προσεταιρισθούν πολλαπλασιάστηκαν. Η Βουλγαρία κατείχε δεσπόζουσα θέση σε αυτόν το διπλωματικό ανταγωνισμό: Ο στρατός της είχε αυξημένο κύρος στους στρατιωτικούς και διπλωματικούς κύκλους των εμπολέμων, ενώ η στρατηγική της θέση ανάμεσα σε Σερβία και Οθωμανική Αυτοκρατορία και στο δρόμο προς τα Στενά του Βοσπόρου δεν μπορούσε να αγνοηθεί. Οι σύμμαχοι της Αντάντ, με αιχμή τη ρωσική διπλωματία και τους φιλοβουλγαρικούς κύκλους του βρετανικού κοινοβουλίου, επιθυμούσαν να προσφέρουν στη Βουλγαρία γενναίες εδαφικές παραχωρήσεις εις βάρος της σερβικής και της ελληνικής Μακεδονίας. Από την πλευρά τους, οι Κεντρικές Δυνάμεις μπορούσαν να προσφέρουν ευκολώτερα αυτά που ήθελε η Σόφια, αφού οι διεκδικήσεις της στρέφονταν πρωταρχικά σε εδάφη ενός αντιπάλου τους.

    Στη Σερβία, η Κυβέρνηση του Νίκολα Πάσιτς προσπάθησε -συχνά σε συνεργασία με την Ελληνική Κυβέρνηση- να απορρίψει τις συμμαχικές «προτροπές» για παραχωρήσεις εδαφών κι όταν αυτό κατέστη δύσκολο, εξαιτίας της κρίσιμης καταστάσεως στο μέτωπο και της απόλυτης εξαρτήσεως της χώρας από την Αντάντ, επιχείρησε να κωλυσιεργήσει κάνοντας συμβιβαστικές αντιπροτάσεις, γνωρίζοντας ότι η Σόφια θα τις απέρριπτε.

    Στην Ελλάδα, οι προτάσεις της Αντάντ για παραχώρηση της Ανατολικής Μακεδονίας και της Καβάλας ζημίωσαν πολιτικά τον Βενιζέλο, κύριο εκφραστή της φιλοσυμμαχικής τάσεως στη χώρα. Ο Βενιζέλος πίστευε ότι η Αντάντ θα κέρδιζε τον πόλεμο και γι' αυτό η Ελλάδα έπρεπε να συμπορευτεί μαζί της, για να ικανοποιήσει μεταπολεμικά τις εδαφικές και αλυτρωτικές της διεκδικήσεις εις βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Υποστήριζε, επίσης, ότι η χώρα ώφειλε να τηρήσει τις συμμαχικές της υποχρεώσεις απέναντι στη Σερβία σε περίπτωση βουλγαρικής επιθέσεως εναντίον της, προκειμένου να προστατεύσει το statusquo που είχε δημιουργηθεί με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, με άλλα λόγια τη διατήρηση των υφισταμένων συνόρων στη Μακεδονία και τον έλεγχο της βουλγαρικής επεκτατικότητος. Από την άλλη πλευρά, ο γερμανόφιλος Βασιλιάς Κωνσταντίνος αντιδρούσε στην εμπλοκή της Ελλάδος στον πόλεμο. Πίστευε ακράδαντα στην υπεροχή του γερμανικού στρατού και εφόσον η συστράτευση στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων ήταν αδύνατη εξαιτίας της γεωγραφικής θέσεως της χώρας, που την καθιστούσε όμηρο των στόλων της Βρετανίας και της Γαλλίας, η μοναδική εναλλακτική λύση ήταν η πλήρης ουδετερότητα. Γύρω του συσπειρώθηκε εκείνο το συντηρητικό κομμάτι της ελληνικής άρχουσας τάξεως, που αντιδρούσε στον πολιτικό και οικονομικό φιλελευθερισμό του Βενιζέλου και εκτιμούσε το γερμανικό μιλιταριστικό σύστημα. Η διάσταση ανάμεσα στον βασιλιά και τον πρωθυπουργό προσέλαβε σύντομα πολιτικά και πολιτειακά χαρακτηριστικά και ονομάστηκε, χωρίς υπερβολή, «Εθνικός Διχασμός». κορυφώθηκε μάλιστα τον Οκτώβριο του 1915, όταν η Βουλγαρία -που είχε ήδη ενταχθεί στο στρατόπεδο των Κεντρικών Δυνάμεων από τον προηγούμενο μήνα- επιτέθηκε από κοινού με την Γερμανία και την Αυστροουγγαρία εναντίον της Σερβίας. Ο Βενιζέλος, με την υποστήριξη της βουλής, αποφάσισε να βάλει την Ελλάδα στον πόλεμο. Την ημέρα όμως που οι πρώτες συμμαχικές μονάδες αποβιβάζονταν στη Θεσσαλονίκη για να ενισχύσουν -από κοινού με τα ελληνικά στρατεύματα- το σερβικό μέτωπο, ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε να επικυρώσει την κήρυξη πολέμου εναντίον της Βουλγαρίας και των Κεντρικών Δυνάμεων, αναγκάζοντας τον Έλληνα πρωθυπουργό να παραιτηθεί.

    Ο σερβικός στρατός δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει τη συνδυασμένη επίθεση γερμανικών, αυστροουγγρικών και βουλγαρικών δυνάμεων, που πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1915 και επιχείρησε να υποχωρήσει προς το νότο, με στόχο τη συγκρότηση νέου μετώπου στα μακεδονικά εδάφη με τη βοήθεια των Συμμάχων. Η εισβολή όμως των βουλγαρικών στρατευμάτων στη σερβική Μακεδονία απέτρεψε την επαφή Σέρβων και Αγγλογάλλων και ανάγκασε τους πρώτους να υποχωρήσουν, μέσω των ορεινών όγκων της Αλβανίας. Τελικά οι Σέρβοι πρόσφυγες κατέφυγαν στην Κέρκυρα, όπου, παρά τις διαμαρτυρίες της νέας φιλοβασιλικής Ελληνικής Κυβερνήσεως, οι Σύμμαχοι εγκατέστησαν την εξόριστη Σερβική Κυβέρνηση. Έτσι, η Ελλάδα, αν και τυπικά παρέμενε ουδέτερη και με καθεστώς που πρόσκεινταν φιλικά απέναντι στη Γερμανία, αναγκάστηκε να φιλοξενεί στο έδαφός της τις στρατιωτικές δυνάμεις της Αντάντ και της Σερβίας.

    2. Το Μακεδονικό Μέτωπο και η Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης

    Στην ελληνική Μακεδονία οι Σύμμαχοι (Βρετανοί, Γάλλοι, αποικιακά στρατεύματα και από το 1916 Ρώσοι, Ιταλοί και οι Σέρβοι που μεταφέρθηκαν από την Κέρκυρα) έλαβαν αμυντικές θέσεις στα ελληνικά σύνορα, αντιμέτωποι κυρίως με βουλγαρικές και δευτερευόντως με γερμανικές δυνάμεις. Στα επόμενα τρία περίπου χρόνια, το θέατρο των επιχειρήσεων στην περιοχή ονομάστηκε «Μακεδονικό Μέτωπο» (ή Μέτωπο της Θεσσαλονίκης). Μέχρι το 1918, η Αντάντ επέλεξε να του δώσει αμυντικό χαρακτήρα, επειδή δεν μπορούσε να διαθέσει τις απαραίτητες δυνάμεις για να εξαπολύσει επιθέσεις εναντίον των ισχυρών θέσεων του βουλγαρικού και του γερμανικού στρατού. Από την πλευρά τους, οι Κεντρικές Δυνάμεις ήταν ικανοποιημένες με τη στασιμότητα του μετώπου, καθώς είχαν επιτύχει τον σημαντικότερο στόχο τους, δηλαδή τη συντριβή της Σερβίας και τον έλεγχο της επικοινωνίας Βερολίνου-Κωνσταντινουπόλεως. Ο αμυντικός ρόλος των συμμαχικών δυνάμεων στην περιοχή τους στοίχισε τον υποτιμητικό τίτλο «Περιβολάρηδες της Θεσσαλονίκης» (Gardeners of Salonica), ενώ η γερμανική προπαγάνδα ονόμασε το Μακεδονικό Μέτωπο το «μεγαλύτερο περιφραγμένο στρατόπεδο». Τα ειρωνικά αυτά σχόλια δεν μειώνουν, ωστόσο, τις δυσκολίες και τις κακουχίες που συνάντησαν οι στρατιώτες που υπηρέτησαν στην περιοχή, αλλά ούτε και τη στρατηγική σημασία του μετώπου, που φάνηκε σαφώς τον Σεπτέμβριο του 1918, όταν η συμμαχική επίθεση οδήγησε στην κατάρρευση των βουλγαρικών θέσεων και στην επακόλουθη συνθηκολόγηση, αρχικά της Βουλγαρίας και στη συνέχεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Αυστροουγγαρίας.

    Όταν οι Σύμμαχοι δημιούργησαν το Μακεδονικό Μέτωπο, το φθινόπωρο του 1915, δεν ανησυχούσαν μόνο για ενδεχόμενη επίθεση των εχθρικών δυνάμεων αλλά και για τη στάση που θα κρατούσε η επίσημη Ελλάδα. Η ουσιαστική απόλυση του Βενιζέλου οδήγησε, όπως ήταν φυσικό, σε πολιτική και συνταγματική κρίση, που εντάθηκε με την αποχή των Φιλελευθέρων από τις εκλογές του Δεκεμβρίου του 1915. Οι Βασιλικοί επιχείρησαν να ελέγξουν πλήρως την κρατική μηχανή και το στράτευμα, εντείνοντας τις αντιδράσεις των αντιπάλων τους. Η άρνηση του Κωνσταντίνου να συνεργαστεί με τους Συμμάχους και η παραβίαση εκ μέρους της Αντάντ της ελληνικής κυριαρχίας και ουδετερότητος οδηγούσαν αναπόφευκτα σε συχνές αντιπαραθέσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές.

    Πρωταγωνιστής σε αυτήν την κρίση αναδείχθηκε ο επικεφαλής της Γαλλικής Στρατιάς της Ανατολής και Αρχιστράτηγος των συμμαχικών δυνάμεων στο Μακεδονικό Μέτωπο, Μωρίς Σαράιγ (Maurice Sarrail). Ο Γάλλος στρατηγός επέκτεινε σταδιακά τη ζώνη ελέγχου του, απαίτησε και πέτυχε την απομάκρυνση των ελληνικών στρατευμάτων από την Θεσσαλονίκη και περιόρισε τις δικαιοδοσίες και τις αρμοδιότητες των ελληνικών αρχών. Μετά την εισβολή των Βουλγάρων στην Ανατολική Μακεδονία και την κατάληψή της χωρίς να υπάρξει αντίσταση από τα ελληνικά στρατεύματα, που στο σύνολό τους σχεδόν αιχμαλωτίσθηκαν, ο Σαράιγ επέβαλε τον Στρατιωτικό Νόμο και τη λογοκρισία. Η ελληνική Μακεδονία χωρίστηκε σε ζώνες κατοχής των συμμαχικών δυνάμεων, παραγκωνίζοντας πλήρως την ελληνική διοίκηση.

    Εν τω μεταξύ, βενιζελικοί πολιτικοί και αξιωματικοί (ανάμεσά τους οι Περικλής Αργυρόπουλος, Αλέξανδρος Ζάννας, Κωνσταντίνος Αγγελάκης, Δημήτριος Δίγκας, Παμίκος Ζυμβρακάκης και Κωνσταντίνος Μαζαράκης) είχαν μετατρέψει την Θεσσαλονίκη σε κέντρο της πολιτικής τους δραστηριότητας, ανησυχώντας για την οριστική απώλεια της ελληνικής κυριαρχίας στις «Νέες Χώρες» αλλά και για τις διώξεις και την περιθωριοποίησή τους από το βασιλικό καθεστώς. Τον Δεκέμβριο του 1915 συγκρότησαν την Επιτροπή Εθνικής Άμυνας, παρά τις επιφυλάξεις του Βενιζέλου, ο οποίος αφενός αμφέβαλλε για την υποστήριξη μιας τέτοιας κινήσεως από τις συμμαχικές κυβερνήσεις και αφετέρου δεν ήθελε να φτάσει σε πλήρη ρήξη με το καθεστώς του Κωνσταντίνου. Η κατάληψη, ωστόσο, της Ανατολικής Μακεδονίας λειτούργησε καταλυτικά: στις 29 Αυγούστου εκδηλώθηκε στη Θεσσαλονίκη στρατιωτικό κίνημα της Εθνικής Άμυνας, το οποίο κατάφερε να επικρατήσει χάρη στην παρέμβαση των γαλλικών στρατευμάτων, αφού οι περισσότερες ελληνικές μονάδες και τα περισσότερα στελέχη του κρατικού μηχανισμού αρνήθηκαν να το υποστηρίξουν. Την ηγεσία του κινήματος ανέλαβε ο ίδιος ο Βενιζέλος, ως επικεφαλής της Προσωρινής Επαναστατικής Κυβερνήσεως και της λεγόμενης «Τριανδρίας», που αποτελούνταν από τον ίδιο και από δύο δημοφιλείς ανωτέρους αξιωματικούς, το Ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και τον Στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή. Βασική αποστολή της Προσωρινής Κυβερνήσεως αποτέλεσε η αποκατάσταση του ελληνικού κύρους απέναντι στους Συμμάχους και, παράλληλα, της ελληνικής κυριαρχίας στη Μακεδονία. Για τον σκοπό αυτό επιχείρησε, χωρίς πάντως εντυπωσιακά αποτελέσματα, να συγκροτήσει αξιόμαχο στρατό και να επανακτήσει μέρος τουλάχιστον της ελληνικής διοικήσεως στην περιοχή. Την προσπάθειά της αυτή δυσχέραινε η έλλειψη ενιαίας στάσεως και ανεπιφύλακτης υποστηρίξεως από τους Συμμάχους καθώς και η απροθυμία του πληθυσμού να ανταποκριθεί στην επιστράτευση. Παράλληλα, προχώρησε στη λήψη θεσμικών μέτρων, που εφαρμόσθηκαν κατ' αρχήν στην περιοχή ελέγχου της, δηλαδή στα μακεδονικά εδάφη που δεν είχαν καταληφθεί από τον βουλγαρικό στρατό, τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη. Τα μέτρα αυτά περιελάμβαναν την εισαγωγή της δημοτικής γλώσσας στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, την απαλλοτρίωση τσιφλικιών με σκοπό την αποκατάσταση των ακτημόνων, τη θέσπιση καταστατικού χάρτη της Εκκλησίας των «Νέων Χωρών», τη σύσταση Διεύθυνσης Εργασίας και την άδεια λειτουργίας Εργατικού Κέντρου στη Θεσσαλονίκη. Η Προσωρινή Κυβέρνηση αναγνωρίσθηκε τελικά μόνο defacto από τους Συμμάχους. Η λειτουργία της ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 1917, με την αναγκαστική απομάκρυνση του Κωνσταντίνου από τον θρόνο και την Ελλάδα κατόπιν πιέσεων της Αντάντ, την ενθρόνιση του γιου του Αλεξάνδρου και την επιστροφή του Βενιζέλου στην εξουσία.

    3. Ξένες προπαγάνδες στην ελληνική Μακεδονία

    Η επαναφορά στο προσκήνιο του Μακεδονικού Ζητήματος, με την έναρξη του πολέμου, δεν αφορούσε μονάχα σερβικά αλλά και ελληνικά εδάφη. Η μυστική διπλωματία, οι αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών λόγω των εχθροπραξιών και η παρουσία ξένων στρατευμάτων στην περιοχή ανανέωσε την προπαγανδιστική δραστηριότητα για το μελλοντικό καθεστώς της ελληνικής Μακεδονίας και της Θεσσαλονίκης. Η προπαγάνδα δεν προερχόταν μονάχα από τον παραδοσιακό διεκδικητή της Μακεδονίας, την Βουλγαρία, η οποία άλλωστε από τη στιγμή που μπήκε στον πόλεμο με τις Κεντρικές Δυνάμεις έχασε τη δυνατότητα αποτελεσματικής παρεμβάσεως στην περιοχή ή επηρεασμού των Κυβερνήσεων της Αντάντ. Κατά την περίοδο 1915-1918, εκπορεύθηκε κυρίως από παράγοντες της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Σερβίας, οι οποίοι - άλλοτε δρώντας χωρίς τη συγκατάθεση των κυβερνήσεών τους κι άλλοτε με την σιωπηρή τους ενθάρρυνση- εκμεταλλεύθηκαν την απουσία του ελληνικού κράτους από την Μακεδονία, για να προωθήσουν τους δικούς τους στόχους.

    Η άσκηση γαλλικής ή ιταλικής προπαγάνδας εκφράστηκε περισσότερο ως μέσο επεκτάσεως των οικονομικών και εμπορικών συμφερόντων των δύο κρατών και των κεφαλαίων που αυτά αντιπροσώπευαν και σπανίως προεκτάθηκε σε καθαρά πολιτικούς σχεδιασμούς. Η επιθυμία, εξάλλου, ορισμένων Γάλλων πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων να μετατραπεί μεταπολεμικά η Θεσσαλονίκη και η Μακεδονία σε γαλλικό προτεκτοράτο, δε συνάντησε την αποδοχή της επίσημης γαλλικής διπλωματίας. Η σερβική περίπτωση ήταν βέβαια διαφορετική, αφού η Σερβία αποτελούσε γειτονικό με την Ελλάδα κράτος και κατείχε η ίδια μακεδονικά εδάφη. Η κατάληψη και προσάρτηση μεγάλου μέρους της οθωμανικής Μακεδονίας, στα 1912, φάνηκε να ικανοποιεί την επίσημη Σερβία. Μερίδα όμως των στρατιωτικών, των πολιτικών και των διανοουμένων της χώρας έτρεφε βλέψεις και σε ελληνικά εδάφη. Στόχο των Σέρβων προπαγανδιστών αποτελούσαν η Δυτική Μακεδονία, όπου το τοπικό σλαβικό στοιχείο ήταν πολυάριθμο και ένα τμήμα του έδειξε αρχικά την προτίμησή του να υπαχθεί σε κάποιο σλαβικό κράτος και η Θεσσαλονίκη, η οποία θεωρείτο φυσική κατάληξη της κοιλάδας του Μοράβα και του Αξιού και το λιμάνι της απαραίτητο για το σερβικό εμπόριο. Οι ελληνο-σερβικές σχέσεις είχαν κλονιστεί μετά την άρνηση του Κωνσταντίνου να συνδράμει στρατιωτικά τη Σερβία και την απομάκρυνση του Βενιζέλου από την εξουσία. Η κρίση εντάθηκε με την ουσιαστική κατάλυση της ελληνικής κυριαρχίας στην Μακεδονία από τους Συμμάχους και την επιθυμία Γάλλων αξιωματούχων να χρησιμοποιήσουν τη Σερβία για την εδραίωση και την επέκταση της θέσεώς τους στα Βαλκάνια. Ωστόσο, μετά την επιστροφή του Βενιζέλου στην εξουσία και την επίσημη είσοδο της Ελλάδος στον πόλεμο, η σερβική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία φάνηκε περισσότερο πρόθυμη να αποκηρύξει τις προπαγανδιστικές κινήσεις.

    Οι ξένες προπαγάνδες στη Θεσσαλονίκη τον καιρό του πολέμου βρήκαν συχνά συμπαραστάτη το εβραϊκό στοιχείο της πόλεως και ιδιαίτερα την εμπορική του τάξη, που έβλεπε με φόβο την Θεσσαλονίκη να χάνει την ενδοχώρα της και να μετατρέπεται από εμπορικό κέντρο της Βαλκανικής Χερσονήσου σε συνοριακή πόλη. Η φιλελεύθερη πολιτική του Βενιζέλου και κυρίως η δέσμευσή του για την παροχή ειδικών προνομίων προς την κοινότητά τους διασκέδασε κάπως αυτές τις ανησυχίες. Παρ' όλα αυτά, η πλειοψηφία των Εβραίων παρέμεινε καχύποπτη απέναντι στην ελληνική διοίκηση, υποστηρίζοντας συχνά τις προβαλλόμενες από Σέρβους, Γάλλους και Ιταλούς θέσεις για τη διαμόρφωση ενός «διεθνούς καθεστώτος» στην πόλη.

    4. Η Θεσσαλονίκη την εποχή του πολέμου

    Κατά τη διάρκεια του πολέμου, η Θεσσαλονίκη γνώρισε την τελευταία της αναλαμπή ως κοσμοπολίτικη και πολυεθνική πόλη. Στον ήδη πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της προστέθηκαν οι πρόσφυγες και οι χιλιάδες ξένοι στρατιώτες, που εγκαταστάθηκαν στο κέντρο και στα περίχωρά της. Η παρουσία τους, παρά τα προβλήματα που δημιούργησε, τόνωσε την οικονομική δραστηριότητα: η κατασκευή στρατιωτικών έργων προσέφερε απασχόληση στους ανέργους και στους πρόσφυγες από την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη. Οι εμπορικές συναλλαγές έδωσαν ανάσα στις επιχειρήσεις που είχαν υποστεί πλήγμα από τους προηγούμενους πολέμους, οδηγώντας ταυτόχρονα τις τιμές των αγαθών και της στέγης στα ύψη. Η διοχέτευση χρημάτων από τους Συμμάχους και την Ελληνική Κυβέρνηση ταυτόχρονα δημιούργησε συνθήκες νομισματικής υπερπροσφοράς και έτσι ο νομισματικός όγκος που διοχετεύθηκε την περίοδο αυτή μέσα στην πόλη, ξεπέρασε την αξία των εισαγωγών μέσω του λιμανιού. Αν και από τα τέλη του 1917 σημειώθηκαν μεγάλες ελλείψεις σε τρόφιμα και άλλα αγαθά, που οδήγησαν στη διανομή τους με δελτίο, ο δείκτης θνησιμότητος του πληθυσμού μειώθηκε από 17% (1914) σε 3% (1916), λόγω των υγειονομικών μέτρων που πήραν οι συμμαχικές Υπηρεσίες.

    Η πρώην «τουρκόπολη», σύμφωνα με υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς, απέκτησε ευρωπαϊκή όψη με café-chantant, κινηματογράφους, ορχήστρες, καμπαρέ, πορνεία και γενικά μία πρωτοφανή κοσμική και κοινωνική ζωή. Οι στρατιώτες των Συμμάχων συνυπήρχαν με τους ντόπιους κατοίκους, τους Έλληνες κρατικούς υπαλλήλους και τους κατασκόπους των Κεντρικών Δυνάμεων. Παρά την επιβολή λογοκρισίας, ο τύπος γνώρισε μεγάλη άνθηση, καθώς η πόλη διέθετε είκοσι περίπου εφημερίδες, γραμμένες σε επτά διαφορετικές γλώσσες. Οι ξένοι στρατιώτες φωτογράφιζαν και κινηματογραφούσαν τα πάντα, διασώζοντας την εικόνα κτιρίων, συνοικιών και μνημείων, πολλά από τα οποία καταστράφηκαν αργότερα.

    Πέρα από τη δυστυχία και τα δεινά αλλά και τα πλεονεκτήματα που προσέφερε ο πόλεμος στη Θεσσαλονίκη, το περισσότερο δραματικό ίσως γεγονός την περίοδο αυτή στάθηκε η πυρκαγιά του Αυγούστου του 1917, που κατέστρεψε τα 2/3 του κέντρου της πόλεως. Η πυρκαγιά ξέσπασε κατά λάθος και στη συνέχεια -βοηθούμενη από την ασφυκτική ρυμοτομία, τις ξύλινες οικίες και την υψηλή θερμοκρασία της εποχής- εξαπλώθηκε από την παραλία έως τις παρυφές της Άνω Πόλεως και από την Πλατεία Βαρδαρίου μέχρι τη Νέα Παναγία.

    «Μετά από τέσσερις μήνες χωρίς βροχή, το κάθε μπλακόνι αποτελούσε στεγνό προσάναμμα και με τον αέρα να φυσά βορειοδυτικά η πόλη είχε λίγες ελπίδες να γλιτώσει την καταστροφή… Σύντομα οι άνθρωποι ξεχύνονταν έξω από τα σπίτια τους, φορτώνοντας τις περιουσίες τους σε γαϊδούρια ή άμαξες ή σέρνοντας κρεβάτια και ρούχα και οικιακά είδη πίσω τους, σε μια πανικόβλητη φυγή προς την παραλία. Χωρίς στην πραγματικότητα να υπάρχει νερό στην άνω πόλη, οι τοίχοι από δρόμο σε δρόμο άρχισαν να καταρρέουν σαν να ήταν δέντρα σε ένα φλεγόμενο δάσος…».

    Μέσα σε λίγες ώρες κάηκαν 120 εκτάρια του ιστορικού κέντρου, 70.000 κάτοικοι έμειναν άστεγοι (εκ των οποίων το 70% ήταν Εβραίοι) και εξαφανίσθηκε η παραδοσιακή όψη και διάρθρωση της πόλεως. Η πυρκαγιά αποτέλεσε τεράστια καταστροφή για τους κατοίκους της πόλεως και δημιούργησε μεγάλο πρόβλημα εξεύρεσης στέγης, που γινόταν εντονώτερο με την παρουσία των ξένων στρατευμάτων και των προσφύγων από τις βουλγαροκρατούμενες περιοχές και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ταυτόχρονα όμως αποτελούσε μοναδική ευκαιρία για την πολεοδομική αναμόρφωση της πόλεως. Η Ελληνική Κυβέρνηση κινήθηκε ταχύτατα προς αυτόν τον στόχο, με σκοπό αφενός να εξαλείψει τα εναπομείναντα ίχνη της παλαιάς οθωμανικής πόλεως και αφετέρου, να την εκσυγχρονίσει. Για την ανοικοδόμηση συστήθηκε κοινή ελληνο-βρετανο-γαλλική επιτροπή μελέτης, με επικεφαλής τον Άγγλο αρχιτέκτονα Τόμας Μάωσον (Thomas Mawson), τον οποίο αντικατέστησε σύντομα ο Γάλλος συνάδελφός του Έρνεστ Χέμπραντ (Ernest Hébrard). Το σχέδιο, ωστόσο, δεν εφαρμόσθηκε ποτέ πλήρως, λόγω των συχνών πολιτικών αλλαγών, των πιέσεων των ιδιοκτητών και των εργολάβων αλλά και των επιτακτικών αναγκών που προκάλεσε η άφιξη των Μικρασιατών προσφύγων, μετά το 1922.


    5. Το τέλος του πολέμου και η Συνθήκη του Νεϊγύ

    Η είσοδος της Ελλάδος στον πόλεμο προσέφερε στις συμμαχικές δυνάμεις νέα, ξεκούραστα στρατεύματα και επέτρεψε την ανάληψη επιθετικής δράσεως στο Μακεδονικό Μέτωπο. Τον Σεπτέμβριο του 1918, ο συμμαχικός στρατός διέθετε ελαφρά υπεροπλία έναντι των γερμανικών και των βουλγαρικών στρατευμάτων του μετώπου (600.000 άνδρες έναντι 450.000), γεγονός που έδωσε τη δυνατότητα στο νέο Γάλλο Αρχιστράτηγο Φρανσέ Ντ' Εσπεραί Franchet d' Esperey, να διατάξει γενική επίθεση εναντίον των εχθρικών αμυντικών γραμμών. Η δριμύτητα της επιθέσεως αλλά και η εξάντληση των Βουλγάρων από τη συνέχιση του πολέμου οδήγησαν στην ταχεία διάσπαση του μετώπου. Στις 30 Σεπτεμβρίου η Βουλγαρία αναγκάσθηκε να συνθηκολογήσει. Τα συμμαχικά στρατεύματα συνέχισαν την προέλασή τους στη Σερβία και στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη, απειλώντας τώρα τα νώτα των Κεντρικών Δυνάμεων στα Βαλκάνια και την οθωμανική πρωτεύουσα. Πράγματι, η Οθωμανική Αυτοκρατορία συνθηκολόγησε στις 30 Οκτωβρίου, η Αυστροουγγαρία στις 3 και η Γερμανία στις 11 Νοεμβρίου. Προφανώς η κατάρρευση των Κεντρικών Δυνάμεων δεν οφείλεται αποκλειστικά στη συμμαχική νίκη στη Μακεδονία, ωστόσο οι εξελίξεις επιταχύνθηκαν εξαιτίας της.

    Το τέλος του πολέμου ακολούθησαν οι συνθήκες ειρήνης, που υπαγόρευσαν οι νικήτριες Μεγάλες Δυνάμεις. Στα Βαλκάνια η Βουλγαρία με τη Συνθήκη του Νεϊγύ (27-11-1919) αναγκάσθηκε να παραχωρήσει τη Δυτική Θράκη στην Ελλάδα, τέσσερις μικρούς θύλακες στο Νέο Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, ενώ επέστρεψε τη νότια Δοβρουτσά στη Ρουμανία. Έχασε έτσι οριστικά την έξοδο στο Αιγαίο και απώλεσε επιπλέον μακεδονικά εδάφη, εξέλιξη που θεωρήθηκε από τους Βουλγάρους δεύτερη «εθνική καταστροφή» (πρώτη θεωρείται το αποτέλεσμα του Δευτέρου Βαλκανικού Πολέμου). Παράλληλα, η Συνθήκη του Νεϊγύ προέβλεπε την εθελοντική και αμοιβαία μετανάστευση των γλωσσικών, θρησκευτικών και εθνοτικών μειονοτήτων ανάμεσα στη Βουλγαρία και την Ελλάδα. Υπολογίζεται ότι περίπου 60.000 σλαβικής καταγωγής κάτοικοι της ελληνικής επικράτειας εγκατέλειψαν τα σπίτια τους, για να μεταναστεύσουν στη Βουλγαρία· σ' αυτούς θα πρέπει να προσθέσουμε και άλλους 40.000 Σλάβους της ελληνικής Μακεδονίας -κυρίως της Κεντρικής και της Ανατολικής- που ακολούθησαν τα ηττημένα βουλγαρικά στρατεύματα κατά τη διάρκεια και μετά το τέλος του Δευτέρου Βαλκανικού Πολέμου. Από την άλλη πλευρά, περίπου 45.000 Έλληνες εγκατέλειψαν τη βουλγαρική για την ελληνική επικράτεια, κατά τη χρονική περίοδο 1913-1923.

    6. Η αλλαγή του εθνολογικού χάρτη της ελληνικής Μακεδονίας μετά τον πόλεμο

    Αυτές οι μετακινήσεις πληθυσμών, σε συνδυασμό με την άφιξη προσφύγων από τις γειτονικές χώρες, περιόρισαν τον πολυεθνικό χαρακτήρα της ελληνικής Μακεδονίας. Ενδεικτική ήταν η αλλαγή που σημειώθηκε στην εθνολογική σύνθεση της Θεσσαλονίκης: Σύμφωνα με την απογραφή του 1913, η πόλη είχε 157.889 κατοίκους, εκ των οποίων 61.439 Ισραηλίτες (38,9%), 45.867 Μουσουλμάνοι (29%), 39.956 Έλληνες (25,3%), 6.262 Βούλγαροι (3,9%) και 4.364 ξένοι (2,7%). Η μετανάστευση Μουσουλμάνων, Σλάβων και Εβραίων προς την Τουρκία, τα γειτονικά βαλκανικά κράτη και αλλού και η άφιξη χιλιάδων Ελλήνων προσφύγων από τις βουλγαρικές και οθωμανικές επαρχίες μετέβαλε ριζικά τους παραπάνω συσχετισμούς. Το 1916, σε σύνολο 165.704 κατοίκων το ελληνικό στοιχείο της πόλεως πέρασε στην πρώτη θέση με 68.205 άτομα (41,16%), οι Ισραηλίτες έπεσαν στη δεύτερη θέση με 61.400 (37%), ενώ οι Μουσουλμάνοι πέρασαν τρίτοι με 30.000 (18,10%), οι ξένοι διατήρησαν τους αριθμούς τους (4.300, ποσοστό 2,59%), ενώ οι Βούλγαροι περιορίσθηκαν στα 1.800 άτομα (1,08%). Παρόμοιες αλλαγές σημειώθηκαν και στη μακεδονική ενδοχώρα, σύμφωνα τουλάχιστον με τις επίσημες απογραφές της εποχής.

    Ωστόσο, η μεγάλη ανατροπή προήλθε από την αποτυχημένη ελληνική εκστρατεία στη Μικρά Ασία, τη Μικρασιατική Καταστροφή και την επακόλουθη Συνθήκη της Λωζάννης, που προέβλεπε την αναγκαστική μετανάστευση Ορθοδόξων Χριστιανών από την Τουρκία και Μουσουλμάνων από την Ελλάδα: 300.000 Μουσουλμάνοι εγκατέλειψαν οριστικά την ελληνική Μακεδονία, ενώ τη θέση τους πήραν 600.000 περίπου Έλληνες πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. Με τις αλλαγές αυτές, το ελληνικό στοιχείο στην ελληνική Μακεδονία ανέβηκε από 42,6% το 1912 σε 88,8% το 1926. Η ισραηλιτική κοινότητα βρισκόταν συγκεντρωμένη κυρίως στη Θεσσαλονίκη και δευτερευόντως σε άλλα μικρότερα αστικά κέντρα, όπως η Καβάλα, η Βέροια και η Καστοριά και συνολικά δεν ξεπερνούσε τους 70.000 ανθρώπους. Ο αριθμός του σλαβόφωνου στοιχείου δεν μπορεί να υπολογισθεί με ακρίβεια: σύμφωνα με τη στατιστική του 1925 έφτανε τα 160.000 περίπου άτομα, ενώ η αντίστοιχη του 1928 έκανε λόγο για 80.000 άτομα με μητρική γλώσσα την βουλγαρική, όταν το σύνολο του πληθυσμού της ελληνικής Μακεδονίας προσέγγιζε πια το ενάμισι εκατομμύριο. Η πληθυσμιακή επικράτηση του ελληνικού στοιχείου εξουδετέρωσε στην πράξη τις διεκδικήσεις των γειτονικών κρατών -κυρίως της Βουλγαρίας- και ταυτόχρονα οριστικοποίησε την επικράτηση του ελληνικού εθνικού κράτους στα μακεδονικά εδάφη της παλαιάς πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

    Γ. ΚΡΑΤΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ

    ΣΤΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΕΔΑΦΗ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ, 1913-1923

    1. Ελληνική Μακεδονία

    α) Η ενσωμάτωση των «Νέων Χωρών» στο ελληνικό βασίλειο

    Η μορφή και η στελέχωση της διοικήσεως στις νέες εδαφικές κτήσεις της απασχόλησε από την πρώτη στιγμή την Ελληνική Κυβέρνηση. Ο Κωνσταντίνος ζήτησε τη συγκρότηση πολιτικού γραφείου υπό τον προσωπικό του έλεγχο και την άσκηση της πραγματικής διοικήσεως από τις στρατιωτικές αρχές, με προφανή στόχο την εν λευκώ παράδοση της διοικήσεως των «Νέων Χωρών» στον ίδιο. Η κυβέρνηση όμως αποφάσισε να αναθέσει την προσωρινή διοίκηση των μακεδονικών επαρχιών στον έως τότε Υπουργό Δικαιοσύνης, Κωνσταντίνο Ρακτιβάν. Ο Ρακτιβάν έφτασε στη Θεσσαλονίκη ατμοπλοϊκώς στις 11 Νοεμβρίου. Την επόμενη μέρα, ο Βασιλιάς Γεώργιος Α΄, που βρισκόταν ήδη στη Θεσσαλονίκη, υπέγραψε το Διάταγμα διορισμού του, χωρίς να κρύψει τη δυσαρέσκειά του για τον παραγκωνισμό του γιου και διαδόχου του, τον οποίο θεωρούσε πραγματικό κύριο των καταληφθεισών περιοχών.

    Αμέσως μετά την άφιξή του στη Θεσσαλονίκη, ο Ρακτιβάν απευθύνθηκε με προκήρυξη στο μακεδονικό λαό υποσχόμενος ισονομία και ισοπολιτεία, ανεξάρτητα από εθνικότητα και θρησκεία, γιατί μόνον αυτό ταίριαζε σε ένα «πεπολιτισμένο κράτος». Ζητούσε, επίσης, αυστηρή τήρηση των νόμων από τις Αρχές και τους πολίτες. Η διοίκηση ακολούθησε τις διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου, που προέβλεπαν τη διατήρηση της υφιστάμενης νομοθεσίας στις κατεχόμενες χώρες. Διατηρήθηκαν έτσι οι οθωμανικοί νόμοι για την διοικητική διαίρεση, τους δήμους και τις κοινότητες καθώς επίσης και το οθωμανικό Αστικό και Εμπορικό Δίκαιο. Ταυτόχρονα όμως εκδόθηκαν Πράξεις νομοθετικού περιεχομένου για την κάλυψη των νέων αναγκών, ανάμεσά τους και ο Νόμος «Περί διοικήσεως των στρατιωτικώς κατεχομένων χωρών», ο οποίος προέβλεπε τη δημιουργία της θέσεως του Γενικού Διοικητού, θεσμός που θα επιβιώσει -με τροποποιήσεις- για αρκετές δεκαετίες. Ο Γενικός Διοικητής αντιπροσώπευε την κυβέρνηση σε μία ευρεία γεωγραφική ή διοικητική μονάδα, αναλάμβανε τα καθήκοντα της οργανώσεως και της λειτουργίας των Δημοσίων Υπηρεσιών, του διορισμού και της απολύσεως υπαλλήλων, των δαπανών διοικήσεως, της μισθοδοσίας, της συντηρήσεως και διαχειρίσεως των Δημοσίων Υπηρεσιών κλπ. Επρόκειτο για ένα σύστημα αποκέντρωσης από την κεντρική κυβέρνηση και ταυτόχρονα συγκέντρωσης των εξουσιών -νομοθετικών και εκτελεστικών- στα χέρια της γενικής διοικήσεως. Το σύστημα αυτό βαθμιαία υποχώρησε και καταργήθηκε πλήρως το 1915 από την Κυβέρνηση Γούναρη, οπότε παγιώθηκε η πλήρης διοικητική εξάρτηση της Μακεδονίας από την Αθήνα.

    Προσωρινά οι Οθωμανοί υπάλληλοι και αστυνομικοί διατήρησαν τις θέσεις τους, σύντομα όμως απαγορεύθηκε η δημόσια χρήση του φεσιού και απολύθηκαν όσοι αρνήθηκαν να αποκτήσουν την ελληνική υπηκοότητα. Δήμαρχος Θεσσαλονίκης παρέμεινε, ωστόσο, ο Οσμάν Σαΐντ Μπέη μέχρι το 1916 και από το 1920 έως το 1922. Η ελληνική επιβλήθηκε ως γλώσσα διοικήσεως σε όλες τις «Νέες Χώρες», εφαρμόστηκαν οι ελληνικοί τελωνειακοί δασμοί και καταργήθηκαν οι διομολογήσεις. Τα υφιστάμενα δικαιώματα διεθνούς διαχειρίσεως του «Δημοσίου Οθωμανικού Χρέους» και του «Οθωμανικού Μονοπωλίου Καπνού» λειτούργησαν ομαλά μέχρι τα μέσα του 1914. Το οθωμανικό νόμισμα εξακολουθούσε να κυκλοφορεί μέχρι το 1915, οπότε και ο Διεθνής Δημοσιονομικός Έλεγχος επέτρεψε την κυκλοφορία της δραχμής στις «Νέες Χώρες». Οι κινήσεις για την εκκλησιαστική ενσωμάτωση των «Νέων Χωρών» στο ελληνικό κράτος, αν και ξεκίνησαν από την επομένη των Βαλκανικών Πολέμων, ολοκληρώθηκαν (υπό ιδιόμορφο καθεστώς δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου) μόλις το 1928.

    Τον ελληνικό στρατό στη Μακεδονία συνόδευσε ή ακολούθησε μεγάλος αριθμός διοικητικών, αστυνομικών και δικαστικών υπαλλήλων, διπλωματών, δικηγόρων και μηχανικών από την παλαιά Ελλάδα και την Κρήτη. Η παρουσία τους βοήθησε στη διοικητική ενσωμάτωση των «Νέων Χωρών» στο ελληνικό βασίλειο, ενίοτε όμως δημιούργησε προβλήματα και εντάσεις με τους ντόπιους κατοίκους, που ένιωθαν ότι παραγκωνίζονταν. Εξάλλου, πολλοί Νοτιοελλαδίτες θεωρούσαν τον διορισμό τους στις «Νέες Χώρες» δυσμενή μετάθεση, με αποτέλεσμα ο κρατικός μηχανισμός στην περιοχή να στελεχώνεται με αμφιβόλου ποιότητος στελέχη. Στα απομνημονεύματά του ο Γεώργιος Μόδης εκφράζει τη δυσφορία του για το χαμηλό επίπεδο διοικητικών υπαλλήλων από τη Νότια Ελλάδα, που τους θεωρούσε «ανορθόγραφους» και υποστήριζε ότι οι ίδιοι «φαντάστηκαν ότι κυριώτερη αποστολή στις «Νέες Χώρες» είχαν να πλουτίσουν…». Προβλήματα παρουσιάστηκαν και με την πολιτική του κρατικού μηχανισμού απέναντι στις αλλοεθνείς ή αλλόγλωσσες ομάδες της Μακεδονίας. Ο πολυεθνικός χαρακτήρας της περιοχής αποτελούσε για τους περισσοτέρους κρατικούς υπαλλήλους πρωτόγνωρο φαινόμενο, ενώ οι φόβοι για το φρόνημα Μουσουλμάνων, Εβραίων και Σλαβοφώνων οδηγούσαν συχνά σε αυθαιρεσίες ή σε αδιαφορία για τα προβλήματα των νέων πολιτών του κράτους, γεγονός που δυσχέραινε τις προσπάθειες αφομοιώσεώς τους στον εθνικό κορμό.

    β) Πολιτική ζωή

    Η πολιτική δραστηριότητα, κατά το πρόσφατο οθωμανικό παρελθόν, της περιοχής είχε ταυτισθεί με τη συμπαράταξη με τα επιμέρους εθνικά στρατόπεδα. Το χαρακτηριστικό αυτό κληρονομήθηκε στην πολιτική ζωή της ελληνικής Μακεδονίας, ενταγμένο ωστόσο στην γενικότερη κρίση του Εθνικού Διχασμού. Αναπόφευκτα, η επιρροή της ΕΜΕΟ στο σλαβικό στοιχείο και των Νεοτούρκων στο μουσουλμανικό περιορίσθηκε μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Από την πλευρά τους οι Ισραηλίτες, παρά την καχυποψία τους απέναντι στην ελληνική διοίκηση, εντάχθηκαν στα ελληνικά πολιτικά στρατόπεδα.

    Αυτό συνέβη άλλωστε και με την Εβραϊκή σοσιαλιστική οργάνωση της Φεντερασιόν (Σοσιαλιστική Εργατική Ομοσπονδία Θεσσαλονίκης), που είχε δημιουργηθεί το 1909 και είχε συνταχθεί προγραμματικά με την Β΄ Διεθνή. Αν και αρχικά η Φεντερασιόν είχε ταχθεί υπέρ της αυτονομίας της Μακεδονίας, με το επιχείρημα ότι ο χωρισμός της περιοχής με βάση εθνικά κριτήρια ήταν αδύνατος, μετά το 1914 δεν ανακίνησε το ζήτημα. Την άνοιξη του 1914 στήριξε την απεργία των καπνεργατών στην Καβάλα, τη Δράμα και την Θεσσαλονίκη, την πρώτη συνεργασία Εβραίων και Ελλήνων εργατών, που έληξε νικηφόρα. Στην Α΄ Πανελλαδική Σοσιαλιστική Συνδιάσκεψη, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1915 με τη συμμετοχή της Φεντερασιόν, αποφασίσθηκε η συμμετοχή των Σοσιαλιστών στις εκλογές, με προγραμματικούς στόχους τη διατήρηση της ουδετερότητος της χώρας, τη μείωση της φορολογίας των κατωτέρων κοινωνικών στρωμάτων, την προώθηση της ιδέας της βαλκανικής ομοσπονδίας και την απελευθέρωση των Σοσιαλιστών πολιτικών κρατουμένων, ανάμεσά τους και του ηγέτη της Φεντερασιόν, Αβραάμ Μπεναρόγια. Στην ίδια συνδιάσκεψη αποφασίσθηκε η εκλογική συνεργασία με την φιλοβασιλική Ηνωμένη Αντιπολίτευση του Δημητρίου Γούναρη.

    Οι πρώτες εθνικές εκλογές, στις οποίες συμμετείχαν και οι κάτοικοι των «Νέων Χωρών», πραγματοποιήθηκαν στις 31 Μαΐου του 1915. Στις εκλογές κατέβηκαν τρεις βασικοί συνδυασμοί: η Ηνωμένη Αντιπολίτευση, το Κόμμα των Φιλελευθέρων και οι Λαϊκοί-Ανεξάρτητοι. Αν και στο σύνολο της επικρατείας οι Φιλελεύθεροι πέτυχαν συντριπτική νίκη συγκεντρώνοντας το 59% των ψήφων, στη Μακεδονία κερδισμένη βγήκε η φιλοβασιλική αντιπολίτευση για μια σειρά από λόγους: τα φιλοβασιλικά αισθήματα μεγάλης μερίδος του πληθυσμού, ελληνοφώνου και σλαβοφώνου, τη δυσαρέσκεια Ελλήνων κατοίκων της Ανατολικής Μακεδονίας για τον Βενιζέλο όταν έγινε γνωστό ότι είχε διαπραγματευτεί την παραχώρησή της στη Βουλγαρία με εδαφικά ανταλλάγματα στη Μικρά Ασία, την αντιπολεμική στάση της Φεντερασιόν που επηρέαζε μεγάλο μέρος των Εβραίων προλετάριων της Θεσσαλονίκης, την άρνηση των ντόπιων Μουσουλμάνων και Σλάβων να πολεμήσουν για την εξυπηρέτηση των εθνικών στόχων της Ελλάδος κλπ. Η σημασία της συμμετοχής των «Νέων Χωρών» στις εκλογικές αναμετρήσεις αναδείχθηκε ξανά όχι στις αμέσως επόμενες εκλογές (Δεκέμβριος 1915), που δεν ανέτρεψαν το πολιτικό σκηνικό λόγω της αποχής των Φιλελευθέρων, αλλά στις κρίσιμες εκλογές του Νοεμβρίου του 1920. Αντιμέτωποι τέθηκαν το κυβερνών Κόμμα των Φιλελευθέρων, η αντιβενιζελική αντιπολίτευση των Ηνωμένων Κομμάτων -με ηγέτη και πάλι τον Γούναρη- και, για πρώτη φορά, το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα της Ελλάδος (ΣΕΚΕ), ο πρόδρομος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος. Οι εκλογές αποδείχθηκαν σημαντικές όχι μονάχα για το αποτέλεσμά τους (την ήττα του Βενιζέλου, την επιστροφή του Κωνσταντίνου και τη δρομολόγηση των εξελίξεων που οδήγησαν στη Μικρασιατική Καταστροφή) αλλά και για τη στάση που κράτησαν οι εθνικές μειονότητες των «Νέων Χωρών» εναντίον του Βενιζέλου, η οποία θεωρήθηκε ως αντεθνική. Οι Φιλελεύθεροι υπέστησαν πανωλεθρία στη Μακεδονία, κερδίζοντας μονάχα 3 από τις 74 έδρες της εκλογικής περιφερείας. Στην ίδια την Θεσσαλονίκη η αντιβενιζελική αντιπολίτευση κέρδισε επί συνόλου 32.367 εκλογέων 24.332 ψήφους, οι Φιλελεύθεροι 15.236 και το ΣΕΚΕ 12.919 ψήφους. Αυτή η τραυματική εμπειρία των Βενιζελικών, ορισμένοι εκ των οποίων ισχυρίστηκαν ότι «οι Τούρκοι και οι Εβραίοι έριξαν τον Βενιζέλο», ενίσχυσε την αντίληψη περί αντεθνικής ψήφου των μειονοτήτων, αντίληψη πάντως που δεν μοιράζονταν αναγκαστικά οι πολιτικοί τους αντίπαλοι. Ωστόσο, η επικράτηση των Βενιζελικών μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων, οδήγησε στη δημιουργία διακριτών εκλογικών συλλόγων για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης και τους Μουσουλμάνους της Δυτικής Θράκης. Το σύστημα αυτό, αν και δεν νομιμοποιήθηκε ποτέ από το ελληνικό Σύνταγμα, εφαρμόστηκε στις εκλογικές αναμετρήσεις του 1923, του 1928, του 1932 και του 1933.

    2. Σερβική Μακεδονία

    Η διοίκηση στις «Νέες Χώρες» της Σερβίας αποδείχθηκε πολύ πιο περίπλοκη υπόθεση από την αντίστοιχη περίπτωση της Ελλάδος. Αφενός, επειδή το τοπικό σερβικό στοιχείο στις περιοχές του Κοσσυφοπεδίου και της Μακεδονίας ήταν ολιγάριθμο, ενώ η πλειοψηφία του πληθυσμού έδειχνε από αδιάφορη έως εχθρική απέναντι στις σερβικές αρχές. Αφετέρου, επειδή στρατός και κυβέρνηση ανταγωνίζονταν σκληρά για τον έλεγχο της τοπικής διοικήσεως.

    Η Σερβική Κυβέρνηση δεν προώθησε την ταυτόχρονη εφαρμογή των νόμων του βασιλείου στις μακεδονικές επαρχίες. Δόθηκε δηλαδή προτεραιότητα στις διατάξεις που αποσκοπούσαν στον αστυνομικό έλεγχο και στην φορολογική και στρατιωτική εκμετάλλευση των νέων περιοχών, ενώ η παροχή των πολιτικών δικαιωμάτων, που ίσχυαν στην υπόλοιπη επικράτεια, αφέθηκε για το μέλλον. Έτσι, την περίοδο 1912-15, το Βελιγράδι διοικούσε τις «Νέες Χώρες» με ειδικούς νόμους και διατάγματα. Η πολιτική αυτή, εκτός του ότι αγνοούσε τα στοιχειώδη πολιτικά δικαιώματα των κατοίκων της Βόρειας Μακεδονίας και του Κοσσυφοπεδίου, εμπόδιζε και την αντιμετώπιση των οξυμένων κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων της περιοχής, όπως το αγροτικό ζήτημα και επιπλέον συντηρούσε τη δύναμη και την επιρροή των στρατιωτικών.

    Μετά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, το Υπουργείο Εσωτερικών ανέλαβε εξ ολοκλήρου τον διορισμό των νομαρχών και άλλων υπαλλήλων της τοπικής αυτοδιοικήσεως· παρ' όλα αυτά, ο στρατός εξακολούθησε να έχει αυξημένες αρμοδιότητες στην περιοχή. Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές της χώρας οδήγησε, την άνοιξη του 1914, σε ανοιχτή ρήξη και σε πτώση της Κυβέρνησης Πάσιτς. Οι νέες εκλογές, ωστόσο, όπως και οι υποσχέσεις για την σταδιακή ενσωμάτωση των νέων εδαφών στο διοικητικό, δικαστικό και πολιτικό σύστημα της χώρας, δεν πραγματοποιήθηκαν εξαιτίας της ενάρξεως του πολέμου.

    Κατά τη διάρκεια του πολέμου, Βούλγαροι κομιτατζήδες επαναδραστηριοποιήθηκαν στη σερβική Μακεδονία, προκαλώντας σαμποτάζ και διεξάγοντας ανταρτοπόλεμο κατά των σερβικών στρατευμάτων. Μετά την κατάρρευση του σερβικού μετώπου τον Οκτώβριο του 1915, ο βουλγαρικός στρατός κατέλαβε την περιοχή και προσπάθησε με τη σειρά του να επιβάλλει την βουλγαρική κυριαρχία, προχωρώντας στον εκτοπισμό Σέρβων και Ελλήνων ντόπιων κατοίκων στο εσωτερικό της Βουλγαρίας, αντικαθιστώντας τις τοπικές αρχές και επιβάλλοντας Στρατιωτικό Νόμο.

    Μετά το τέλος του πολέμου, τα σερβικά μακεδονικά εδάφη εντάχθηκαν στο Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων. Ο σλαβομακεδονικός πληθυσμός δεν αναγνωρίσθηκε ως συστατική εθνότητα του νέου γιουγκοσλαβικού κράτους ούτε και ως διακριτή μειονότητα και το Βελιγράδι αποκαλούσε την περιοχή «Νότια Σερβία». Η κυβέρνηση εφάρμοσε, με περιορισμένη επιτυχία, πρόγραμμα εποικισμού των μακεδονικών εδαφών με Σέρβους από τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και την Βοϊβοντίνα, εκδίωξε τους Βούλγαρους ιερείς και δασκάλους και προσπάθησε να καταστείλει τις φιλοβουλγαρικές κινήσεις.

    Σύντομα η ΕΜΕΟ, που επανιδρύθηκε στη Σόφια το 1919, άρχισε και πάλι την ένοπλη δράση της στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Για την αντιμετώπισή της το Βελιγράδι αναγκάστηκε να διατηρεί μεγάλες στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις στην περιοχή. Σημείο καμπής στην μεταξύ τους αναμέτρηση αποτέλεσε η σφαγή στο Καντριφάκοβο, τον Ιανουάριο του 1923, που οδήγησε στη λήψη έκτακτων μέτρων, σε σκληρά αντίποινα εις βάρος συμπαθούντων της ΕΜΕΟ, στη δημιουργία τοπικών σωμάτων πολιτοφυλακής και στη συνεργασία με τις ελληνικές αρχές (υπογράφηκαν μάλιστα και δύο πρωτόκολλα συνεργασίας, στις 21-9-1923 και στις 10-3-1924). Παρόμοια προσπάθεια συνεργασίας επιχειρήθηκε και με την Αγροτική Κυβέρνηση της Σόφιας, αλλά το πραξικόπημα του Ιουνίου του 1923, που οδήγησε στην πτώση και τη δολοφονία του Αλεξάντερ Σταμπολίισκι, πάγωσε τις σχετικές διαπραγματεύσεις για μία περίπου δεκαετία.

    Στα πρώτα χρόνια του μεσοπολέμου, η ΕΜΕΟ διατηρούσε σημαντική πολιτική επιρροή στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Προσέγγισε τους Κομμουνιστές, που είχαν υιοθετήσει το αίτημα της μακεδονικής αυτονομίας και τους υποστήριξε στις βουλευτικές εκλογές του Νοεμβρίου 1920, αναδεικνύοντας έτσι το ΚΚ σε πρώτο κόμμα στην περιοχή με 38% των ψήφων, τη στιγμή που σε ολόκληρη την επικράτεια δεν ξεπερνούσε το 13%. Το 1923, όμως, η συνεργασία διακόπηκε εξαιτίας της συνέχισης της ένοπλης δράσεως της ΕΜΕΟ και της ρήξεώς της με την Κομιντέρν. Παρόμοια αποτυχία συνάντησαν και οι προσπάθειες της οργάνωσης να συνεργασθεί με το Κροατικό Αγροτικό Κόμμα, τους Μαυροβούνιους αποσχιστές και τους Βόσνιους Μουσουλμάνους. Η αδυναμία εξεύρεσης συμμάχων εντός της Γιουγκοσλαβίας και η κόπωση του τοπικού πληθυσμού από τη δράση των ανταρτικών σωμάτων περιόρισε σταδιακά την επιρροή της ΕΜΕΟ και ενίσχυσε τα σερβικά κόμματα.

    3. Βουλγαρική Μακεδονία

    Τα μακεδονικά εδάφη που ενσωματώθηκαν με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου στη Βουλγαρία, περιελάμβαναν τα πρώην σαντζάκια Στρωμνίτσης, Νευροκοπίου, Πετριτσίου, Ράζλογκ και Άνω Τζουμαγιάς. Τα κέρδη ήταν ισχνά σε σχέση με τις αντίστοιχες προσαυξήσεις της σερβικής και της ελληνικής επικράτειας. ωστόσο, στις περιοχές αυτές το βουλγαρικό στοιχείο είχε αδιαμφισβήτητη υπεροχή, ιδιαίτερα μετά τη σταδιακή μετανάστευση Ελλήνων και Τούρκων. Η διοίκηση των «Νέων Χωρών» της Βουλγαρίας πέρασε σύντομα στα χέρια της πολιτικής ηγεσίας, παρά τις αντίθετες προσπάθειες των στρατιωτικών. Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η βουλγαρική διοίκηση επεκτάθηκε στα σερβικά και ελληνικά μακεδονικά εδάφη που κατέλαβε ο στρατός. Και εκεί σημειώθηκε σύγκρουση αρμοδιοτήτων ανάμεσα στις στρατιωτικές και τις πολιτικές αρχές, με τις πρώτες να καταγγέλλουν τις δεύτερες για κακοδιοίκηση και για ληστρική συμπεριφορά των υπαλλήλων τους. Τα προβλήματα ανεφοδιασμού με τρόφιμα των περιοχών αυτών -προβλήματα που υπήρχαν βέβαια και εντός της βουλγαρικής επικράτειας- και οι αυθαιρεσίες των βουλγαρικών και γερμανικών στρατευμάτων ενέτειναν τη δυσαρέσκεια των ντόπιων κατοίκων, ακόμα και εκείνων που θεωρούνταν Βούλγαροι, οδηγώντας κάποτε σε τοπικές εξεγέρσεις.

    Μετά το τέλος του πολέμου, η Βουλγαρία έχασε ακόμη ένα μικρό κομμάτι μακεδονικής γης, την περιοχή της Στρωμνίτσης, που πέρασε στο γιουγκοσλαβικό κράτος. Στα εναπομείναντα μακεδονικά εδάφη εγκαταστάθηκε σημαντικός αριθμός προσφύγων από την Ελλάδα και το Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, παρά τις προσπάθειες της Κυβερνήσεως της Βουλγαρικής Αγροτικής Εθνικής Ενώσεως (1918-1923) του Σταμπολίισκι να τους μεταφέρει αλλού, για να τους αποσπάσει από την επιρροή της ΕΜΕΟ. Η εγκατάσταση προσφύγων στην βουλγαρική Μακεδονία και η μεγάλη επιρροή που ασκούσε πάνω τους η ΕΜΕΟ, καθόρισε τη διοίκηση και την πολιτική δραστηριότητα όχι μονάχα στη συγκεκριμένη περιοχή αλλά και σε ολόκληρη την Βουλγαρία.

    Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, διεξήχθη σκληρός αγώνας για τον έλεγχο της βουλγαρικής Μακεδονίας. Πρωταγωνιστές αναδείχθηκαν όλες σχεδόν οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας -οι Αγροτιστές του Σταμπολίισκι, οι Κομμουνιστές, η ΕΜΕΟ, τα αστικά κόμματα- και ο στρατός. Μέχρι το 1922, η μακεδονική περιοχή του Πιρίν αποτελούσε προπύργιο του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος, που ήλεγχε τους περισσοτέρους δήμους (Άνω Τζουμαγιά, Ράζλογκ, Μπράνσκο κλπ.), ενώ η άφιξη των προσφύγων ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την επιρροή της ΚΚΒ. Η Αγροτική Ένωση δεν είχε μεγάλη επιρροή στην περιοχή, γι' αυτό και σε τοπικό επίπεδο συνεργαζόταν με τους Κομμουνιστές. Από την πλευρά της, η ΕΜΕΟ ήθελε να καταστήσει το Πιρίν βάση της για τις ένοπλες δραστηριότητες στην ελληνική και την γιουγκοσλαβική επικράτεια και γι' αυτό επιδίωξε να κερδίσει την υποστήριξη των προσφυγικών οργανώσεων και κοινοτήτων. Τα αστικά κόμματα, που δυσφορούσαν με την πολιτική του Σταμπολίισκι, επιδίωξαν τη συνεργασία με την ΕΜΕΟ, παραχωρώντας της ελεύθερο πεδίο στην περιοχή. Σύντομα η Βουλγαρική Κυβέρνηση έχασε τον έλεγχο στο Πιρίν: Οι αξιωματικοί και οι δημόσιοι υπάλληλοι που τάσσονταν εναντίον της ΕΜΕΟ, δολοφονούνταν ή εξαναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους. Ένοπλες επιδρομές της οργανώσεως κατέληξαν σε κατάληψη σημαντικών αστικών κέντρων, όπως το Νευροκόπι και το Κιουστεντίλ. Σύντομα εξαπολύθηκαν πογκρόμ εναντίον των Αγροτιστών, των Κομμουνιστών και των Φεντεραλιστών, της αριστερής πτέρυγας των μακεδονικών οργανώσεων.

    Ο έλεγχος της περιοχής από την ΕΜΕΟ κατοχυρώθηκε πλήρως με το πραξικόπημα που οργάνωσε η αντιπολίτευση των αστικών κομμάτων και ο στρατός εναντίον της κυβερνήσεως Αγροτιστών, τον Ιούνιο του 1923. Η πτώση του Σταμπολίισκι και η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον επικεφαλής της αντιπολιτεύσεως Αλεξάντερ Τσαγκώφ, σήμαινε πλήρη ελευθερία δράσεως για την ΕΜΕΟ στο Πιρίν, η οποία για τα επόμενα δέκα χρόνια πέρασε ουσιαστικά υπό τη διοίκηση της Κεντρικής Επιτροπής της οργανώσεως.

    Για τις κινήσεις διαβαλκανικής συνεργασίας βλ. L. Stavrianos, BalkanFederation. A History of the Movement Toward Balkan Unity in Modern Times, Χάμπεν Κονέκτικατ 1964. Ειδικά για τον ελληνικό φεντεραλισμό του 19ου αιώνα βλ. V. Todorov, GreekFederalismduringthe19th c. (IdeasandProjects), Νέα Υόρκη 1995, και Λ. Xασιώτης, «HAνατολική Oμοσπονδία»: δύο ελληνικές φεντεραλιστικές κινήσεις του 19ου αιώνα, Θεσσαλονίκη 2001.

    Stavrianos, ό.π., σσ. 156-161.

    * Οι ημερομηνίες αναφέρονται με βάση το νέο ημερολόγιο.

    E. Chr. Helmreich, TheDiplomacyoftheBalkanWars , 1912-1913, Κέιμπριτζ Μασσαχουσέτη 1938, σσ. 36-81, και L. StavrianosTheBalkanssince1453, Νέα Υόρκη 1958, σσ. 532-535.

    Ν. Βλάχος, Ιστορία των κρατών της Χερσονήσου του Αίμου, 1908-1914, τόμος Α΄, Αθήνα 1954, σσ 452-471.

    B. Jelavich, HistoryoftheBalkans, τόμος Β΄: TwentiethCentury, Κέιμπριτζ 1983, σ. 97· Ι. Ζ. Ακτσόγλου, «Η κατάσταση στην οθωμανική Τουρκία πριν και κατά τη διάρκεια του βαλκανοτουρκικού πολέμου», στο Η Ελλάδα των Βαλκανικών Πολέμων, 1910-1914 (επιμ. Λ. Τρίχα, Ελ. Γαρδίκα-Κατσιαδάκη), Αθήνα 1993, σσ. 69-72· D. Gedeon (επιμ.), A Concise History of the Balkan Wars, 1912-1913, Αθήνα 1998, σσ. 19-21.

    Ν. Οικονόμου, «Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΔ΄, Αθήνα 1977, σσ. 290-292.

    B. Νικόλτσιος - Β. Γούναρης, Από τον Σαραντάπορο στη Θεσσαλονίκη. Η ελληνοτουρκική αναμέτρηση του 1912 μέσα από τις αναμνήσεις του Στρατηγού Χασάν Ταχσίν Πασά, Θεσσαλονίκη 2002, σσ. 33-35.

    Κρώφορντ Πράις, Οι Βαλκανικοί Αγώνες. Πολιτική και στρατιωτική ιστορία των εν Μακεδονία Βαλκανικών Πολέμων (μτφρ.), Αθήνα 1915, χ.χ., σ. 110. Βλ. και στο πρωτότυπο, Cr. Price, TheBalkanCockpit, Λονδίνο 1915, σσ. 140-141.

    Πράις, ό.π., σ. 113.

    Οικονόμου, ό.π., σσ. 293-298.

    Γ. Μαργαρίτης, «Οι πόλεμοι», Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, τόμος Α2: 1900-1922: Οι απαρχές (επιμ. Χ. Χατζηιωσήφ), Αθήνα 1999, σσ. 165-167. Για την κατάληψη της Φλώρινας βλ. Γ. Μόδης, Αναμνήσεις (επιμ. Μ. Πυροβέτση, Ι. Μιχαηλίδης), Θεσσαλονίκη 2004, σ. 159.

    Οικονόμου, ό.π., σσ. 327-330.

    Stavrianos, TheBalkans, σ. 537.

    M. Vojvodić, "Σρούπσκο-γκρούτσκι πρεγκοβόρι ο σαβέζου 1912" (Οι σερβο-ελληνικές συνομιλίες για τη συμμαχία το 1912), Balcanica, 13-14 (Bελιγράδι 1982/3), 215-220· Γ. Iωαννίδου-Mπιτσιάδου, «H ελληνοσερβική προσέγγιση και ο καθορισμός των ελληνοσερβικών συνόρων», HΣυνθήκη του Βουκουρεστίου και η Ελλάδα, Θεσσαλονίκη 1990, σσ. 74-75, και Λ. Xασιώτης, Ελληνοσερβικές σχέσεις, 1913-1918. Συμμαχικές προτεραιότητες και πολιτικές αντιπαλότητες, Θεσσαλονίκη 2004, σσ. 29-38.

    Οικονόμου, ό.π., σ. 351.

    Λ. Τρίχα (επιμ.), Ημερολόγια και γράμματα από το μέτωπο. Βαλκανικοί Πόλεμοι, 1912-1913, Αθήνα 1993, σ. 22, και Μαργαρίτης, ό.π., σσ. 170-171.

    Τρίχα, ό.π., σσ. 210-211, 240.

    Μαργαρίτης, ό.π., σσ. 172-173.

    Stavrianos, The Balkans, σ. 540, και D. Dakin, The Greek Struggle for Macedonia, 1897-1913, Θεσσαλονίκη 1993, σσ. 472, 476, 477.

    St. K. Pavlowitch, Ιστορία των Βαλκανίων, 1804-1945 (μτφρ. Λ. Χασιώτης), Θεσσαλονίκη 2005, σσ. 289-290, και Μ. Mazower, Salonica, City of Ghosts. Christians, Muslims and Jews, 1430-1950, σσ. Λονδίνο 2004, 334-337.

    Τρίχα, Ημερολόγια, σ. 332.

    Carnegie Endowment for International Peace, ReportoftheInternationalCommission toInquireintotheCausesandConduct oftheBalkanWars, Ουάσιγκτον 1914, σσ. 78-109, 135-148. Για τον εμπρησμό της Στρώμνιτσας από τους Έλληνες κατοίκους της βλ. Α. Αγγελόπουλος, Βόρειος Μακεδονία. Ο Ελληνισμός της Στρωμνίτσης, Θεσσαλονίκη 1980, σσ. 135-147.

    Λ. Τρότσκι, Τα Βαλκάνια και οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, 1912-1913 (μτφρ. Π. Ματαλάς), Αθήνα 1993, σσ. 374-375.

    Η πρωτότυπη έκδοση του ιδρύματος (ReportoftheInternationalCommission toInquireintotheCausesandConduct oftheBalkanWars) επανεκδόθηκε το 1993, με εισαγωγή του George Kennan, πρώην πρεσβευτή των ΗΠΑ στην ΕΣΣΔ και τη Γιουγκοσλαβία, ο οποίος ταύτισε τις προσπάθειες εθνοκάθαρσης και των δύο πολέμων. Βλ. I. D. Mihailidis, "The Carnegie Commission in Macedonia, Summer 1914", Macedonian Heritage, http://www.macedonian-heritage.gr/contributions/contr_Carnegie­_1.html, 15-5-2005.

    G. B. Leon, GreeceandtheGreatPowers, 1914-1917, Θεσσαλονίκη 1970, σσ. 79-97, 180-206.

    Χασιώτης, Οι ελληνοσερβικές, σσ. 88-92, 107-108.

    Η βιβλιογραφία για τα γεγονότα αυτά είναι ιδιαίτερα πλούσια. Ενδεικτικά βλ. E. Driault - M. Lheritier, HistoirediplomatiquedelaGrè ce, de1821 à nosjours, τόμος Ε΄, Παρίσι 1926, σσ. 165-207· Leon, ό.π., 207-244, και M. Milošević, Σέρμπια ι Γρούτσκα, 1914-1918. Ιζ ιστόριε ντιπλομάτσκι όντνοσα (Ελλάδα και Σερβία, 1914-1918. Από την ιστορία των διπλωματικών σχέσεων), Βελιγράδι 1998, σσ. 77-146.

    D. Djordjević, Η ιστορία της Σερβίας, 1800-1918 (μτφρ. Ν. Παπαρρόδου), Θεσσαλονίκη 2001, σσ. 397-402.

    Για την ιστοριογραφία του Μακεδονικού Μετώπου βλ. Λ. Ι. Χασιώτης, «Μακεδονικό Μέτωπο, 1915-1918. Μια πρώτη ιστοριογραφική προσέγγιση», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 8 (1996), 165-180. Στη σημασία του Μακεδονικού Μετώπου στην έκβαση του πολέμου είναι αφιερωμένα τα Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου: Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου - Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος», TheSalonicaTheaterofOperations andtheOutcomeoftheGreatWar, Θεσσαλονίκη 2005.

    Leon, ό.π., σσ. 240-333, 361-384.

    Π. Πετρίδης, «Η προσωρινή κυβέρνηση Θεσσαλονίκης απέναντι στο αίτημα για ριζικές πολιτειακές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις», Η Θεσσαλονίκη μετά το 1912, Θεσσαλονίκη 1986, 131-140, και Γ. Μουρέλος, «Η προσωρινή κυβέρνηση Θεσσαλονίκης και οι σχέσεις της με τους Συμμάχους», Μνήμων, 8 (1980-82), 150-188.

    Χασιώτης, Οι ελληνοσερβικές σχέσεις, σσ. 255-308.

    Για τη στάση της εβραϊκής κοινότητας από τους Βαλκανικούς Πολέμους μέχρι το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, βλ. Ρ. Μόλχο, Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, 1856-1919: μια ιδιαίτερη κοινότητα, Αθήνα 2001, σσ. 265-279. Τη διεθνοποίηση της πόλης υποστήριζε και ο Εβραίος Θεσσαλονικιός ιστορικός Νεχαμά, πρβλ. Π. Ριζάλ (Ι. Νεχαμά), Θεσσαλονίκη, η περιπόθητη πόλη (μτφρ. Β. Τομανάς), Θεσσαλονίκη 1997, σσ. 359-366.

    Ε. Α. Χεκίμογλου, «Θεσσαλονίκη, 1912-1940: Οικονομικές εξελίξεις», στο Θεσσαλονίκη. Ιστορία και πολιτισμός (επιμ. Ι. Κ. Χασιώτης), τόμος Β΄, Θεσσαλονίκη 1997, σσ. 199-200.

    Κ. Τομανάς, ΧρονικότηςΘεσσαλονίκης, 1875-1920, Θεσσαλονίκη 1995, 189-247, και V. S. Colonas, "Salonique pendant la Première Guerre mondiale", The Salonica Theater of Operations, σσ. 237-250.

    A. Palmer, TheGardenersofSalonika, Λονδίνο 1965, σσ. 150-151.

    Α. Καραδήμου-Γερολύμπου, «Πόλεις και πολεοδομία», στο Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, τόμος Α1, 1900-1922: οι απαρχές (επιμ. Χ. Χατζηιωσήφ), Αθήνα 1999, σσ. 249-253, και Mazower, ό.π., σσ. 318-331.

    Γ. Β. Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, 1917-1918, Αθήνα 2000, σσ. 185-237.

    B. Hammard, "Le rôle des troupes de Salonique dans la victoire alliée de 1918", TheSalonicaTheaterofOperations, σσ. 309-319, και A. Mitrović, "Political Consequences of the Break Up of the Salonica Front", στοίδιο, σσ. 321-342.

    N. Petsalis-Diomidis, Greece at the Paris Peace Conference (1919), Θεσσαλονίκη 1978, σσ. 286-288· St. P. Ladas, The Exchange of Minorities. Bulgaria, Greece and Turkey, Νέα Υόρκη 1932, σσ. 122-123. Ι. Δ. Μιχαηλίδης, Μετακινήσειςσλαβόφωνωνπληθυσμών(1912-1930). Ο πόλεμος των στατιστικών, Αθήνα 2003, σσ. 67-89, 144, 160.

    Κ. Δ. Ρακτιβάν, Έγγραφα και σημειώσεις εκ της πρώτης ελληνικής διοικήσεως της Μακεδονίας (1912-1913), Θεσσαλονίκη 1951, σ. 51.

    Α. Α. Πάλλης, Στατιστική μελέτη περί φυλετικών μεταναστεύσεων Μακεδονίας και Θράκης κατά την περίοδο 1912-1924, Αθήνα 1925, σσ. 5-16, και Σπ. Δ. Λουκάτος, «Πολιτειογραφικά Θεσσαλονίκης, Νομού και πόλης, στα μέσα της δεκαετίας του 1910», Η Θεσσαλονίκη μετά το 1912, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 107-112.

    Γ. Στεφανίδης, «Η Μακεδονία του Μεσοπολέμου», Η νεότερη και σύγχρονη Μακεδονία. Ιστορία, οικονομία, κοινωνία, πολιτισμός (επιμ. Ι. Κολιόπουλος - Ι. Χασιώτης), τόμος Β΄, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 78· Μιχαηλίδης, Μετακινήσεις, σσ. 236-237, και Mazower, ό.π., σσ. 342-349.

    Χ. Κ. Παπαστάθης, «Η ενσωμάτωση της Μακεδονίας στο Ελληνικό Κράτος», Η νεότερη και σύγχρονη Μακεδονία, σσ. 24-27, και Γ. Δ. Δημακόπουλος, «Η διοικητική οργάνωσις των καταληφθέντων εδαφών (1912-1914). Γενική επισκόπησις», Η Ελλάδα των Βαλκανικών Πολέμων, σσ. 212, 223.

    Ρακτιβάν, ό.π., σσ. 2-28, και Παπαστάθης, ό.π., σσ. 27-30.

    Λουκάτος, ό.π., σσ. 105-106, Παπαστάθης, ό.π., σσ. 31-34, Χεκίμογλου, ό.π., σσ. 198-199.

    Μόδης, ό.π., σ. 163.

    G. The. Mavrogordatos, StillbornRepublic. SocialCoalitionsandPartyStrategies inGreece, 1922-1936, Μπέρκλεϊ-Λος Άντζελες-Λονδίνο 1983, σσ. 280-282, 286-288, και Β. Κ. Γούναρης, «Οι σλαβόφωνοι της Μακεδονίας. Η πορεία της ενσωμάτωσης στο ελληνικό εθνικό κράτος, 1870-1940», Μακεδονικά, 29 (1994), 220-226.

    Β. Κ. Γούναρης, «Βουλευτές και καπεταναίοι: Πελατειακές σχέσεις στη Μεσοπολεμική Μακεδονία», Ελληνικά, 41 (1990), 315-335.

    Α. Αποστολίδης - Α. Δάγκας, Η σοσιαλιστική οργάνωση «Φεντερασιόν» Θεσσαλονίκης, 1909-1918. Ζητήματα γύρω από τη δράση της, Αθήνα 1989, σσ. 132-186, και Γ. Β. Λεονταρίτης, Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, Αθήνα 1978, σσ. 61-78.

    G. The. Mavrogordatos, ό.π., σσ. 236-246· Δ. Δώδος, «Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης στις βουλευτικές εκλογές (1915-1936)», Θεσσαλονικέων Πόλις, 2 (2000), 177-191, και Μόδης, ό.π., σσ. 184-185.

    Djordjević, ό.π., σ. 379.

    J. R. Lampe, YugoslaviaasHistory. Twice there was a Country, Κέιμπριτζ 2000, σσ. 96-97.

    Χασιώτης, Οιελληνοσερβικές, σσ. 112-120, 330.

    Lampe, ό.π., σσ. 116-117, και I. Banac, The National Question in Yugoslavia. Origins, History, Politics, Ιθάκα-Λονδίνο 1984, σσ. 318-320.

    J. D. Bell, Peasants in Power. Alexander Stamboliiski and the Bulgarian Agrarian National Union, 1899-1923, Πρίνστον 1977, σσ. 203-204, και Βλ. Βλασίδης, «Η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση και η δράση της στην ελληνική Μακεδονία στον Μεσοπόλεμο (1919-1928)», ανέκδοτη διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 1996, σσ. 168-175.

    Banac, ό.π., σσ. 321-327, 330, και Βλασίδης, ό.π., σσ. 155-165.

    R. J. Crampton, A Concise History of Bulgaria, Κέιμπριτζ-Νέα Υόρκη 1997, σσ. 143-146.

    A. Kalionski - V. Kolev, «Οι πρόσφυγες στη Βουλγαρία την εποχή του Μεσοπολέμου: Προβλήματα ένταξης», Πρόσφυγες στα Βαλκάνια. Μνήμη και ενσωμάτωση (επιμ. Β. Κ. Γούναρης, Ι. Δ. Μιχαηλίδης), Αθήνα 2004, σσ. 290-292.

    Bell, ό.π., σ. 225, και Βλασίδης, ό.π., σσ. 122-125.

    Crampton, ό.π., σ. 159-162, και Βλασίδης, ό.π., σσ. 136-141.

    Τελευταία ενημέρωση: 18/03/2013 12:59