Ιάκωβος Μιχαηλίδης

Πληθυσμιακές ανακατατάξεις στη σύγχρονη Μακεδονία

    Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης

    ΠΛΗΘΥΣΜΙΑΚΕΣ ΑΝΑΚΑΤΑΤΑΞΕΙΣ

    ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

    Η απελευθέρωση της Μακεδονίας την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913) αποτέλεσε το επιστέγασμα και την επιβράβευση της ελληνικής αλυτρωτικής δραστηριότητας στην περιοχή. Επί δεκαετίες, άλλωστε, η μακεδονική ενδοχώρα συμπύκνωνε τους πόθους, τόσο των Ελληνοφώνων κατοίκων της όσο και των ελλαδιτών αδελφών τους, για ένωση με το ελεύθερο ελληνικό βασίλειο. Κατά συνέπεια, ήταν επόμενο τα εδαφικά κεκτημένα της Συνθήκης του Βουκουρεστίου να γίνουν πανηγυρικά δεκτά από τους Έλληνες. Αλλά την επαύριο της νίκης η ελληνική διοίκηση βρέθηκε αντιμέτωπη με σημαντικά προβλήματα που είχε επισωρεύσει στην περιοχή η χρόνια οθωμανική ολιγωρία και ανικανότητα, σε συνδυασμό με την πολυεπίπεδη εσωτερική εθνοτική ανομοιογένεια.

    Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, τις παραμονές της Απελευθέρωσης ο πληθυσμός της Μακεδονίας προσέγγιζε το 1.205.000 κατοίκους, εκ των οποίων οι Ελληνόφωνοι ανέρχονταν μόλις σε 370.000 (ποσοστό 31%), οι Σλαβόφωνοι σε 260.000 (Πατριαρχικοί και Εξαρχικοί) (21,5%), οι Μουσουλμάνοι σε 475.000 άτομα (39,5%), ενώ οι Εβραίοι και οι λοιποί σε 98.000 (ποσοστό 8%).

    Ο εθνολογικός κατακερματισμός καθώς και η πανθομολογούμενη αριθμητική υστέρηση των Ελληνοφώνων κατοίκων της Μακεδονίας, σε συνάρτηση με το διαρκές κλίμα πολεμικής αβεβαιότητας, αποτελούσαν αναμφίβολα σημαντικούς πονοκεφάλους για την ελληνική διοίκηση.

    Η δεκαετία των πολέμων (1912-1920)

    Η μετατροπή των μακεδονικών εδαφών σε θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων τη δεκαετία 1910-1920 οδήγησε, όπως ήταν φυσικό, σε ευρύτατες δημογραφικές ανακατατάξεις. Ο Αλέξανδρος Πάλλης, υπεύθυνος για την περίθαλψη των προσφύγων στη Μακεδονία, κατέγραψε συνολικά 12 μεταναστευτικά κύματα Ελληνοφώνων, Τουρκοφώνων και Σλαβοφώνων που πραγματοποιήθηκαν το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα από και προς την μακεδονική ενδοχώρα.

    Η αποχώρηση από την Μακεδονία εντοπίζεται κυρίως στη σλαβόφωνη και τη μουσουλμανική μειονότητα. Όσον αφορά τους Σλαβοφώνους κατοίκους της μακεδονικής γης, σημειώθηκε μαζική διαρροή τους προς τη Βουλγαρία την εποχή της προέλασης του ελληνικού στρατού κατά τον Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο. Το μεταναστευτικό κύμα προερχόταν κυρίως από την Ανατολική και την Κεντρική Μακεδονία, ενώ από τη Δυτική Μακεδονία αποχώρησε περιορισμένος σχετικά αριθμός Σλαβοφώνων. Κατά τα επόμενα έτη, η μετακίνηση των Σλαβοφώνων ήταν σποραδική. Το καλοκαίρι του 1916, τις βουλγαρικές δυνάμεις που εισέβαλαν στην Ανατολική Μακεδονία ακολούθησε σημαντικός αριθμός Σλαβοφώνων. Τελικά όμως οι Σλαβόφωνοι αυτοί δεν παρέμειναν πολύ στο ελληνικό έδαφος, καθώς το φθινόπωρο του 1918, μπροστά στην προέλαση των συμμαχικών δυνάμεων, πήραν εκ νέου το δρόμο της προσφυγιάς. Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία, περίπου 40.000 Σλαβόφωνοι εγκατέλειψαν την Ελλάδα κατά την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων. Αξίζει, επίσης, να υπογραμμισθεί πως την εποχή αυτή η μετανάστευση του σλαβόφωνου πληθυσμού εντοπίσθηκε κυρίως στην Κεντρική και την Ανατολική Μακεδονία, ενώ αντίθετα, από το 1914 και ύστερα, οι μετανάστες προέρχονταν κυρίως από τη Δυτική Μακεδονία. Το γεγονός αυτό δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί, αφού κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους τόσο η Κεντρική όσο και η Ανατολική Μακεδονία υπήρξαν πεδίο σφοδρής σύγκρουσης μεταξύ του ελληνικού και του βουλγαρικού στρατού. Ήταν αναμενόμενο, λοιπόν, σημαντική μερίδα του ντόπιου σλαβόφωνου πληθυσμού να εγκαταλείψει την περιοχή με την ήττα και την αποχώρηση των βουλγαρικών στρατευμάτων. Αντίθετα, την ίδια χρονική περίοδο η Δυτική Μακεδονία δεν επηρεάσθηκε από τις πολεμικές αντιπαραθέσεις, καθώς ένα χρόνο νωρίτερα, το 1912, είχε σχετικά εύκολα περάσει από οθωμανικά σε ελληνικά χέρια. Μετά τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων, όμως, η εγκαθίδρυση ελληνικής διοίκησης οδήγησε αρκετούς από τους Σλαβόφωνους κατοίκους που αρνούνταν να την αποδεχτούν, στην απόφαση να εγκαταλείψουν την ελληνική Μακεδονία. Είναι εύλογο να υποτεθεί ότι η πλειοψηφία τους προέρχονταν από τη Δυτική Μακεδονία, αφενός γιατί η υπόλοιπη Μακεδονία είχε ήδη εκκενωθεί από την πλειονότητα των φιλοβουλγαρικών στοιχείων και αφετέρου διότι στους νομούς Φλωρίνης, Κοζάνης και Καστοριάς κατοικούσε το μεγαλύτερο μέρος του σλαβόφωνου πληθυσμού. Μάλιστα, με ενέργειες του Ρώσου Προξένου στην Θεσσαλονίκη, η πλειοψηφία των μεταναστών από τη Δυτική Μακεδονία προωθήθηκε στη Δυτική Θράκη, η οποία με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου είχε παραχωρηθεί στην Βουλγαρία.

    Αναλυτικά, ο αριθμός των 40.000 Σλαβοφώνων που εγκατέλειψαν τη Μακεδονία την περίοδο 1912-1919, εντοπίζεται ως εξής:

    (α) Δυτική Μακεδονία

    Σύμφωνα με τα στοιχεία που έστειλε τον Μάιο του 1922 η Γενική Διοίκηση Κοζάνης-Φλωρίνης προς το Υπουργείο των Εξωτερικών, συνολικά 1.604 άτομα είχαν μεταναστεύσει από την περιοχή από τις αρχές του Κ΄ αιώνος, κατανεμημένα ως εξής:

    Χωριό Άτομα

    Υποδιοίκηση Καϊλαρίων

    Εμπόριο 77

    Παλαιοχώρι 19

    Δροσερό 6

    Ολυμπιάδα 15

    Αναρράχη 4

    Περδίκκας 1

    Ασβεστόπετρα

    Σύνολο 125

    Υποδιοίκηση Φλώρινας

    Αετός 5

    Μελίτη 4

    Παπαγιάννης 2

    Μεσοχώρι 6

    Νεοχωράκι 1

    Αχλάδα 3

    Περικοπή 20

    Φλάμπουρο 1

    Πεδινό 2

    Ακρίτας 7

    Άγιος Παντελεήμονας 27

    Ξυνό Νερό 70

    Βροντερό 4

    Πυξός 5

    Φλώρινα 67

    Άλωνα 6

    Σκοπιά 5

    Αρμενοχώρι 1

    Πέρασμα 37

    Αμμοχώρι 65

    Σφήκα 57

    Οξυά 7

    Κρανιές 1

    Μικρολίμνη 3

    Καρυές 1

    Άγιος Γερμανός 11

    Ψαράδες 1

    Δασερή 1

    Αμύνταιο 9

    Κέλλη 13

    Τριανταφυλλιά 16

    Ατραπός 4

    Λεπτοκαρυές 2

    Υδρούσσα 16

    Τρίβουνο 23

    Πολυπόταμος 15

    Τρίγωνο 1

    Κώτας 2

    Κορυφή 7

    Σκλήθρο 9

    Ασπρόγεια 16

    Σιταριά 7

    Κλειδί 2

    Βεύη 14

    Σύνολο 576

    Υποδιοίκηση Καστοριάς

    Πράσινο 6

    Μελάς 9

    Μακροχώρι 32

    Βατοχώρι 9

    Μοσχοχώρι 50

    Κρυσταλλοπηγή 82

    Απόσκεπος 15

    Μαυρόκαμπος 2

    Κρανιώνα 15

    Χαλάρα 14

    Γάβρος 9

    Ποιμενικό 13

    Κορησός 11

    Άγιος Νικόλαος 4

    Λιθιά 11

    Βασιλειάδα 92

    Μελισσότοπος 1

    Σταυροπόταμος 1

    Μαυροχώρι 2

    Κλαδορράχη 1

    Ανταρτικό 21

    Βαρικό 9

    Οξυές-Οξυά 35

    Πολυκέρασος 29

    Σιδηροχώρι 14

    Βυσσινιά 14

    Ιεροπηγή 58

    Άγιος Δημήτριος 28

    Άργος Ορεστικό 6

    Σπήλαια 50

    Λακκώματα 47

    Ζευγοστάσι 6

    Καστανόφυτο 43

    Άνω Περιβόλι 7

    Άνω Νεστόριο 28

    Κάτω Νεστόριο 35

    Δενδροχώρι 35

    Άνω Λεύκη 41

    Σύνολο 885

    ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΝΟΛΟ 1.586

    Από τον παραπάνω πίνακα προκύπτουν τα εξής:

    α΄) Από τα Καϊλάρια έφυγαν τα λιγότερα άτομα, μόλις 125. Μάλιστα, όλοι οι μετανάστες προέρχονταν από επτά μόλις χωριά και, σύμφωνα με τα στοιχεία, μετακινήθηκαν το 1913. Αξίζει να σημειωθεί πως τα χωριά αυτά ήταν τα μοναδικά σλαβόφωνα του νομού Κοζάνης. Επίσης, το ποσοστό των μεταναστών εμφανίζεται πολύ χαμηλό σε σχέση με το σύνολο των κατοίκων των χωριών αυτών, καθώς σε σύνολο οικογενειών 1.524 (περίπου 7,5-8.000 άτομα) το ποσοστό των μεταναστών ήταν περίπου 8%.

    β΄) Στην υποδιοίκηση Φλωρίνης (διοικητική διαίρεση του Μεσοπολέμου, αντίστοιχη με τον σημερινό νομό, χωρίς όμως να ταυτίζεται με αυτόν στα γεωγραφικά όρια) οι μεταναστεύσαντες Σλαβόφωνοι ήσαν σαφώς περισσότεροι σε σχέση με αυτούς του νομού Κοζάνης. Επίσης, προέρχονταν από περισσότερα χωριά και έφυγαν όχι μόνο κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων αλλά καθ' όλη τη δεκαετία του 1910-20. Πιο συγκεκριμένα, οι μετανάστες προέρχονταν από 42 χωριά του νομού καθώς επίσης και από την πόλη της Φλωρίνης και το Αμύνταιο και ανέρχονταν σε 576 άτομα. Όμως, το ποσοστό των μεταναστών σε σχέση με τον συνολικό αριθμό των κατοίκων του νομού αποδεικνύεται μηδαμινό και δεν πρέπει να υπερέβαινε το 2% (ο συνολικός αριθμός των οικογενειών των χωριών, εκτός της πόλεως της Φλωρίνης, ανερχόταν σε 7.286 = 36-37.000 άτομα). Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως ελάχιστοι Σλαβόφωνοι μετανάστευσαν στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, προέρχονταν δε από τα χωριά Μεσοχώρι, Σιταριά, Κλειδί και Βεύη. Υπήρξαν όμως και ορισμένοι από τα χωριά Μελίτη, Περικοπή, Ακρίτας, Άλωνα, Υδρούσσα, Τρίβουνο και Πολυπόταμος. Οι μετανάστες του 1914 προέρχονταν κυρίως από τα χωριά Αχλάδα και Φλάμπουρο και λιγότεροι από την Μελίτη και την Περικοπή, χωριά που αποτελούσαν παραδοσιακά κέντρα της ΕΜΕΟ την εποχή του Μακεδονικού Αγώνος. Το 1915 κάτοικοι εγκατέλειψαν τα χωριά Οξυά, Τρίγωνο, Κώτας και Κορυφή, ενώ το 1916 το μεταναστευτικό ρεύμα διογκώθηκε και επικεντρώθηκε στα χωριά Αετός, Νεοχωράκι, Πεδινό, Βροντερό, Πυξός, Σφήκα, Μικρολίμνη, Καρυές, Ψαράδες, Δασερή και Ατραπός. Αντίθετα, κατά τα επόμενα χρόνια η μετανάστευση σχεδόν εκμηδενίσθηκε. Έτσι, το 1917 οι μετανάστες προέρχονταν μόνον από τις Λεπτοκαριές και το 1920 από τα Ασπρόγεια.

    γ΄) Στην υποδιοίκηση Καστοριάς 885 άτομα εγκατέλειψαν την περιοχή το χρονικό διάστημα 1913-1920. Οι μετανάστες προέρχονταν από 38 συνολικά χωριά και το ποσοστό τους, σε σχέση με το σύνολο των κατοίκων των ίδιων χωριών (5.749 οικογένειες = 28-29.000 άτομα), ήταν γύρω στο 3%.

    (β) Κεντρική Μακεδονία

    Η περιοχή του Κιλκίς υπήρξε πεδίο άγριων πολεμικών αντιπαραθέσεων κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Βαλκανικού Πολέμου. Κατά την προέλαση του ελληνικού στρατού πολλά χωριά καταστράφηκαν ολοσχερώς, ενώ άλλα υπέστησαν σημαντικές ζημιές. Οι πληροφορίες για τους πρόσφυγες στην Βουλγαρία αντλήθηκαν με στατιστική επεξεργασία από την ηλεκτρονική βάση δεδομένων του Κέντρου Έρευνας Μακεδονικής Ιστορίας και Τεκμηρίωσης, στη Θεσσαλονίκη.

    Από τα υπάρχοντα στοιχεία προκύπτει ότι στην περιοχή του Κιλκίς καταστράφηκαν 24 χωριά καθώς και η πόλη του Κιλκίς, ενώ οι Σλαβόφωνοι κάτοικοί τους εγκατέλειψαν το ελληνικό έδαφος.

    Αναλυτικά, τα χωριά που καταστράφηκαν ολοσχερώς από τον ελληνικό στρατό κατά τον Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, ήταν τα εξής:

    Παλαιό Όνομα Νέο Όνομα Κάντσωφ Χιλμή

    Βούλγαροι Τούρκοι Βούλγαροι Τούρκοι

    Αβρέτ-Χισάρ Νέο Γυναικόκαστρο 200 45 217 35

    Αμπάρ-κιοϊ Μάνδρες 300 66 195 0

    Γκιολ όμπαση Πικρολίμνη 100 0 138 0

    Καζάνοβο Κοτύλη 200 0 162 0

    Μιχάλοβο Μιχαλίτσι 150 0 98 0

    Σαλαμανλή Γαλλικός 150 0 0 0

    Σεκερλή Ζαχαράτο 65 0 52 0

    Χαϊδαρλή Βαπτιστής 80 0 80 0

    Αποστολάρ Απόστολοι 240 0 240 0

    Βλαδάγκα Ακρίτας 150 0 270 0

    Δούρμπαλη Σύνορο 166 0 124 0

    Κιρέτς Χωρύγι 500 0 0 0

    Γκερμπασέλ Καστανιές 150 0 0 0

    Γιαντζηλάρ Ξυλοκερατέα 470 50 340 125

    Γενή κιοϊ Ελευθεροχώρι 121 0 92 0

    Δημούτσα Άγιος Χαράλαμπος 70 0 58 18

    Τσομλεκτσή Διπόταμος 160 0 200 0

    Ιρακλή Ηράκλεια 290 100 0 0

    Μπεϊλερλή Ξηρόλακκος 125 0 0 0

    Δρέβενο Πύλη 125 0 0 0

    Χέρσοβο Χέρσο 360 0 0 0

    Σερεμετλή Φανάρι 40 0 0 110

    Κοτζά Ομερλή Χερσοτόπι 260 0 0 240

    Δαουτλή Αμπελοχώρι 90 0 65 0

    4.562 261 2.331 528

    Καζάς Κιλκίς 7.000 750 4.500 1.120

    Επίσης, σύμφωνα με τις παραπάνω μνημονευθείσες αρχειακές πληροφορίες, στην περιοχή του Κιλκίς υπέστησαν σημαντικές ζημιές και τα ακόλουθα χωριά:

    Παλαιό Όνομα Νέο Όνομα Κάντσωφ Χιλμή

    Βούλγαροι Τούρκοι Βούλγαροι Τούρκοι

    Αλτσάκ Χαμηλό 24 0 0 11

    Σέσλοβο Σεβαστό 200 0 176 0

    Στρέζοβο Αργυρούπολη 135 0 88 0

    Αλεξία Αλεξία 0 0 315 0

    Ροσίλοβο Ξανθόγεια 250 0 0 0

    Πλάνιτσα Φύσκα 500 250 490 330

    Γιάννες Μεταλλικό 320 0 290 0

    Γκαβαλάντση Βαλτούδι 164 0 0 0

    Καλίνοβο Σουλτογιανναίικα 320 45 425 0

    Τσιγουντά Μεγάλη Στέρνα 0 0 0 0

    Γκόλα Κορυφή 0 0 120 0

    Ακίτζαλι Μουριές 0 205 460 205

    Σούρλοβο Αμάραντα 260 200 256 230

    Πόποβο Μυριόφυτο 360 40 256 80

    Μπρες Ακρολίμνι 60 40 0 0

    Μουτούλοβο Μεταξοχώρι 850 0 616 0

    Δραγομίρι Βαφιοχώρι 480 0 438 0

    Ραγιάν Βάθη 180 380 0 800

    Αλή Χοτζαλάρ Μικρόκαμπος 320 0 270 0

    Καρατζά-καδή Καμπάνη 200 0 0 0

    Ποταρός Δροσάτο 0 200 0 195

    Μοράφτσα Αντιγόνεια 660 0 500 0

    Σνέφτσα Κεντρικό 0 0 240 440

    5.283 1.360 4.940 2.291

    Από τους παραπάνω πίνακες των κατεστραμμένων χωριών προκύπτει ότι:

    α΄) Στην Κεντρική Μακεδονία η διαρροή του σλαβόφωνου πληθυσμού περιορίσθηκε κυρίως στην περιοχή του Κιλκίς.

    β΄) Καταστράφηκαν ολοκληρωτικά 24 χωριά και η πόλη του Κιλκίς, ενώ 23 ακόμη χωριά υπέστησαν σημαντικές ζημιές.

    γ΄) Από τα πλήρως κατεστραμμένα χωριά οι Σλαβόφωνοι πρόσφυγες ανέρχονταν σε 8-9.000 άτομα, ενώ αυτοί των μερικώς κατεστραμμένων χωριών υπολογίζονταν σε 5.283, με βάση τα στοιχεία του Κάντσωφ ή σε 4.940, σύμφωνα με τα στοιχεία του Χιλμή Πασά. Συνολικά, λοιπόν, μπορεί να υποστηριχθεί πως ο αριθμός των Σλαβοφώνων που αποχώρησαν κατά τον Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο από την περιοχή του Κιλκίς ανέρχονταν σε 13-14.000 άτομα.

    (γ) Ανατολική Μακεδονία

    Για την περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας, οι σχετικές πληροφορίες προέρχονται από την Επιτελική Υπηρεσία του Ελληνικού Στρατού.

    Νομός Σερρών Άτομα

    Υποδιοίκηση Σερρών

    Άνω Βροντού 3.700

    Προβατάς 25

    Ποντισμένο 160

    Καρπερή 100

    Χιονοχώρι 20

    Παλαιόκαστρο 100

    Καλά Δένδρα 74

    Λάκκος 225

    Μονοκκλησιά 82

    Ελαιώνας 450

    Μαρμαράς 395

    Ηράκλεια 135

    Αναγέννηση 102

    Χριστός 50

    Μούκλιανη 200

    Συμβολή 500

    Σύνολο 6.318

    Υποδιοίκηση Ζίχνας

    Αγριανή 95

    Κρυοπηγή 14

    Καλλιθέα 45

    Σκοπιά 1.465

    Μικρόπολη 240

    Πανόραμα 1.167

    Σύνολο 3.026

    Υποδιοίκηση Νιγρίτας

    Ράβνα 456

    Υποδιοίκηση Σιδηροκάστρου

    Σιδηρόκαστρο 80

    Βαμβακόφυτο 80

    Γεφυρούδι 30

    Αμμουδιά 30

    Βαλτερό 20

    Κοίμηση 100

    Στρυμονοχώρι 10

    Χαρωπό 3

    Θερμοπηγή 60

    Σχιστόλιθος 350

    Φαιά Πέτρα 30

    Τσιρόβιστα 10

    Καρυδοχώρι 300

    Τοπόλνιτσα 160

    Νέος Σκοπός 140

    Βυρώνεια 450

    Ακριτοχώρι 60

    Τζαφερλή 40

    Θεοδωρίτσι 45

    Φιλήρα 150

    Άνω Πορόια 1.500

    Κάτω Πορόια 450

    Μακρυνίτσα 120

    Πλατανάκια 100

    Αγία Παρασκευή 50

    Σιδηροχώρι 100

    Μοναστηράκι 30

    Σταυροδρόμι 30

    Κερκίνη 15

    Λιβάδια 105

    Καλαμιές 30

    Μεγαλοχώρι 50

    Αγριολεύκη 100

    Γόνιμο 15

    Μανιτάρι 10

    Λιμνοχώρι 120

    Κρασοχώρι 350

    Σιγκέλι 35

    Άνω Καρυδιά 30

    Κάτω Καρυδιά 25

    Δαμάσκηνο 30

    Καπνότοπος 309

    Προμαχώνας 150

    Κλειδί 50

    Σύνολο 5.952

    Υποδιοίκηση Δράμας

    Δράμα 220

    Εξοχή 85

    Ξηροπόταμος 10

    Βώλακας 100

    Πύργοι 50

    Γαύροβο 1.450

    Γενή κιοϊ 1.431

    Γρανίτης 25

    Κάτω Νευροκόπι 200

    Κατάφυτο 100

    Δασσώτο 75

    Κοκκινόγεια 30

    Λιβαδάκι 50

    Οχυρό 200

    Λευκόγεια 40

    Κριθαράς 50

    Πετρούσσα 25

    Προσωτσάνη 95

    Περιθώρι 50

    Βαθύτοπος 150

    Παγονέρι 150

    Σύνολο 4.586

    Υποδιοίκηση Καβάλας

    Χρυσούπολη 120

    ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΝΟΛΟ 20.458

    Aπό τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι:

    α΄) Η διαρροή Σλαβοφώνων πραγματοποιήθηκε κυρίως από τους νομούς Δράμας και Σερρών, ενώ από το νομό Καβάλας αποχώρησαν ελάχιστοι, μόνο 120 άτομα από τη Χρυσούπολη, αφού στη συγκεκριμένη περιοχή κατοικούσαν ελάχιστοι Σλαβόφωνοι.

    β΄) Οι Πρόσφυγες Σλαβόφωνοι (συνολικά 20.458 άτομα) αντιπροσώπευαν μόλις το 6,8% του πληθυσμού των υποδιοικήσεων (το σύνολο των κατοίκων των υποδιοικήσεων Σερρών, Ζίχνας, Νιγρίτας, Σιδηροκάστρου, Δράμας και Χρυσούπολης ήταν, σύμφωνα με τα απογραφικά δεδομένα της Επιτελικής Υπηρεσίας του Ελληνικού Στρατού, στις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων, 295.060 άτομα).

    γ΄) Η μεγαλύτερη μετακίνηση σημειώθηκε σε έξι χωριά της υποδιοίκησης Ζίχνας, από τα οποία έφυγαν 6.605 Σλαβόφωνοι (45,8% του πληθυσμού τους), ενώ στην υποδιοίκηση Σερρών οι μετανάστες αποτελούσαν το 36,2% του συνολικού πληθυσμού των χωριών τους, στην υποδιοίκηση Σιδηροκάστρου το 18,5% και στην υποδιοίκηση Δράμας το 11,5%.

    Εκτός όμως από τους Σλαβοφώνους, τη διετία 1913-1914 εγκατέλειψε την Μακεδονία και μεγάλος αριθμός Μουσουλμάνων κατοίκων της. Τουρκικές εφημερίδες της εποχής κατηγορούσαν τις ελληνικές αρχές ως υπεύθυνες για την μαζική φυγή των ομοεθνών τους. Ανέφεραν μάλιστα και περιστατικά, όπως την πυρπόληση από Έλληνες τζαμιού στη Ζίχνη καθώς και την βεβήλωση μουσουλμανικών ιερών και νεκροταφείων στην περιοχή των Σερρών. Τέτοια γεγονότα, ανέφεραν στην ανταπόκρισή τους οι τουρκικές εφημερίδες, σε συνδυασμό με βιαιοπραγίες κατά Μουσουλμάνων από Ελληνόφωνους κατοίκους κυρίως για κτηματικές διαφορές, εξώθησαν πολλά από τα μέλη της μουσουλμανικής κοινότητας της Μακεδονίας να αναχωρήσουν ατάκτως αναζητώντας καταφύγιο σε τουρκοκρατούμενες περιοχές. Οι τουρκικές καταγγελίες φαίνεται πως υπήρξαν, σε γενικές γραμμές, αληθείς. Παρόμοια περιστατικά στηλιτεύονται και σε πολυσέλιδη αναφορά της Γενικής Διοικήσεως Μακεδονίας, τον Αύγουστο του 1914. Ως πρωταίτιοι των επεισοδίων φέρονταν μάλιστα Έλληνες πρόσφυγες, οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί σε μουσουλμανικά χωριά καταλαμβάνοντας με τη βία σπίτια, περιουσίες ακόμη και μουσουλμανικά σχολεία. Η αντιδικία με τους Έλληνες πρόσφυγες φαίνεται όμως πως αποτελεί μία μόνο αιτία της μαζικής αναχώρησης των μουσουλμανικών πληθυσμών. Θα πρέπει να επισημανθεί πως κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, περισσότεροι από 10.000 Μουσουλμάνοι είχαν καταφύγει από την Βόρεια και τη Δυτική Μακεδονία στην πόλη της Θεσσαλονίκης, αριθμός που αυξήθηκε αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, η οποία προκάλεσε την μαζική άφιξη στην πόλη ομοεθνών τους από βουλγαροκρατούμενες και σερβοκρατούμενες περιοχές. Υπολογίζεται πως μόνο από οχτώ χωριά της περιοχής της Στρωμνίτσης περίπου 4.000 Μουσουλμάνοι κατέφυγαν στη Θεσσαλονίκη το καλοκαίρι του 1913, ενώ την ίδια περίοδο περίπου 20.000 Μουσουλμάνοι από τη βουλγαρική Θράκη κατέφυγαν στην περιφέρεια της Δράμας. Οι πρόσφυγες αυτοί, μολονότι έτυχαν περίθαλψης από τις ελληνικές αρχές, προτίμησαν τελικά να αναχωρήσουν για την Τουρκία. Το γεγονός αυτό προβλημάτισε την ελληνική διοίκηση, που θεωρούσε ως υπεύθυνη για την αθρόα μετανάστευση των μουσουλμανικών πληθυσμών από την Μακεδονία την προπαγάνδα των Νεοτούρκων, οι οποίοι ήθελαν να εκμεταλλευθούν τις εξελίξεις και να εξωθήσουν σε αποχώρηση από την Τουρκία τους ελληνικούς πληθυσμούς. «Τί άραγε συμβαίνει;», αναρωτιόταν ο συντάκτης σχετικής εκθέσεως της Γενικής Διοικήσεως Μακεδονίας, «διατί ούτοι αναχωρούσιν ενώ ουδείς προς τούτο υπάρχει λόγος; Αι Αρχαί εφάνησαν τόσον πατρικαί ώστε προκαλούν πολλάκις την αγανάκτησιν των ελλήνων προσφύγων, οίτινες βλέπουσι να παρέχονται μεγαλυτέρα και ανετωτέρα περίθαλψις εις τους Μουσουλμάνους ή εις τους Έλληνας. Πού τα κατώτερα όργανα, έστω και οι χωροφύλακες ακόμη, εστενοχώρησαν ή επίεσαν Μουσουλμάνον ώστε να διαδίδηται ότι υφίστανται πιέσεις; Ποίον γεγονός ωρισμένον κατηγγέλθη και δεν εγένετο ανάλογος παρατήρησις ή τιμωρία;… Φρονούμεν ότι δέον να ληφθώσι σοβαρά μέτρα κατά της κρυφίας ταύτης υποκινήσεως και αναχωρήσεως ενίων Μουσουλμάνων, διότι η ζημία είναι διττή. Και τα κτήματα της Μακεδονίας θα μείνωσιν ούτω ακαλλιέργητα και τους εν Τουρκία ομογενείς καταστρέφουσι διά της εποικήσεως των Μουσουλμάνων τούτων, οίτινες αναχωρούσι με ολόκληρον την περιουσίαν των και χρήματα εις τα θυλάκιά των, ενώ τους ημετέρους αποδιώκουν εκείθεν γυμνούς και αξιοθρήνητους».

    Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία που διέθετε η Γενική Διοίκηση Μακεδονίας, την περίοδο 1913-1914 από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης αναχώρησαν περίπου 76.000 Μουσουλμάνοι. Αναλυτικά, τα στοιχεία αυτά έχουν ως εξής:

    Περίοδος Άτομα

    Αύγουστος-Δεκέμβριος 1913 14.478

    Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1914 26.648

    Μάρτιος 1914 32.405

    Σύνολο 73.531

    Ο συγκεκριμένος αριθμός των 73.531 Μουσουλμάνων περιλαμβάνει μόνον εκείνους που αναχώρησαν με νόμιμο τρόπο από τη χώρα, κάνοντας δηλαδή χρήση των διαβατηρίων τους. Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν και ορισμένες χιλιάδες ακόμη, που έφυγαν κατά μόνας. Έτσι, ο συνολικός αριθμός των Μουσουλμάνων προσφύγων από την Μακεδονία, τη διετία 1913-1914, πρέπει να προσέγγιζε τα 100.000 άτομα.

    Η απομάκρυνση όμως από την Μακεδονία περίπου 140.000 Σλαβοφώνων και Μουσουλμάνων τη χρονική περίοδο 1912-1919, συνοδεύτηκε από παράλληλη μαζική άφιξη Ελλήνων προσφύγων από διάφορες περιοχές. Κατά τους υπολογισμούς του Πάλλη, οι Έλληνες που μετακινήθηκαν προς τη Μακεδονία την περίοδο 1913-1914 ανέρχονταν σε 155.000, από τους οποίους οι 80.000 προέρχονταν από την Ανατολική Θράκη, οι 40.000 από τη Δυτική Θράκη και οι 20.000 από τη Μικρά Ασία. Περίπου 5.000 Έλληνες πρόσφυγες ήρθαν επίσης από τη Σερβία και άλλοι 5.000 από τον Καύκασο. Σύμφωνα με μία συγκεντρωτική έκθεση, έως τις 12 Ιουλίου 1914 κατέφυγαν στην Ελλάδα 28.529 οικογένειες, που αριθμούσαν 108.601 άτομα. Αναλυτικά, τα στοιχεία έχουν ως εξής:

    Περιοχές προέλευσης Οικογένειες Άτομα Χωριά προέλευσης (αριθμός)

    Θράκη (Ανατολική και Δυτική) 14.552 54.292 232

    Μικρά Ασία 6.817 24.771 276

    Βουλγαρία-Σερβία 6.127 24.954 76

    Βόρειος Ήπειρος 180 827 12

    Καύκασος 853 3.757 -

    Σύνολο 28.529 108.601 596

    Αυτός ο ελληνικός προσφυγικός πληθυσμός ανέβηκε, έως τις 19 Αυγούστου του ίδιου χρόνου (1914), σε 117.090 άτομα. Αυτό σημαίνει ότι από τους 155.000 Έλληνες που, σύμφωνα με τον Πάλλη, έφτασαν στη Μακεδονία ως τα τέλη του 1914, οι 117.000 μετακινήθηκαν έως τις 19 Αυγούστου. Η εγκατάσταση των προσφύγων αυτών έγινε με τον ακόλουθο τρόπο:

    Αριθμός Προσφύγων Εγκατάσταση κατά επαγγέλματα

    Επαρχίες εγκατάστασης Οικογένειες Άτομα Γεωργοί Άλλα επαγγέλματα Χωρίς επάγγελμα

    Ανασελίτσα 230 942 13 929

    Βέροια 212 862 269 9 584

    Έδεσσα 413 1.648 681 82 885

    Γιαννιτσά 682 2.841 794 142 1.905

    Γρεβενά 64 300 300

    Σιδηρόκαστρο 1.331 5.482 1.204 80 4.198

    Δράμα 3.197 12.907 1.602 152 11.153

    Ελασσόνα 43 178 178

    Ζίχνη 1.281 5.180 1.009 25 4.146

    Θάσος 216 848 848

    Θεσσαλονίκη 9.197 36.578 3.980 1.330 31.268

    Καβάλα 1.379 5.857 427 140 5.290

    Καϊλάρια 321 1.275 419 5 851

    Καστοριά 25 88 88

    Κατερίνη 908 3.626 1.623 65 1.938

    Κιλκίς 3.301 13.788 6.080 16 7.692

    Λαγκαδάς 1.994 8.104 2.851 291 4.962

    Νιγρίτα 905 3.639

    Ελευθερούπολη 610 2.766 868 26 1.872

    Σαρή Σαμπάν 597 2.663 874 120 1.669

    Σέρβια 165 684 382 302

    Σέρρες 611 2.265 4.202 23 6.419

    Τζουμαγιά 1.190 4.710

    Φλώρινα 31 126 126

    Χαλκιδική 17 97 97

    28.920 117.454 27.265 2.519 87.700

    Οι Έλληνες πρόσφυγες της περιόδου έφτασαν στις ελληνικές επαρχίες σε άθλια κατάσταση. Σύμφωνα με έκθεση της Υγειονομικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, στις 24 Ιουλίου 1914, οι περισσότεροι από τους νεοφερμένους ήταν ασθενείς και τραυματισμένοι. Οι πρόσφυγες μάλιστα από την Βουλγαρία είχαν εκδιωχθεί βίαια από την περιοχή της Αγαθούπολης και τα χωριά Προβίδον, Κωστή και Βασιλικόν και προωθήθηκαν με καράβια μέσω Κωνσταντινουπόλεως στη μακεδονική πρωτεύουσα. Για τις ανάγκες της περιθάλψεως και της εγκαταστάσεώς τους συστάθηκε ειδική Υπηρεσία, με έδρα την Θεσσαλονίκη.

    Η ολοκλήρωση των δημογραφικών μεταβολών της χρονικής περιόδου 1912-1920 δημιούργησε μία νέα εθνολογική εικόνα της Μακεδονίας. Με βάση την επίσημη απογραφή του 1920, ο πληθυσμός της Μακεδονίας ανήλθε σε 1.078.748 άτομα. Εν τούτοις, η επίσημη απογραφή δεν περιείχε στατιστικά στοιχεία για την εθνοτική σύνθεση του πληθυσμού, γεγονός που ενίσχυε τις αμφιβολίες για την αξιοπιστία της. Μια πιο αξιόπιστη εθνολογική εικόνα της ελληνικής Μακεδονίας αναπαριστά ίσως η ανεπίσημη και απόρρητη στατιστική που εκπόνησε η Γενική Διοίκηση Μακεδονίας, στις αρχές του 1923. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Γενικός Διοικητής Μακεδονίας Αχιλλέας Λάμπρος, τα στοιχεία της απογραφής αυτής, η οποία περιορίζεται μόνο στη Δυτική και την Κεντρική Μακεδονία, προέρχονταν από τρεις πηγές: α΄) από την εθνολογική στατιστική που διενήργησε το 1920 το Υπουργείο των Εξωτερικών, θέλοντας να εξακριβώσει τη δυνατότητα εφαρμογής στην ελληνική Μακεδονία ενός συστήματος αυτοδιοικήσεως, β΄) από την επίσημη απογραφή του 1920 και γ΄) από πληροφορίες των διαφόρων υποδιοικήσεων. Οι παραπάνω πηγές βοήθησαν ώστε, σύμφωνα με τον Γενικό Διοικητή, η στατιστική του 1923 να απεικονίζει «την πραγματικήν εθνολογικήν σύνθεσιν και κατάστασιν του πληθυσμού… προσεγγίζουσα μάλλον και προς την αριθμητικήν πραγματικότητα».

    Οι απόψεις του Αχιλλέα Λάμπρου επιβεβαιώνονται πλήρως από την συγκριτική μελέτη δύο στατιστικών, της επίσημης απογραφής του 1920 και της εθνολογικής στατιστικής της Κεντρικής Μακεδονίας του 1923, χωρίς όμως να υπολογίζονται οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και τον Καύκασο. Στις περισσότερες περιπτώσεις ο συνολικός πληθυσμός των διαφόρων υποδιοικήσεων είναι περίπου ίσος και στις δύο στατιστικές, σε αρκετές μάλιστα περιπτώσεις ακριβώς ο ίδιος. Πιο συγκεκριμένα, το άθροισμα των κατοίκων στις υποδιοικήσεις Κατερίνης, Λαγκαδά, Χαλκιδικής και Εδέσσης είναι το ίδιο και στις δύο στατιστικές (31.696, 42.544, 49.444 και 24.218 άτομα αντίστοιχα), ενώ στις υποδιοικήσεις Πτολεμαΐδος και Νότιας παρουσιάζει μικρή μόνο απόκλιση (32.299 άτομα σύμφωνα με τη στατιστική του 1920 και 32.560 κατά τη στατιστική του 1923 στην υποδιοίκηση Νότιας, ενώ οι αντίστοιχοι αριθμοί για την υποδιοίκηση Πτολεμαΐδος είναι 40.343 και 42.438 άτομα).

    Εξάλλου, τους ισχυρισμούς του Γενικού Διοικητή για χρησιμοποίηση στατιστικών στοιχείων που είχαν υποβάλει οι κατά τόπους υποδιοικήσεις, επιβεβαιώνουν διάφορα έγγραφα των τοπικών υποδιοικήσεων, τα απογραφικά στοιχεία των οποίων αξιοποιήθηκαν κατά τη σύνταξη της γενικής στατιστικής.

    Αναλυτικά, τα στοιχεία της απογραφής του 1923 έχουν ως εξής:

    Υποδιοίκηση Σλαβόφωνοι

    Τέως Πατριαρχικοί Τέως Σχισματικοί Γενικό Σύνολο

    Καστοριάς 7.519 22.079 68.340

    Φλώρινας 9.027 48.443 82.408

    Νότιας 0 9.710 40.617

    Πέλλας 3.000 15.886 29.218

    Γιαννιτσών 0 13.366 22.915

    Γουμένισσας 0 16.155 23.361

    Κιλκίς 0 2.255 32.245

    Λαγκαδά 5.000 0 55.896

    Θεσσαλονίκης 4.000 0 289.985

    Χαλκιδικής 0 0 51.114

    Κατερίνης 150 0 35.169

    Βέροιας 1.927 0 54.255

    Ανασελίτσας 1.794 0 40.092

    Πτολεμαΐδας 4.578 3.008 53.329

    Κοζάνης 0 0 61.882

    Γρεβενών 0 0 46.898

    Σύνολο 36.995 130.902 987.724

    Όμως η συγκεκριμένη στατιστική περιορίζεται μόνο στη Δυτική και την Κεντρική Μακεδονία, γεγονός που κατέστησε επιτακτική την ανάγκη εξεύρεσης στατιστικών στοιχείων και για την περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας. Δυστυχώς, η αντίστοιχη στατιστική έρευνα που πιθανότατα διενεργήθηκε για την Ανατολική Μακεδονία, δεν ανεβρέθηκε στο Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών, οπότε οι σχετικές πληροφορίες αντλήθηκαν από άλλες έγκυρες πηγές, οι οποίες όμως δεν είναι του 1920.

    Όσον αφορά το νομό Σερρών, οι πληροφορίες προέρχονται από τη στατιστική που εκπόνησε το Γενικό Επιτελείο Στρατού τον Αύγουστο του 1915. Η χρονολογία της απογραφής αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και διασφαλίζει κατά μεγάλο ποσοστό την ακρίβεια των δημοσιευμένων στοιχείων γιατί: α΄) είχε προηγηθεί η μεγάλη μετανάστευση Σλαβοφώνων από την Ανατολική Μακεδονία την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων και β΄) μετά το 1915 και έως το 1924 δεν σημειώθηκαν σημαντικές μεταβολές στην πληθυσμιακή σύνθεση της περιοχής, με εξαίρεση την απομάκρυνση ικανού αριθμού Σλαβοφώνων, στη συντριπτική πλειοψηφία τους όμως παλιννοστησάντων, κατά την αποχώρηση του βουλγαρικού στρατού στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Πιο συγκεκριμένα, τα δεδομένα της απογραφής αυτής, η οποία διακρίνει τους «Σλαβόφωνους Έλληνες» από τους «Βούλγαρους», είναι τα ακόλουθα:

    Υποδιοίκηση Σλαβόφωνοι Έλληνες Βούλγαροι Σύνολο πληθυσμού

    Σερρών 4.283 6.445 51.190

    Ζίχνας 3.466 1.623 31.406

    Νιγρίτας 964 258 27.515

    Σιδηροκάστρου 4.010 11.648 35.629

    Σύνολο 12.723 19.974 145.740

    Αναφορικά με τους υπόλοιπους νομούς της Ανατολικής Μακεδονίας, δηλαδή της Δράμας και της Καβάλας, οι σχετικές πληροφορίες αντλήθηκαν από τη στατιστική που διενήργησε το 1924 η Γενική Διοίκηση Θράκης, στην οποία ανήκαν οι δύο νομοί την περίοδο αυτή. Η συγκεκριμένη απογραφή μπορεί να θεωρηθεί αρκετά αξιόπιστη, παρόλο που διενεργήθηκε το 1924, γιατί δεν είχε αρχίσει ακόμη η μαζική μετανάστευση Σλαβοφώνων, βάσει των προβλεπομένων διατάξεων της Συνθήκης του Νεϊγύ. Η απογραφή του 1924 παρουσιάζει τα εξής δεδομένα:

    Υποδιοίκηση Σλαβόφωνοι Έλληνες Βούλγαροι Σύνολο πληθυσμού

    Δράμας 4.905 929 93.748

    Νευροκοπίου 2.736 6.403 15.352

    Καβάλας 0 0 49.553

    Νέστου 0 0 15.628

    Ελευθερούπολης 0 0 19.607

    Θάσου 0 0 16.294

    Σύνολο 7.641 7.332 210.182

    Σλαβόφωνοι τέως Πατριαρχικοί Σλαβόφωνοι τέως Εξαρχικοί Σύνολο πληθυσμού

    Γενικό Σύνολο Ελληνικής Μακεδονίας 57.359 158.208 1.343.646

    Ανταλλαγές πληθυσμών (1920-1930)

    Όμως η δεκαετία του 1910 δεν ήταν η μόνη εποχή, κατά την οποία συντελέσθηκαν ποικίλες εθνολογικές μεταβολές. Και η δεκαετία του 1920 σφραγίσθηκε από έντονη πληθυσμιακή κινητικότητα, αποτέλεσμα τόσο των πολεμικών αναμετρήσεων όσο και διπλωματικών διευθετήσεων. Καραβάνια προσφύγων και μεταναστών συνωστίζονταν στα λιμάνια, στα μεθοριακά περάσματα και στα λοιμοκαθαρτήρια, θύματα των πολιτικών και διπλωματικών διαπραγματεύσεων των παρασκηνίων. Εξυπηρετώντας κυρίως πολιτικές σκοπιμότητες, την ανάγκη δηλαδή να διασφαλισθεί η περίφημη «πληθυσμιακή ομοιογένεια», πραγματοποιήθηκαν την περίοδο αυτή δύο ανταλλαγές πληθυσμών. Η πρώτη, η οποία αποφασίσθηκε με τη Συνθήκη του Νεϊγύ το 1919, ήταν εθελοντική και αφορούσε την αμοιβαία μετανάστευση των «φυλετικών, θρησκευτικών ή γλωσσικών» μειονοτήτων ανάμεσα στην Ελλάδα και την Βουλγαρία. Η δεύτερη αποφασίσθηκε στη Λωζάννη τον Ιανουάριο του 1923, ήταν υποχρεωτική και προέβλεπε την αμοιβαία μετανάστευση των Ορθοδόξων Χριστιανών της Τουρκίας και των Μουσουλμάνων της Ελλάδος. Εξαιρούνταν οι Χριστιανοί της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου και οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης. Και οι δύο ανταλλαγές πληθυσμών πραγματοποιήθηκαν στη δεκαετία του 1920 υπό την εποπτεία της Κοινωνίας των Εθνών, η οποία συνέστησε δύο μικτές Επιτροπές -Ελληνοβουλγαρικής και Ελληνοτουρκικής Μετανάστευσης αντίστοιχα- για να επιβλέψουν τη διαδικασία της μετακίνησης των πληθυσμών. Περίπου 56.000 Βούλγαροι που ζούσαν στην Ελλάδα έναντι 30.000 Ελλήνων της Βουλγαρίας και 190.000 Χριστιανοί από την Τουρκία έναντι 350.000 Μουσουλμάνων της Ελλάδος, επωφελήθηκαν των σχετικών διατάξεων και μετανάστευσαν εκποιώντας παράλληλα τις περιουσίες τους. Εκατοντάδες υπάλληλοι της Κ.τ.Ε., συνεπικουρούμενοι από ντόπιους αξιωματούχους, διηύθυναν για μία ολόκληρη δεκαετία έναν δαιδαλώδη μηχανισμό μετανάστευσης. Το έργο τους υπήρξε αναμφίβολα κολοσιαίο και εξαιρετικά δύσκολο, στέφθηκε όμως με επιτυχία και «χρεώθηκε» στη θετική συνεισφορά της Κ.τ.Ε.

    1. Συνθήκη Νεϊγύ

    Παρόλο που η Συνθήκη του Νεϊγύ για την αμοιβαία, εθελοντική μετανάστευση των μειονοτήτων της Ελλάδος και της Βουλγαρίας υπογράφηκε τον Νοέμβριο του 1919, η ουσιαστική εφαρμογή της άρχισε τρία χρόνια αργότερα, μόλις στα τέλη του 1922. Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, αναλώθηκε στις διαδικασίες για τη συγκρότηση της μικτής Επιτροπής και των τοπικών Υποεπιτροπών καθώς και στη διεκπεραίωση διαδικαστικών θεμάτων.

    Η διαδικασία συλλογής αιτήσεων μεταναστεύσεως ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 1922. Όμως η απήχησή της στους κόλπους των Σλαβοφώνων κατοίκων της Μακεδονίας ήταν αρχικά μικρή. Έτσι, από τον Νοέμβριο του 1922 έως την 1η Ιουλίου 1923, υποβλήθηκαν συνολικά μόνον 166 αιτήσεις μεταναστεύσεως.

    Η κατάσταση όμως άλλαξε ριζικά από τα μέσα του 1923. Η Μικρασιατική Καταστροφή και η συνακόλουθη συρροή χιλιάδων προσφύγων στην ηπειρωτική Ελλάδα, κυρίως στη Μακεδονία και την Θράκη, επέφερε θεαματικές αλλαγές στη θέση των Σλαβοφώνων. Έτσι, η αρχική απροθυμία για τη σκοπιμότητα και την αναγκαιότητα της Συνθήκης του Νεϊγύ εξελίχθηκε γρήγορα σε αναγκαστική αποδοχή της, με αποτέλεσμα μόνο τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1923 να υποβληθούν 288 και 349 αιτήσεις μεταναστεύσεως αντίστοιχα.

    Κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1923 και τους πρώτους μήνες του 1924, η επιθυμία της αποχωρήσεως εντάθηκε. Έτσι, έως τα τέλη Ιουνίου του 1924 υποβλήθηκαν 3.997 αιτήσεις μεταναστεύσεως που αντιστοιχούσαν σε 10.756 άτομα, από τα οποία 7.983 είχαν ήδη εγκαταλείψει την Ελλάδα. Έως τα τέλη Οκτωβρίου του ιδίου έτους, οι αιτήσεις μεταναστεύσεως είχαν υπερδιπλασιασθεί. Συγκεκριμένα, υποβλήθηκαν 9.013 αιτήσεις που αφορούσαν 22.816 άτομα και κατανέμονταν κατά γεωγραφικές περιοχές ως εξής:

    Περιοχή Αιτήσεις Άτομα

    Θεσσαλονίκη 926 2.206

    Βέροια 25 99

    Γιαννιτσά 1.865 5.275

    Γουμένισσα 1.203 3.526

    Κιλκίς 929 2.432

    Έδεσσα 214 466

    Φλώρινα - Καστοριά 388 826

    Σιδηρόκαστρο 1.723 5.025

    Δράμα - Καβάλα 821 2.200

    Σέρρες 286 761

    Σύνολο 8.380 22.816

    Από τον παραπάνω πίνακα εξάγεται το συμπέρασμα πως οι Σλαβόφωνοι κάτοικοι της Κεντρικής και της Ανατολικής Μακεδονίας και ιδιαίτερα όσοι διέμεναν στις περιοχές των Γιαννιτσών, της Γουμενίσσης και του Σιδηροκάστρου, έδειξαν εξ αρχής μεγαλύτερη προθυμία να μεταναστεύσουν σε σχέση με όσους ζούσαν στη Δυτική Μακεδονία, οι οποίοι ίσως δέχονταν λιγότερες πιέσεις από τις ελληνικές αρχές, καθώς οι συγκεκριμένες περιοχές γειτνίαζαν με την σύμμαχο ακόμη τότε Γιουγκοσλαβία και όχι με την αναθεωρητική Βουλγαρία.

    Η υπογραφή του Πρωτοκόλλου Πολίτη-Καλφώφ, τον Σεπτέμβριο του 1924, προκάλεσε εντυπωσιακή μείωση του μεταναστευτικού ρεύματος από την ελληνική Μακεδονία προς την Βουλγαρία. Από τον Σεπτέμβριο του 1924 έως τον Φεβρουάριο του 1925, όταν το ελληνικό Κοινοβούλιο αρνήθηκε να επικυρώσει τη σχετική συμφωνία, η υποβολή δηλώσεων μεταναστεύσεως κυμάνθηκε σε χαμηλά επίπεδα. Έτσι, τον Ιανουάριο του 1925, εκδόθηκαν φύλλα πορείας μόνο για 160 άτομα, τον Φεβρουάριο για 570 και τον Μάρτιο για 627 άτομα. Η καταγγελία του πρωτοκόλλου καθώς και η διάψευση των προσδοκιών των Σλαβοφώνων για παραμονή στην Ελλάδα υπό μειονοτικό καθεστώς έδωσαν νέα ώθηση στο μεταναστευτικό κύμα προς την Βουλγαρία. Μόνο τον Απρίλιο του 1925 εκδόθηκαν φύλλα πορείας για 2.639 άτομα, τον Μάιο για 5.637 και τον Ιούνιο για 936. Συνολικά, στα τέλη του 1925 περίπου 30.000 «Βούλγαροι» από την Μακεδονία είχαν υποβάλει αιτήσεις μεταναστεύσεως και η συντριπτική πλειοψηφία τους είχε ήδη αποχωρήσει από την Ελλάδα.

    Αντίθετα, κατά τα επόμενα χρόνια η υποβολή δηλώσεων μειώθηκε σημαντικά και σχεδόν εκμηδενίσθηκε. Έτσι, ενώ έως τα τέλη Φεβρουαρίου του 1926, 33.674 άτομα από την Μακεδονία είχαν καταθέσει αιτήσεις μεταναστεύσεως και 32.620 από αυτούς μάλιστα είχαν πάρει φύλλα πορείας αναχωρώντας για την Βουλγαρία, τα μεγέθη δεν μεταβλήθηκαν σημαντικά κατά τα επόμενα χρόνια. Κατά συνέπεια, στα τέλη του 1926 ο αριθμός των ατόμων που είχαν υποβάλει αιτήσεις μεταναστεύσεως ήταν 33.677 και 32.778 από αυτά είχαν εγκαταλείψει την Ελλάδα, ενώ στα τέλη Μαρτίου του 1927 οι αριθμοί ανέρχονταν σε 33.685 και 32.827 άτομα αντίστοιχα.

    Συνολικά, περίπου 34.000 Σλαβόφωνοι νέοι μετανάστες αποχώρησαν από τη Μακεδονία μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Νεϊγύ. Εκτός όμως από εκείνους που μετακινήθηκαν μετά τη Συνθήκη του Νεϊγύ, δηλώσεις μεταναστεύσεως, όπως ήδη αναφέρθηκε, μπορούσαν να υποβάλλουν και όσοι είχαν αναχωρήσει μετά την 18η Δεκεμβρίου 1900. Η μικτή Επιτροπή στην τελική έκθεσή της, η οποία δημοσιεύθηκε το 1932, ανέφερε ότι συνολικά 66.260 άτομα -νέοι και παλαιοί μετανάστες από την Μακεδονία- είχαν καταθέσει σχετικές αιτήσεις. Η γεωγραφική κατανομή των μεταναστών έχει ως εξής:

    Περιοχή Άτομα

    Φλώρινα 1.290

    Καστοριά 4.090

    Πτολεμαΐδα 600

    Έδεσσα 1.800

    Νότια 106

    Γιαννιτσά 6.670

    Βέροια 30

    Γουμένισσα 7.500

    Κιλκίς 5.000

    Θεσσαλονίκη 2.590

    Σιδηρόκαστρο 9.640

    Σέρρες 10.400

    Ζίχνα 175

    Ελευθερούπολη 20

    Δράμα 16.050

    Καβάλα - Νέστος 165

    Σύνολο 66.126

    Από τα αριθμητικά στοιχεία του πίνακα προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα:

    α΄) Η πλειοψηφία των μεταναστών προέρχεται από την Ανατολική και την Κεντρική Μακεδονία. Συγκεκριμένα, από την Ανατολική Μακεδονία υποβλήθηκαν αιτήσεις μεταναστεύσεως από 36.450 άτομα, ποσοστό 55% επί του συνολικού αριθμού των ατόμων. Από την Κεντρική Μακεδονία αιτήσεις κατέθεσαν 23.696 άτομα, ποσοστό 35,8%, ενώ από τη Δυτική Μακεδονία 5.980 άτομα, ποσοστό 9%.

    β΄) Οι περισσότεροι μετανάστες κατοικούσαν στις επαρχίες Δράμας, Σερρών, Σιδηροκάστρου, Γουμενίσσης και Κιλκίς και ανέρχονταν συνολικά σε 48.590 άτομα, ποσοστό 73,5% επί του συνολικού αριθμού των μεταναστών.

    γ΄) Δεν αναφέρονται μετανάστες από τους νομούς Γρεβενών, Κατερίνης και Χαλκιδικής, ενώ ελάχιστοι αποχώρησαν από τις επαρχίες Καβάλας, Ελευθερούπολης, Ζίχνας, Βεροίας, Νότιας και Πτολεμαΐδος.

    Δυστυχώς, δεν έχουν διασωθεί αναλυτικά στοιχεία για τον αριθμό των Σλαβόφωνων μεταναστών, κατά χωριό. Υπάρχουν μόνο αποσπασματικές πληροφορίες για ορισμένες περιοχές, όπως για τα εξής χωριά της Δράμας:

    1923 1924 1925 Σύνολο

    Άτομα

    Αιτήσεις Άτομα Αιτήσεις Άτομα Αιτήσεις Άτομα

    Κατάφυτο 5 7 334 962 81 222 1.191

    Εξοχή 138 435 29 80 515

    Γρανίτης 68 119 64 180 299

    Κάτω Νευροκόπι 45 119 92 324 443

    Κάτω Βροντού 65 168 210 578 746

    Βαθύτοπος 9 17 64 187 225 601 805

    Πανόραμα 4 9 27 47 56

    Βώλακας 4 8 8

    Καβάλα 2 2 1 1 3

    Δράμα 3 3 3

    Οχυρό 1 4 32 66 70

    Παγονέρι 11 31 118 282 313

    Αλιστράτι 3 7 22 57 64

    Δασσώτο 45 124 115 355 479

    Προσωτσάνη 5 14 1 5 19

    Λευκόγεια 2 3 401 1.159 1.162

    Ακρινό 340 1.060 1.060

    Λιβαδάκι 113 279 279

    Κριθαράς 51 160 20 55 215

    Περιθώρι 47 119 158 446 565

    Ψαθοχώρι 2 2 12 30 2 9 41

    Καλή Βρύση 8 20 20

    Θερμά 3 3 3

    Πετρούσσα 3 3 1 1 4

    Κρασοχώρι 1 2 2

    Σύνολο 28 3.869 4.468 8.365

    Επίσης, διασώζονται αποσπασματικές πληροφορίες και για ορισμένα χωριά των νομών Φλωρίνης, Καστοριάς, Πέλλης και Κιλκίς. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, για τη Βουλγαρία μετανάστευσαν έως το 1925, βάσει της Συνθήκης του Νεϊγύ, εννέα οικογένειες από το Πευκωτό Πέλλης, ενώ από τους νομούς Φλωρίνης και Καστοριάς έφυγαν 22 οικογένειες από το Ξυνό Νερό, 52 από την Κρυσταλλοπηγή, 40 από την Ιεροπηγή, 20 από το Δενδροχώρι, 26 από το Βατοχώρι, 37 από το Μοσχοχώρι, επτά από το Ποιμενικό, έξι από το χωριό Μελάς και 48 από το Μακροχώρι. Ακόμη, από το νομό Κιλκίς επρόκειτο να αναχωρήσουν για τη Βουλγαρία 125 οικογένειες από τη Γουμένισσα, 17 από τον Γρίβα, 11 από την Καστανερή και μία από τη Γοργόπη.

    Όμως η απομάκρυνση από την Ελλάδα όσων θεωρούσαν εαυτούς Βουλγάρους, υπήρξε η μία μόνο όψη της Συνθήκης του Νεϊγύ. Ταυτόχρονα το ίδιο δικαίωμα διατηρούσαν και όσοι Έλληνες κατοικούσαν σε βουλγαρικές περιοχές. Η πλειοψηφία των Ελλήνων διαβιούσε στην Ανατολική Ρωμυλία. Σύμφωνα με τις επίσημες βουλγαρικές στατιστικές, οι οποίες είχαν κάθε λόγο να περιορίζουν τον αριθμό των Ελλήνων μειονοτικών, ο αριθμός των Ελλήνων έφτανε τις 70.887, ποσοστό 1,89% επί του συνολικού πληθυσμού το 1900, ενώ είκοσι χρόνια αργότερα, το 1920, είχαν περιορισθεί σε 48.507 άτομα. Από την πλευρά τους, οι ελληνικές στατιστικές αυξάνουν τον μειονοτικό πληθυσμό. Σύμφωνα με τον Έλληνα Πρόξενο στη Φιλιππούπολη Ν. Φουντούλη, οι Έλληνες κάτοικοι της Βουλγαρίας ανέρχονταν το 1903 σε 81.923 άτομα. Σύμφωνα επίσης με τα στατιστικά στοιχεία της Κ.τ.Ε., συνολικά 33.977 Έλληνες της Βουλγαρίας έφυγαν για την Ελλάδα τη δεκαετία του 1920, ενώ ο συνολικός αριθμός των μεταναστών και προσφύγων από τις αρχές του αιώνα ανήλθε σε 62.109 άτομα. Αξίζει, τέλος, να αναφερθεί πως η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων μετανάστευσε έως το 1926, σε αντίθεση με τους Σλαβοφώνους της Ελλάδος, δείγμα ασφαλώς της επιθυμίας τους για κάθοδο στην Ελλάδα αλλά και των αφόρητων πιέσεων που ασκούσαν σε βάρος τους βουλγαρικοί κρατικοί και παρακρατικοί μηχανισμοί.

    2. Συνθήκη Λωζάννης

    Με τη Συνθήκη της Λωζάννης, που υπογράφηκε στις 30 Ιανουαρίου 1923, θεσπίσθηκε η υποχρεωτική ανταλλαγή των χριστιανικών πληθυσμών της Τουρκίας και των Μουσουλμάνων της Ελλάδος. Εξαιρούνταν οι Έλληνες της Νομαρχίας Κωνσταντινουπόλεως και οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης. Σύμφωνα με το άρθρο 8 της σύμβασης, οι ανταλλάξιμοι μπορούσαν να πάρουν μαζί τους όλη την κινητή τους περιουσία, ενώ ό,τι άφηναν πίσω θα περιέρχονταν στη δικαιοδοσία του κράτους. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι χριστιανικοί πληθυσμοί βρίσκονταν σε εμφανώς δυσχερέστερη θέση, όσον αφορά τον τρόπο και τις προϋποθέσεις της μεταναστεύσεως. Από το 1.221.849 των προσφύγων, μόνο οι 139.000 μετανάστευσαν μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης, κατορθώνοντας έτσι να επωφεληθούν από τις διατάξεις της και να επιτύχουν μία αξιοπρεπή αποχώρηση. Αντίθετα, η πλειοψηφία των Ελλήνων προσφύγων έφυγε αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και έφτασε στην Ελλάδα σε κατάσταση πλήρους ένδοιας και απελπισίας. Συνοψίζοντας τα χαρακτηριστικά των Ελλήνων προσφύγων ο Henry Morgenthau, πρόεδρος της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων, σημειώνει: «Τα τραύματά τους δεν ήταν απλώς φυσικά και δεν αφορούσαν μεμονωμένα άτομα. Ήταν η διάλυση ενός πολιτισμένου λαού, η καταστροφή της οικογενειακής ζωής, η ερήμωση χωριών και πόλεων και η εκβολή των επιζόντων φίρδην-μίγδην σε νέους τόπους διαμονής. Οι τελευταίοι έχασαν όλα τα αγαθά τους, τις διοικούσες αρχές τους, τις παραδόσεις τους, τις οικογένειές τους και όλες εκείνες τις σχέσεις που αποτελούν τον κοινωνικό βίο».

    Χονδρικά, ο αριθμός των προσφύγων από τη Μικρά Ασία προς την Ελλάδα έχει ως εξής:

    Περίοδος Αριθμός Προσφύγων Τρόπος αναχώρησης

    1912-1920 435.000 Ξεριζωμός

    Έως τα τέλη του 1922 900.000 Ξεριζωμός

    Μέχρι τον Μάρτιο του 1923 1.150.000 Ξεριζωμός

    Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1924 214.000 75.000 με ξεριζωμό

    139.000 με ανταλλαγή

    Με βάση τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, στη Μακεδονία εγκαταστάθηκαν συνολικά 428.353 πρόσφυγες (115.728 οικογένειες), κατανεμημένοι σε 1.385 οικισμούς (942 αμιγείς και 443 μικτούς). Πρόκειται για πρόσφυγες αποκλειστικά της δεκαετίας του 1920. Αναλυτικά, η εγκατάσταση των προσφύγων του 1922 στη Μακεδονία έγινε ως εξής:

    Υποδιοίκηση Αριθμός συνοικισμών Οικογένειες Άτομα

    Ανασελίτσας 34 1.465 5.291

    Βέροιας 58 3.917 14.680

    Γουμένισσας 27 2.793 10.000

    Γρεβενών 34 1.961 6.589

    Γιαννιτσών 39 6.713 26.549

    Δράμας 160 12.592 46.736

    Έδεσσας 35 1.940 7.129

    Νότιας 43 5.026 18.548

    Ζυρνόβου 34 2.361 7.952

    Ζίχνας 38 3.309 12.901

    Θεσσαλονίκης 80 9.412 35.886

    Θάσου 2 275 1.155

    Καβάλας 24 2.787 10.148

    Καϊλαρίων 38 6.697 26.257

    Καστοριάς 32 1.944 7.120

    Κατερίνης 24 3.066 12.014

    Κιλκίς 159 11.325 38.496

    Κοζάνης 63 4.595 17.088

    Λιαριγκόβης 19 1.857 6.641

    Λαγκαδά 80 5.685 21.059

    Νιγρίτας 39 1.727 6.429

    Νέστου 56 4.282 15.390

    Πραβίου 40 3.620 13.703

    Σερρών 53 5.070 19.295

    Σιδηροκάστρου 74 5.254 17.956

    Φλώρινας 33 1.864 7.016

    Χαλκιδικής 43 4.540 16.692

    Σύνολο 1.361 116.077 428.720

    Συγκεντρωτικά, όλοι μαζί οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία από την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων, σύμφωνα με την απογραφή του 1928, ανέρχονται σε 638.253 άτομα.

    ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΑ Αριθμός Προσφύγων Ποσοστό % επί του προσφυγικού πληθυσμού

    Στερεά Ελλάδα - Εύβοια 306.193 25,60

    Θεσσαλία 34.659 2,84

    Ιόνια Νησιά 3.309 0,27

    Κυκλάδες 4.782 0,39

    Πελοπόννησος 28.362 2,32

    Μακεδονία 638.253 52,24

    Ήπειρος 8.179 0,67

    Νησιά Αιγαίου 56.613 4,63

    Κρήτη 33.000 2,77

    Δυτική Θράκη 107.607 8,81

    Σύνολο 1.220.957 100

    Από τη Μακεδονία, επίσης, αναχώρησαν με την Ανταλλαγή 329.098 Μουσουλμάνοι, οι οποίοι πρέπει να προστεθούν σε άλλους 130.000 που αποχώρησαν νωρίτερα αλλά συμπεριλήφθηκαν στις διατάξεις της. Ωστόσο, παρόλο που με σχετική απόφαση είχε καθορισθεί ως ημερομηνία έναρξης της ανταλλαγής η 1η Μαΐου 1924, περίπου 85.278 Μουσουλμάνοι έφυγαν από την ελληνική επικράτεια πριν την ημερομηνία αυτή. Η πλειοψηφία τους προέρχονταν μάλιστα από την Ανατολική Μακεδονία. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία που υπέβαλαν οι Υποεπιτροπές Μεταναστεύσεως, η αναχώρηση των Μουσουλμάνων από την Μακεδονία πραγματοποιήθηκε ως εξής:

    Υποεπιτροπή 1923 1924 1925 Σύνολο

    Θεσσαλονίκης 18.044 91.533 109.577

    Δράμας 69 75.978 76.047

    Καβάλας 2.184 43.343 45.527

    Κοζάνης 13 26.610 26.623

    Καϊλαρίων 10 30.770 30.780

    Κοζάνης & Καϊλαρίων 34.653 34.653

    Σύνολο 20.320 302.887 323.207

    Η ολοκλήρωση των ανταλλαγών των πληθυσμών και των προσφυγικών ρευμάτων την περίοδο 1912-1930 δημιούργησε μία νέα εθνολογική εικόνα στη Μακεδονία. Σύμφωνα με την απογραφή του 1928, ο αριθμός των προσφύγων που κατέφυγαν στην Ελλάδα τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ανήλθε σε 1.221.849 άτομα και ήταν κατανεμημένος, ανά περιοχή προελεύσεως, ως εξής:

    Περιοχές προελεύσεως Αριθμός Προσφύγων Ποσοστό % επί του προσφυγικού πληθυσμού

    Μικρά Ασία 626.954 51,31

    Ανατολική Θράκη 256.635 21,00

    Πόντος 182.169 14,91

    Βουλγαρία 49.027 4,01

    Καύκασος 47.091 3,85

    Κωνσταντινούπολη 38.458 3,15

    Ρωσία 11.435 0,94

    Σερβία 6.057 0,50

    Αλβανία 2.498 0,20

    Δωδεκάνησα 738 0,06

    Ρουμανία 722 0,06

    Κύπρος 57 0,01

    Αίγυπτος 8 -

    Σύνολο 1.221.849 100

    Οι πληθυσμιακές μετακινήσεις της δεκαετίας του 1920 στη Μακεδονία ολοκληρώθηκαν με τη μετανάστευση 7.000 περίπου ατόμων για οικονομικούς λόγους, κυρίως από το νομό Φλωρίνης-Καστοριάς, προς το εξωτερικό. Αναλυτικά, η μετανάστευση είχε ως εξής:

    Προς 1926 1927 1928 1929

    Βουλγαρία 67 68 158 179

    Καναδά 62 186 368 347

    Αυστραλία 401 554 183 21

    Β. Αμερική 73 110 74 102

    Λοιπές χώρες 1.701 1.028 813 927

    Σύνολο 2.304 1.946 1.596 1.676

    Αναλυτικά στοιχεία για την μεσοπολεμική αποδημία των κατοίκων της Δυτικής Μακεδονίας υπάρχουν μόνο για την περιοχή της Καστοριάς. Σύμφωνα με αυτά, συνολικά από την περιοχή της Καστοριάς μετανάστευσαν 967 άτομα, κατανεμημένα ως εξής:

    1922 1923 1924 1925 1926 1927 1928 1929 1930 Σύνολο

    Καστοριά 32 47 43 30 7 106 44 55 25 389

    Δενδροχώρι 14 12 4 11 10 26 17 6 2 102

    Γάβρος 8 12 13 6 13 16 10 8 1 87

    Κρανιώνα 2 11 6 5 5 21 13 6 4 73

    Χαλάρα 2 4 10 4 27 9 2 5 63

    Βυσσινιά 4 5 12 12 6 12 5 5 61

    Άργος Ορεστικό 9 4 4 6 6 6 6 8 3 52

    Βασιλειάδα 6 2 7 4 1 11 6 5 1 43

    Ιεροπηγή 7 3 5 5 1 7 2 2 1 33

    Βογατσικό 5 9 1 5 4 2 4 2 32

    Νεστόριο 7 6 7 6 3 3 32

    Σύνολο 89 112 99 100 64 240 119 100 44 967

    Στις προτιμήσεις των Καστοριανών μεταναστών οι ΗΠΑ και ο Καναδάς κατείχαν τη μερίδα του λέοντος, προφανώς λόγω και της προϋπάρχουσας εκεί κοινότητας Δυτικομακεδόνων, ήδη από τα τέλη του ΙΘ΄ αιώνος.

    ΗΠΑ Καναδάς Μεξικό Κούβα Νότιος Αμερική

    Καστοριά 383 5 1 0 0

    Δενδροχώρι 50 39 13 0 0

    Γάβρος 19 59 7 2 0

    Κρανιώνα 24 39 0 10 0

    Χαλάρα 20 43 0 0 0

    Βυσσινιά 48 9 0 0 4

    Άργος Ορεστικό 51 1 0 0 0

    Βασιλειάδα 6 35 0 2 0

    Ιεροπηγή 26 6 0 0 0

    Βογατσικό 20 12 0 0 0

    Νεστόριο 24 0 0 3 3

    Σύνολο 671 248 21 17 7

    Οι ανταλλαγές των πληθυσμών οδήγησαν σε μεγάλη εθνολογική ομογενοποίηση την ελληνική Μακεδονία. Με βάση τα στοιχεία της απογραφής του 1928, οι «Έλληνες» της Μακεδονίας ανέρχονταν σε 1.237.000 (ποσοστό 88,1%), οι «Σλαβόφωνοι» περιορίσθηκαν σε 80.789 (ποσοστό 5,8%) και οι «Άλλοι» σε 93.000 άτομα (ποσοστό 6,1%). Ειδικότερα, η συγκριτική εικόνα της εθνολογικής συστάσεως της ελληνικής Μακεδονίας, ανά επαρχία, έχει ως εξής:

    Επαρχία 1912 1928

    Έλληνες % Άλλοι % Έλληνες % Άλλοι %

    Πιερία 80 20 100 -

    Κοζάνη 71 29 98 2

    Καστοριά 56 44 78 22

    Φλώρινα 32 68 61 39

    Εορδαία 20 80 93 7

    Ημαθία 55 45 89 11

    Πέλλα 56 44 96 4

    Αλμωπία 18 82 74 26

    Κιλκίς 2 98 97 3

    Θεσσαλονίκη 33 67 90 10

    Χαλκιδική 86 14 97 3

    Σιντική 19 81 84 16

    Σέρρες 47 53 94 6

    Δράμα 15 85 97 3

    Καβάλα 49 51 99 1

    Η παραπάνω εθνολογική εικόνα, με την ενδυνάμωση του ελληνικού στοιχείου και τη συρρίκνωση των αλλοεθνών, αποτυπώνεται πλήρως σε διπλωματικές εκθέσεις της εποχής. Μαζί της αποτυπώνεται επίσης και η ευεργητική επίδραση του προσφυγικού στοιχείου στην κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική ζωή του τόπου. Τον Μάιο του 1929 ο τότε Αντιπρόεδρος της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων Τζον Κάμπελ (Campbell), περιέγραψε σε έκθεσή του το έργο που είχε συντελεσθεί: «Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι όταν επισκέπτεται κανείς τους προσφυγικούς συνοικισμούς των πόλεων της Μακεδονίας και της Θράκης, έχει την εντύπωση ότι η Ελλάδα πήδησε με ένα βήμα από τον 17ο στον 20ό αιώνα… Η όψη της χώρας άλλαξε βαθειά. Παντού βλέπει κανείς τη χαρά στα πρόσωπα των προσφύγων… τα δείγματα προόδου είναι φανερά παντού. Νέες οικοδομές που χτίσθηκαν από τους ίδιους τους πρόσφυγες, αύξηση των κτηνών, καλλιέργεια σιτηρών ανώτερης ποιότητας, χρήση σύγχρονων μεθόδων καλλιέργειας. Εξαιρετικά σχολεία και εκκλησίες χτίστηκαν και χτίζονται… Είμαι βέβαιος ότι οι πρόσφυγες θα γίνουν παράγοντες προόδου στην Ελλάδα». Στο ίδιο κλίμα, Έκθεση της Κοινωνίας των Εθνών παρατηρούσε πως «άλλαξε ριζικά ο εθνικός χαρακτήρας της περιοχής με τον μόνιμο και οριστικό εξελληνισμό της». Τέλος και ο Αμερικανός Χένρι Μόργκενταου (Henry Morgenthau) παρατηρούσε ότι «οι πρόσφυγες αποδεικνύονται ευλογία για την Ελλάδα… οι Έλληνες ζουν σε μια ενοποιημένη περιοχή στον κορμό της Βαλκανικής Χερσονήσου και στα νησιά του Αιγαίου, στα οποία κατοικούσαν από τις πιο πρώιμες ιστορικές περιόδους. Όχι μόνο οι Έλληνες συγκεντρώθηκαν σ' αυτή τη φυσικά δική τους περιοχή, αλλά ουσιαστικά όλοι οι επήλυδες ξένοι έχουν φύγει απ' αυτήν».

    Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το πρώτο τέταρτο του Κ΄ αιώνος υπήρξε για την ελληνική Χερσόνησο -αλλά και γενικότερα για τη Νότιο Βαλκανική- μία περίοδος κοσμογονίας, έντονων πληθυσμιακών, κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών και πολιτιστικών αλλαγών. Η δεκαετία του 1930, η πρώτη ειρηνική περίοδος μετά από αλλεπάλληλες πολεμικές αναμετρήσεις, επέτρεψε την αποτίμηση των όσων είχαν συντελεσθεί. Αν και πολλοί θεωρούσαν πως ο κόσμος είχε οριστικά επιστρέψει στην «Μπελ Επόκ» των αρχών του αιώνα, τα δραματικά γεγονότα της δεκαετίας του 1940 απέδειξαν πως οι εκατόμβες των νεκρών και τα καραβάνια των προσφύγων ελάχιστους είχαν διδάξει και συνετίσει.

    Α. Πάλλης, Στατιστική μελέτη περί των φυλετικών μεταναστεύσεων Μακεδονίας και Θράκης κατά την περίοδο 1912-1924, Αθήνα 1925, σσ. 5-7.

    J. Ivanoff, La Region de Cavalla, Βέρνη 1918, σ. 56.

    Public Record Office/Foreign Office (στο εξής PRO/FO)/286/580, Μόργκαν (Morgan) στον Μάλετ (Malet), Θεσσαλονίκη, 1 Απριλίου 1914.

    Ο Βρετανός Πρόξενος αναφέρει ότι έως τα τέλη Μαρτίου 1914, 1.800 Σλαβόφωνοι είχαν αναχωρήσει για την Αλεξανδρούπολη, αριθμός όμως που πρέπει να είναι αρκετά μικρότερος του πραγματικού βλ. PRO/FO/286/580, Μόργκαν στον Μάλετ, Θεσσαλονίκη, 1 Απριλίου 1914.

    ΙΑΥΕ/1923/Β/59,7, «η Γενική Διοίκηση Κοζάνης-Φλώρινας προς το Υπ. Εξ.», Κοζάνη 26 Μαΐου 1922, αρ. πρωτ. Εμπ. 3482.

    Επιτελική Υπηρεσία του Ελληνικού Στρατού, Στατιστικοί πίνακες του πληθυσμού κατ' εθνικότητας των νομών Σερρών και Δράμας, Αθήνα 1919.

    Στάθης Πελαγίδης, Προσφυγική Ελλάδα (1913-1930). Ο πόνος και η δόξα, Θεσσαλονίκη 1997, σσ. 113-118.

    Αρχείο Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας (στο εξής ΑΓΔΜ)/φάκ.76, «Μετανάστευσις Μουσουλμάνων. Έκθεσις».

    Πελαγίδης, Προσφυγική Ελλάδα, σ. 129. Σύμφωνα με στοιχεία του Τουρκικού Υπουργείου Προσφύγων, οι Μουσουλμάνοι πρόσφυγες από την Ελλάδα, οι μουχατζίρηδες όπως τους ονόμαζαν, ανέρχονταν σε 143.189 άτομα βλ. Α. Α. Πάλλης, «Φυλετικές Μεταναστεύσεις στα Βαλκάνια και διωγμοί του Ελληνισμού (1912-1924)», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, (1977), 86.

    Πελαγίδης, Προσφυγική Ελλάδα, σ. 130.

    ΙΑΥΕ/1923/Β,37,1, «Μειονότητες εν Ελλάδι», ο Γενικός Διοικητής Μακεδονίας Αχ. Λάμπρος προς το Υπουργείο των Εξωτερικών, Θεσσαλονίκη, 31 Μαΐου 1923, αρ. πρωτ. εμπ. 542.

    ΙΑΥΕ/1923/Β/59,9, «Εσωτερική προπαγάνδα», Αναφορά Πέτρου Λεκκού, ο οποίος είχε αποσταλεί από το Υπουργείο των Εξωτερικών για το σκοπό αυτό, προς τον Γενικό Διοικητή Μακεδονίας Αχ. Λάμπρο, Θεσσαλονίκη, 31 Μαρτίου 1923 συνημμένη σε επιστολή της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας προς το Υπ. Εξ., Θεσσαλονίκη, 4 Απριλίου 1923, αρ. πρωτ. εμπ. 994.

    Για τα πληθυσμιακά δεδομένα της επίσημης απογραφής του 1920, βλ. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας/Διεύθυνσις Στατιστικής, Γενικαί πληροφορίαι επί του πληθυσμού της Ελλάδος κατά την απογραφήν του 1920, Αθήνα 1923, σσ. 82-83. Για τη στατιστική του 1923, βλ. ΙΑΥΕ/1923/Β/37,1, ο Γενικός Διοικητής Μακεδονίας Αχ. Λάμπρος προς το Υπουργείο των Εξωτερικών, Θεσσαλονίκη, 31 Μαΐου 1923, αρ. πρωτ. εμπ. 542.

    ΙΑΥΕ/1923/Β/45, «Ξένες μειονότητες στη Μακεδονία. Παιδεία Σλαβοφώνων, Ρουμανιζόντων, Ισραηλιτών. Στατιστικοί πίνακες. Προσπάθειες αφομοιώσεως ξένων μειονοτήτων», Αναφορές Γενικής Διοίκησης Κοζάνης-Φλώρινας προς το Υπ. Εξ., Κοζάνη, 27 Σεπτεμβρίου 1922, αρ. πρωτ. εμπ. 7088, 22 Σεπτεμβρίου 1922, αρ. πρωτ. Εμπ. 6839 και 3 Νοεμβρίου 1922, αρ. πρωτ. εμπ. 7574.

    Επιτελική Υπηρεσία του Ελληνικού Στρατού, Στατιστικοί πίνακες του πληθυσμού κατ' εθνικότητας των νομών Σερρών και Δράμας.

    ΙΑΥΕ/1925/Β/40,2, «Στατιστικαί αφορώσαι τας μειονότητας. Εθνολογικά-Διάφορα», «Πίναξ εμφαίνων την εθνολογικήν σύνθεσιν του πληθυσμού της Ανατολικής Μακεδονίας κατά νομούς και υποδιοικήσεις», Κομοτηνή, 10 Νοεμβρίου 1924.

    Stephen P. Ladas, The Exchange of Minorities. Bulgaria, Greece and Turkey, Nέα Υόρκη 1932, σσ. 62-64.

    Archives de la Societe des Nations (στο εξής ASN) 1919-1946/ Office Autonome pour l' «Albanian, Bulgarian land Armenian Refuges», Α. Κορφ και Μαρσέλ ντε Ρουβέρ, «Constatations des members de la Commission Mixtes nommes par le Conseil de la Societe des Nations relatives a la situation des emigrants en Grece et en Bulgarie», Αθήνα, 2 Μαρτίου 1925, φ. 10.

    ASN, C.129, No 1, Κόρφ και ντε Ρουβέρ, «Constatations des members», φ. 10.

    ΙΑΥΕ/1924/Α/5ΧΧ,3, «Rapport statistique au 30 Juin 1924», το οποίο περιέχεται σε επιστολή του Έλληνα Αντιπροσώπου στη μικτή Επιτροπή Μεταξά προς τον Υπουργό των Εξωτερικών Γ. Ρούσσο, 18 Σεπτεμβρίου 1924, αρ. πρωτ. 902.

    ΙΑΥΕ/1924/Α/5ΧΙΙ,3, «Πίνακας υποβληθεισών δηλώσεων μεταναστεύσεως Βουλγάρων μεταναστών μέχρι τέλους Οκτωβρίου 1924», ο οποίος συμπεριλαμβάνεται σε επιστολή του Τμήματος Β΄ Πολιτικού προς το Τμήμα Α΄ Πολιτικό του Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα, 23 Δεκεμβρίου 1924, αρ. πρωτ. 48292.

    ΑΓΔΜ/φάκ.69, επείγον τηλεγράφημα Διαμαντόπουλου στον Πληρεξούσιο Υπουργό Παπά, Θεσσαλονίκη, 8 Σεπτεμβρίου 1925, αρ. πρωτ. 345.

    ΙΑΥΕ/1926/Β/45, «Rapport statistique provisoire des trаvaux des Sous-Commissions au 28 Fevrier 1926», συνημμένο σε επιστολή του Έλληνα Αντιπροσώπου στη μικτή Επιτροπή προς το Υπ. Εξ., Αθήνα, 10 Μαΐου 1926, αρ. πρωτ. 437.

    ΙΑΥΕ/1927/Α/19, φάκ.1ος, «Εφαρμογή Συμβάσεως της μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας εθελουσίας μεταναστεύσεως. Μικτή Επιτροπή και ελληνική παρ' αυτή Αντιπροσωπεία», «Rapport statistique provisoire des trаvaux des Sous-Commissions au 31 Decembre 1926», συνημμένο σε επιστολή της Ελληνικής Αντιπροσωπείας Ελληνοβουλγαρικής Μετανάστευσης προς το Υπ. Εξ., Σόφια, 29 Ιανουαρίου 1927, αρ. πρωτ. 82.

    ΙΑΥΕ/1927/Α/19, φάκ.1ος, «Rapport statistique provisoire des trаvaux des Sous-Commissions au 31 Mars 1927», που περιέχεται σε επιστολή του Έλληνα Αντιπροσώπου στη Μικτή Επιτροπή προς το Υπ. Εξ., Σόφια, 3 Μαΐου 1927, αρ. πρωτ. 732.

    Christopher J. Christides, The Macedonian Camouflage in the Light of Facts and Figures, Αθήνα 1949, σ. 74.

    ΙΑΥΕ/1925/ΑΑΚ/4, «Δηλώσεις μεταναστεύσεως κατοίκων περιοχής Δράμας καταχωρηθείσαι εις τα μητρώα», «Liste Nominative des declarations d' Emigration enregistrees jusqu'au 20 Decembre 1925 et des feuilles de route delivrees egalement jusqu'au 20/12/25».

    ΑΓΔΜ/φάκ.108, «Αναφορές Γ΄ Σώματος Στρατού», η Χη Μεραρχία Δυτικής Μακεδονίας, «Μελέτη επί της εθνολογικής συνθέσεως της περιοχής της Μεραρχίας και του δυνατού της εγκαταστάσεως Προσφύγων εν αυτή», Βέροια, 9 Απριλίου 1925.

    ΑΓΔΜ/φάκ.108, η ΧΙ Μεραρχία, «Έκθεσις περί της εγκαταστάσεως Προσφύγων εν τη περιοχή της Μεραρχίας», Θεσσαλονίκη, 9 Απριλίου 1925.

    Οι πληροφορίες και τα στατιστικά στοιχεία για τους Έλληνες της Βουλγαρίας προέρχονται από την έκδοση του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Οι Έλληνες της Βουλγαρίας. Ένα ιστορικό τμήμα του περιφερειακού ελληνισμού, Θεσσαλονίκη 1999.

    Henry Morgenthau, Η αποστολή μου στην Αθήνα. 1922 το έπος της εγκατάστασης, Αθήνα 1994, ελληνική μετάφραση Σήφης Κασεσιάν, σ. 94.

    Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών/Αρχείο Α. Α. Πάλλη/φάκ.Β΄-Γ΄/Γενική Διεύθυνσις Εποικισμού Μακεδονίας/Γραφείον Στατιστικής, «Ανακεφαλαιωτικός Πίναξ εμφαίνων τας εγκατεστημένας προσφυγικάς οικογενείας και άτομα εν Μακεδονία κατά Υποδιοικήσεις μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1925».

    Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, Στατιστικά αποτελέσματα της απογραφής του πληθυσμού της Ελλάδος της 15-16 Μαΐου 1928, Αθήνα 1933.

    Ladas, ό.π., σ. 430.

    Ladas, ό.π., σσ. 438-439.

    Κέντρο Έρευνας Μακεδονικής Ιστορίας και Τεκμηρίωσης (ΚΕΜΙΤ)/Αρχείο Καλλιγά, Έκθεση Καλλιγά προς το Υπουργείο των Εσωτερικών, Φλώρινα, 26 Φεβρουαρίου 1930, αρ. πρωτ. 3394, σ. 73.

    Χρήστος Μανδατζής, «Μεσοπολεμική Μετανάστευση από την Επαρχία Καστοριάς 1922-1930», Ορεστίδος Ιστορία. Από την κλασική αρχαιότητα ως τον 20ό αιώνα. Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 108.

    Μανδατζής, ό.π., σ. 109.

    George Zotiades, The Macedonian Controversy, Θεσσαλονίκη 1961, σσ. 42-43.

    Κοινωνία των Εθνών, Η εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα. Γενεύη 1926, Αθήνα 1997, ελληνική μετάφραση Φιλοκτήτης και Μαρία Βεϊνόγλου, σσ. 164-165.

    Morgenthau, ό.π, σσ. 413-416.

    Τελευταία ενημέρωση: 18/03/2013 12:59