Χρήστος Μανδατζής

Η μετανάστευση από την Μακεδονία

Παραδοσιακός κόμβος συναντήσεως, επικοινωνίας και συμβιώσεως των βαλκανικών λαών, η Μακεδονία υπήρξε μία από τις δυναμικότερες περιοχές της Βαλκανικής, ο χώρος όπου αναπτύχθηκαν πολλές από τις κοινωνικοοικονομικές δραστηριότητες των βαλκανίων γειτόνων. Αποτέλεσε το θέατρο πολεμικών συγκρούσεων και μαζί το αντικείμενο διεκδικήσεως, με στρατιωτικά και διπλωματικά μέσα, από όλες τις γειτονικές χώρες. Υπήρξε επίσης το πεδίο σημαντικών -περιστασιακών ή μονίμων- μετακινήσεων ή μεταναστεύσεων πληθυσμών από τις χώρες αυτές.

Όσα ακολουθούν παρακάτω, φωτίζουν πτυχές της εξελίξεως του μεταναστευτικού φαινομένου στη Μακεδονία κατά κύριο λόγο, από το τέλος του ΙΘ΄ μέχρι το δεύτερο μισό του Κ΄ αιώνος. Ελάχιστη αναφορά γίνεται στις οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές αιτίες που προκάλεσαν την εμφάνιση του φαινομένου και καθόρισαν κάθε φορά τον τρόπο, με τον οποίο εξελίχθηκε. Οι αιτίες αυτές, που έχουν άμεση σχέση με την ιστορική πορεία της περιοχής, αναλύονται αλλού ενδελεχέστερα.

Πρώτιστο ενδιαφέρον προκαλεί η μετανάστευση κατοίκων της Μακεδονίας σε χώρες του εξωτερικού, συνήθως σε αναζήτηση ευνοϊκοτέρων προοπτικών για την εξέλιξη του ατομικού και οικογενειακού τους βίου. Δεν θα μας απασχολήσουν εδώ άλλες ομαδικές μετακινήσεις πληθυσμών (είτε για εκούσια μετανάστευση πρόκειται είτε για βίαιη εκδίωξη), όπως προέκυψαν από τις πολιτικές εξελίξεις ή τις συνοριακές μεταβολές στη Βαλκανική κατά τον Κ΄ αιώνα, επακόλουθες συνήθως ενόπλων συρράξεων και διακρατικών συμφωνιών, όπως λ.χ. τα περισσότερα από δεκαεπτά μεταναστευτικά (στην ουσία προσφυγικά) ρεύματα που σημειώθηκαν στη Μακεδονία μεταξύ των ετών 1912-1924 ή η αποχώρηση περίπου 56.000 ατόμων, που κατέφυγαν στις χώρες του τότε Ανατολικού Συνασπισμού με το τέλος του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου.

Έξι βασικές χρονικές περιόδους διακρίνουμε στην μεταναστευτική ιστορία της Μακεδονίας (όπως, άλλωστε, στην μεταναστευτική ιστορία της σύγχρονης Ελλάδος): κατά τον ΙΘ΄ αιώνα, το 1890-1920, 1920-1940, 1941-1954, 1955-1977 και μεταξύ του 1977-1984.

Το μεταναστευτικό παρελθόν της Μακεδονίας

Ήδη από τον ΙΣΤ΄ αιώνα, η ανάγκη για καλλιεργητές στις χαμηλής γονιμότητος πεδινές περιοχές της Μακεδονίας (όπως και στα τσιφλίκια της πεδινής Θεσσαλίας) προκάλεσε τις πρώτες αξιοσημείωτες μετακινήσεις πληθυσμών εντός των ορίων των περιοχών αυτών. Αργότερα (τέλη του ΙΖ΄ και τον ΙΗ΄ έως τις αρχές του ΙΘ΄ αιώνος), με την διαδικασία του σχηματισμού των τσιφλικιών, οι φεουδαρχικές αναταραχές για την κατάληψη και τον έλεγχο μη καλλιεργήσιμων κρατικών γαιών προκάλεσαν ευρεία μετανάστευση του εντόπιου πληθυσμού της Μακεδονίας προς την Βουλγαρία.

Η φτώχεια και η αφόρητη σκλαβιά πύκνωσαν το ρεύμα των αποδημιών από την Μακεδονία προς τις χώρες εκείνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, της ευρύτερης Βαλκανικής και της υπόλοιπης Ευρώπης, όπου οι πολιτικές και οικονομικές συνθήκες ήταν καλύτερες. Οι αιτίες για τους πρώτους που μετανάστευσαν από την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως έως τον ΙΗ΄ αιώνα, ήταν η αδυναμία των ορεινών, δασωμένων και απομονωμένων περιφερειών της Μακεδονίας να θρέψουν τον πληθυσμό που είχε καταφύγει εκεί για να διαφύγει από τις καταπιέσεις των Οθωμανών, η γενική έλλειψη ασφαλείας κυρίως στις βόρειες περιοχές της Ελλάδος μετά τον ΙΖ΄ αιώνα, η επανέναρξη οικονομικών επαφών μεταξύ Ανατολής και Δύσης που είχαν διακοπεί μετά την πτώση της βυζαντινής πρωτευούσης καθώς και η μείωση του πληθυσμού στις γειτονικές ουγγρικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας της Αψβούργων.

Την τάση των Μακεδόνων για μετανάστευση διευκόλυνε η επίκαιρη θέση των πόλεων, κωμοπόλεων ή χωριών της Δυτικής κυρίως Μακεδονίας προς την Ιταλία και τη Βενετία, προς τις βόρειες χώρες της Βαλκανικής και την Κεντρική Ευρώπη μέσω των κοιλάδων του Αλιάκμονος, του Αξιού, του Μοράβα και του Δούναβη.

Μετά το 1600, το ρεύμα της μεταναστεύσεως από την Μακεδονία προς τη Σερβία, τη Ρουμανία και κυρίως την Αυστροουγγαρία μεγάλωσε σημαντικά. Τα καραβάνια από τη Σιάτιστα και την Καστοριά, από την Κοζάνη και τα Γρεβενά κατευθύνονταν προς Βελιγράδι, Σεμλίνο, Βιέννη, Βουδαπέστη. Άλλοι δρόμοι από την Θεσσαλονίκη οδηγούσαν στη Σόφια, στο Βιδίνι και από εκεί, στη Βιέννη ή στη Βλαχία και τη Μολδαβία. Μακεδόνες μετανάστες από την Κοζάνη, τη Σιάτιστα, τη Νάουσα, την Σέλιτσα αλλά και την Βέροια, την Καστοριά, το Βογατσικό, τη Δοϊράνη, τα Σέρβια, τη Μοσχόπολη, τις Σέρρες, την Θεσσαλονίκη, το Μοναστήρι, το Γάβροβο δημιούργησαν ήδη κατά τον ΙΗ΄ αιώνα εμπορικές και συντεχνιακές παροικίες, εμπορικούς και χρηματοπιστωτικούς οίκους στην Ουγγαρία και την Αυστρία.

Οι απόδημοι ξενιτεύονταν για μήνες ή και για χρόνια, κυρίως εποχιακοί εργάτες αλλά και τεχνίτες -κτίστες, ξυλουργοί, χαλκουργοί, πεπειραμένοι και μαθητευόμενοι- και εμπορευόμενοι, που παρέμεναν στο εξωτερικό για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, από πέντε έως και είκοσι χρόνια, με σκοπό κυρίως τον πλουτισμό. Κατά την πρώιμη αυτή περίοδο, μετανάστευση οικογενειακή σημειώνονταν ελάχιστες φορές. Συνηθέστερα αναχωρούσε ο άνδρας της οικογενείας, για να μετακαλέσει συν τω χρόνω και κάποιο ή κάποια από τα άρρενα μέλη της οικογενείας και σπανιότερα και τη σύζυγο. Η διαμονή κατέληγε να γίνει κάποτε μόνιμη.

Το επόμενο ρεύμα μεταναστεύσεως εγκαινιάσθηκε στα 1804 και κορυφώθηκε έως το 1830, με κύριες αιτίες την αναζήτηση πλούτου στην τότε ημιαυτόνομη Σερβία και την αποτυχία του επαναστατικού κινήματος στη Μακεδονία, το 1821-22. Οι σφαγές και οι λεηλασίες που ακολούθησαν την κατάπνιξη του κινήματος, ώθησαν πολλούς Μακεδόνες από την Κλεισούρα, τη Σιάτιστα, το Πισοδέρι, την Σέλιτσα, τις Σέρρες, την Κατράνιτσα (Πύργοι) Εορδαίας, την Θεσσαλονίκη, το Βλάτσι και το Μελένικο να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους, για να εγκατασταθούν σε πόλεις όπως η Νις, το Κραγκούγεβατς και άλλες μικρότερες, στο Βελιγράδι, στο Σεμλίνο, στο Νόβισαντ, στο Ζάγκρεμπ κ.ά. Οι κύριες ασχολίες τους ήταν το εμπόριο και άλλες παρεμφερείς εργασίες, τραπεζικές, ταχυδρομικές, μεταφορών και επικοινωνιών. Προσεκτική μελέτη επιβεβαιώνει την εγκατάσταση των Ελλήνων σε περιοχές κατάλληλες και πρόσφορες για εμπορική και οικονομική πρόοδο και επιχειρήσεις, ακριβώς όπως έμελλε να συμβεί στον Καναδά, στις ΗΠΑ και την Αυστραλία αργότερα.

Η περίοδος 1890 - 1920

Κατά την τελευταία δεκαετία του ΙΗ΄ αιώνος, ξεκίνησε η μετανάστευση προς την αμερικανική ήπειρο από την Ευρωπαϊκή Τουρκία και από την τουρκοκρατούμενη τότε Μακεδονία (περίπου την ίδια περίοδο που άρχισε γενικότερα η ελληνική μετανάστευση στις ΗΠΑ). Την περίοδο εκείνη, είχε ήδη προχωρήσει η έντονη αφομοιωτική πολιτική των εθνικών κρατών της Βόρειας Βαλκανικής, της Κεντρικής και της Δυτικής Ευρώπης εις βάρος των Μακεδόνων και των άλλων Ελλήνων αποδήμων, σε συνάρτηση με την βαθμιαία λήψη περιοριστικών μέτρων για τις οικονομικές και τις λοιπές δραστηριότητές τους.

Εξάλλου, η μετανάστευση προς τα Βαλκάνια και εντός των ορίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν αρκούσε πλέον ως λύση στα πολιτικά και οικονομικά προβλήματα της Μακεδονίας. Ο Μακεδών μετανάστης που είχε δοκιμάσει τις χώρες της υπόλοιπης Βαλκανικής (Βουλγαρία, Ρουμανία, Σερβία), είχε ιδρύσει παροικίες σε χώρες της Κεντρικής Ευρώπης προκειμένου να εξυπηρετήσει τους εμπορικούς του σκοπούς, είχε δοκιμάσει την Αίγυπτο και άλλες χώρες της μαύρης ηπείρου, αντιμετώπιζε τώρα το ενδεχόμενο της μεταναστεύσεώς του στην αμερικανική ήπειρο και ως προέκταση όσων ταξιδιών είχε ήδη γευθεί. Κάποιες από αυτές τις χώρες, όπως λ.χ. η Αίγυπτος, συχνά δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ο πρώτος ενδιάμεσος σταθμός πριν ο Μακεδών (ή ο Έλληνας γενικότερα) μετανάστης διαφύγει σε κάποια από τις νέες ηπείρους. Η υπερπόντια μετανάστευση στην Αμερική πραγματοποιήθηκε έτσι στο πλαίσιο του κύκλου των μετακινήσεών του καταρχήν γύρω από την μεσογειακή λεκάνη, αργότερα στην Ευρώπη και τέλος σε άλλες χώρες σε άλλες ηπείρους.

Περίπου μέχρι το 1903, η μετανάστευση προς την Αμερική κινήθηκε σε χαμηλούς ρυθμούς και αφορούσε κυρίως τους κατοίκους της Δυτικής Μακεδονίας. Μεταξύ των ετών 1895-1901, αναφέρεται ότι 500 άνδρες από την περιφέρεια Φλωρίνης έφυγαν για την Αμερική. Όμως η κατάσταση που δημιουργήθηκε στη Μακεδονία μετά το 1903 και την βίαιη κατάπνιξη του Κινήματος του Ίλιντεν από τον οθωμανικό στρατό, κατέστησε τη μετανάστευση, κυρίως εκτός των Βαλκανίων, επιτακτική ανάγκη. Στη διάρκεια των έξι χρόνων πριν από το 1908, το ρεύμα προς τις ΗΠΑ σημείωσε αξιοσημείωτη διόγκωση. Παρά την αδυναμία του υπολογισμού του ακριβούς αριθμού των μεταναστών, κυρίως λόγω της αναξιοπιστίας των δεδομένων, υπολογίζεται ότι περίπου 30.000 κάτοικοι της Μακεδονίας μετανάστευσαν προς τις ΗΠΑ κατά το 1903-1908. Υπολογίζεται επίσης ότι έως και το 80% από αυτούς κατάγονταν από τις περιφέρειες Φλωρίνης-Καστοριάς και Μοναστηρίου. Μέσα στη δίνη του Μακεδονικού Αγώνος (1904-1908) και των συγκρούσεων μεταξύ αντιπάλων ενόπλων ομάδων, η μετανάστευση προς την Αμερική εξαπλώθηκε από τις περιφέρειες αυτές και στα Βιλαέτια του Κοσσυφοπεδίου και της Θεσσαλονίκης. Από αυτούς επέστρεψαν και στα τρία βιλαέτια της Μακεδονίας, στο ίδιο χρονικό διάστημα των έξι χρόνων περίπου, 4.000 μετανάστες. Μόνο κατά τον χειμώνα του 1907-1908, υπολογίζεται ότι επέστρεψαν 2.200-2.300 μετανάστες. Οι τουρκικές αρχές προσπάθησαν να αποθαρρύνουν την κίνηση, μη εκδίδοντας τα απαραίτητα διαβατήρια. Παρ' όλους τους περιορισμούς, ωστόσο, μετά την άνοιξη του 1905 οι ρυθμοί της μεταναστεύσεως Δυτικομακεδόνων προς την Αμερική εντάθηκαν κυρίως μέσω της μεταναστεύσεως προς την Αυστροουγγαρία και άλλες γειτονικές χώρες.

Σύμφωνα, εξάλλου, με«Στατιστική δεικνύουσα κατά προσέγγισιν τον αριθμόν των εν Αμερική ευρισκομένων μεταναστών και προερχομένων εκ των σαντζακίων Μοναστηρίου, Φλωρίνης, Καστορίας, Κορυτσάς, Πρεσπών, Ρέσνης, Αχρίδος, Κρουσόβου, Περλεπέ και λοιπών μερών», που συνέταξαν τον Ιανουάριο του 1910 για τον Λάμπρο Κορομηλά οι αδελφοί Αντώνιος και Νικόλαος Ταχιάος της εταιρείας «Αδελφοί Γ. Ταχιάου», αντιπρόσωποι για ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Τουρκία των μεταναστευτικών εταιρειών «Oceanic Steam Navigation Co. Ltd» (White Star Line) και «American Line», από το σύνολο των 20.306 μεταναστών της στατιστικής περίπου 5.500 κατάγονταν από το σαντζάκι Φλωρίνης.

Αλλά και στον Καναδά, οι πρώτοι Μακεδόνες μετανάστες έφθασαν αμέσως μετά το Ίλιντεν. Επρόκειτο πιθανότατα για κατοίκους του Ζελόβου (Ανταρτικό Φλωρίνης) και της Όσιμα (Τρίγωνο Φλωρίνης), που έφθασαν στο Τορόντο περίπου το 1903 και το 1904 αντίστοιχα. Στα 1909 υπολογίζονταν μεταξύ 1.000-2.000 συνολικά οι Μακεδόνες μετανάστες που βρίσκονταν στο Τορόντο, εκ των οποίων περίπου 500 κατάγονταν από την περιφέρεια της Καστοριάς. Πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, κάποιοι υπολογισμοί ανεβάζουν τον αριθμό τους σε 6.000. Όπως και στις ΗΠΑ, η αρχική πρόθεση όσων μετανάστευσαν στον Καναδά, συνεχίζοντας την παράδοση στη Μακεδονία, ήταν να παραμείνουν για λίγα χρόνια, να κερδίσουν κάποια χρήματα και να επιστρέψουν στην πατρίδα το συντομώτερο δυνατό. Έτσι κι έκαναν, για να ανακαλύψουν σύντομα ότι τα χρήματα που έφερναν πίσω μαζί τους δεν επαρκούσαν παρά για ελάχιστο χρόνο, για να ακολουθήσουν και πάλι τον ίδιο δρόμο -όσο αυτός ήταν ανοικτός- χωρίς καταρχήν να φαίνονται πρόθυμοι να εγκατασταθούν μονίμως.

Οι περιορισμοί που οι αμερικανικές μεταναστευτικές αρχές επέβαλαν στην είσοδο μεταναστών υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στις αρχές του Κ΄ αιώνος, με δεδομένη την υψηλή τάση για μετανάστευση στις ΗΠΑ κυρίως από το ευρωπαϊκό τμήμα της αυτοκρατορίας, συνέτειναν στην ανάπτυξη ενός δικτύου εκμεταλλεύσεως των μεταναστών από κερδοσκόπους, δίκτυο που είχε τις ρίζες του στη χώρα αποστολής αλλά απλωνόταν, παρ' όλους τους ελέγχους, και στα ενδιάμεσα ευρωπαϊκά λιμάνια της Μασσαλίας και του Λίβερπουλ και από εκεί έως τις ΗΠΑ και τον Καναδά. Επειδή ελληνικά διαβατήρια και πιστοποιητικά ελληνικής ιθαγενείας βρέθηκαν επανειλημμένως σε χέρια Σέρβων, Βουλγάρων, Αλβανών και Τούρκων υπηκόων, οι έλεγχοι έγιναν αυστηρότεροι στο λιμάνι του Πειραιά, όπου κατέβαιναν πολλοί από την Μακεδονία και τη Θεσσαλία και επιπλέον στα λιμάνια του Βόλου και της Πάτρας αλλά και στα ευρωπαϊκά λιμάνια της Ιταλίας, της Γαλλίας, της Βρετανίας ή της Γερμανίας.

Η παράνομη μετανάστευση με πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα ήταν γενικώς γνωστή και ιδιαίτερα διαδεδομένη στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας, με ισχυρή παράδοση ήδη από την εποχή της Τουρκοκρατίας. Καθώς λ.χ. η μετανάστευση Μουσουλμάνων μεταναστών (Οθωμανών υπηκόων) ήταν απαγορευμένη στις ΗΠΑ την πρώτη δεκαετία του Κ΄ αιώνος, ένεκα της πολυγαμίας, Αλβανοί που επιθυμούσαν να μεταναστεύσουν, προμηθεύονταν διαβατήρια σε χριστιανικά ονόματα, πράγμα που γινόταν με κάθε μυστικότητα, καθώς και η Πύλη απαγόρευε την μετανάστευση Οθωμανών. Αντιθέτως, προστάτευε την μετανάστευση των Χριστιανών, που επανέρχονταν πλουσιότεροι, κατέβαλλαν όλους τους οφειλομένους φόρους τους, άνοιγαν καταστήματα ή αγόραζαν γαίες προς καλλιέργεια.

Το μοτίβο της υπερπόντιας μεταναστεύσεως από την Μακεδονία προς την Αμερική (κατά κύριο λόγο) την περίοδο έως το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, το οποίο δεν έμελλε να διαφοροποιηθεί πολύ στις επόμενες δεκαετίες του πρώτου μισού του Κ΄ αιώνος, είχε περίπου ως εξής: Μετανάστευαν νέοι άρρενες, ηλικίας μεταξύ 18-35 ετών, στην απόλυτη πλειοψηφία τους (περίπου τα 3/4) Σλαβόφωνοι, σε ποσοστό έως 90% αγρότες και εργάτες γης, μικροϊδιοκτήτες ή ενοικιαστές γης, κάτοικοι μικρών αγροτικών κοινοτήτων. Μαζί με αυτούς, σταδιακά παρασύρθηκαν στο μεταναστευτικό ρεύμα και τεχνίτες ή ιδιοκτήτες κάποιων καταστημάτων. Συνεχίζοντας την παράδοση της εποχιακής μεταναστεύσεως, κινούνταν σε έναν επαναλαμβανόμενο κύκλο ως προσωρινοί μετανάστες, με μικρότερο ή μεγαλύτερο χρόνο απουσίας (μετανάστευση - παλιννόστηση - ολιγόχρονη παραμονή στην πατρίδα - νέα αναχώρηση). Επέστρεφαν σε τακτά χρονικά διαστήματα στην πατρίδα τους (κατά μέσο όρο έως τρία χρόνια. η διάρκεια ποίκιλλε ανάλογα με τους δεσμούς τους στην πατρίδα, το είδος της επαγγελματικής τους απασχολήσεως στην Αμερική και τα κέρδη που είχαν καταφέρει να εξασφαλίσουν κατά τη διάρκεια της απουσίας τους), συνήθως κατά ομάδες (30-50 άνδρες) για να αποφεύγουν τις ληστείες από ένοπλες -βουλγαρικές- ομάδες και κατανάλωναν το κομπόδεμά τους καλύπτοντας τα χρέη που είχε στο μεταξύ δημιουργήσει η υπόλοιπη οικογένεια που παρέμενε στο χωριό, αγοράζοντας καταναλωτικά προϊόντα κυρίως εισαγωγής, αγοράζοντας γη, ανακαινίζοντας το σπίτι ή χτίζοντας καινούργιο, μεγαλώνοντας τα κοπάδια ή αγοράζοντας νέα οικόσιτα ζώα. Κάποτε-κάποτε συνεισέφεραν για την ανοικοδόμηση ή τη συντήρηση της εκκλησίας ή του σχολείου και μοίραζαν πληροφορίες από την δική του εμπειρία ο καθένας για την επαγγελματική του επιτυχία στο εξωτερικό. Η είσοδος μεγάλων χρηματικών κεφαλαίων αυτής της προελεύσεως επέφερε κοινωνικο-πολιτισμικές αλλαγές πρωτόγνωρες για τις μικρές παραδοσιακές αγροτικές κοινότητες. Νέες συνήθειες, νέα ήθη ίσως, άλλα ντυσίματα και συμπεριφορές, νέο λεξιλόγιο της καθημερινότητος έρχονταν στη μικρή κοινωνία μαζί με τους παλιννόστες. Η επιστροφή τους όχι σπάνια σήμαινε ανατροπή της παραδοσιακής ταξικής (κάποτε και εθνικής) δομής στην αγροτική τους κοινωνία. Και ο πλούσιος Έλληνας επαγγελματίας και εμπορευόμενος δεν ήταν πλέον ο μόνος κυρίαρχος στην κοινότητα. Κατόπιν ανελάμβαναν το ίδιο ταξίδι, παίρνοντας μαζί τους αυτήν τη φορά και κάποιους άλλους (συγγενείς, φίλους, συγχωριανούς), στα χνάρια της αλυσιδωτής μεταναστεύσεως.

Ως βασικές αιτίες για την μετανάστευση από την Μακεδονία, στις αρχές του Κ΄ αιώνος, μπορεί κανείς να αναφέρει την μακρά παράδοση εποχιακής μεταναστεύσεως, την επικρατούσα πολιτική ανασφάλεια και την ένοπλη δράση των αλληλοσυγκρουομένων και αντεκδικουμένων ανταρτικών σωμάτων, καθώς η περιοχή διεκδικούνταν από όλες τις γειτονικές βαλκανικές χώρες· τις κάθε είδους πολιτικές και οικονομικές πιέσεις και υπερβάσεις από την πλευρά της οθωμανικής διοικήσεως και των εκπροσώπων της, την υποχρέωση στρατιωτικής θητείας στον οθωμανικό στρατό, με δυσβάστακτο κόστος εξαγοράς της υπηρεσίας· την μείωση της αγροτικής παραγωγής ήδη από τα τέλη του ΙΘ΄ και τα πρώτα χρόνια του Κ΄ αιώνος, την αξιοθρήνητη κατάσταση της υπαίθρου και την παρεμπόδιση των γεωργικών εργασιών, τις δυσκολίες προσαρμογής στις απαιτήσεις της οικονομίας της αγοράς, σε συνδυασμό με το δέλεαρ για βελτίωση των οικονομικών όρων της ζωής τους, καθώς ερέθιζαν την φαντασία τους τα τακτικά εμβάσματα όσων είχαν ήδη μεταναστεύσει στην Αμερική, προς τους οικείους τους. Το δίκτυο των πρακτόρων μεταναστεύσεως και των αντιπροσώπων των ατμοπλοϊκών εταιρειών διευκόλυνε την αναχώρηση όχι μόνον του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού αλλά και ιδιοκτητών ή ενοικιαστών γης σε μία μαζική αναχώρηση. Μελέτες μεταξύ Βουλγάρων και Μακεδόνων μεταναστών στο Σικάγο το 1909, έδειξαν ότι έως και σε ποσοστό 77% παρακινήθηκαν να μεταναστεύσουν στην Βόρειο Αμερική από τους πράκτορες των ατμοπλοϊκών εταιρειών. Το 63% δήλωσε ως πρώτιστη αιτία για την μετανάστευση τις εγγυήσεις που τους παρείχαν οι πράκτορες, ότι θα έβρισκαν αμέσως εργασία και ικανοποιητικούς μισθούς. Μόλις το 12% ήλθε μέσω φίλων ή συγγενών και το 11% από δική του πρωτοβουλία.

Όπως διηγείται ο Καρλ Σάλεφ, ιδρυτικό μέλος τηςMacedonian Tribune, γεννημένος το 1891 στο Ξινό Νερό, η μητέρα του τον έσπρωξε στην μετανάστευση ήδη σε ηλικία 14 ετών, εξαιτίας του φόβου από την δράση των ενόπλων ανταρτικών σωμάτων στη Μακεδονία. Δεν του επιτράπηκε ωστόσο να μεταναστεύσει, λόγω ηλικίας. Έτσι έφυγε και εργάσθηκε κοντά στον θείο του, στην Κωστάντζα της Ρουμανίας. Το 1909 κατάφερε επιτέλους να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ και εγκαταστάθηκε στην Ινδιανάπολη.

Από το τέλος του ΙΘ΄ αιώνος, η μετανάστευση Ελλήνων από την Μακεδονία, είτε προς απελευθερωμένες περιοχές του ελληνικού κράτους (Θεσσαλία) είτε προς το εξωτερικό (ΗΠΑ), κάθε άλλο παρά ευπρόσδεκτη ήταν από τις Ελληνικές Κυβερνήσεις. Η εγκατάλειψη της Μακεδονίας έθετε σε κίνδυνο τις εθνικές επιδιώξεις, με την αριθμητική μείωση του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής.

Μέχρι την ενσωμάτωση της Μακεδονίας, δύο παράμετροι καθόρισαν την στάση του ελληνικού κράτους απέναντι στο φαινόμενο της μεταναστεύσεως Μακεδόνων στην αμερικανική ήπειρο: η ανησυχία για την μετανάστευσή τους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και η προσπάθεια συγκρατήσεώς τους. Έντονο προβληματισμό προκάλεσε επίσης η ανάγκη ενισχύσεως του φρονήματός τους, ιδιαίτερα των Σλαβοφώνων, μετά την εγκατάστασή τους στην Αμερική και αργότερα κατά την παλιννόστησή τους στην πατρίδα τους, που εξακολουθούσε να βρίσκεται υπό οθωμανική διοίκηση. Οι Έλληνες μετανάστες από την Κυρίως Ελλάδα, Έλληνες πολίτες, αντιμετώπιζαν με προκατάληψη τους Σλαβοφώνους και εν γένει τους Μακεδόνες μετανάστες, Οθωμανούς υπηκόους, προκατάληψη που ενίσχυε το ενδεχόμενο αφελληνισμού τους. Τον κίνδυνο απομακρύνσεως των Μακεδόνων (κυρίως των σλαβοφώνων) μεταναστών από την ελληνική ομογενειακή κοινότητα εξαιτίας αυτής της προκαταλήψεως, επεσήμαιναν διαρκώς οι ελληνικές προξενικές αρχές, τουλάχιστον από το 1904 αλλά και οι αναφορές που συνέτασσαν διάφορα κυβερνητικά στελέχη στην Ελλάδα ή σε επισκέψεις τους στις ΗΠΑ, προκειμένου να διαμορφώσουν εικόνα για τον απόδημο ελληνισμό. Η εις βάρος τους προκατάληψη και ο κίνδυνος αφελληνισμού τους ενισχύονταν από δύο τουλάχιστον αιτίες: την έλλειψη προστασίας από τις ελληνικές προξενικές αρχές στη χώρα υποδοχής για την κατηγορία αυτή των μεταναστών και την παράλληλη δράση της βουλγαρικής προπαγάνδας στην Αμερική εν μέσω των ανοργάνωτων Μακεδόνων μεταναστών.

Από τις αρχές του Κ΄ αιώνος, Βαλκάνιοι μετανάστες στις ΗΠΑ και αλλού στην αμερικανική ήπειρο είχαν μεταφυτεύσει τις εθνικές διαφορές τους στη μακρινή γη και οι προξενικές αναφορές από την Αμερική μιλούσαν για έντονη αλβανική και μακεδονοβουλγαρική προπαγάνδα κτλ. Ειδικά η βουλγαρική προπαγάνδα στις ΗΠΑ εργαζόταν με συστηματικό και αποτελεσματικό τρόπο όχι μόνον για τον προσηλυτισμό των Μακεδόνων αλλά και για την οικονομική ενίσχυση του ενόπλου βουλγαρικού αγώνος στην οθωμανική Μακεδονία.

Επ' απειλή της ζωής μελών των οικογενειών τους στην πατρίδα και με βάση τον τρόπο με τον οποίο είχαν αναχωρήσει από την Μακεδονία (συνήθως όχι και τόσο νομότυπα), Μακεδόνες μετανάστες στις ΗΠΑ υποχρεώνονταν να συντηρούν το δίκτυο των πατρώνων εργασίας και των οργάνων της βουλγαρικής προπαγάνδας, που εκμεταλλεύονταν την εργασία τους και τα κέρδη τους ενισχύοντας οικονομικά το ταμείο για την χρηματοδότηση του ενόπλου βουλγαρικού αγώνος στην οθωμανική Μακεδονία ή για να διαλαλούν σε συλλαλητήρια την ανάγκη της αυτονομήσεως της Μακεδονίας. Ή ακόμη, να χρηματοδοτούν την αποστολή πρακτόρων του Βουλγαρικού Κομιτάτου στις ιδιαίτερες πατρίδες τους στη Μακεδονία, όπου θα προπαγάνδιζαν για να ξεσηκώσουν τον τοπικό πληθυσμό υπέρ της βουλγαρικής υποθέσεως. Στα μέσα Νοεμβρίου του 1906 λ.χ., αποκαλύφθηκε ότι Βούλγαροι Κομιτατζήδες εξεβίαζαν για χρήματα Μακεδόνες μετανάστες στην Πολιτεία της Ινδιάνα, επ' απειλή θανάτου των γονέων και των συγγενών τους στην ελληνική Μακεδονία. Οι εκβιαστές αποκαλύφθηκαν, καταγγέλθηκαν στην αμερικανική αστυνομία, δικάσθηκαν τον Μάρτιο του 1907 και καταδικάσθηκαν. Στα θύματα προσέφεραν την αρωγή τους οι ελληνικές προξενικές αρχές στις ΗΠΑ αλλά και ιδιώτες μετανάστες καθώς και ο Μακεδονικός Σύλλογος Νέας Υόρκης.

Μετά την χάραξη των εθνικών συνόρων στη Μακεδονία, το ρεύμα της μεταναστεύσεως γενικεύθηκε εκατέρωθεν των συνόρων. Τον Αύγουστο του 1913, η Νομαρχία Φλωρίνης ζητούσε οδηγίες εάν θα έπρεπε να εκδίδει ταξιδιωτικά έγγραφα-φύλλα πορείας για χωρικούς από το σερβικό τμήμα της Μακεδονίας που κινούνταν έως την Θεσσαλονίκη, με σκοπό να αναχωρήσουν για την Αμερική. Έτσι μετανάστευσε εκείνον τον καιρό, μαζί με φίλους και συγχωριανούς του από τη Σερβία, στις ΗΠΑ μέσω Φλωρίνης ο Χρίστο Ν. Νιζάμωφ, ηγετική φυσιογνωμία μεταξύ των Βουλγαρομακεδόνων των ΗΠΑ, χάρη στο κύκλωμα που λειτουργούσε στις δύο πλευρές των συνόρων με την ανοχή των αρχών. Η Γενική Διοίκηση Μακεδονίας ενέκρινε την έκδοση των αιτουμένων αδειών σε τέτοιες περιπτώσεις. Την ίδια πορεία με τους χωρικούς από τη σερβική Μακεδονία ακολουθούσαν και πολλοί χωρικοί της ελληνικής μεθορίου στη Δυτική Μακεδονία, οι οποίοι κατέρχονταν στη Θεσσαλονίκη κατά ομάδες επίσης για να μεταναστεύσουν στην Αμερική. Για να το επιτύχουν αυτό, όχι σπάνια παρουσιάζονταν ως καταγόμενοι από περιοχές της σερβικής επικρατείας. Το γεγονός είχε θορυβήσει τις ελληνικές αρχές, που έβλεπαν την γειτονική χώρα να μεταβάλλεται σε άσυλο για κάθε φυγόστρατο και κάθε λιποτάκτη.

Οι αρχές της Φλωρίνης ανέφεραν επιπλέον πως κάτοικοι της περιφερείας Φλωρίνης απέρχονταν προς Αμερική διά Θεσσαλονίκης, μέσω Τεργέστης και Πειραιά, εξαπατώντας τις αρχές ότι μετέβαιναν στις εργασίες τους. Πολλούς από αυτούς φυγάδευε συγκεκριμένος πράκτορας μεταναστεύσεως (πιθανότατα από την Θεσσαλονίκη). Μόνον το πρώτο δεκαήμερο του Νοεμβρίου του 1913 και μόνον από το χωριό Κονομπλάτι (Μακροχώρι Καστοριάς) ανεχώρησαν πενήντα νέοι. Οι ισχυροί φόβοι της για αραίωση μεταξύ του νεανικού πληθυσμού και για προβλήματα στο ζήτημα της στρατολογήσεως υποχρέωσαν την ελληνική διοίκηση να διατάξει τις τοπικές αρχές να παρακολουθούν την μετανάστευση προς την Αμερική, ιδιαίτερα ανδρών των στρατευσίμων ηλικιών.

Πολύ σύντομα άρχισε να παρατηρείται τάση για μετανάστευση και μεταξύ των μουσουλμανικών πληθυσμών, στην περίπτωσή τους προς την Ευρωπαϊκή και την Ασιατική Τουρκία. Γι' αυτό και η Γενική Διοίκηση Μακεδονίας ζήτησε να πληροφορηθεί από τις αρχές της περιφερείας Φλωρίνης εάν επρόκειτο για Οθωμανούς ή για Χριστιανούς, Σχισματικούς ή Πατριαρχικούς. Οι τοπικές αρχές ώφειλαν να εξακριβώνουν κάθε φορά αν οι αναχωρούντες ήταν γεωργοί και τί συνέβαινε με τις περιουσίες που εγκατέλειπαν πίσω τους και πάντως με κάθε τρόπο να παρακινούν τους πληθυσμούς αυτούς να παραμείνουν στις γαίες τους.

Την άνοιξη του 1916 επτά νεαρά αγόρια, όλοι σχεδόν συνομήλικοι, ξεκίνησαν από το χωριό τους, τη Βύσανη (Βυσσινιά) Καστοριάς, για να μεταναστεύσουν στην Αμερική. Ανάμεσά τους ο Βασίλ Σπάσωφ, ηλικίας τότε 16 ετών. Ο Σπάσωφ όπως και τα άλλα μέλη της ομάδος εκείνης έφευγαν αναζητώντας καλύτερη ζωή, καθώς έβλεπαν πως «οι πόρτες της ζωής στην πατρίδα τους ήταν λιγοστές και βαριές για να τις σπρώξουν». Άλλωστε στις ΗΠΑ περίμεναν τον Σπάσωφ οι τρεις αδελφοί του, μετανάστες ήδη. Από εκείνους που ανεχώρησαν μαζί του, άλλοι επιθυμούσαν επιπλέον να αποφύγουν την στράτευση και άλλοι αναζητούσαν την περιπέτεια, παρακινημένοι από τις ιστορίες που άκουγαν. Αλλά και αργότερα, στα 1919, ανακαλύφθηκαν επιβαίνοντες στο ατμόπλοιο «Ισπανία» τέσσερις Έλληνες μετανάστες από την Δυτική Μακεδονία, δύο από τη Μόκραινη (Βαρικό Φλωρίνης) και από ένας από το Ναλμπάνκιοϊ (Περδίκκας Κοζάνης) και από το Νερέτι (Πολυπόταμος Φλωρίνης), κάτοχοι οι δύο πρώτοι ελληνικών διαβατηρίων και οι δύο τελευταίοι σερβικών διαβατηρίων, τα οποία είχαν εκδώσει παρατύπως και την τελευταία στιγμή έναντι 45 $ έκαστος.

Στα 1919 το ελληνικό κράτος, προφανώς στο πλαίσιο αναθεωρήσεως της σχετικής νομοθεσίας, ίσως και λόγω των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει μετά τις συνδιασκέψεις της Κοινωνίας των Εθνών περί μεταναστεύσεως στο Παρίσι, αποφάσισε να επιδείξει περιορισμένη έστω φροντίδα για την μετανάστευση. Το Υπουργείο Εξωτερικών απέστειλε τον Καθηγητή Α. Ανδρεάδη στην Αμερική, προς μελέτη του εν Αμερική ελληνισμού και της ελληνικής διπλωματικής αντιπροσωπεύσεως εκεί. Τα αποτελέσματα της επισκέψεως Ανδρεάδη συμπυκνώθηκαν σε τρία ή τέσσερα υπομνήματα περί της καταστάσεως της εν Αμερική ελληνικής ομογενείας, περί της ανάγκης και των τρόπων αναδιπλώσεως της ελληνικής προπαγάνδας, κριτική για τις λάθος επιλογές προσώπων για την προώθηση των ελληνικών συμφερόντων στην Αμερική κτλ.

Στην έκθεσή του σχετικά με την προπαγάνδα, ο Ανδρεάδης τόνιζε ότι οι Βούλγαροι είχαν δραστηριοποιηθεί στον τομέα αυτόν πολύ εξυπνότερα, ξεκινώντας από το 1902 να εργάζονται για την ικανοποίηση των εθνικών τους στόχων μέσω Αμερικανών και όχι μέσω Βουλγάρων. Κατά παρόμοιο τρόπο, ώφειλε το ελληνικό κράτος να εργάζεται όχι με ιεραποστόλους αλλά με επιστήμονες, επεσήμαινε ο Ανδρεάδης. Ο ίδιος παραδεχόταν στις εκθέσεις του ότι το σημαντικότατο έργο που είχε επιτελεσθεί επί πρεσβείας Κορομηλά στην Αμερική, παρέμεινε χωρίς συνέχεια, εξαιτίας των κακών επιλογών μεταξύ των Ελλήνων ομογενών αλλά και λόγω της ανεπιτυχούς επιλογής διπλωματικών αντιπροσώπων.

Με αφορμή την ένταση της δράσεως των εν Αμερική αποδήμων Σλαβοφώνων, καταγομένων από την περιφέρεια Καϊλαρίων, με σκοπό την αυτονόμηση της Μακεδονίας ή την προσάρτησή της στη Βουλγαρία, η υπομοιραρχία Καϊλαρίων συνέταξε, στο τέλος του 1921,«κατάλογο των εν Αμερική, Βουλγαρία και Κωνσταντινουπόλει διαμενόντων κατοίκων της περιφερείας», με την παράκληση να εξακριβωθεί η ακριβής διαμονή τους διαμέσου των προξενικών αρχών, προκειμένου να αναπτυχθεί η κατάλληλη δράση για την μεταστροφή του φρονήματός τους.

Συνολικά από την Περιφέρεια Υποδιοικήσεως Καϊλαρίων, η οποία με βάση την απογραφή του 1920 είχε 43.767 κατοίκους, εκ των οποίων 7.845 Σλαβόφωνοι, 30.169 Μουσουλμάνοι, 4.855 Έλληνες και Πρόσφυγες, 885 Ρουμανίζοντες και 13 Ισραηλίτες, είχαν μεταναστεύσει 535 Σλαβόφωνοι, οι 141 στη Βουλγαρία 46 εκ των οποίων οικογενειακώς, 79 στην Κωνσταντινούπολη και 309 στην Αμερική. Σε αυτούς περιλαμβάνονταν και έξι λιποτάκτες από τον ελληνικό στρατό: τέσσερις από την στρατιά της Θράκης και δύο από την Θεσσαλονίκη. Πολλοί από αυτούς είχαν μεταναστεύσει στην Αμερική ή την Βουλγαρία, ήδη από το 1913. Πολλοί από τους μεταναστεύσαντες προς την Αμερική ήταν έμποροι και ξενοδόχοι και σχεδόν όλοι είχαν αλλάξει το όνομά τους.

Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1920, το Υπουργείο Εξωτερικών ενδιαφέρθηκε να καταγράψει το ελληνικό δυναμικό εκτός των συνόρων σε ολόκληρο τον κόσμο. Λόγοι εθνικής ωφελείας επέβαλλαν, σύμφωνα με το Υπουργείο, την σαφή και λεπτομερή γνώση του αριθμού και του ποιού των απανταχού εθνικών δυνάμεων. Έτσι ξεκίνησε η διαδικασία για την κατάρτιση λεπτομερούς στατιστικής. Μεταξύ των ζητημάτων που τέθηκαν ως στόχοι της καταγραφής (οργανωτικό πλαίσιο των ομογενών, ατομικά, οικογενειακά, κοινωνικά, οικονομικά, εκκλησιαστικά και εκπαιδευτικά ζητήματα, γενικά το σύνολο του βίου του αποδήμου ελληνισμού), το πρώτο-πρώτο αφορούσε τον αριθμό των Ελλήνων στις περιφέρειες των ελληνικών διπλωματικών αντιπροσωπειών στην ξένη, την καταμέτρηση των «Βουλγαροφώνων» (sic), «Βουλγάρων», «Μουσουλμάνων» κ.ά.

Έχουμε κάθε λόγο να αμφιβάλλουμε ότι η καταγραφή αυτή ολοκληρώθηκε με επιτυχία, καθώς από πολύ νωρίς παρουσιάσθηκαν τεχνικά και ουσιαστικά προβλήματα στην διεξαγωγή της καταγραφής: τοπικές αντιδράσεις, προσωπικές δυσαρέσκειες και ανταγωνισμοί για λόγους μικροσυμφερόντων και μικροφιλοδοξιών, καχυποψία για τους σκοπούς της καταγραφής, όξυνση των πολιτικών παθών μεταξύ των Ελλήνων μεταναστών, ελλείψεις σε υλικοτεχνική υποδομή και οργάνωση, ανεπάρκεια χρημάτων, απουσία διαθέσεως για εργασία εκ μέρους ιδιωτών, κοινοτικών εκπροσώπων και των εμμίσθων ή αμίσθων προξενικών αρχών, έλλειψη συνεργασίας και αλληλοενημερώσεως μεταξύ των διπλωματικών αντιπροσώπων, πέρα από την διασπορά των Ελλήνων σε αχανείς εκτάσεις με μεγάλες μεταξύ τους αποστάσεις.

Η περίοδος 1920/22-1940

Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1920, οι αμερικανικές αρχές θέσπισαν αυστηρά μέτρα για τον περιορισμό των νεοεισερχομένων μεταναστών. Με την σταδιακή εισαγωγή του συστήματος των ποσοστώσεων, επιβλήθηκε ποσοτικός και ποιοτικός έλεγχος στις εισόδους νέων μεταναστών στις ΗΠΑ. Ο Μεταναστευτικός Νόμος των ποσοστώσεων του 1924, που έμελλε να διατηρηθεί σε ισχύ έως το 1952, καθόρισε ποσοστό έως 2% ετησίως στη βάση των εισελθόντων μεταναστών από κάθε εθνική ομάδα κατά το 1890. Το ποσοστό για τους Έλληνες ορίσθηκε στα 308 άτομα ετησίως. Ούτως ή άλλως, η ελληνική υπερπόντια μετανάστευση κατά τον Μεσοπόλεμο μειώθηκε σε περίπου το 1/4 της προγενεστέρας περιόδου.

Παρ' όλους τους περιοριστικούς κανονισμούς και τις ποσοστώσεις όμως, έφθαναν τελικά στο αμερικανικό έδαφος έως και 2.000 Έλληνες τον χρόνο, συνήθως παράνομα. Κορυφαίες περιοχές μεταναστεύσεως κατά την μεσοπολεμική περίοδο υπήρξαν το πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας, τα νησιά του Αιγαίου (κυρίως οι Κυκλάδες και η Χίος), τα Ιόνια Νησιά και ιδιαίτερα η Δυτική Μακεδονία, πρωτίστως ο νομός Φλωρίνης. Η υπερπόντια μετανάστευση των Μακεδόνων την περίοδο μετά το 1923 εξακολουθούσε να στρέφεται κυρίως προς τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, σε ποσοστό έως πάνω από 65%. Μεταξύ των υπολοίπων χωρών, δημοφιλείς προορισμοί αποδείχθηκαν ο Καναδάς, η Αυστραλία και χώρες της Κεντρικής και Νοτίου Αμερικής. Μάλιστα, πολλές από τις υπόλοιπες χώρες της αμερικανικής ηπείρου, στις οποίες κατευθύνονταν Μακεδόνες μετανάστες, δεν αποτέλεσαν τίποτε άλλο παρά ενδιάμεσο σταθμό πριν τελικά καταφέρουν, με νόμιμο ή παράνομο τρόπο, να εισέλθουν στο έδαφος των ΗΠΑ.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η τάση των κατοίκων της Δυτικής Μακεδονίας για μετανάστευση προς τον Καναδά αυξήθηκε ακριβώς μετά την επιβολή του μέτρου των ποσοστώσεων στις ΗΠΑ από το 1924 έως το 1928, οπότε και οι αρχές του Καναδά έλαβαν περιοριστικά μέτρα για την προστασία του δικού τους εργατικού δυναμικού.

Άλλωστε, οι περισσότεροι από τους πρώτους Μακεδόνες που μετανάστευσαν στην Αυστραλία, ήταν πρώην μετανάστες στην Αμερική που είχαν επιστρέψει στην Ελλάδα για να πολεμήσουν στους Βαλκανικούς Πολέμους, παρέμειναν σε όλη τη διάρκεια της εμπόλεμης περιόδου στην πατρίδα και όταν αργότερα θέλησαν να γυρίσουν στις ΗΠΑ, βρήκαν τις πόρτες κλειστές. Μετανάστευσαν λοιπόν στην Αυστραλία για λόγους οικονομικούς -κάποτε και πολιτικούς- σε δύο μεγάλα ρεύματα, μεταξύ των ετών 1924-1928 και 1935-1939. Το 1921, οι Μακεδόνες μετανάστες στην πέμπτη ήπειρο υπολογίζονταν σε πενήντα. Οι Κοζανίτες μετανάστες που περιλαμβάνονταν στους περίπου 250 Δυτικομακεδόνες του πρώτου ρεύματος στα 1924, οι οποίοι κατάγονταν κυρίως από τον Βυθό, τον Πεντάλοφο, την Αγία Σωτήρα κ.α., εγκαταστάθηκαν στη Μελβούρνη-Βικτόρια, ενώ οι περίπου σαράντα νέοι από την περιφέρεια Φλωρίνης εγκαταστάθηκαν στην πλειοψηφία τους στη Δυτική Αυστραλία και μόνον μετά το 1928-29 έφθασαν κάποιοι από αυτούς στη Βικτόρια και την Μελβούρνη, συνήθως πάλι μέσω Δυτικής Αυστραλίας, σπρωγμένοι από την οικονομική κρίση και την σπανιότητα εργασίας.

Από το 1924, άλλωστε, οι ελληνικές προξενικές αρχές στην Αυστραλία ζητούσαν να μην εκδίδονται διαβατήρια για την Αυστραλία, καθ' ότι υπήρχαν εξαιρετικές δυσκολίες επαγγελματικής αποκαταστάσεως, ακόμη περισσότερο καθώς οι Έλληνες μετανάστες αγνοούσαν την γλώσσα και δεν διέθεταν κάποια τεχνική, εμπορική ή αγροτική ειδίκευση.

Μετά το 1935, οι Μακεδόνες μετανάστες στην Αυστραλία άρχισαν να μετακαλούν κυρίως μέλη των οικογενειών τους (συζύγους και τέκνα) στο πλαίσιο της οικογενειακής επανενώσεως. Όπως και στην αμερικανική περίπτωση, η μετάκληση αυτή εξαρτήθηκε στενά από την επαγγελματική ασχολία του μετανάστη, η οποία επέβαλλε την εξασφάλιση δωρεάν εργατικών χεριών. Το ξέσπασμα του πολέμου έμελλε να ανακόψει αυτή την ευκαιρία για αρκετούς, έως την επομένη μεταπολεμική περίοδο. Πάντως υπολογίζεται πως μέχρι το 1940, 1.290 άρρενες Μακεδόνες είχαν εγκατασταθεί στην Αυστραλία. Από αυτούς, το 52% (670) προερχόταν από την περιφέρεια Φλωρίνης και άλλο περίπου 29% (370) από την περιφέρεια Καστοριάς. Σχεδόν στο σύνολό τους είχαν αγροτική προέλευση. Έως το 1947, ο αριθμός των Μακεδόνων στην Αυστραλία έφθασε τους 1.900.

Η μετανάστευση στις υπερπόντιες χώρες παρέμεινε ουσιαστικά υπόθεση των ατόμων νεαρής και οπωσδήποτε παραγωγικής ηλικίας και κατά την περίοδο αυτή. Σε ποσοστό έως πάνω από 65% οι μετανάστες ανήκαν στις ηλικίες μεταξύ 15-40 ετών. Έγραφε στα 1931 ο Μητροπολίτης Φλωρίνης Χρυσόστομος:

«Εκείνο, εις ο δέον να περιστραφεί η προσοχή του κράτους, είναι να θέσει ένα φραγμόν εις το ρεύμα το μεταναστευτικόν. Είναι δε ευτύχημα, ότι τον φραγμόν τούτον έθηκεν η κυβέρνησις της Αμερικής, διότι άλλως η Δυτική Μακεδονία συν τω χρόνω θα απεγυμνούτο τελείως των εργατικών ανδρικών χειρών και θα έμενε μόνον μετά των γερόντων και των γυναικών. Εγώ αυτός διεπίστωσα κατά την περιοδείαν μου, ότι από έκαστον χωρίον, αριθμούν κατά μέσον όρον 100-200 οικογενείας, λείπουσιν εις την Αμερικήν ή την Αυστραλίαν 50 τουλάχιστον νέοι ή και έγγαμοι, οίτινες αποδημούντες, εγκαταλείπουσι τας οικογενείας των εις την τύχην των. Ιδίοις δ' ήκουσα ωσίν, ότι και οι λοιποί αναμένουσι την άρσιν της απαγορεύσεως, όπως μεταναστεύσωσιν εις την Αμερικήν…».

Ανάμεσα στους μετανάστες εκείνους και μάλιστα στις νεαρότερες ηλικίες (κάτω των 35 ετών) περιλαμβάνονταν αρκετές γυναίκες ή παιδιά, μέλη των οικογενειών μεταναστών σε υπερπόντιες χώρες, κυρίως στις ΗΠΑ, που επιχείρησαν να εκμεταλλευθούν την σχετική πρόνοια της αμερικανικής μεταναστευτικής νομοθεσίας για προτίμηση στη χορήγηση αδειών εισόδου σε συζύγους ή άλλους συγγενείς ήδη εγκατεστημένων μεταναστών. Αλλά και προς την Αυστραλία οι περισσότεροι των μεταναστών ήταν νέοι, συνήθως παντρεμένοι, αν και ελάχιστοι έφερναν μαζί τους τις συζύγους τους.

Η τάση των εντοπίων κατοίκων της Μακεδονίας για μετανάστευση παρέμεινε ισχυρή σε όλη τη διάρκεια της περιόδου μετά το 1923. Μόνο το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 1927 έως τον Ιούνιο του 1927, η Νομαρχία Φλωρίνης εξέδωσε περίπου 1.000 διαβατήρια, 500 για την Αμερική και την Αυστραλία και άλλα τόσα για την Σερβία και τη Βουλγαρία, από τα οποία το 70% πάλι για να μεταναστεύσουν από εκεί υπερποντίως. Οι μετανάστες αυτής της τελευταίας κατηγορίας συχνά προέβαλλαν ψεύτικες δικαιολογίες -λόγους υγείας, επισκέψεις σε συγγενείς στις χώρες αυτές κτλ.- προκειμένου να επιτύχουν την έκδοση του διαβατηρίου τους. Το Προξενικό Τμήμα της Πρεσβείας της Σόφιας είχε γνώση ότι τελικά με τον τρόπο αυτόν πολλοί μετανάστευαν στις ΗΠΑ και τον Καναδά, κάποτε μάλιστα για να καταστούν όργανα του Βουλγαρομακεδονικού Κομιτάτου και των οργανώσεών του για την επίτευξη της αυτονομίας της Μακεδονίας.

Σύμφωνα πάλι με στοιχεία της Νομαρχίας Φλωρίνης, κατά τον μήνα Ιανουάριο του 1929 αποδήμησαν ή μετανάστευσαν από την περιφέρεια 159 άτομα (151 άρρενες και 8 θήλεις), τον μήνα Απρίλιο του 1929 αποδήμησαν ή μετανάστευσαν 150 άτομα (122 άρρενες και 28 θήλεις), ενώ τον Σεπτέμβριο της ιδίας χρονιάς αποδήμησαν ή μετανάστευσαν 78 άτομα (59 άρρενες και 19 θήλεις) από την επαρχία Φλωρίνης. Για την μεταναστευτική κίνηση της επαρχίας Φλωρίνης μόνον κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους 1929, οι αστυνομικές αρχές Φλωρίνης συνέταξαν και υπέβαλαν στις 6 Απριλίου του 1929 τρεις καταλόγους, στους οποίους προφανώς περιλαμβάνονται σχεδόν όλοι οι άρρενες που εξέδωσαν διαβατήριο από τη Νομαρχία Φλωρίνης το εν λόγω τρίμηνο για τους συγκεκριμένους προορισμούς. Η«Κατάστασις ονομαστική των μέσω Βουλγαρίας εις Καναδάν μεταναστευσάντων κατά το α΄ τρίμηνον έτους 1929» περιελάμβανε 24 άρρενες μετανάστες. Η δεύτερη«Κατάστασις ονομαστική των απ' ευθείας διά Καναδάν μεταναστευσάντων εκ περιφερείας Φλωρίνης κατά το α΄ τρίμηνο έτους 1929» περιελάμβανε 92 άρρενες μετανάστες από διάφορα χωριά της περιφερείας Φλωρίνης και η τρίτη«Κατάστασις ονομαστική των διά την Ρουμανίαν αναχωρησάντων κατοίκων της περιφερείας Φλωρίνης» 9 άρρενες.

Η επιθυμία των κατοίκων της Δυτικής Μακεδονίας για μετανάστευση παρέμενε ισχυρή, όπως αποδεικνύεται από τις επανειλημμένες αιτήσεις τους για την έκδοση διαβατηρίου και από την προσπάθεια αποκτήσεως αδείας εισόδου (βίζας), κυρίως για τις ΗΠΑ. Καθώς μάλιστα συγκεκριμένο νομοθετικό διάταγμα του Οκτωβρίου του 1925, που κυρώθηκε το 1927, προέβλεπε ότι τα υπό των νομαρχιών εκδιδόμενα διαβατήρια εκδίδονταν για ένα μόνο ταξίδι και χρησιμοποιούνταν άπαξ εντός ενός έτους από της εκδόσεώς τους (με ελάχιστες εξαιρέσεις για εμπόρους ή πολυταξιδεύοντες), οι Δυτικομακεδόνες ζητούσαν κάποτε αλλαγή στην χώρα προορισμού, προκειμένου να μεταναστεύσουν. Τέτοιες αλλαγές, που συνήθως καταδεικνύουν τον βαθμό ευκολίας ή δυσκολίας εξασφαλίσεως μίας αδείας εισόδου σε κάποια από τις χώρες υποδοχής των μεταναστών, δεν είναι άσχετες με την δράση των πρακτόρων μεταναστεύσεως, οι οποίοι κατηύθυναν τα ρεύματα των μεταναστών προς συγκεκριμένες χώρες ανάλογα με τις υφιστάμενες συγκυρίες είτε με τις γενικότερες τάσεις αναχωρήσεως, όπως περιστασιακά ίσχυαν στην πατρίδα. Μεταξύ των ετών 1922-1930, οι καταγόμενοι λ.χ. από την πόλη της Καστοριάς επιθυμούσαν να μεταναστεύσουν συνηθέστερα στις ΗΠΑ όπως και πολλοί από τους μετανάστες που κατάγονταν από το Άργος Ορεστικό, την Βυσσινιά, το Νεστόριο ή το Μαυροχώρι και τον Τρίλοφο Καστοριάς. Αντίθετα, οι εκ Δενδροχωρίου καταγόμενοι ή από την Βασιλειάδα, τον Γάβρο, την Κρανιώνα ή τη Χαλάρα (όλα χωριά της τότε επαρχίας Καστοριάς του νομού Φλωρίνης) επιθυμούσαν στη συντριπτική τους πλειοψηφία να μεταναστεύσουν προς τον Καναδά. Οι μεταναστεύοντες κάτοικοι του χωριού Ανταρτικό Φλωρίνης σημείωσαν εξαιρετικά πυκνή συγκέντρωση στο Τορόντο του Καναδά, ενώ οι περισσότεροι Μακεδόνες στη Νότιο Αυστραλία κατάγονταν από το Κότορι (Υδρούσα Φλωρίνης) και την Βύσενη (Βυσσινιά Καστοριάς).

Τα κύρια λιμάνια εξόδου από την χώρα παρέμεναν, όπως και στις αρχές του αιώνος, ο Πειραιάς και η Πάτρα. Όσοι από τους μετανάστες δεν εκμεταλλεύονταν τις απ' ευθείας γραμμές των εταιρειών από την Ελλάδα προς την αμερικανική ήπειρο, εξακολουθούσαν να ταξιδεύουν ατμοπλοϊκώς μέχρι την Μασσαλία και από εκεί με τον σιδηρόδρομο έως τα λιμάνια της Βόρειας Γαλλίας στον Ατλαντικό, απ' όπου με τα υπερωκεάνια της τακτικής γραμμής προς Αμερική αποβιβάζονταν τελικά στη Νέα Υόρκη, την πύλη εισόδου στις ΗΠΑ, είτε βορειότερα στα ανατολικά λιμάνια του Καναδά. Οι κάτοικοι των βορείων επαρχιών της χώρας μπορούσαν εναλλακτικά να αναχωρήσουν με τον σιδηρόδρομο προς κάποιο γαλλικό συνήθως λιμάνι, πριν επιβιβασθούν στα μεγάλα υπερωκεάνια.

Όπως αποκαλύπτουν δημοσιεύματα της τοπικής εφημερίδοςΚαστοριά, η διαδικασία αναχωρήσεως στο εξωτερικό κάθε άλλο παρά απλή υπόθεση ήταν, τουλάχιστον στην επαρχία Καστοριάς. Οι ανυπέρβλητες, όπως τις παρουσιάζει η εφημερίδα, διαδικαστικές δυσκολίες και η συνακόλουθη ταλαιπωρία του κοινού κατά την έκδοση διαβατηρίου μάλλον σχετίζονταν με την αυστηρή τήρηση του γράμματος του νόμου από τις αρμόδιες υπηρεσίες της επαρχίας Καστοριάς παρά με άλλους λόγους. Με αγανάκτηση μάλιστα και παράπονο η σύνταξη της εφημερίδος συνέκρινε την ανάλογη διαδικασία στην επαρχία Φλωρίνης (αν και στον ίδιο νομό, Φλωρίνης) και διετύπωνε το συμπέρασμα ότι«…άλλοι νόμοι διέπουν την περιφέρειά μας και άλλοι την Φλώριναν. Ο εστί μεθερμηνευόμενον Κράτος εν Κράτει». Προσπάθειες για εξομάλυνση της διαδικασίας εκδόσεως διαβατηρίων και αναχωρήσεως με μεταβολή στην μεταναστευτική νομοθεσία δεν φαίνεται ότι τελικά βελτίωσαν την κατάσταση στην επαρχία.

Στα χρόνια αυτά η οικονομική θέση των αγροτών της Μακεδονίας, ιδιαίτερα της Δυτικής, δεν βελτιώθηκε σημαντικά και η οικονομία παρέμενε εκείνη της στοιχειώδους αγροτικής παραγωγής. Το μοντέλο της αγροτικής ζωής στην περιοχή της Φλωρίνης δεν έμελλε να μεταβληθεί σε όλη την περίοδο μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μακεδών μετανάστης, ο οποίος είχε μεταναστεύσει παλαιότερα στις ΗΠΑ και μετά το 1924 έκανε το πρώτο του ταξίδι στην Αυστραλία, ομολογούσε πως«εάν η Ελλάδα μπορούσε να μας θρέψει, δεν θα έφευγα». Σειρά κακών εσοδειών στη Δυτική Μακεδονία, στο τέλος της δεκαετίας του 1910 και στη δεκαετία του 1920, καθιστούσε την μετανάστευση και την αναζήτηση ευκαιριών έξω από την περιοχή, κατά την μεσοπολεμική περίοδο, ίσως την μοναδική διέξοδο για την επιβίωση των κατοίκων.

Στα 1931, ο Μητροπολίτης Φλωρίνης Χρυσόστομος παρατηρούσε πως χωρικοί της περιφερείας του μετανάστευαν στην Αμερική και στην Αυστραλία με ρυθμούς τόσο ανησυχητικούς, που η Δυτική Μακεδονία κόντευε να απογυμνωθεί από εργατικά ανδρικά χέρια και να απομείνει μόνον με τους γέροντες και τις γυναίκες. Οι ίδιοι οι χωρικοί ομολογούσαν ότι αδυνατούσαν να ζήσουν στην πατρίδα τους, καθώς η Δυτική Μακεδονία παρουσίαζε αδυναμία γεωργικής παραγωγής και καλλιέργειας, ενώ στερούνταν τελείως βιομηχανίας και κρατικής μερίμνης στον τομέα της αγροτικής παραγωγής. Αλλά και ο εναπομείνας πληθυσμός με δυσκολία κατάφερνε να επιβιώσει.

Εκπρόσωποι των τοπικών αρχών αναφέρονταν επανειλημμένως στην κακή οικονομική κατάσταση της περιοχής και στην οικονομική δυσπραγία των κατοίκων της, που τους ανάγκαζε να μεταναστεύουν σε ξένα κράτη, κυρίως στις ΗΠΑ και στον Καναδά, προς βελτίωση της οικονομικής τους καταστάσεως. Έγραφε στα 1934 αξιωματικός της Διοικήσεως Χωροφυλακής Φλωρίνης, αναφερόμενος στους μετανάστες της περιφερείας του:

«Είναι γνωστόν ότι εις τον νομόν Φλωρίνης δεν υπάρχει βιοτεχνία ή βιομηχανία αξία λόγου, το δε έδαφος δεν καθίσταται επαρκές να διαθρέψη τον πληθυσμόν της υπαίθρου ιδία. Λόγω οικονομικής δυσπραγίας των χωρικών αναγκάζονται ούτοι να μεταναστεύωσι εις ξένα κράτη και ιδία εις τας Ηνωμένας Πολιτείας και τον Καναδά, προς καλλιτέρευσιν της οικονομικής των καταστάσεως, λόγω της νομισματικής διαφοράς».

Αλλά και ο Νομάρχης Φλωρίνης Ιωάννης Τσακτσίρας παραδεχόταν στα 1936 ότι ο νομός του ήταν ορεινός και άγονος. ως εκ τούτου, οι κάτοικοι άπαντες κατά περιόδους αναχωρούσαν στο εξωτερικό (στην Αμερική, τον Καναδά ή την Αυστραλία), όπου παρέμεναν έως και πάνω από εικοσαετία εργαζόμενοι προς δημιουργίαν περιουσίας. Όλοι όσοι έφευγαν, εγκατέλειπαν τα κτήματά τους και τις οικογένειές τους με την πρόθεση να επιστρέψουν μετά την απόκτηση περιουσίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι χάρη στα εμβάσματα των μεταναστών τους, τα χωριά της περιφερείας Φλωρίνης ένιωσαν πολύ αργά την οικονομική κρίση του 1929 και μόνον μετά το 1932, όταν τα ποσά των εμβασμάτων μειώθηκαν είτε επειδή κάποιοι μετανάστες έμειναν άνεργοι είτε επειδή αναγκάσθηκαν να επιστρέψουν στην πατρίδα, ακριβώς λόγω της προϊούσης ανεργίας.

Η βουλγαρική εφημερίδαΜακεδονία της Σόφιας, στο φύλλο της της 30ής Σεπτεμβρίου του 1929, σε ανταπόκριση από την Φλώρινα με τον τίτλο«Εν τη περιοχή Φλωρίνης υποδοχή και προπομπή των Ελλήνων υπουργών» στην οποία, εκτός των άλλων, καταμαρτυρούσε πολλά εις βάρος της ελληνικής διοικήσεως σχετικά με την κατάσταση στην περιφέρεια Φλωρίνης, παρατηρούσε πως το κατ' ευφημισμόν«εύφορο» έδαφος της περιοχής μόλις που επαρκούσε για να εξασφαλίζει στον γεωργό τον σπόρο της επομένης χρονιάς, οπότε αυτός πλέον, όχι ως γεωργός αλλά ως«πάμφτωχος», αναγκαζόταν να μεταναστεύει, κάποτε με την οικογένειά του, χωρίς να σκέπτεται να επιστρέψει ποτέ στον τόπο του.

Λίγο καιρό αργότερα, η ίδια βουλγαρική εφημερίδα έγραφε ότι ο «βουλγαρικός» πληθυσμός της ελληνικής Μακεδονίας είχε υποστεί διωγμούς από την ελληνική διοίκηση. Στην Καστοριά, οι αρχές εφάρμοζαν σειρά μέτρων για να καταστρέψουν οικονομικά τον πληθυσμό και να τον εξαναγκάσουν να εγκαταλείψει τα κτήματά του. Οι εγκατεστημένοι στο νομό Καστοριάς πρόσφυγες από την Ανατολία, συνέχιζε ηΜακεδονία, ενθαρρύνονταν να διαρπάζουν τη σοδειά των εντοπίων, στους οποίους άλλωστε καμία οικονομική χορήγηση ή πίστωση δε δίνονταν. Απεναντίας, τιμωρούνταν με πρόστιμα και φορολογία.

Είναι αλήθεια πως η άφιξη και η εγκατάσταση των προσφύγων στη Μακεδονία προκάλεσε -προσωρινά έστω- πιέσεις εξόδου στους εγκατεστημένους γηγενείς Μακεδόνες, καθώς μεταξύ των ετών 1920 και 1928 ο πληθυσμός της περιοχής σημείωσε αριθμητική αύξηση 30,7% (και 24,8% μεταξύ του 1928-1940) κατά 275.355 άτομα, ενώ η πυκνότητά του ανήλθε απότομα από 22,8 σε 30,9 το 1920, σε 41,5 στα 1928, για να φθάσει στο 51,6 έως το 1940. Επτά νομοί της περιλαμβάνονται στους δέκα του συνόλου της χώρας, που γνώρισαν την μεγαλύτερη δημογραφική αύξηση.

Κρίθηκε μάλιστα στα 1932 πως ο πληθυσμός στο νομό Φλωρίνης «υπερπλεονάζει», καθώς η αδυναμία μεταναστεύσεως κατά τα χρόνια της οικονομικής κρίσεως και η έλλειψη μεταναστευτικών πόρων είχαν δημιουργήσει εκρηκτικές καταστάσεις σε οικονομικό και σε δημογραφικό επίπεδο στη Δυτική Μακεδονία. Επομένως, ο πληθυσμός της περιοχής έπρεπε να αφεθεί να διαρρεύσει, προκειμένου να επιβιώσει. Αλλά και αργότερα, τον Αύγουστο του 1936, ο Νομάρχης Φλωρίνης Τσακτσίρας ισχυριζόταν ότι η«αραίωσις των ασφυκτιόντων χωρίων» αποτελούσε«εκ των ουκ άνευ» μέτρο, για να βελτιωθεί η κακή οικονομική κατάσταση χωριών της περιφερείας της νομαρχίας του.

Άλλωστε, οι γηγενείς είχαν σημαντική παράδοση στην υπερπόντια μετανάστευση, παράδοση την οποία σε γενικές γραμμές δεν διέθεταν οι πρόσφυγες. Οι γηγενείς είχαν ήδη εγκατεστημένους συγγενείς στο εξωτερικό, οι οποίοι λειτουργούσαν ως γέφυρες για την αναχώρησή τους, είχαν την τάση να αναχωρούν προς υπερπόντιες χώρες και εμφανίζονταν εν γένει πιο προετοιμασμένοι ψυχολογικά να αναχωρήσουν στο εξωτερικό ως μετανάστες, ακόμη και πέρα από την ύπαρξη ανθρωπίνων γεφυρών επικοινωνίας. Αντίθετα, οι πρόσφυγες και υπό το άγχος της αποκαταστάσεως και με την ανάμνηση του ξεριζωμού, παρουσιάζονταν οι πλέον ανασταλτικοί για αναχώρηση.

Η καχυποψία των αρχών έναντι του εντοπίου πληθυσμού δυσκόλευε ακόμη περισσότερο τα πράγματα: Οποιαδήποτε κίνηση και επιλογή του πληθυσμού ή των αιρετών αρχόντων του κρίνονταν και ερμηνεύονταν ως αμφισβήτηση της ελληνικής παρουσίας, ως υπονόμευση του «εθνικού» συμφέροντος ή ως «αντεθνική» δράση. Η απογοήτευση των (σλαβοφώνων) κατοίκων από την αυθαιρεσία και την καχυποψία αρκετών από τους εκπροσώπους της δημοσίας διοικήσεως στη Μακεδονία, ενισχυόμενη από τις υπόλοιπες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, μετέτρεψε την μετανάστευση σε διαφυγή από ένα περιβάλλον, που από οικείο και «δικό» τους είχε καταστεί για τους εντόπιους ξένο και «άλλο».

Παρόμοιες δυσκολίες, σε συνδυασμό με την περιοριστική πολιτικήτων χωρών υποδοχής των μεταναστών, οδήγησαν αρκετούς επίδοξους Μακεδόνες μετανάστες στις ατραπούς της παράνομης μεταναστεύσεως. Η όλη διαδικασία παράνομης αναχωρήσεως στο εξωτερικό αποτελούσε καταρχήν ουσιαστική οικονομική αφαίμαξη για το ισχνό ατομικό ή οικογενειακό τους βαλάντιο, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι χρηματικές απαιτήσεις πλαστογράφων και παρανόμων διακινητών. Παράλληλα, ως παρανόμως εισελθόντες στην ξένη χώρα, διέτρεχαν διαρκώς τον κίνδυνο της απελάσεως από τις αρχές μεταναστεύσεως της χώρας αυτής. Κι αν ακόμη διέφευγαν τον κίνδυνο αυτόν, διάφοροι επιτήδειοι στη χώρα αφίξεως καραδοκούσαν για να αποσπάσουν εκβιαστικά, υπό την απειλή της καταδόσεως στις αρχές, διάφορα χρηματικά ποσά. Αναφορές που έφθαναν στο Υπουργείο Εξωτερικών, κατήγγελλαν ότι σε τέτοιου είδους δραστηριότητες επιδίδονταν συχνά αρκετά μέλη των βουλγαρομακεδονικών οργανώσεων στην αμερικανική ήπειρο. Επετύγχαναν έτσι να στρατολογούν νέα μέλη για τις οργανώσεις τους και να εξοικονομούν συνεχώς χρήματα υπέρ του ταμείου του Κομιτάτου αλλά και του προσωπικού τους ταμείου.

Φαίνεται ότι τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1920, το φαινόμενο είχε λάβει εξαιρετικά ανησυχητικές διαστάσεις στην περιφέρεια της Δυτικής Μακεδονίας και απασχόλησε τις ελληνικές πολιτικές, διπλωματικές και διοικητικές αρχές. Οι διεθνείς διαστάσεις του κυκλώματος παράνομης διακινήσεως μεταναστών, τα προβλήματα που δημιουργούνταν στις σχέσεις της Ελλάδος με τις χώρες υποδοχής σε περιπτώσεις αποκαλύψεως παρανόμων μεταναστών, η παραβίαση της σχετικής ελληνικής νομοθεσίας και οι επιπλοκές στη νομίμως εξελισσόμενη μετανάστευση υποχρέωσαν το Ελληνικό Υπουργείο των Εξωτερικών να ασχοληθεί επισταμένως με το ζήτημα, προκειμένου να εξευρεθούν λύσεις και μέτρα προς περιορισμό του φαινομένου. Το Υπουργείο, μάλιστα, ζήτησε από τις αρμόδιες αστυνομικές και δικαστικές αρχές να εντείνουν τις σχετικές έρευνες και να οδηγήσουν το συντομώτερο δυνατόν ενώπιον των δικαστηρίων τους ενόχους. Παράλληλα, ενημερώθηκε και το ενδιαφερόμενο μεταναστευτικό κοινό, προκειμένου να μην πέφτει θύμα παρομοίων απατεώνων. Καταρχήν επιχειρήθηκε η διάλυση του δικτύου της παρανομίας στο εσωτερικό της χώρας. Οι επισταμένες έρευνες των αστυνομικών αρχών της Φλωρίνης αποκάλυψαν τους πράκτορες που συνεργάζονταν με πράκτορες στον Καναδά, στη Σερβία και στη Βουλγαρία, με σκοπό την λαθραία μεταφορά μεταναστών στον Καναδά και στις ΗΠΑ έναντι υψηλού χρηματικού αντιτίμου. Πράκτορες του εξωτερικού εξαγόραζαν τις προσκλήσεις-άδειες εισόδου που οι ήδη εγκατεστημένοι μετανάστες στις ΗΠΑ, τον Καναδά και την Αυστραλία μπορούσαν να εκδώσουν για συγγενείς τους στην πατρίδα, συχνά εκδομένες για λογαριασμό ανύπαρκτων γονιών ή αδελφών, έναντι 70 $, τις οποίες απέστελλαν στην Ελλάδα, την Βουλγαρία ή τη Σερβία. Οι εκεί πράκτορες πωλούσαν τις άδειες έναντι 200-300 $, σε όσους επιθυμούσαν να μεταναστεύσουν. Οι τιμές άγγιζαν και τα 600-750 $, στις περιπτώσεις που οι πράκτορες ανελάμβαναν όλη την διαδικασία της αναχωρήσεως του μετανάστου (διαβατήριο, εισιτήρια, απαραίτητα πιστοποιητικά, γνήσια ή συνηθέστερα πλαστά ή παραχαραγμένα). Ως αποτέλεσμα, πράκτορες μεταναστεύσεως από την περιφέρεια Φλωρίνης που ενέχονταν σε υποθέσεις παράνομης μεταναστεύσεως, οδηγήθηκαν ενώπιον της ελληνικής δικαιοσύνης και αρκετοί από αυτούς καταδικάσθηκαν σε διάφορες ποινές.

Το αμέσως επόμενο βήμα ήταν η αποκάλυψη και η εξάρθρωση του δικτύου της παράνομης μεταναστεύσεως και των πλοκάμων του στο εξωτερικό. Η αποστολή στο Παρίσι (όπου βρισκόταν η έδρα της καναδικής επιτροπής εξετάσεως και επιλογής των μεταναστών, βάσει των αδειών εισόδου που εξέδιδε και των ονομαστικών καταλόγων που συνέτασσε η Καναδική Κυβέρνηση) του Ανθυπομοιράρχου Γεωργίου Ξυπολυτά, ανησύχησε τους ανθρώπους του Κομιτάτου. Η βουλγαρική πρεσβεία στην Αθήνα διαμαρτυρήθηκε έντονα για την ελληνική κίνηση, ωστόσο άνευ αποτελέσματος. Η έρευνα του Ανθυπομοιράρχου Ξυπολυτά αποκάλυψε σημαντικά στοιχεία για το κύκλωμα, που ήλθαν να επαληθεύσουν ή να συμπληρώσουν πολλά από όσα είχε αποκαλύψει η πρώτη έρευνα των αστυνομικών αρχών Φλωρίνης.

Η αναφορά Ξυπολυτά άφηνε κάποιες, έστω συγκεκαλυμμένες, υπόνοιες ότι στο δίκτυο πιθανόν να ενέχονταν και στελέχη του Ελληνικού Υπουργείου των Εξωτερικών και κατέληγε με προτάσεις περί αξιοποιήσεως δοκιμασμένων και μορφωμένων αξιωματικών στα σημεία ελέγχου των επιβατών, κυρίως στη Θεσσαλονίκη και στον Πειραιά, και περί θεσπίσεως αυστηροτέρων ποινών για τους ηθικούς αυτουργούς της πλαστογραφίας και τους συνεργάτες τους, ώστε το ελληνικό κράτος να πάψει να εκτίθεται και οι μετανάστες να πάψουν να περιέρχονται σε αθλία θέση, στην περίπτωση που αποκαλύπτονταν η πλαστότητα των πιστοποιητικών τους. Ίσως ο φόβος των κυρώσεων και οι αυστηροί έλεγχοι να επέφεραν μείωση -αν όχι εξουδετέρωση- της προπαγανδιστικής δραστηριότητος των πρακτόρων μεταξύ των Μακεδόνων μεταναστών, παρόλο που έπρεπε να θεωρείται βέβαιο ότι η Βουλγαρία, το Κομιτάτο και Καναδοί υπάλληλοι θα συνέχιζαν τη δράση τους.

Πράγματι, παρά τα σχετικώς επιτυχημένα αποτελέσματα των διωκτικών αρχών, πράκτορες μεταναστεύσεως συνέχισαν να περιοδεύουν στην περιφέρεια επαγγελλόμενοι ότι μπορούσαν να διευκολύνουν στην μετανάστευσή τους χωρικούς της περιοχής, οι οποίοι, αδαείς καθώς ήταν, φυσικά δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ότι οι πραγματικές άδειες για μετανάστευση στην αμερικανική ήπειρο ήταν πλέον εξαιρετικά σπάνιες για να κυκλοφορούν ευρέως στην περιφέρεια Φλωρίνης ούτε είχαν την ικανότητα να διακρίνουν ότι οι είκοσι άδειες εισόδου στον Καναδά, που διαφήμιζαν οι πράκτορες, ήταν πλαστογραφημένες, με χαρτί μικρότερο και λεπτότερο του κανονικού, χωρίς τα απαραίτητα υδατόσημα και με άσχημα πλαστογραφημένη υπογραφή, δημιουργήματα πιθανότατα σπείρας πλαστογράφων εξ Αθηνών, που τις είχαν πουλήσει στους πράκτορες της Φλωρίνης έναντι 140-170 $ την καθεμιά.

Εκτός από αστυνομικά μέτρα, οι ελληνικές αρχές έλαβαν επιπλέον και διοικητικά μέτρα προς ανατροπή της καταστάσεως. Από το τέλος του 1928 λ.χ., η Νομαρχία Θεσσαλονίκης δεν χορηγούσε διαβατήρια σε όσους κατάγονταν από το νομό Φλωρίνης ή άλλους νομούς, παρά μόνον εάν κατοικούσαν μόνιμα στο νομό Θεσσαλονίκης, ενώ δεν επέφερε οιανδήποτε αλλαγή στοιχείων σε διαβατήρια. Επομένως, τυχόν αλλοιώσεις (ατομικών και οικογενειακών στοιχείων ή στη χώρα προορισμού) διαπιστώνονταν σε διαβατήρια που είχε εκδώσει η Νομαρχία Φλωρίνης και είχαν γίνει από τους ίδιους τους ενδιαφερομένους ή από άλλα άτομα, που επιδίδονταν σε τέτοιες ασχολίες. Διαβατήρια είχε δικαίωμα να εκδίδει μόνον ο νομάρχης Φλωρίνης και αστυνομική θεώρηση εξόδου από την χώρα για τους μετανάστες του νομού χορηγούσε μόνον η Διοίκηση Χωροφυλακής Φλωρίνης. Η έξοδος από την χώρα ήταν δυνατή μόνον από τα λιμάνια των Πατρών, του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης και από τις μεθοριακές διαβάσεις της Ειδομένης, του Πυθίου και της Φλωρίνης, όπου οι αστυνομικές αρχές ώφειλαν να υποβάλλουν σε λυσιτελή έλεγχο γνησιότητος τα ταξιδιωτικά έγγραφα. Στις περιπτώσεις που τα διαβατήρια εκδίδονταν για ενδιάμεσες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Σερβία, η Βουλγαρία ή η Γαλλία, από εκεί μόνον με θεώρηση των κατά τόπους ελληνικών προξενικών αρχών μπορούσαν να μεταναστεύουν στις ΗΠΑ, στον Καναδά ή αλλού και μόνον εφόσον πληρούνταν οι τρεις προαναφερόμενοι όροι. Οι προξενικές αρχές ώφειλαν να ελέγχουν τα ταξιδιωτικά έγγραφα και να ενημερώνουν αναλόγως την Κεντρική Υπηρεσία Αλλοδαπών. Σχετικώς θα ενημερώνονταν και η Καναδική Επιτροπή Μεταναστεύσεως, στο Παρίσι.

Εκτός από την καταπάτηση της ελληνικής νομοθεσίας περί μεταναστεύσεως και την δράση του Βουλγαρομακεδονικού Κομιτάτου εις βάρος Ελλήνων πολιτών, το ελληνικό κράτος ανησύχησε ιδιαιτέρως και η διεθνής διάσταση του κυκλώματος της παρανομίας. Οι συχνές αποκαλύψεις περιπτώσεων πλαστογραφημένων διαβατηρίων και αδειών μεταναστεύσεως στο εξωτερικό αποτελούσαν πραγματική δυσφήμιση για το ελληνικό κράτος και την ικανότητά του να ελέγχει επιμελώς τα σύνορα και τις εξόδους από αυτά. Τα πράγματα γίνονταν ακόμη χειρότερα στις περιπτώσεις που οι παράνομοι μετανάστες ήταν πολίτες άλλων κρατών (της Γιουγκοσλαβίας ή της Βουλγαρίας), οι οποίοι συλλαμβάνονταν να κατέχουν πλαστά ελληνικά διαβατήρια και άλλα έγγραφα. Πέρα από τους λόγους εθνικής ασφαλείας της Ελλάδος, το δίκτυο των πλαστογράφων εκμεταλλευόταν και υπηκόους γειτονικών χωρών και καταστρατηγούσε τους νόμους των χωρών υποδοχής, οι κυβερνήσεις των οποίων ζήτησαν την ελληνική συνδρομή για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Έτσι συνέβη λ.χ. στα τέλη Αυγούστου του 1930, όταν εργάτες καταγόμενοι από το Μοναστήρι αναχώρησαν για τον Καναδά με ελληνικά διαβατήρια εκδομένα από πράκτορες της Φλωρίνης, οι οποίοι χρέωσαν έκαστο Γιουγκοσλάβο με 600-700 $ ή και 800 $ συνολικά για όλη την διαδικασία (έκδοση διαβατηρίων, εξασφάλιση θεωρήσεων και εισιτηρίων, άδειες εισόδου στην ξένη χώρα κτλ.).

Τον Μάιο του 1934, το Αμερικανικό Προξενείο Θεσσαλονίκης ανέλαβε κάποια δράση στο ζήτημα της παράνομης μεταναστεύσεως Ελλήνων υπηκόων στις ΗΠΑ. Έλληνας υπάλληλος του προξενείου επισκέφθηκε την περιφέρεια Φλωρίνης, προκειμένου να διεξάγει επιτόπια έρευνα σχετικά με το θέμα της παράνομης εισόδου μεταναστών από την εν λόγω περιφέρεια στο αμερικανικό έδαφος με πλαστά διαβατήρια, το οποίο απασχολούσε τον καιρό εκείνο τις αμερικανικές αρχές μετά την σύλληψη παράνομων μεταναστών, οι οποίοι είχαν δηλώσει Έλληνες πολίτες με βουλγαρική όμως εθνική καταγωγή (race).

Η άποψη των αστυνομικών αρχών Φλωρίνης ήταν ότι όσοι μετανάστευαν με παράνομο τρόπο από την περιφέρεια, ακόμη και μέσω της Βουλγαρίας, της Σερβίας ή και της Ρουμανίας, ενδιαφέρονταν πρωτίστως για την μετάβασή τους στις ΗΠΑ και στον Καναδά και δεν τους απασχολούσε αν είχαν βουλγαρικό ή άλλο διαβατήριο. Προκειμένου να μεταναστεύσουν, άλλαζαν και την υπηκοότητα και την θρησκεία τους κι αν αυτό μπορούσε σε κάποιες περιπτώσεις να σημαίνει πως είχαν ρευστή εθνική συνείδηση, παρ' όλα αυτά δεν εσήμαινε ότι στο εξωτερικό συνεργάζονταν όλοι ανεξαιρέτως με το Κομιτάτο και τις τοπικές οργανώσεις του, έστω και από φόβο ή προφύλαξη για τους συγγενείς τους που είχαν αφήσει πίσω στην πατρίδα και από ανάγκη και ελπίδα ότι κάποτε θα επέστρεφαν στα χωριά τους. Πολλοί από τους καταγόμενους από τα χωριά Τρίγωνο, Ανταρτικό, Άλωνα, Αρμενοχώρι ή Γάβρος που καταγγέλλονταν ότι ήταν μέλη του Κομιτάτου στο Τορόντο, είχαν αποδημήσει πριν από το έτος 1912, όταν ακόμη η δράση και η επιρροή του Κομιτάτου στο φρόνημα των κατοίκων της περιφερείας Φλωρίνης ήταν ισχυρή.

Οι κατηγορίες σε βάρος πρακτόρων μεταναστεύσεως της περιφέρειας Φλωρίνης ότι συνεργάζονταν με το Κομιτάτο της Σόφιας και του Καναδά για την ανεξαρτησία της Μακεδονίας ή για την βουλγαροποίηση της«ελληνικής Μακεδονίας» ήταν μάλλον αναληθείς, επέμεναν οι ίδιες αρχές. Η συνεργασία με πράκτορες στη Βουλγαρία ή στη Σερβία βασιζόταν κυρίως στην κοινή καταγωγή τους από χωριά της περιφερείας Φλωρίνης, εξασφάλιζε την προμήθεια αδειών εισόδου ή την λαθραία αποστολή μεταναστών στον Καναδά και αποσκοπούσε στο κοινό κέρδος.

«Εξ όλων των ανωτέρων ο Τομεύς εξάγει το συμπέρασμα ότι εις την προκειμένην υπόθεσιν ουδέν τι το σοβαρόν γεγονός ενυπήρχε εκτός το της εκδόσεως πλαστού διαβατηρίου, πράγμα όπερ τυγχάνει από τα συνηθισμένα, διενεργούμενον εις τας περιοχάς ταύτας της Μακεδονίας λόγω των πολλών και σατανικών μεθόδων, αίτινες χρησιμοποιούνται υπό διαφόρων πρακτόρων μεταναστεύσεων και του καταναλισκομένου αφειδώς νομίσματος προς επιτυχίαν εκδόσεως τοιούτων…», ήταν η διαπίστωση της Αστυνομικής Διευθύνσεως Φλωρίνης.

Αλλά και η Νομαρχία Φλωρίνης συνηγορούσε πως η μέσω Βουλγαρίας μετανάστευση στην αμερικανική ήπειρο δεν αποτελούσε καταρχήν απόδειξη εθνικού φρονήματος παρά μόνον απλό μέσο διευκολύνσεως της εισόδου στην Αμερική, καθώς το βουλγαρικό ποσοστό επιτρεπομένων μεταναστών ήταν μεγαλύτερο από το αντίστοιχο ελληνικό. Επιπλέον, έκρινε η Νομαρχία Φλωρίνης, στις ΗΠΑ και στον Καναδά, όπου ελληνικές μακεδονικές οργανώσεις δεν υφίσταντο τουλάχιστον στο πρότυπο δράσεως του Κομιτάτου, ήταν εύκολο να επηρεασθεί για οποιονδήποτε λόγο κανείς και να γίνει όργανο της βουλγαρομακεδονικής προπαγάνδας.

Από τις αρχές του 1927, ήδη διαφορετικοί φορείς της ελληνικής διοικήσεως (Υπουργείο Εξωτερικών, Υπουργείο Εσωτερικών, Διευθύνσεις Αστυνομίας και Τοπικές Διοικήσεις Χωροφυλακής, Υπουργείο Δικαιοσύνης, Υπουργείο Στρατιωτικών και το Γενικό Επιτελείο Στρατού, Νομαρχία Φλωρίνης) συμφωνούσαν ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος να αποτρέπεται η μετανάστευση σλαβοφώνων κατοίκων της Δυτικής Μακεδονίας, αρκεί αυτή να διεξάγεται με ελληνικά διαβατήρια και νόμιμο τρόπο. Το Υπουργείο των Εξωτερικών συνέστησε εμμονή στην μη παρεμπόδιση της εξόδου των Σλαβοφώνων από την περιφέρεια Φλωρίνης προς την Αμερική και την Αυστραλία, ακόμη και μέσω Βουλγαρίας αλλά και προσεκτική και επιλεκτική εφαρμογή των διατάξεων περί στερήσεως της ελληνικής ιθαγενείας, διαγραφής από τα μητρώα του κράτους και απαγορεύσεως εισόδου στη χώρα.

Όμως, οι προξενικές αρχές του εξωτερικού ανέφεραν πως πολλοί από τους σλαβόφωνους μετανάστες από την περιφέρεια Φλωρίνης στις ΗΠΑ και στον Καναδά ξεπερνούσαν τους αρχικούς δισταγμούς τους και τους φόβους αντεκδικήσεων, ποινικών διώξεων, αποκλεισμών επανόδου στην πατρίδα, όπου είχαν ακόμη συγγενείς, κτήματα και άλλα περιουσιακά συμφέροντα, ειδικά εάν ήταν πολιτογραφημένοι Αμερικανοί πολίτες και από παλαιά εγκατεστημένοι στην Αμερική, εκδηλώνονταν με φανατισμό υπέρ της Βουλγαρίας και εργάζονταν μέσω συλλόγων και οργανώσεων στην Αμερική προς όφελος της αυτονομήσεως της Μακεδονίας, δαπανώντας αφειδώς άφθονο χρήμα. Ακόμη και «ελληνικής μάλλον συνειδήσεως μετανάσται μεταβαίνοντες εις Καναδάν αναγκάζονται να προσποιώνται τους Βουλγαρικής συνειδήσεως διά να επιτυγχάνουν της προστασίας των Βουλγαρικών οργανώσεων. Είναι δυνατόν ν' αποφύγωσιν υπό τοιούτους όρους την επίδρασιν της Βουλγαρικής προπαγάνδας;» διερωτόνταν η Διοίκηση Χωροφυλακής Φλωρίνης, στα 1934.

Οι εκθέσεις που συνέτασσαν, άλλωστε, οι αστυνομικές αρχές της περιφερείας Φλωρίνης, ανέφεραν το πλήθος των ευφάνταστων μεθόδων που χρησιμοποιούσε η βουλγαρική προπαγάνδα από την Αμερική, για να φθάσει στα μακεδονικά χωριά της Ελλάδος. Δεν ήταν μόνον οι Βουλγαρόφρονες μετανάστες της περιφερείας Φλωρίνης στις ΗΠΑ, στον Καναδά ή στην Αυστραλία που είχαν οργανωθεί και μυηθεί στην βουλγαρική προπαγάνδα και κάποτε επανέρχονταν στις γενέτειρές τους. Προπαγάνδα έφθανε από το εξωτερικό και με προκηρύξεις, εφημερίδες και περιοδικά ή άλλους τρόπους και υλικό. Οι πιο συνηθισμένες μέθοδοι ήταν οι ταχυδρομικές αποστολές προπαγανδιστικού υλικού, φυλλαδίων, εφημερίδων ή περιοδικών των οργανώσεων του Κομιτάτου στις ΗΠΑ και στον Καναδά σε Ελληνόφρονες ή μη παραλήπτες στο νομό Φλωρίνης. Κρίθηκε, βέβαια, πως τέτοιες ενέργειες καμία επιτυχία δεν μπορούσαν να έχουν μεταξύ των«παρ' ημίν» Σλαβοφώνων. Καλό θα ήταν, ωστόσο, να παρακολουθείται κάθε παρόμοια ταχυδρομική επικοινωνία με το εξωτερικό.

Ακόμη και οι χρηματικές ενισχύσεις και τα εμβάσματα από το εξωτερικό από συλλόγους και άτομα, με σκοπούς φιλανθρωπικούς και κοινωφελείς για την γενέτειρα ή την οικογένειά τους, θεωρήθηκαν μέρος της κομιτατικής προπαγάνδας. Οι εφημερίδες της ΚαστοριάςΚαστοριά καιΔυτική Μακεδονία ήλθαν μάλιστα σε δημόσια αντιπαράθεση, στα φύλλα τους της 18ης Ιανουαρίου του 1931 και της 1ης Φεβρουαρίου 1931, αντίστοιχα, με αφορμή μία προσφορά του Συλλόγου Καστοριέων Νέας Υόρκης «Ομόνοια», ύψους 75.000 $, υπέρ του υδραγωγείου της πόλεως και τις σκοπιμότητες που ήταν δυνατόν να εξυπηρετούν τέτοιες δωρεές από την Αμερική υπέρ της αντεθνικής προπαγάνδας. Είκοσι πέντε επιταγές, συνολικού ύψους 500 $, τις οποίες έστειλε τον Μάρτιο του 1932 ο Σύλλογος Δεμπενιωτών Αμερικής από το Μάντισον των ΗΠΑ σε διάφορες οικογένειες του Δενδροχωρίου προς ενίσχυσή τους λόγω της οικονομικής κρίσεως, θεωρήθηκε πως στάλθηκαν για την ενίσχυση του βουλγαρικού αισθήματος μεταξύ των κατοίκων του Δενδροχωρίου και για την εντατικοποίηση της κομιτατικής προπαγάνδας.

Για την καταπολέμηση της βουλγαρικής δράσεως μεταξύ των Μακεδόνων μεταναστών, το Υπουργείο των Εξωτερικών θεώρησε, στις αρχές της δεκαετίας του 1920, την επιμελή και προσεκτική παρακολούθηση της εθνικής συμπεριφοράς των σλαβοφώνων μεταναστών επιβεβλημένη, όπως επιβεβλημένη θεώρησε και την εγγραφή τους στους ελληνικούς συλλόγους, ώστε να έλθουν στην ελληνική ιδέα και να μην παρασύρονται από την βουλγαρική προπαγάνδα. Γι' αυτό ζήτησε κατ' αρχάς από το Γενικό Προξενείο Μόντρεαλ πληροφορίες για την εν γένει πολιτεία των ξενοφώνων μεταναστών από την Ελλάδα, κυρίως των«βουλγαροφώνων», εάν τυχόν ήταν μέλη βουλγαρικών συλλόγων μεταναστών, εάν τους διέκριναν φιλοβουλγαρικά αισθήματα και αν ασκούσαν σχετική προπαγάνδα.

Την ίδια περίοδο, οι προξενικές αρχές στην Αμερική πρότειναν την οργάνωση των Ελληνομακεδόνων της Αμερικής στο πρότυπο της «Πανηπειρωτικής Ενώσεως» σε παμμακεδονική ένωση των σωματείων τους, «αποβλέπουσα εις τον συνασπισμόν μεν… των αυτόθι Μακεδόνων, εις την θετικήν δ' αντίδρασιν κατά των βουλγαρικών ενεργειών». Έδρα της Παμμακεδονικής θα ήταν η Νέα Υόρκη, όπου από καιρό υπήρχαν ιδρυμένα ισχυρά μακεδονικά σωματεία Κοζανιτών, Σιατιστινών, Ναουσέων κτλ. Οι σκοποί της θα ήταν κυρίως εθνικοί. Για τον λόγο αυτόν, έπρεπε η επιλογή των καταλλήλων προσώπων να γίνει με την μέγιστη προσοχή, ώστε να μην«εμφυλοχωρήσωσι προσωπικαί δυσαρέσκειαι ή αντιζηλίαι, κομματικαί διχόνοιαι ή παρεξηγήσεις». Η ένωση θα είχε κατά τόπους τμήματα, οπουδήποτε στην Αμερική υπήρχαν Μακεδόνες. Στόχος της θα ήταν η οργάνωση σε σωματεία του εν Αμερική διαβιούντος μακεδονικού ελληνισμού, ο συνασπισμός των σωματείων στην ένωση, η παρακολούθηση της εν γένει δράσεως κάθε «Βουλγάρου», βουλγαροφώνου ή ξενοφώνου που καταγόταν από την ελληνική Μακεδονία, των σχέσεων που διατηρούσαν με τους εν Ελλάδι συγγενείς τους, των αισθημάτων και των φρονημάτων τους, της συμμετοχής τους ή όχι σε βουλγαρικούς προπαγανδιστικούς συλλόγους καθώς και της όλης ηθικής και υλικής τους υποστάσεως στην Αμερική. Δυτικομακεδόνες μετανάστες στις ΗΠΑ, από τις αρχές του Κ΄ αιώνος, οργανώνονταν σε σωματεία με στόχο την αλληλοβοήθεια, την κοινωνική ανέλιξη και την ενδοκοινοτική υποστήριξη. Στη Νέα Υόρκη λ.χ., είχαν ιδρυθεί από Κοζανίτες μετανάστες ο Αλληλοβοηθητικός Σύλλογος «Η Κοζάνη» (Φεβρουάριος του 1917), η Φιλανθρωπική Εταιρεία Κοζανιτών «Ο Λευκός Πύργος» το 1919 και ο «Σύλλογος Δεσποινίδων Κοζανιτών», το 1922. Οι δεκάδες Βελβεντινοί που ήταν εγκατεστημένοι στην Ουάσιγκτον, στον Άγιο Λουδοβίκο και κυρίως στη Φιλαδέλφεια, ίδρυσαν στα 1903 σύλλογο στην Ουάσιγκτον και το 1910 στον Άγιο Λουδοβίκο. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1904, ιδρύθηκε στη Nashua (Νέο Χαμσάιρ), η «Φιλεκπαιδευτική Αδελφότης Λουντζιωτών Ό Άγιος Νικόλαος'», με ιδρυτές και μέλη κυρίως από το χωριό Καλλονή Γρεβενών, με σκοπό καταρχήν την χρηματική αρωγή και τη συντήρηση της κανονικής λειτουργίας του σχολείου στην Καλλονή Γρεβενών. Όμως όλοι αυτοί οι σύλλογοι παρέμειναν χωρίς κεντρική καθοδήγηση και ομοσπονδιακή οργάνωση.

Φαίνεται πως οι πρώτες προσπάθειες δεν απέφεραν τους προσδοκώμενους καρπούς. Στα 1931, ο Γενικός Διοικητής Μακεδονίας Στυλιανός Γονατάς θεωρούσε ακόμη σκόπιμο να συσταθούν και «ημέτεροι» σύλλογοι«καθαρών ομογενών» μεταναστών από την ελληνική Δυτική Μακεδονία, οι οποίοι μέχρι τότε, εκόντες άκοντες, εξαναγκάζονταν να εγγράφονται μέλη του Κομιτάτου. Οι ίδιοι σύλλογοι θα μπορούσαν να καταγράφουν όσους εργαζόταν για τους σκοπούς του Κομιτάτου, ώστε να τους απαγορεύεται η επάνοδος στη χώρα. * Και την επομένη χρονιά, οι προξενικές αρχές από τις ΗΠΑ παρατηρούσαν πως«οι ημέτεροι», άριστοι πατριώτες αλλά απορροφημένοι στον τραχύ βιοτικό αγώνα και με την πεποίθηση ότι Μακεδονικό Ζήτημα δεν υφίστατο πλέον, παρουσιάζονταν απρόθυμοι να αντιδράσουν ιδρύοντας συλλόγους. Διάσπαρτοι, άλλωστε, στα διάφορα κέντρα της χώρας καθώς ήταν, δεν είχαν επικοινωνία μεταξύ τους.

«Οι εκ της ελληνικής Μακεδονίας τοιούτοι μετανάσται, αν και ως παρετήρησα ομιλούν την ελληνική, εις ουδεμίαν κοινωνικήν επαφήν μετά των άλλων ομογενών έρχονται. Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, ούτοι ούτε εις τα ελληνικάς Ορθοδόξους Κοινότητας ανήκουν ούτε εις άλλην ελληνικήν οργάνωσιν ή σωματείον. Κατά πληροφορίας μου, προσπάθειαι εκ μέρους των ελληνικών σωματείων και οργανώσεων, όπως τους εγγράψουν μέλη, έμειναν άνευ αποτελέσματος. Η τοιαύτη στάσις των δέον να αποδοθεί κυρίως εις την προπαγάνδαν των δύο βουλγαρομακεδονικών οργανώσεων, MPO και MPL και ιδιαιτέρως της πρώτης, ήτις διαθέτει περισσότερα μέσα.

Προς εξουδετέρωσιν της τοιαύτης μεταξύ των εκ της ελληνικής Μακεδονίας σλαβοφώνων μεταναστών προπαγάνδας των οργανώσεων αυτών, εφόσον αι γενόμεναι προσπάθειαι παρά των ήδη υφισταμένων ελληνικών οργανώσεων και σωματείων απέτυχον, ίσως η σύστασις σωματείου Ελλήνων εκ της Μακεδονίας να ήτο ενδεδειγμένος τρόπος», διεπίστωνε διπλωματικός εκπρόσωπος του ελληνικού κράτους στις ΗΠΑ, το 1935.

Αλλά και στην Αυστραλία, όσοι από τους Μακεδόνες ταυτίζονταν με την ελληνική υπόθεση, μετανάστες από την Φλώρινα και την Καστοριά, έτειναν να σχηματίζουν ισχυρούς εθνοτοπικούς συλλόγους χωριστά από τους υπολοίπους Έλληνες, προφανώς λόγω της στάσεως των νησιωτών και των νοτιοτέρων Ελλήνων, οι οποίοι με καχυποψία, υποτιμητικά, με φόβο ή με τρόπο υπερβολικά πατερναλιστικό αντιμετώπιζαν ακόμη και τους φανατικότερους ελληνοφρονούντες από αυτούς. Οι δίγλωσσοι ή σλαβόφωνοι Φλωρινιώτες είχαν αποτύχει να πείσουν την υπόλοιπη μακεδονική και την ελληνική κοινότητα ότι ο όρος «Μακεδών» ή η χρήση του ιδιώματος δε σήμαιναν την υιοθέτηση βουλγαρικής ή άλλης αντεθνικής ταυτότητος.

Από την άλλη, δεν ήταν λιγοστές οι περιπτώσεις που στο εσωτερικό ιδρυομένων μακεδονικών συλλόγων προέκυπταν δυσάρεστες καταστάσεις, οι οποίες αναστάτωναν την κοινωνική ζωή των Μακεδόνων. Οι συγκρούσεις μεταξύ Ελληνομακεδόνων και Βουλγαρομακεδόνων, μελών των ιδίων συλλόγων, δεν έλειπαν.

Ο σύλλογος των μεταναστών από το Ζέλοβο (Ανταρτικό) Φλωρίνης, που είχε ιδρυθεί στο Τορόντο του Καναδά ήδη πριν από το 1907, περιέπεσε σε αδράνεια, πιθανότατα χωρίς να διαλυθεί τυπικά, για αδιευκρίνιστους λόγους. Ανασυστάθηκε λίγα χρόνια αργότερα, περίπου στα 1921, ως «Αλληλοβοηθητικός Σύλλογος Ζελοβιτών Τορόντο» και αρχικά συμμετείχαν σε αυτόν όλοι όσοι ανήγαν την καταγωγή τους από το Ζέλοβο. Γρήγορα όμως ξέσπασε διαμάχη. Στο φύλλο της 20ής Ιουλίου του 1929 της εφημερίδοςΈλεγχος Φλωρίνης δημοσιεύθηκε«διαμαρτυρία Ελλήνων μεταναστών εξ Ανταρτικού (Ζελόβου) εν Τορόντω Καναδά». Η«επιτροπή των Ελλήνων μεταναστών» από το Ανταρτικό στο Τορόντο κατήγγελλε, στις 2 Ιουλίου του 1929, τα διευθύνοντα μέλη του συλλόγου τους ως συνεργαζομένους και μέλη του Βουλγαρομακεδονικού Κομιτάτου, επειδή στο αίτημα της Νομαρχίας Φλωρίνης για πληροφορίες από τον Σύλλογο Ζελοβιτών σχετικά με το ζήτημα των πλαστών μεταναστευτικών πιστοποιητικών, απάντησαν βουλγαριστί. Οι διαμαρτυρόμενοι δήλωναν, εκ μέρους των περισσοτέρων από πενήντα μελών του συλλόγου και συμπατριωτών τους, ότι ουδεμία σχέση θέλουν να έχουν με τον σύλλογο, εξέφραζαν την αγανάκτησή τους και στιγμάτιζαν την ηγεσία του συλλόγου ενώπιον των Ελλήνων Ζελοβιτών για την αντεθνική της ενέργεια.

Το 1930, στην Πέρθη της Δυτικής Αυστραλίας σημειώθηκαν βίαιες συμπλοκές στους δρόμους της πόλεως μεταξύ ελληνοφρονούντων και μεταναστών οπαδών της βουλγαρικής ιδεολογίας από χωριά της ευρύτερης περιοχής της Φλωρίνης. Κατά την ιδρυτική συνέλευση του Αλληλοβοηθητικού Συλλόγου Ελλήνων Μακεδόνων Πέρθης Δυτικής Αυστραλίας «Ο Μέγας Αλέξανδρος» με πρωτεργάτες Κοζανίτες από την Εράτυρα και την Πέλκα και Καστοριανούς μετανάστες, στα τέλη Οκτωβρίου του 1931, μεταξύ των περίπου σαράντα πέντε παρισταμένων υπήρχαν δύο Βουλγαρομακεδόνες και τρεις Βούλγαροι. Τα άτομα αυτά πρότειναν την ίδρυση όχι ελληνομακεδονικού συλλόγου αλλά καθαρά μακεδονικού συλλόγου. Η πρότασή τους απορρίφθηκε και αυτοί διαμαρτυρόμενοι αποχώρησαν χωρίς επεισόδια ή εχθρικές εκδηλώσεις. Οι εναπομείναντες σαράντα ψήφισαν το καταστατικό του συλλόγου χωρίς άλλα έκτροπα. Στο θέμα έδωσε έκταση η γαλλόφωνη εφημερίδαΜακεδονία της Γενεύης στις 6 Δεκεμβρίου του 1931, ως«αποτυχούσα ελληνική απόπειρα εν Αυστραλία σχετικά με την ίδρυση συλλόγου Ελλήνων Μακεδόνων ομογενών στο Περθ» και τοΈθνος της Φλωρίνης στο φύλλο του της 31ης Οκτωβρίου 1931.

Η Γενική Διοίκηση Μακεδονίας, που έσπευσε να συγχαρεί τους πρωτεργάτες του συλλόγου, αναγνώρισε την αξία της ιδρύσεως ενός τέτοιου συλλόγου στην Αυστραλία σε αντίβαρο των βουλγαρομακεδονικών προπαγανδιστικών ενεργειών, κάτι που («φευ!») δεν είχε καταστεί εφικτό στις ΗΠΑ και στον Καναδά.

Παρά τα συγχαρητήρια και τις ευχές, οι προξενικές αρχές στην Αυστραλία αντιμετώπιζαν με σκεπτικισμό τα ζητήματα της οργανώσεως των Ελληνομακεδόνων της Αυστραλίας. Θεωρήθηκε πως η ίδρυση τέτοιων ελληνικών συλλόγων (το 1932 μετανάστες από τα χωριά της Σιάτιστας, της Εράτυρας και του Τσοτυλίου, την Αγία Σωτήρα, το Αγίασμα, τον Πεντάλοφο, την Φλώρινα και την Καστοριά ίδρυσαν και στη Μελβούρνη την πρώτη τοπική μακεδονική αδελφότητα, με την επωνυμία «Ελληνική Μακεδονική Αδελφότης Ό Μέγας Αλέξανδρος'») θα προκαλούσε το πιθανότερο παρόμοιες ανακλαστικές κινήσεις από την πλευρά των Βουλγαρομακεδόνων της Αυστραλίας, οι οποίοι θα είχαν μάλιστα την υποστήριξη και την άφθονη χρηματοδότηση των αντιστοίχων οργανώσεων της Αμερικής. Επομένως, ο ελληνικός σύλλογος θα περιπλεκόταν σε ανταγωνισμό, που δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει. Άλλωστε το ποιόν, τα συναισθήματα και οι σκοποί των ιδρυτών και μελών του ελληνομακεδονικού συλλόγου παρέμεναν νεφελώδη.

Όντως, τον Σεπτέμβριο του 1934, ομάδα Μακεδόνων της Μελβούρνης υπέβαλε αίτηση για την χορήγηση αδείας ιδρύσεως Μακεδονικής Πολιτικής Λέσχης (Macedonian Political Club), κατά το πρότυπο των Μακεδονικών Πολιτικών Οργανισμών των ΗΠΑ και του Καναδά.

Στο ίδιο πλαίσιο αντιδράσεως της ελληνικής πλευράς στην βουλγαρομακεδονική προπαγάνδα μεταξύ των Μακεδόνων μεταναστών στις υπερπόντιες χώρες προορισμού, τέθηκε το ζήτημα της αναδιοργανώσεως των προξενικών αντιπροσωπειών στις χώρες αυτές. Από το τέλος του 1928, ο Έλληνας Πρεσβευτής στην Ουάσιγκτον Χ. Σιμόπουλος είχε θέσει μετ' επιτάσεως το θέμα της αναδιοργανώσεως των προξενικών αντιπροσωπειών στην Αμερική προς καλύτερη αντιμετώπιση της βουλγαρικής προπαγάνδας και την εν γένει εκπροσώπηση του ελληνικού κράτους. Το«ατύχημα», όπως χαρακτηρίσθηκε, ότι οι αντιπρόσωποι του κράτους σε ΗΠΑ και Καναδά (αλλά και στην Αυστραλία) δεν είχαν κατορθώσει να οργανώσουν τους πολυαρίθμους Ελληνομακεδόνες μετανάστες σε συνδέσμους για την αντιμετώπιση της βουλγαρομακεδονικής προπαγάνδας, είχε προκαλέσει αλγεινή εντύπωση και έντονη απογοήτευση μεταξύ των μεταναστών αυτών. Η«κατώτερη του μηδενός» δράση των διπλωματικών αντιπροσωπειών στην Οτάβα και το Τορόντο του Καναδά και η ουσιαστική εγκατάλειψη από την πατρίδα είχαν προκαλέσει την αδράνεια των Ελλήνων Μακεδόνων μεταναστών στο Τορόντο. Από τους 320 που κατάγονταν από το Ζέλοβο (Ανταρτικό) και κατοικούσαν στα 1928 στο Τορόντο, μόνον οι 30 είχαν ελληνικά φρονήματα, ενώ οι υπόλοιποι ήταν φανατικοί βουλγαρόφρονες. Αλλά και οι μετανάστες από το χωριό Τύρσια (Τρίβουνο) της Φλωρίνης αποτελούσαν επίσης φανατικά στελέχη της βουλγαρομακεδονικής προπαγάνδας.

Στην ίδια έκθεσή του, στο τέλη του 1928, ο Χ. Σιμόπουλος έκρινε πως στο ζήτημα της καταπολεμήσεως της βουλγαρικής δράσεως μεταξύ των Μακεδόνων μεταναστών οποιαδήποτε επίσημη πολεμική από την ελληνική πλευρά θα διευκόλυνε απλώς τους Βουλγάρους στη δημιουργία θορύβου σχετικά με την κατάσταση στην ελληνική Μακεδονία. Οι προξενικές αρχές παρέμεναν απροετοίμαστες, από αντικειμενικούς και άλλους λόγους, να προστατέψουν τους Μακεδόνες μετανάστες από την αντεθνική προπαγάνδα και να ενισχύσουν το φρόνημά τους. οποιαδήποτε προσπάθεια αντικρούσεως από τις κατά τόπους προξενικές αρχές ή την πρεσβεία στην Ουάσιγκτον ήταν ανώφελη, λόγω της κακής πίστεως των συντακτών και των εκδοτών των αμερικανικών εφημερίδων. Η καλύτερη αντιμετώπιση θα ήταν ίσως η δημοσιοποίηση της προόδου που συντελούνταν στη Μακεδονία στον εκπαιδευτικό, διοικητικό και γεωργικό τομέα αλλά και στον τομέα της ασφαλείας καθώς και η ενεργοποίηση θεσμών όπως η Αρχιεπισκοπή Αμερικής, με την τοποθέτηση«καλών ιερέων» υπό την καθοδήγηση του Αρχιεπισκόπου Αθηναγόρα, ο οποίος, γνωρίζοντας καλά το πρόβλημα (είχε διατελέσει Μητροπολίτης Πελαγονίας-Μοναστηρίου μεταξύ των ετών 1910-18) «θέλει δράση καρποφόρως και εθνικότατα εν Αμερική», ώστε να αποσπάσει τους σλαβόφωνους Μακεδόνες μετανάστες από την επιρροή των βουλγαρομακεδονικών οργανώσεων, με κατάλληλη προπαγάνδα, με νουθεσίες και ηθική περίθαλψη, που θεωρήθηκαν τα προσφορώτερα μέσα για να μην παρασύρονται από την ανθελληνική προπαγάνδα.

Παρόμοια άποψη για τα μέσα στηρίξεως των Μακεδόνων μεταναστών συμμεριζόταν και η σύνταξη της εφημερίδοςΚαστοριά, η οποία θεωρούσε πως:

«Μέγα μέρος αυτών είναι θύματα των επιτηδείων της Σόφιας. Μικρά διαφώτηση των εν Αμερική συμπολιτών θα ήταν ωφέλιμος. Θα εξήγαγε τους πλανωμένους εκ της πλάνης και θα διεφώτιζεν αυτούς ότι η ζωή εν Μακεδονία δεν είναι όπως την περιγράφουν οι εφημερίδες της βουλγαρικής προπαγάνδας. Όλοι οι ξένοι που επεσκέφθησαν τη Μακεδονία διεπίστωσαν ότι όλοι εν Μακεδονία διάγουν εν απολύτω ελευθερία, ασφαλεία και ισότητι».

Κοινή ήταν άλλωστε η παραδοχή ότι«ουδείς εκ των μεταναστών» από την ελληνική Δυτική Μακεδονία ήταν δυνατόν να γλιτώσει από τα δίχτυα των πρακτόρων του Κομιτάτου. Θεωρήθηκε, λοιπόν, σημαντικότατη ανάγκη να υπάρξουν στελέχη -και δη κληρικοί- που να μιλούν το ιδίωμα, ώστε με την κατάλληλη χειραγώγηση οι σλαβόφωνοι μετανάστες να επανέλθουν στην ιδεολογία και την εκκλησία«ημών», όπου άλλωστε ανήκαν. Ήδη η ομιλία του Αθηναγόρα σε βουλγαροφώνους Μακεδόνες στην διάλεκτό τους είχε ενθουσιάσει το εκκλησίασμα. Βρισκόταν άλλωστε ακόμη σε«ψυχική κατάσταση δεκτική καλλιεργείας».

Στο τέλος του 1929 και στις αρχές του 1930, οι αστυνομικές και νομαρχιακές υπηρεσίες στη Μακεδονία επιφορτίσθηκαν με το καθήκον να συντάξουν καταλόγους«των αλλογενών Ελλήνων», που από το 1926 είχαν μεταναστεύσει στην Αμερική και στην Αυστραλία. Κριτήρια για την εγγραφή τους στον κατάλογο θα ήταν ο τρόπος της μεταναστεύσεώς τους (συνηθέστερα παράνομα μέσω Βουλγαρίας), η άποψη των αρχών για το εθνικό τους φρόνημα, με βάση τον βίο τους στην Ελλάδα και πολύ σπάνια οι πληροφορίες για την εθνική διαγωγή τους στο διάστημα της παραμονής τους στο εξωτερικό. Όσοι βρέθηκαν να περιλαμβάνονται στον κατάλογο (περίπου 1.000 άτομα) θεωρήθηκε ότι στερούνταν ελληνικής συνειδήσεως, πως δεν είχαν καμία πρόθεση να επανέλθουν και πως αν ποτέ επανέρχονταν, είτε ως Έλληνες είτε ως ξένοι υπήκοοι, θα εργάζονταν κατά των ελληνικών συμφερόντων. Γι' αυτό προτάθηκε η διαγραφή τους από τα οικεία μητρώα και η απαγόρευση εισόδου στη χώρα. Για να είναι εξασφαλισμένη η διοίκηση για τις κινήσεις αυτές, προτάθηκε να αποσπάται δήλωση μη επανόδου από όσους πολίτες ανήκαν στη συγκεκριμένη κατηγορία και είχαν την πρόθεση να μεταναστεύσουν, ώστε να εφαρμοσθεί ευχερέστερα ο νόμος.

Ο «χρυσός αιώνας» της ευρωπαϊκής μεταναστεύσεως στην Αμερική είχε παρέλθει και σε όλη την περίοδο μεταξύ των ετών 1922-1938, το ρεύμα της ελληνικής παλιννοστήσεως από την Αμερική υπήρξε ιδιαιτέρως αυξημένο, σε βαθμό που επήλθε εξισορρόπηση στο μεταναστευτικό ισοζύγιο της χώρας. Το ελληνικό κράτος τήρησε μάλλον καχύποπτη στάση απέναντι σε Μακεδόνες μετανάστες που επανέρχονταν στην πατρίδα. Πληροφορίες από την Αμερική αλλά και από τις τοπικές αρχές της Δυτικής Μακεδονίας ανέφεραν, από την αυγή ήδη της δεκαετίας του 1920, ότι πολλοί φανατικοί «Βούλγαροι», ιδιαίτερα από την περιφέρεια Φλωρίνης, που είχαν φύγει στις ΗΠΑ και τον Καναδά μετά το 1913 ή ακόμη νωρίτερα, επί Τουρκοκρατίας, οι οποίοι σε αρκετές περιπτώσεις είχαν χρηματίσει μέλη των βουλγαρομακεδονικών συλλόγων στην Αμερική και προπαγάνδιζαν υπέρ της βουλγαρικής υποθέσεως στη Μακεδονία ή έστω αναγκάζονταν να προσποιούνται τους Βουλγάρους για να κερδίζουν την προστασία των βουλγαρομακεδονικών συλλόγων, επέστρεφαν διαθέτοντας πολλά χρήματα, με την υποχρέωση-στόχο να οργανώσουν τα χωριά τους στην ελληνική Μακεδονία υπέρ της βουλγαρικής υποθέσεως.

Η ελληνική διοίκηση, λοιπόν, θεώρησε αρχικά πως ο έλεγχος και ο περιορισμός της επανόδου για όποιον υπήρχε η υποψία ότι στο εξωτερικό είχε μεταβληθεί σε όργανο του Κομιτάτου, θα ήταν λυσιτελής μέθοδος. Το άρθρο 5 του Νόμου 4310 του 1929 ανέφερε, βέβαια, ότι σε καμία περίπτωση δεν ήταν δυνατόν να απαγορευθεί η είσοδος στη χώρα σε πρόσωπα που αποδεδειγμένα με επίσημα έγγραφα κατείχαν την ελληνική υπηκοότητα. Συνδυασμός, ωστόσο, των διατάξεων του νόμου και προεδρικών ή νομοθετικών διαταγμάτων περιόριζε με διάφορα μέσα την επάνοδο σε όσους για διαφόρους λόγους (εθνικής ασφαλείας, παρανόμου αναχωρήσεως, αποβολής ή στερήσεως της ελληνικής υπηκοότητος, αντεθνικής συμπεριφοράς στην ξένη κτλ.) είχαν χαρακτηρισθεί από την ελληνική διοίκηση ως ανεπιθύμητοι για επάνοδο.

Φαίνεται ότι παρόμοια μέτρα αποτροπής της επιστροφής ανεπιθυμήτων ή επικινδύνων μεταναστών ίσχυαν και στη Σερβία. Η εφημερίδα της ΣόφιαςΜακεδονία σε άρθρο της ανέφερε τις διαμαρτυρίες της Μακεδονικής Πολιτικής Οργανώσεως ΗΠΑ και Καναδά προς τον Υπουργό των Εξωτερικών των ΗΠΑ καθώς και τις επιστολές διαμαρτυρίας που δημοσιεύθηκαν σε αμερικανικές εφημερίδες, όπως οι «Τάιμς της Νέας Υόρκης» ή που απεστάλησαν σε προσωπικότητες των ΗΠΑ, σχετικά με την απαγόρευση που επέβαλαν οι σερβικές αρχές σε Αμερικανό πολίτη σερβικής καταγωγής, ο οποίος είχε μεταναστεύσει στις ΗΠΑ ήδη είκοσι χρόνια πριν, επί Τουρκοκρατίας ακόμη, και θέλησε να επισκεφθεί την πατρίδα του, τον Περλεπέ της σερβικής Μακεδονίας, για να πάρει μαζί του στις ΗΠΑ την μητέρα του, με το αιτιολογικό ότι στις ΗΠΑ χρημάτισε ταμίας επαναστατικής οργανώσεως στην Πενσιλβάνια.

Έτσι, η Κεντρική Υπηρεσία Αλλοδαπών του Ελληνικού Υπουργείου των Εσωτερικών υπέβαλε τον Αύγουστο του 1930 στο Υπουργείο των Εξωτερικών κατάλογο, που περιελάμβανε όσους Σλαβοφώνους είχαν μεταναστεύσει από την Μακεδονία προς τις ΗΠΑ και τον Καναδά έως το πρώτο εξάμηνο του 1930, με την πρόταση να διαγραφούν από τα μητρώα ως Έλληνες υπήκοοι. Το Υπουργείο των Εξωτερικών, μπροστά στις«απειλές» που οι πληροφορίες ανέφεραν ότι ελλόχευαν από την επιστροφή Μακεδόνων μεταναστών, συμφώνησε στην εφαρμογή των απαγορευτικών διατάξεων της σχετικής νομοθεσίας στις περιπτώσεις αλλογενών εμφορουμένων υπό μισελληνικά αισθήματα και«λίαν επικινδύνων» για την ασφάλεια της χώρας. Επέστησε, ωστόσο, στις αρμόδιες αρχές την προσοχή για την αποφυγή του υπερβολικού ζήλου των κατωτέρων διοικητικών οργάνων και τις σοβινιστικές υπερβολές καθώς και την εξασφάλιση προσεκτικής διερευνήσεως και την εφαρμογή του μέτρου της δήλωσης προθέσεως μεταναστεύσεως των αναχωρούντων αλλογενών κατά την αναχώρησή τους.

Τον Ιανουάριο του 1931, το Υπουργείο Στρατιωτικών και το Υπουργείο Εσωτερικών διέταξαν τις νομαρχίες της Δυτικής Μακεδονίας να διαγράψουν από τα μητρώα αρρένων τους Έλληνες σλαβόφωνους υπηκόους, που είχαν χαρακτηρισθεί επικίνδυνοι από εθνικής απόψεως και βρίσκονταν στο εξωτερικό. Σε όσους είχαν επανέλθει, θα γίνονταν οι απαραίτητες υποδείξεις να αναχωρήσουν από την χώρα στο διάστημα που όριζε η άδεια παραμονής τους. Μόνο για να μη μειώνεται το εθνικό γόητρο και το κρατικό συμφέρον αποφασίσθηκε ότι εφόσον έφθαναν τέτοιοι μετανάστες στα σύνορα της χώρας με κανονικά διαβατήρια, τίποτε άλλο δεν μπορούσε να γίνεται από το να επιτρέπεται η είσοδός τους στη χώρα. Γι' αυτό διατάχθηκαν οι αρμόδιες υπηρεσίες ελέγχου διαβατηρίων στις εισόδους της χώρας να μην παρεμποδίζουν την επάνοδό τους.

Τον ίδιο μήνα, Ιανουάριο του 1931, αντίγραφο του καταλόγου των«σλαβοφώνων εκ Μακεδονίας και αποδημησάντων στο εξωτερικό και διαγραφέντων εκ των μητρώων του κράτους» κοινοποιήθηκε στις ελληνικές διπλωματικές αντιπροσωπείες του εξωτερικού, κυρίως της Βορείου Αμερικής, με τη σύσταση στους εγγεγραμμένους του καταλόγου να μην χορηγείται ελληνικό διαβατήριο ή θεώρηση για την Ελλάδα ή για κάποια από τις γειτονικές βαλκανικές χώρες, ως ενδιάμεσο σταθμό στο ταξίδι της επιστροφής τους στην Ελλάδα. Απ' όσους πάλι δεν περιλαμβάνονταν στον κατάλογο, οι προξενικές αρχές, εφόσον είχαν υπόνοιες ότι επρόκειτο για αλλογενείς Σλαβοφώνους, ώφειλαν να ζητούν πρόσφατο πιστοποιητικό της οικείας κοινοτικής ή δημοτικής αρχής στην Ελλάδα, που να βεβαιώνει ότι ο ενδιαφερόμενος παρέμενε εγγεγραμμένος στα μητρώα του κράτους και μόνον τότε θα εκδίδονταν ελληνικό διαβατήριο ή θεώρηση επανόδου.

Κατά την εφαρμογή του μέτρου, ωστόσο, διαπιστώθηκε ότι οι κατά τόπους Διοικήσεις Χωροφυλακής είχαν χαρακτηρίσει ορισμένους μάλλον αβασάνιστα, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις οι νομάρχες είχαν διαφορετική γνώμη. Ζητήθηκε λοιπόν η σύνταξη νέου καταλόγου, μετά την επανεξέταση των στοιχείων, προς αποφυγήν εφαρμογής υπερβολικών μέτρων αποκλεισμού. Η σχετική σύσταση πρότεινε ως ασφαλές κριτήριο αν ο μεταναστεύων είχε εγκαταλείψει πίσω του την οικογένειά του και τυχόν ακίνητη περιουσία.

Έτσι, την άνοιξη του 1931 το Υπουργείο Εξωτερικών, υιοθετώντας και σχετική πρόταση του Νομάρχου Φλωρίνης Β. Μπάλκου, ζήτησε από τις νομαρχίες των Γενικών Διοικήσεων Μακεδονίας (και Θράκης), όπου διαβιούσαν σλαβόφωνοι πληθυσμοί, την«όλως αθορύβως» σύνταξη ονομαστικών καταλόγων των μεταναστών στην Αμερική, ανά χωριό καταγωγής (με τα στοιχεία της ημερομηνίας αναχωρήσεως, τον τόπο διαμονής τους στην Αμερική, τον χρόνο της εκεί παραμονής τους κτλ.).

Η Νομαρχία Φλωρίνης έκρινε ότι ο αρχικός κατάλογος είχε συνταχθεί βάσει τυχαίων και μη διασταυρωμένων πληροφοριών που είχαν συλλέξει οι τοπικοί σταθμοί Χωροφυλακής, ότι περιελάμβανε πρόσωπα τελείως ακίνδυνα, ενώ παρέλειπε άλλα εξαιρετικά επικίνδυνα από εθνικής απόψεως και ότι στα πιστοποιητικά φρονημάτων χαρακτηρίζονταν ως Βούλγαροι«δικοί μας» και τανάπαλιν, με κίνδυνο να δημιουργήσουν οι ίδιες οι αρχές Βουλγάρους«εκ των ημετέρων». Η απαγόρευση επανόδου καλώς ίσχυε σε ορισμένες περιπτώσεις εξακριβωμένως επικινδύνων ατόμων, όμως στις περισσότερες περιπτώσεις υπήρχε η δυνατότητα επανερχόμενος ο μετανάστης στην Ελλάδα, να μεταστρέψει εθνικά αισθήματα. Γι' αυτό, λοιπόν, το καλοκαίρι του 1931 η Νομαρχία Φλωρίνης, στο πλαίσιο της διαδικασίας αναθεωρήσεως των καταλόγων, προχώρησε στην εξής κατηγοριοποίηση των εγγεγραμμένων:

α) Οι ξεκάθαρα και αποδεδειγμένα«βουλγαροφρονούντες», για τους οποίους δεν υπήρχε καμία αντίρρηση για άμεση διαγραφή τους, εφόσον βρίσκονταν στο εξωτερικό. Σε όσους, ωστόσο, είχαν επανέλθει στην Ελλάδα, καλό θα ήταν να τους επιτραπεί να παραμείνουν, καθώς ήταν πλέον εύκολη η παρακολούθησή τους.

β) Οι«κυμαινόμενοι», τους οποίους το ελληνικό κράτος θα έπρεπε με κατάλληλη πολιτική να προσεγγίσει και όχι να αποξενώσει ακόμη περισσότερο. Άλλωστε, με τον τρόπο αυτόν ήταν ευκολώτερη η παρακολούθηση και ο έλεγχος των φρονημάτων τους, ενώ στο εξωτερικό έπεφταν απλώς θύματα της φανατικά εχθρικής βουλγαρικής προπαγάνδας.

γ) Οι«ελληνοφρονούντες», των οποίων οι οικογένειες είχαν λάβει μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα, είχαν μάλιστα προσφέρει και θύματα στον εθνικό αγώνα υπέρ της πατρίδος, τους οποίους χώριζε χάσμα βαθύ από τους βουλγαρόφρονες. Ακόμη και αν αυτοί στην Αμερική είχαν ενταχθεί σε βουλγαρομακεδονικούς συλλόγους, το γεγονός δε σήμαινε αναγκαστικά ότι είχαν μεταστραφεί τα εθνικά τους αισθήματα. Επρόκειτο μάλλον για κίνηση ανάγκης για ηθική και υλική υποστήριξη, την οποία η Ελλάς αδυνατούσε να παράσχει μέσω των ανύπαρκτων ή υποτυπωδώς λειτουργούντων συλλόγων του εξωτερικού.

Αφού ανέλυε το σκεπτικό, βάσει του οποίου προωθούνταν η ανασύνταξη του καταλόγου και τις σκοπιμότητες που έπρεπε να εξυπηρετηθούν, ο Νομάρχης Φλωρίνης Β. Μπάλκος πρότεινε ως βασικό εργαλείο-κριτήριο για την επιλογή των ανεπιθυμήτων οι προξενικές αρχές της Αμερικής να χορηγούν διαβατήρια επανόδου μόνον σε όσους Έλληνες υπηκόους (ανεξαρτήτως αν αναγράφονταν στους πίνακες διαγραπτέων) οι πρόεδροι των οικείων κοινοτήτων στην Ελλάδα εφοδίαζαν, μετά την έγκριση της νομαρχίας, με πιστοποιητικό ιθαγενείας.

Το Υπουργείο Εξωτερικών προφανώς αποδέχθηκε τις προτάσεις της Νομαρχίας Φλωρίνης για αναθεώρηση του πίνακα ανεπιθυμήτων, τη χορήγηση αδειών επανόδου και τις μεθοδεύσεις για την προσέγγιση των Σλαβοφώνων, τις οποίες προώθησε στο Υπουργείο Εσωτερικών.

Φαίνεται ότι η διαδικασία αναθεωρήσεως του καταλόγου των ανεπιθυμήτων Σλαβοφώνων, διαγραφέντων από τα μητρώα του κράτους ως επικινδύνων για την δημόσια ασφάλεια, διήρκεσε τουλάχιστον μέχρι το 1933. Ο αρχικός κατάλογος των 924 εγγεγραμμένων, που είχε ξεσηκώσει γενική αντίδραση για το αβάσιμο και τα αβασάνιστο της συντάξεώς του, κατέληξε να περιλαμβάνει, μετά από ελέγχους και διασταυρώσεις στοιχείων, 344 σλαβόφωνους μετανάστες από την περιφέρεια Φλωρίνης, οι οποίοι, με βάση το παρελθόν τους στην Ελλάδα και την διαγωγή τους στο εξωτερικό, κρίθηκαν ανεπιθύμητοι λόγω των φιλοβουλγαρικών αισθημάτων που κρίθηκε πως διακατείχαν τους ιδίους και τις οικογένειές τους.

Στα μέσα του 1934 νομάρχης Φλωρίνης ανέλαβε ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης, γνώστης της καταστάσεως στην περιοχή ήδη από την εποχή της δράσεώς του στον Μακεδονικό Αγώνα. Το γεγονός ότι κάποιες από τις πρώτες του εκθέσεις (μαζί με άλλες για την εθνολογική σύσταση του νομού του και το φρόνημα των κατοίκων του) αφορούσαν το ζήτημα της επανόδου μεταναστών της περιφέρειάς του και την ανάγκη αναθεωρήσεως του καταλόγου των ανεπιθυμήτων, αποκαλύπτει πόσο οξύ παρουσιαζόταν το πρόβλημα για την διοίκηση, ίσως και για την τοπική κοινωνία.«Κατάστασις των εις το εξωτερικόν ευρισκομένων και επιθυμούντων να επανέλθωσιν εις Ελλάδα», που βρέθηκε στο αρχείο του Νικολαΐδη χωρίς χρονολόγηση αλλά το πιθανότερο μεταξύ Σεπτεμβρίου - Νοεμβρίου του 1934, προδίδει ότι η εμβριθής ενασχόληση με το ζήτημα οδήγησε τον νομάρχη Φλωρίνης να υιοθετήσει ηπιότερες πρακτικές.

Η κατάσταση περιέχει τις περιπτώσεις 40 ατόμων, που ζητούσαν από τη Νομαρχία Φλωρίνης έγκριση επανόδου, βάσει των ισχυουσών διατάξεων. Οι 40 αυτοί μετανάστες καταγόταν από 28 οικισμούς (πόλεις και χωριά της τότε Νομαρχίας Φλωρίνης που περιελάμβανε και την Καστοριά) και βρισκόταν εγκατεστημένοι στις ΗΠΑ (15), στην Αυστραλία (9), στον Καναδά (6), στη Βουλγαρία (6), στην Τουρκία (2) καθώς και στην Γιουγκοσλαβία (1) και στην Αγγλία (Λονδίνο, 1). Η κατάσταση, εκτός από τα βασικά στοιχεία όσων είχαν υποβάλει αίτηση επανόδου (ονοματεπώνυμο, τόπος καταγωγής, έτος γεννήσεως και τόπος παραμονής στο εξωτερικό), περιλαμβάνει και ολιγόλογες πληροφορίες για το φρόνημα και την διαγωγή καθενός στο εξωτερικό και μαζί μία εγκριτική ή αρνητική γνωμάτευση περί επανόδου τους (χειρόγραφο «ναι» ή «όχι»).

Η νομαρχία αποφάσισε ότι η τακτική αναθεώρηση του καταλόγου των «ανεπιθυμήτων» ήταν απαραίτητη για την αποφυγή οιασδήποτε πλάνης κατά τη σύνταξή του, καθώς έκρινε ότι η«εθνική ψυχολογία» ήταν κάτι ευμετάβλητο. Η γνώση, εξάλλου, σχετικά με την κατάσταση των εν Αμερική σλαβοφώνων μεταναστών θεωρήθηκε απαραίτητη«διότι εξ αύτης λαμβάνει τις και ιδέαν τινά περί του πώς δι' αυτών ενθαρρύνονται οι ενταύθα [στην Ελλάδα] Σλαβόφωνοι εις το να εμμένωσι συμπαθούντες εις τον βουλγαρισμόν».

Προς τα τέλη του 1934, η Νομαρχία Φλωρίνης προέβη σε επανεξέταση του πίνακα των ανεπιθυμήτων προς επάνοδο σλαβοφώνων μεταναστών και μείωσε τον αριθμό τους σε 279 άτομα, καταγόμενα από το νομό Φλωρίνης. Μάλιστα, κατένειμε τους εγγεγραμμένους σε τέσσερις κατηγορίες και ισάριθμους πίνακες.

Ο πρώτος πίνακας περιελάμβανε 94 άτομα, τα οποία, κατά τη Νομαρχία Φλωρίνης, έπρεπε με κάθε τρόπο να διαγραφούν από τα μητρώα και να παραμείνουν σε ισχύ τα ερυθρά δελτία που είχαν καταρτισθεί εις βάρος τους, αν και κάποιοι φέρονταν ως πεθαμένοι. Σε όλους αυτούς με κανέναν τρόπο δεν έπρεπε να εκδίδεται άδεια επανόδου στη χώρα.

Ο δεύτερος πίνακας περιελάμβανε 17 πρόσωπα, τα οποία συμπεριλαμβάνονταν στους παλαιοτέρους πίνακες, ωστόσο δε φαίνονταν ποτέ ως εγγεγραμμένοι στα μητρώα των κοινοτήτων εκείνων που οι παλαιότεροι κατάλογοι ανέφεραν ως τόπο καταγωγής τους. Ουσιαστικά, επρόκειτο για άτομα τελείως άγνωστα. Είτε επρόκειτο λοιπόν για ψευδώνυμα ή ήταν άτομα από καιρό ξενιτεμένα. Παρ' όλα αυτά, η διατήρηση των ερυθρών δελτίων και η ισχύς των απαγορεύσεων κρινόταν φρονιμότερη.

Ο τρίτος πίνακας περιελάμβανε 63 πρόσωπα, τα οποία βαρύνονταν με πληροφορίες περί κακής διαγωγής τους στο εξωτερικό. Οι πληροφορίες αυτές δεν ήταν επαρκείς για την διαγραφή τους από τα μητρώα, επομένως έπρεπε να παραμείνουν εγγεγραμμένοι στα μητρώα και να καταστραφούν τα ερυθρά δελτία που είχαν καταρτισθεί εις βάρος τους. Τα προξενεία θα επιλαμβάνονταν της εξακριβώσεως του φρονήματος και της διαγωγής τους και σε κάθε περίπτωση θα συνεννοούνταν με το Υπουργείο Εξωτερικών για τυχόν έκδοση διαβατηρίου επανόδου τους.

Τέλος, ο τέταρτος πίνακας περιελάμβανε 105 πρόσωπα, τα οποία θεωρούνταν ακόμη ύποπτα μόνο και μόνο επειδή περιλαμβάνονταν στον πίνακα των 344 του 1933, χωρίς όμως να έχει διευκρινισθεί εάν αυτό είχε συμβεί με βάση εξακριβωμένες πληροφορίες για την διαγωγή τους στο εξωτερικό. Τα πρόσωπα αυτά καλό θα ήταν να παραμείνουν εγγεγραμμένα στα μητρώα της χώρας και να καταστραφούν τα ερυθρά δελτία εις βάρος τους. Απλώς, σε κάθε περίπτωση αιτήματός τους για άδεια επανόδου στη χώρα, οι προξενικές αρχές έπρεπε να συνεννοούνται με το Υπουργείο Εξωτερικών, προκειμένου μετά από έρευνα και τη σχετική έγκριση του Υπουργείου να εκδίδεται η αιτουμένη άδεια. Η γνώση λ.χ. της ελληνικής ήταν κριτήριο σημαντικό για το ανεπιθύμητο ή όχι.

Με βάση την πρότασή της, την οποία έθεσε σε άμεση εφαρμογή, πιστοποιητικά ιθαγενείας δεν θα έπρεπε να εκδίδονται για όσους δικαιολογημένα και μόνον είχαν διαγραφεί από τους καταλόγους ιθαγενείας (τους εγγεγραμμένους στους δύο πρώτους πίνακες, συνολικά περίπου 110 άτομα). Στους υπολοίπους, τους οποίους βάραιναν μόνον υποψίες και ανεξακρίβωτες πληροφορίες, θα ήταν δυνατό να επιτρέπεται να επιστρέψουν στην Ελλάδα, με μόνη επιφύλαξη ότι προηγουμένως τα σχετικά πιστοποιητικά θα αποστέλλονταν στο Υπουργείο Εξωτερικών μαζί με όλες τις υπάρχουσες πληροφορίες, ώστε τελικά το Υπουργείο να κρίνει και να τα αποστέλλει μέσω των κατά τόπους προξενικών αντιπροσωπειών.

Παρά τις αναθεωρήσεις προς το δικαιότερο και ακριβέστερο, στα 1936 η κατάσταση πρακτικά δεν είχε βελτιωθεί πολύ. Άνθρωποι που κατά κύριο λόγο είχαν μεταναστεύσει για λόγους καθαρά οικονομικούς, για την δημιουργία κάποιας περιουσίας στο εξωτερικό κτλ. δουλεύοντας χρόνια ολόκληρα, συναντούσαν πλείστα όσα προβλήματα στην επιστροφή τους. Οι ελληνικές αρχές δεν ήταν ακόμη σε θέση να αποφαίνονται με πεποίθηση σε ποιούς μπορούσε να επιτρέπεται η επάνοδος και να απαγορεύεται στους υπολοίπους, επομένως υπήρξαν περιπτώσεις που δεν επιτράπηκε η επάνοδος στη χώρα σε άτομα που είχαν στην Ελλάδα κτήματα και οικογένεια. Ήταν όμως«λυπηρόν» τόσοι Έλληνες [Μακεδόνες] μετανάστες να εκπατρίζονται ως εχθροί της πατρίδος, με εξαίρεση κάποιους λίγους που ήταν όντως εγγεγραμμένοι στις βουλγαρομακεδονικές οργανώσεις.

Γι' αυτό, ο νέος Νομάρχης Φλωρίνης Ιωάννης Τσακτσίρας πρότεινε την αντίστροφη διαδικασία ελέγχου των καταλόγων. η νομαρχία, δηλαδή, να συντάξει η ίδια λεπτομερείς πίνακες τοιούτων ατόμων, με διευθύνσεις και στοιχεία για την εν γένει δράση τους στην Ελλάδα. Οι πίνακες θα διαβιβάζονταν στις οικείες προξενικές αρχές, οι οποίες θα εξέδιδαν διαβατήρια επανόδου βάσει των πινάκων και αφού εξακριβώνονταν η δράση στο εξωτερικό από εθνικής απόψεως. Τα κατά τόπους προξενεία, αξιοποιώντας τις πληροφορίες των αστυνομικών αρχών Φλωρίνης, μπορούσαν να εξακριβώνουν την εν γένει δράση ατόμων που κατάγονταν από το νομό Φλωρίνης στο εξωτερικό και μπορούσαν με ασφάλεια να αρνούνται την έκδοση διαβατηρίων σε άτομα, για τα οποία η Ασφάλεια Φλωρίνης μπορεί να μην διέθετε επιβαρυντικά στοιχεία, ήταν δυνατόν όμως να εμφορούνται από αντεθνικά φρονήματα και να εργάζονται ποικιλοτρόπως εις βάρος των εθνικών ιδεών στο εξωτερικό.

Το Υπουργείο Εξωτερικών, όμως, έκρινε την εξακρίβωση από τις προξενικές αρχές του εξωτερικού της διαγωγής του καθενός και του εθνικού του φρονήματος ως δυσεφάρμοστη, καθ' όσον οι Έλληνες στις ΗΠΑ και τον Καναδά (αλλά και στην Αυστραλία) βρίσκονταν διεσπαρμένοι σε όλες τις μεγάλες πόλεις και πολιτείες και δεν ήταν εύκολο να αναζητηθούν στοιχεία για τον καθένα ξεχωριστά. Άλλωστε, το δίκτυο των ελληνικών προξενικών αρχών δεν κάλυπτε σε καμία περίπτωση όλη την έκταση των χωρών αυτών, ενώ οι πληροφορίες που μπορούσαν να παρέχουν οι άμισθοι κατά τόπους πρόξενοι δεν ήταν οι ασφαλέστερες για να στηριχθεί κανείς και να ασκήσει πολιτική.

Υπενθύμιζε, λοιπόν, το Υπουργείο την υποχρέωση που είχε η Νομαρχία Φλωρίνης και οι λοιπές νομαρχίες να μην εκδίδουν πιστοποιητικά ιθαγενείας για Σλαβοφώνους, οι οποίοι είχαν μεταναστεύσει με βουλγαρικά διαβατήρια και, σύμφωνα με τους κείμενους νόμους, είχαν διαγραφεί υποχρεωτικά από τα οικεία μητρώα αρρένων ως αναχωρήσαντες άνευ πνεύματος επιστροφής, στερούμενοι πλέον κάθε δικαιώματος επανόδου στη χώρα. Το Υπουργείο Εξωτερικών διατηρούσε πάντα την ευθύνη τελικής επικυρώσεως των απαιτουμένων πιστοποιητικών. Αν και ήταν γνωστό ότι συνέβαιναν αδικίες εις βάρος προσώπων που ποτέ δεν είχαν αναμιχθεί σε αντεθνικές ενέργειες ενώ αντιθέτως ήταν δυνατόν να επανέρχονται ορισμένα άτομα που ήταν ανεπιθύμητα από κάθε άποψη, ωστόσο αυτή παρέμενε η μόνη ενδεδειγμένη μέθοδος και κανένα λάθος -αναπόφευκτο, άλλωστε, από τη φύση και την έκταση των μέτρων αλλά και την δυσκολία εφαρμογής τους- δεν δικαιολογούσε την αναθεώρηση των απαγορευτικών μέτρων. Άλλο σύστημα δεν φαινόταν δυνατό να εφαρμοσθεί.

Όμως, το ζήτημα της επανόδου Δυτικομακεδόνων μεταναστών δεν προκάλεσε προβλήματα ή έλλειψη συντονισμού μόνον ανάμεσα στις υπηρεσίες της ελληνικής διοικήσεως στο εσωτερικό της χώρας ή στο εξωτερικό. Περιπλοκές σημειώθηκαν και στις σχέσεις της Ελλάδος με τις χώρες υποδοχής Ελλήνων μεταναστών, κυρίως με τις ΗΠΑ, με αφορμή περιπτώσεις Δυτικομακεδόνων μεταναστών, οι οποίοι, απελαυνόμενοι για οποιονδήποτε λόγο από την χώρα αυτή, βρίσκονταν κυριολεκτικά χωρίς πατρίδα, καθώς δεν είχαν δικαίωμα να επανέλθουν ούτε στην Ελλάδα, εφόσον περιλαμβάνονταν στους πίνακες των διαγραπτέων και ανεπιθυμήτων.

Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, η Γενική Διοίκηση Μακεδονίας είχε υποχρεωθεί να επιτρέψει την αποβίβαση σε τέτοιου είδους επανερχομένους μετανάστες, ακριβώς για να αποφευχθούν επιπλοκές στη συνεργασία με τις εν Ελλάδι ξένες αντιπροσωπείες. Στο τέλος του 1931, το αμερικανικό προξενείο Θεσσαλονίκης ήλθε σε απ' ευθείας επικοινωνία με προέδρους κοινοτήτων της Δυτικής Μακεδονίας της περιφερείας Φλωρίνης σχετικά με τα στοιχεία ταυτότητος μεταναστών γεννημένων εκεί, ζητώντας επιβεβαίωση των στοιχείων τους και ημερομηνίες αναχωρήσεώς τους καθώς και εάν ήταν εγγεγραμμένοι στα μητρώα ως Έλληνες πολίτες. Λίγες ημέρες αργότερα, η αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα επέδωσε στο Ελληνικό Υπουργείο των Εξωτερικών τρεις διακοινώσεις και ζητούσε να δοθεί εντολή στην ελληνική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον να εκδώσει διαβατήρια επανόδου από τις ΗΠΑ σε Έλληνες πολίτες εγγεγραμμένους στα μητρώα των κοινοτήτων, από τις οποίες κατάγονταν.

Οι ενέργειες του αμερικανικού προξενείου προκάλεσαν την οργή των αρμοδίων ελληνικών αρχών, που τις χαρακτήρισαν«απαράδεκτες». Σύμφωνα με το Διοικητικό Τμήμα του Υπουργείου Εξωτερικών, σε καμία περίπτωση δεν περιλαμβάνονταν στις αρμοδιότητες του προξενείου να ελέγχει με τον τρόπο αυτόν τη λειτουργία των ελληνικών προξενικών αρχών στις ΗΠΑ, οι οποίες αρνούνταν να χορηγήσουν τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα (διαβατήρια επανόδου) σε άτομα από την Ελλάδα που βρισκόταν υπό διαδικασία απελάσεως. Οι ενέργειες του αμερικανικού προξενείου Θεσσαλονίκης θεωρήθηκαν εκβιαστικές, προκειμένου η Ελλάς να δεχθεί την επιστροφή ατόμων που είχαν θεωρηθεί ανεπιθύμητα και επικίνδυνα για την εθνική της ασφάλεια. Η γνώμη της Γενικής Διοικήσεως Μακεδονίας ήταν ότι ο Αμερικανός πρόξενος Θεσσαλονίκης δεν είχε κανένα δικαίωμα, σύμφωνα με τις υφιστάμενες διμερείς και διεθνείς συμβάσεις, να αλληλογραφεί απ' ευθείας με ελληνικές διοικητικές ή δικαστικές αρχές για θέματα άλλα από την υπεράσπιση των συμφερόντων Αμερικανών πολιτών ή προς διαμαρτυρία για τυχόν παραβίαση υφισταμένων συνθηκών και συμβάσεων. Για τον λόγο αυτόν, έπρεπε να γίνουν οι απαραίτητες υποδείξεις στην αμερικανική πρεσβεία των Αθηνών ότι μόνον το Ελληνικό Υπουργείο των Εξωτερικών ήταν αρμόδιο να αποφασίζει και να πληροφορεί σχετικά τις αμερικανικές αρχές για το ποιός είναι Έλληνας υπήκοος και ποιός όχι.

Μεταπολεμική μετανάστευση

Μεταξύ των ετών 1940-44, δεν παρουσιάζονται σημαντικές μεταναστευτικές εκροές, με εξαίρεση όσους εκτοπίσθηκαν από τις δυνάμεις κατοχής στη Μακεδονία ή λίγο αργότερα τους κατοίκους των βορείων επαρχιών της χώρας, που εξαιτίας των επιχειρήσεων του Εμφυλίου Πολέμου υποχρεώθηκαν κατά τη λήξη του να εγκαταλείψουν την χώρα. Όμως αυτοί δεν έχουν θέση σε αυτήν εδώ την αναφορά. Εθελούσια εξωτερική μετανάστευση επαναλήφθηκε από το 1946 και εξής, αρχικά με σχετικώς βραδύ ρυθμό: Λιγότερα από 10.000 άτομα κατ' έτος μετανάστευαν από την Ελλάδα μέχρι το 1953 με εξαίρεση το 1951, οπότε μετανάστευσαν 14.155. Από τους υπερπόντιους μετανάστες, οι λιγότεροι κατευθύνονταν από το 1948 προς τις ΗΠΑ, ενώ τα 2/3 αυτών ταξίδεψαν προς τον Καναδά και κυρίως προς την Αυστραλία. Επρόκειτο όχι μόνον για ακτήμονες αγρότες αλλά πλέον και για τεχνίτες και όχι μόνον από τις οικονομικά καθυστερημένες περιοχές της χώρας αλλά και από τις πιο ανεπτυγμένες, όπως η Μακεδονία και η περιφέρεια Στερεάς Ελλάδος-Ευβοίας. Αλλά και η ενδοευρωπαϊκή μετανάστευση, που άρχισε να εντείνεται από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 και κορυφώθηκε στη δεκαετία του 1960, προέρχονταν κυρίως από την Μακεδονία, τη Στερεά, την Εύβοια και την Πελοπόννησο και αφορούσε κατά κύριο λόγο τεχνίτες-εργάτες, ειδικευμένο τμήμα του εργατικού δυναμικού και όχι υποαπασχολούμενο αγροτικό δυναμικό.

Αμέσως μετά τον Πόλεμο, άρχισαν να φθάνουν στα χέρια των αρμοδίων κυβερνητικών υπηρεσιών της Αυστραλίας υπομνήματα και επιστολές ιδιωτών αλλά και φορέων από την Ελλάδα με διάφορα αιτήματα, συνηθέστερα ζητώντας διευκρινίσεις για τις δυνατότητες μεταναστεύσεως. Τον Σεπτέμβριο του 1945, οι κάτοικοι της κοινότητος Ριζού Πέλλης έστειλαν επιστολή στο Υπουργείο Εσωτερικών της Αυστραλίας ζητώντας να τους επιτραπεί να μεταναστεύσουν εκεί. Όπως έγραφαν, πληροφορήθηκαν από εφημερίδα της Θεσσαλονίκης για την πρόθεση της κυβερνήσεως της Αυστραλίας να επιτρέψει την μετανάστευση Ελλήνων. Οι 35 οικογένειες -συνολικά 200 άτομα, ενήλικοι και παιδιά- του Ριζού αποφάσισαν να μεταναστεύσουν προς μόνιμη εγκατάσταση στην Αυστραλία για οικονομικούς κυρίως λόγους. Προβλήματα αντιμετώπιζαν και παλαιότερα, έγραφαν, ωστόσο μετά τον πόλεμο τα πράγματα είχαν χειροτερέψει, καθ' όσον οι εισβολείς είχαν κάψει το χωριό τους και είχαν λεηλατήσει το βιος τους. Η μικρή σε έκταση γη που διέθεταν και καλλιεργούσαν, δεν επαρκούσε για να επιβιώσουν. Μπορεί η ψυχή τους να γέμιζε θλίψη που θα εγκατέλειπαν την πατρίδα τους, ωστόσο επιθυμούσαν να μεταναστεύσουν στη χώρα, με τα τέκνα της οποίας είχαν πολεμήσει πλάι-πλάι για την ελευθερία των λαών.

Τάση για αθρόα μετανάστευση στην Αυστραλία εκδηλωνόταν και από την περιφέρεια της Δράμας, ήδη τον Ιούλιο του 1945. Τον Οκτώβριο εκείνου του έτους, οι κάτοικοι του Δοξάτου Δράμας απέστειλαν επιστολή-αίτηση προς τον υπουργό Εσωτερικών της Αυστραλίας δηλώνοντας την επιθυμία τους να μεταναστεύσουν προς εγκατάσταση στην Αυστραλία. Επειδή δεν διέθεταν συγγενείς μετανάστες εκεί για να τους προσκαλέσουν, απευθύνθηκαν απ' ευθείας στον υπουργό, με την ελπίδα ότι θα επετύγχαναν τον στόχο τους, να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους να καταφέρουν να ζουν εργαζόμενοι, όπως έγραφαν. Ήταν αγρότες με παράλληλη κτηνοτροφική δραστηριότητα και εξέφραζαν την πρόθεσή τους να εργασθούν στην Αυστραλία ως αγροτοκαλλιεργητές, για την ευημερία της χώρας και των οικογενειών τους. Επιθυμούσαν να μεταναστεύσουν οικογενειακώς, καθ' όσον έκριναν πως εάν κάποια μέλη των οικογενειών τους έμεναν πίσω στην Ελλάδα, δεν θα κατάφερναν να επιβιώσουν.

Προς το τέλος του 1945 οι κάτοικοι του Δοξάτου επανήλθαν με νέα επιστολή, αυτή την φορά προς το Αυστραλιανό Υπουργείο των Εξωτερικών, ζητώντας να μεταναστεύσουν, για να εγκατασταθούν μόνιμα στην Αυστραλία. Επειδή είχαν μάθει πως η κυβέρνηση της χώρας θα δεχόταν Έλληνες μετανάστες, έστελναν κατάλογο με τα ονόματα και τον αριθμό μελών των οικογενειών τους και απηύθυναν έκκληση στα«αισθήματα αγάπης» και ανθρωπισμού των Αυστραλών για την Ελλάδα.

Αντιμέτωπη με τις φήμες που διέτρεχαν απ' άκρου εις άκρον την Ελλάδα (και την Μακεδονία) και την πλημμυρίδα των αιτήσεων -συχνά μάλιστα ομαδικών, που αφορούσαν ολόκληρα χωριά- για μετανάστευση προς την Αυστραλία, η αντιπροσωπεία του Αυστραλιανού Ερυθρού Σταυρού στη Θεσσαλονίκη ενημέρωνε, τον Δεκέμβριο του 1945, την Γενική Διοίκηση Δυτικής Μακεδονίας πως καμία απόφαση δεν είχε ληφθεί σχετικά με την μετανάστευση Ευρωπαίων στην Αυστραλία για μόνιμη διαμονή, οπότε καμία πιο συγκεκριμένη απάντηση δεν μπορούσε να δοθεί σε όσους ρωτούσαν σχετικά.

Από την αλληλογραφία της Γενικής Διοικήσεως Δυτικής Μακεδονίας, από τις διακηρύξεις και τις ανακοινώσεις που δημοσιεύονταν στον ημερήσιο τύπο της Θεσσαλονίκης την εποχή εκείνη καθώς και από στοιχεία που προέρχονται από τα αρχεία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προκύπτει πως από το τέλος του 1945 μέχρι το 1947 ιδρύθηκαν στη Θεσσαλονίκη τουλάχιστον τέσσερις σύλλογοι μεταναστών: η «Ένωση Ελλήνων Μεταναστών δι' Αυστραλίαν Μακεδονίας - Θράκης», ο «Σύλλογος των προς Μετανάστευσιν εις το Εξωτερικόν Ελλήνων», ο Σύνδεσμος Ελλήνων Μεταναστών «Ο Μετανάστης» και ο «Σύλλογος Ελλήνων Μεταναστών Βορείου Ελλάδος». Επίσης πληροφορούμαστε την ύπαρξη και την δράση της «Ενώσεως Μεταναστών Βερροίας και Περιφερείας». Όλοι τους είχαν σκοπό την διευκόλυνση της ομαδικής μεταναστεύσεως των μελών τους στις ΗΠΑ, την Αυστραλία, τη Νότιο Αφρική, τον Καναδά, την Αργεντινή, τη Βραζιλία και τη Μαδαγασκάρη.

Δεν είναι απολύτως ξεκαθαρισμένο πόσο δραστήριοι υπήρξαν οι σύλλογοι αυτοί, εάν αποτέλεσαν ομάδες πιέσεως για την εξυπηρέτηση της επιθυμίας των μελών τους να μεταναστεύσουν -που ήταν και ο σκοπός της ιδρύσεώς τους- και πόσο συνετέλεσαν στη διαμόρφωση των εξελίξεων. Γνωρίζουμε όμως ότι τον Αύγουστο του 1950, κάποιος Αλέξανδρος Θανόπουλος από την Θεσσαλονίκη απέστειλε στους υπουργούς Εξωτερικών και Μεταναστεύσεως στην Καμπέρα επιστολή και μαζί κατάλογο, ο οποίος (εφόσον βρέθηκε ολόκληρος στα αυστραλιανά αρχεία) περιλαμβάνει 455 οικογένειες, συνολικά 2.567 άτομα κάθε ηλικίας, που κατάγονταν ή κατοικούσαν σε 35 διαφορετικούς οικισμούς της Κεντρικής και της Δυτικής Μακεδονίας (νομοί Θεσσαλονίκης, Ημαθίας, Πέλλης, Δράμας, Κιλκίς, Πιερίας, Γρεβενών και Κοζάνης). Όπως ενημέρωνε στην επιστολή, όλοι αυτοί επιθυμούσαν να μεταναστεύσουν στην Αυστραλία ως αγροτοκαλλιεργητές ειδικευμένοι σε διάφορες καλλιέργειες, πρόθυμοι να υπερασπισθούν τη νέα τους πατρίδα και να φανούν απολύτως χρήσιμοι σε αυτήν. Ήταν όλοι τους τίμιοι και καλοί άνθρωποι, σκληρά εργαζόμενοι αγρότες, τα χωριά και οι περιουσίες τους όμως είχαν καταστραφεί στον Εμφύλιο. Διέθεταν ήδη άδεια μεταναστεύσεως από την Ελληνική Κυβέρνηση, έγραφε και αναρωτιόνταν, εφόσον η Αυστραλία την περίοδο εκείνη δεχόταν μετανάστες από τις βαλκανικές χώρες, γιατί να μη δεχόταν και αυτούς τους τόσο καλούς και φιλήσυχους αγρότες. Το γεγονός πως ο Α. Θανόπουλος διετέλεσε ιδρυτικό μέλος και πρόεδρος της «Ενώσεως Ελλήνων Μεταναστών δι' Αυστραλίαν Μακεδονίας - Θράκης», ίσως αποτελεί μία απάντηση στα παραπάνω ερωτηματικά. Παραμένουν όμως απορίες: Υπό ποιές συνθήκες ενώθηκαν όλοι αυτοί για να υποβάλλουν από κοινού αίτηση χορηγήσεως αδείας εισόδου στην Αυστραλία; Ποιό κοινό στοιχείο τους έφερε μαζί και ποιός συντόνιζε την δράση τους, όταν διαβιούσαν σε τόσο πολλές, διαφορετικές και διεσπαρμένες περιοχές; Αμφιβολίες προκαλεί, εξάλλου, ο ισχυρισμός τους ότι είχαν εξασφαλίσει άδειες μεταναστεύσεως από την Ελληνική Κυβέρνηση.

Παραδόξως, ο ημερήσιος τύπος της εποχής δεν έδωσε παρά ελάχιστη δημοσιότητα στην δραστηριότητα των μεταναστευτικών συλλόγων της Θεσσαλονίκης. Τον Ιανουάριο του 1947 λ.χ., η εφημερίδαΜακεδονία, σε άρθρο της με τον τίτλο«Ποιαι δυσχέρειαι παρουσιάζονται προς μετανάστευσιν εις Αυστραλίαν / Δεν λαμβάνονται υπ' όψιν αιτήσεις εκ μέρους διαφόρων 'ενώσεων'», έγραφε μεταξύ άλλων:

«Συμπληρωματικαί πληροφορίαι αναφέρουν ότι υπεβλήθησαν εκ μέρους των Ελλήνων 15.000 αιτήσεις, αι οποίαι υπό τους εκτεθέντας όρους θα εξετασθούν ευνοϊκώς. Προς τούτοις, ότι υπεβλήθησαν εκ μέρους διαφόρων οργανισμών και Μεταναστευτικών Γραφείων εκ Μακεδονίας αιτήσεις μεταναστεύσεως, αι οποίαι δεν πρόκειται να ληφθούν υπ' όψιν».

Εκτός όμως από αυτές τις ομαδικές προσπάθειες, το 1950 έφθασαν στην Αυστραλία από την Γιουγκοσλαβία, ως θύματα πολέμου, συνολικά περίπου 140 Μακεδονόπουλα (από χωριά της Φλωρίνης και της Καστοριάς), από τα περίπου 28.000 Ελληνόπουλα που μετά τη λήξη του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου βρέθηκαν διεσκορπισμένα σε διάφορες λαϊκές δημοκρατίες (Αλβανία, Βουλγαρία, Γιουγκοσλαβία, Ρουμανία, Πολωνία, Σοβιετική Ένωση, Τσεχοσλοβακία), μόνα ή με τις οικογένειές τους. Μετά τις απ' ευθείας επαφές της με χώρες του Ανατολικού Συνασπισμού, στο πλαίσιο εφαρμογής των εκκλήσεων και των ψηφισμάτων της Γενικής Συνελεύσεως του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών των ετών 1948-1952 για την επιστροφή των παιδιών στις εστίες τους, η Αυστραλία έστησε δύο επιχειρήσεις για την μεταφορά παιδιών, για να ενωθούν με τους γονείς ή με άλλους συγγενείς τους που ήταν μετανάστες εγκατεστημένοι εκεί (στην πλειοψηφία τους κατάγονταν από την Δυτική Μακεδονία και είχαν εγκατασταθεί στη Δυτική Αυστραλία) ήδη πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα πρώτα 20 παιδιά έφθασαν στο Σίδνεϊ, στις 14 Ιουνίου του 1950. Τα μέλη της δεύτερης αποστολής, παιδιά αλλά και νεαρά ενήλικα άτομα, αναχώρησαν από την Γιουγκοσλαβία σε δύο ομάδες, η πρώτη -αποτελούμενη από 58 παιδιά και ενήλικες- στις 26 Οκτωβρίου και η δεύτερη -αποτελούμενη από 60 άτομα- στις 9 Νοεμβρίου του 1950. Ο ρόλος της παρουσίας τους στην Αυστραλία για τη διαμόρφωση, την εξέλιξη και τη διάσταση που εξέλαβε το Μακεδονικό Ζήτημα στην πέμπτη ήπειρο αλλά και διεθνώς στα χρόνια που ακολούθησαν, μένει ακόμη να διευκρινισθεί. Γενικότερα, πάντως, το 90% των Μακεδόνων μεταναστών που έφθασαν στην Αυστραλία μέχρι το 1960, καταγόταν από την ελληνική Μακεδονία. Η μετανάστευση από την τότε Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας ξεκίνησε μετά το 1960 και με μεγαλύτερη ένταση μετά το 1964-65. Από τους πρώτους μάλιστα που ταξίδεψαν κατόπιν προσκλήσεως από συγγενείς τους, ήδη μετανάστες στην Αυστραλία, ήταν φυγάδες του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου που είχαν αναζητήσει καταφύγιο στη γειτονική ομοσπονδιακή χώρα.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1950, η μετανάστευση από την Μακεδονία (όπως και από την υπόλοιπη Ελλάδα) άρχισε βαθμιαία να διαφοροποιείται. Η προπολεμική τάση για μετακίνηση, κατά κύριο λόγο προς τις υπερπόντιες χώρες, συνεχίσθηκε έως το 1959. Από τα μέσα όμως της δεκαετίας του 1950 και με ένταση από το 1960 και εξής, οι Έλληνες μετανάστες στράφηκαν κυρίως προς ευρωπαϊκές χώρες. Η μεταναστευτική ροή προς μεσογειακές χώρες, εξάλλου, η οποία ήταν ακόμη αισθητή πριν από το 1960, ελαχιστοποιήθηκε. Από τις υπερπόντιες χώρες, σημαντικότεροι προορισμοί κατά σειρά ήταν οι ΗΠΑ, η Αυστραλία και ο Καναδάς, που προσήλκυσαν την μεγαλύτερη μάζα των Ελλήνων μεταναστών. Η μετανάστευση προς την Ευρώπη είχε ως κύριους προορισμούς το 1955-59 το Βέλγιο και μετά το 1960, την Δυτική Γερμανία. Παράλληλα, εκδηλώθηκε μετανάστευση δευτερευούσης σημασίας προς άλλες ευρωπαϊκές χώρες (Σουηδία, Ιταλία κ.ά.). Δειγματοληπτική έρευνα σε κοινότητες του νομού Κοζάνης για την περίοδο 1961-1982, έδωσε τα εξής στοιχεία για την εξωτερική μετανάστευση κατά χώρα προορισμού και κατά φύλο του μετανάστου:

Χώρα προορισμού% μεταναστών στο σύνολο των χωρών% μεταναστών στο σύνολο των φύλων
ΣύνολοΆνδρεςΓυναίκεςΆνδρεςΓυναίκες
ΗΠΑ7,06,37,951,448,6
Αυστραλία14,714,515,156,044,0
Δ. Γερμανία71,170,871,556,943,1
Αραβία2,54,30,198,02,0
Βέλγιο1,91,82,153,946,1
Καναδάς2,62,13,148,151,9
Σουηδία0,10,10,150,050,0
Ελβετία0,10,10,150,050,0
Σύνολο100,00100,00100,0057,142,9

Ο γεωγραφικός προσανατολισμός της μεταναστεύσεως υπήρξε συναρτησιακά συνδεδεμένος με τις διάφορες επιμέρους χρονικές φάσεις της μεταναστευτικής συγκυρίας: το 1955-59 επικρατεί η παραδοσιακή υπερπόντια μετανάστευση, το 1960-66 υπερέχει αισθητά η ευρωπαϊκή μετανάστευση, τα έτη 1967-68 κυριαρχεί πάλι η υπερπόντια μετανάστευση, το 1969-72 σημειώνεται νέα έξαρση της ευρωπαϊκής μεταναστεύσεως, ενώ μεταξύ των ετών 1973-77 τα δύο ρεύματα ευρωπαϊκής και υπερπόντιας μεταναστεύσεως ισορροπούν μεταξύ τους ποσοτικά. Στο σύνολο της μεταπολεμικής περιόδου, οι μετανάστες από την Μακεδονία και τη Θράκη αλλά και από την Ήπειρο, τη Θεσσαλία και την Κρήτη κατευθύνονται κυρίως προς τις ευρωπαϊκές χώρες, ενώ οι μετανάστες από την Πελοπόννησο, τη Στερεά, την Εύβοια και τα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου κατευθύνονται σε μεγαλύτερη αναλογία προς τις υπερπόντιες χώρες. Τα γεωγραφικά διαμερίσματα δεν συμμετείχαν ισόποσα ούτε στα ρεύματα της αποδημίας ούτε στα ρεύματα της παλιννοστήσεως. Η υψηλότερη ροπή αποδημίας μεταπολεμικά εκδηλώθηκε στη Βόρειο Ελλάδα (Μακεδονία και Θράκη, Ήπειρος), όπως άλλωστε και η υψηλότερη ροπή προσελκύσεως παλιννοστούντων. Επιπλέον, η ενδοευρωπαϊκή μετανάστευση αποκλίνει σε γενικές γραμμές από τις τάσεις της συνολικής μεταναστεύσεως, ανάλογα με το γεωγραφικό διαμέρισμα. Οι πιο χαρακτηριστικές διαφορές παρατηρούνται στη Μακεδονία, η οποία συμβάλλει κατά 44% στην ενδοευρωπαϊκή μετανάστευση έναντι 36% στη συνολική. Η διαφορά που παρατηρείται γενικότερα στους ρυθμούς μεταναστεύσεως από τις διάφορες περιοχές, κατά μεγάλο μέρος μπορεί να αποδοθεί στην διαφορετική συμπεριφορά που υιοθέτησε ο κάθε πληθυσμός έναντι των οικονομικών αλλά και των πολιτικών συνθηκών που επικρατούσαν. Η τάση για μετανάστευση στις χώρες του εξωτερικού υπήρξε ιδιαιτέρως ισχυρή ειδικά στις συνοριακές περιοχές της χώρας, ακριβώς εκεί που θα έπρεπε να αποτρέπεται.

Κατά τη χρονική περίοδο 1951-1960, η αριθμητική συμμετοχή των νομών της Μακεδονίας στην μεταναστευτική κίνηση διαμορφώθηκε ως εξής:

Νομός Αριθμός μεταναστών 1951-1960 Μετανάστευση επί 1.000 κατοίκων Ετήσια αύξηση πληθυσμού
Δράμας 4.646 24,1 -11,3
Ημαθίας 1.286 7,7 4,5
Θεσσαλονίκης 14.335 6,9 2,4
Καβάλας 3.908 15,0 -5,6
Καστοριάς 4.788 21,4 -9,1
Κιλκίς 1.466 12,7 0,9
Κοζάνης 5.314 13,7 0,3
Πέλλας 1.855 9,7 4,7
Πιερίας 2.523 16,3 -0,1
Σερρών 3.164 8,0 5,0
Φλώρινας 12.827 30,5 -16,5
Χαλκιδικής 2.143 5,6 4,9
Σύνολο 58.255

Κατά το έτος 1962, η ποσοστιαία συμμετοχή στη μετανάστευση από τις γεωγραφικές περιφέρειες της χώρας προς τους κύριους προορισμούς διαμορφώθηκε ως εξής:

ΗΠΑΚαναδάςΑυστραλίαΒέλγιοΓερμανίαΛοιπές χώρες
Περιοχή πρωτεύουσας10,65,98,01,346,327,9
Κεντρική Ελλάδα11,77,522,910,537,110,3
Πελοπόννησος10,615,841,00,723,58,4
Νησιά Ιονίου5,64,823,22,644,819,0
Ήπειρος1,40,34,45,584,73,7
Θεσσαλία1,91,74,23,681,67,0
Μακεδονία1,51,68,25,377,85,6
Θράκη0,20,10,516,670,512,1
Νησιά Αιγαίου9,53,843,36,919,017,5
Κρήτη3,84,610,811,256,013,6

Από τους επτά νομούς της χώρας που παρουσίασαν αξιοσημείωτη μετανάστευση μεταξύ των ετών 1956-59, δύο ήταν νομοί της Μακεδονίας: ο νομός Φλωρίνης, με ποσοστό 21,64‰ επί του πληθυσμού και ο νομός Καστοριάς, με ποσοστό 9,70‰. Μέχρι το 1962 ο αριθμός των Μακεδόνων μεταναστών είχε σχεδόν εξαπλασιασθεί, όταν στην υπόλοιπη χώρα απλώς είχε τριπλασιασθεί ενώ και τα κατά νομούς ποσοστά συμμετοχής στην μεταναστευτική κίνηση είχαν μεταβληθεί. Το ποσοστό του νομού Φλωρίνης, ο οποίος εξακολουθούσε να διατηρεί την πρώτη θέση, ανήλθε σε 39,43‰ κατά το έτος 1962 (4% του συνολικού πληθυσμού μετανάστευσε εντός ενός έτους), όταν ο εθνικός μέσος όρος κυμαινόταν από 3,56‰ έως 9,61‰. Αλλά και οι μισοί από τους 19 νομούς που ξεπερνούσαν τότε τον εθνικό μέσο όρο, βρίσκονταν στη Μακεδονία. Κατά την περίοδο 1959-64 ο νομός Φλωρίνης, με πληθυσμό μόλις 0,8% του συνόλου του πληθυσμού της χώρας με βάση την απογραφή πληθυσμού του 1961, συμμετείχε στο σύνολο της μεταναστεύσεως από την Ελλάδα με ποσοστό 2,76% και κατατασσόταν πρώτος μεταξύ των νομών της χώρας, όσον αφορά την αναλογία μεταξύ των κατοίκων και των μεταναστών από το νομό. Κατά τη χρονική περίοδο 1961-1977, πάλι, από τους τέσσερις νομούς της Δυτικής Μακεδονίας ο νομός Κοζάνης σημείωνε πλέον το μεγαλύτερο ποσοστό εξωτερικής μεταναστεύσεως (44,6% ή 35.991 άτομα). Συνολικά, από τη Δυτική Μακεδονία μετανάστευσαν αυτή την περίοδο 80.833 άτομα:

ΝομόςΑριθμός μεταναστών%
Γρεβενών7.7889,6
Καστοριάς11.81114,6
Φλωρίνης25.24331,2
Κοζάνης35.99144,6
Σύνολο Δυτικής Μακεδονίας80.833100,00

Πλην των ορεινών νομών της Δυτικής Μακεδονίας, έντονη την έλξη προς το εξωτερικό, κυρίως προς τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, αισθάνθηκαν και οι πλούσιοι καπνοπαραγωγοί νομοί της Ανατολικής Μακεδονίας (Δράμα, Καβάλα).

Στις περισσότερες περιπτώσεις υπερπόντιας μεταναστεύσεως οι γέφυρες επικοινωνίας και μετακινήσεως από την παλαιά στη νέα πατρίδα παρέμειναν ανοικτές και λειτούργησαν όπως ακριβώς κατά την προπολεμική περίοδο. Μικρό αλλά αντιπροσωπευτικό παράδειγμα από την μετανάστευση προς τη Νέα Ζηλανδία: από τους 1.178 Έλληνες που εισήλθαν στην μακρινή αυτή χώρα κατά το 1966, 121 κατάγονταν από την Μακεδονία και συγκεκριμένα 10 από την Καβάλα, 34 από τον Βυθό Κοζάνης (από όπου κατάγονταν και ο Βασίλειος Βλαδές, ο πρώτος Μακεδών που έφθασε στη Νέα Ζηλανδία το 1924, αφού προηγουμένως είχε περάσει από τη Μελβούρνη), 28 από την Θεσσαλονίκη και 49 από άλλες περιοχές.

Στη Δυτική Μακεδονία και ειδικότερα στο νομό Φλωρίνης οι γηγενείς, συνεχίζοντας μία παράδοση που πήγαινε πίσω στα 1890-1910, την οποία δεν διέθεταν οι πρόσφυγες, συνέχισαν να αναχωρούν σε υπερπόντιες χώρες προορισμού (κυρίως στον Καναδά και την Αυστραλία). Η τάση τους για μετανάστευση θεμελιώθηκε στην αξεπέραστη φτώχεια και στο αίσθημα πολιτικής ανασφάλειας που επικρατούσε από την περίοδο ακόμη που την περιοχή διεκδικούσαν οι τρεις γειτονεύουσες βαλκανικές χώρες, η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Γιουγκοσλαβία. Από τα χρόνια του Εμφυλίου, το 1947-1949 και με όσα επακολούθησαν, αυτό το αίσθημα ανασφάλειας εντάθηκε μεταξύ των γηγενών. Αντίθετα οι πρόσφυγες, η μετανάστευση των οποίων αποτελεί σχετικά πρόσφατη υπόθεση, άνοιξαν νέους, δικούς τους δρόμους, για να καταλήξουν κατά κύριο λόγο στις ευρωπαϊκές χώρες (όπως άλλωστε και οι προσφυγικής καταγωγής κάτοικοι των υπολοίπων τμημάτων της Μακεδονίας).

Το μοτίβο της μεταναστεύσεως, στα βασικά του χαρακτηριστικά δεν μεταβλήθηκε πολύ σε σχέση με την προπολεμική περίοδο. Εξακολούθησε να αναχωρεί το πιο δυναμικό, προοδευτικό και παραγωγικό κομμάτι του πληθυσμού. Τα ατομικά χαρακτηριστικά κάθε μετανάστου διαφοροποιούνταν μάλλον ανάλογα με τη φάση της μεταναστευτικής συγκυρίας, χωρίς όμως σε γενικές γραμμές να αλλοιώνεται αισθητά το γνωστό στερεότυπο του μετανάστου, ο οποίος ήταν νέος στην ηλικία (σε ποσοστό έως 80% με 85%), συνήθως άγαμος, με περιορισμένες γενικές και επαγγελματικές γνώσεις, που προερχόταν κατά το πλείστον από αγροτικές περιοχές και μετανάστευε επειδή δεν υπήρχε καμία εναλλακτική λύση για πρόοδο και στοιχειώδη ασφάλεια στη ζωή του. Κατά τη φάση της εξάρσεως, η μετανάστευση είχε χαρακτήρα μάλλον οικονομικό (μετακινήσεως εργατικού δυναμικού) και κατά τη φάση της υποχωρήσεως, η οποία ακολουθείται συχνά από αθρόα παλιννόστηση, απέκτησε δημογραφικό χαρακτήρα (μετακινήσεως οικογενειακού τύπου) ή μεικτό (οικονομικό - δημογραφικό) χαρακτήρα.

Εξαιτίας της εξωτερικής μεταναστεύσεως, η μείωση του πληθυσμού σε ορισμένους νομούς έλαβε τρομακτικές διαστάσεις: Δράμα -24,8%, Φλώρινα -22,4%, Σέρρες -18,2%, Γρεβενά -18,9%.

Από το νομό Δράμας (που το 1961 είχε πληθυσμό 121.000 κατοίκους) μετανάστευσαν μεταξύ των ετών 1959-1964 16.359 άτομα, ποσοστό 13,51% επί του συνολικού πληθυσμού του νομού. Μόνο προς την Δυτική Γερμανία μετανάστευσαν από το νομό το 1961 1.852 άτομα, το 1962 4.287, το 1963 2.539 και το 1964 4.200 άτομα. Ο πληθυσμός του νομού αντιστοιχούσε στο 1,44% του συνόλου του ελληνικού πληθυσμού, ενώ οι μετανάστες από αυτόν στο 3,89% του συνολικού αριθμού των μεταναστών κατά την πενταετία 1959-1964.

Στο νομό Φλωρίνης, πολλές ήταν οι κοινότητες που εξαιτίας των μεταναστευτικών ρευμάτων (και των δημογραφικών πληγμάτων που υπέστησαν κατά την προηγούμενη ταραχώδη δεκαετία του 1940) έχασαν πάνω από το 50% του πληθυσμού τους, καθώς η εξωτερική (αλλά και η εσωτερική) μετανάστευση από την περιοχή έλαβε τη μορφή εξόδου. Οι 875 κάτοικοι της ημιορεινής κοινότητος του Παρωρίου του 1950, στα 1965-67 είχαν μειωθεί στους 210 και στην ημιορεινή Πρώτη από τους 500 κατοίκους του 1950 απέμεναν στα 1965-67 περίπου 180 κάτοικοι. Η κοινότητα της Αγίας Παρασκευής, από τις πλουσιότερες της πεδιάδος της Φλωρίνης, είδε μεταξύ των ετών 1950-1965 τον μισό πληθυσμό της να μεταναστεύει. Στις Κάτω Κλεινές, την έδρα διαφόρων κρατικών υπηρεσιών, η μετανάστευση υπήρξε εξαιρετικά περιορισμένη, καθώς προσφέρονταν εκεί διάφορες εξωγεωργικές απασχολήσεις που επέτρεπαν την αύξηση του μέσου οικογενειακού εισοδήματος. Στην ορεινή κοινότητα της Ατραπού ο συνδυασμός της παραδοσιακής μεταναστεύσεως, που έχει τις ρίζες της στο 1890, των πολιτικών γεγονότων (σημαντική συμμετοχή στον Εμφύλιο, το 1947-49) και της οικονομικής στασιμότητος (περιορισμένες καλλιεργήσιμες γαίες, άγονο έδαφος) δημιούργησαν τάση για υψηλή μετανάστευση μέχρι το 1955, οπότε η κατάσταση άλλαξε άρδην με την κατασκευή ενός μικρού φράγματος, που επέτρεψε την καλλιέργεια μεγάλων εκτάσεων και την εφαρμογή εξειδικευμένων και αποδοτικών καλλιεργειών. Η μετανάστευση από την Ατραπό συνεχίσθηκε βέβαια με σημαντικούς ρυθμούς, αφορούσε όμως πρωτίστως μέλη οικογενειών ήδη μεταναστών. Στο Ανταρτικό, πάλι, ίσχυε η ακριβώς αντίστροφη κατάσταση: καμία σημαντική αλλαγή δεν είχε σημειωθεί τα τελευταία χρόνια και το 40% του πληθυσμού, βάσει της απογραφής του 1961, μετανάστευσε στο εξωτερικό. Η Λακκιά Αμυνταίου, καθαρά προσφυγικό χωριό, παρουσίασε πολύ χαμηλά ποσοστά μεταναστεύσεως. Όσοι αναχώρησαν, ήταν όσοι ακτήμονες ή μικροϊδιοκτήτες μετανάστευσαν στη Γερμανία. Πέρα από την προσφυγική νοοτροπία απέναντι στη μετανάστευση, άλλοι παράγοντες που συνέβαλαν στην περιορισμένη μετανάστευση από τη Λακκιά, ήταν οι παρεχόμενες ή οι αναμενόμενες προοπτικές απασχολήσεως, κυρίως στα γειτονικά ορυχεία της Βεγόρας και φυσικά στην περιοχή της Πτολεμαΐδος, όπου ολόκληρη η Δυτική Μακεδονία ήλπιζε να βρει εργασία. Παρομοίως στο Σκλήθρο (75% γηγενείς, 25% πρόσφυγες), όπου η μετανάστευση υπήρξε μεγάλη πριν από το 1960, στα 1965 η ροή ήταν πλέον ελεγχόμενη. Και αυτό οφείλεται στο κλίμα αισιοδοξίας που είχε προκαλέσει η δημιουργία του ενεργειακού πεδίου της Πτολεμαΐδος, μαζί με την επεκτεινόμενη αποδοτική καλλιέργεια πατάτας.

Στο νομό Γρεβενών, με το ορεινό και άγονο έδαφος και τον μικρό γεωργικό κλήρο, δημιουργήθηκε σημαντικό δημογραφικό πρόβλημα εξαιτίας της εξωτερικής μεταναστεύσεως. Μέσα σε μία δεκαετία, από το 1961 έως το 1971, σημειώθηκε σημαντική μείωση του πληθυσμού, σε ποσοστό 20,50%. Ποσοστό 88,7% από τα 6.343 άτομα που μετανάστευσαν στο εξωτερικό από το νομό μεταξύ των ετών 1965-1971, μετανάστευσε στη Γερμανία. Η ανησυχητική μείωση του πληθυσμού έπληξε κυρίως 24 αγροτικές περιοχές. Μετανάστευση κατοίκων σε ποσοστό πάνω από 40% παρουσιάσθηκε στους οικισμούς Αναβρυτά, Δασύλλιο, Ελεύθερο, Καλλιθέα, Κυδωνιές, Παναγία, Πυλωροί, Ταξιάρχης, Τρίκορφο και Τρίκωμο. Μικρότερη μετανάστευση (25%-35%) είχαν οι οικισμοί Κοκκινιά, Κοσμάτιο, Κυπαρίσσιο, Κυρακαλή, Μαυραναίοι, Μ. Σειρήνιο, Μοναχίτιο, Οροπέδιο, Σιταράς, Ροδιά και Βατόλακκος.

Ο νομός Κοζάνης είχε περίπου 30.000 μετανάστες εξωτερικού κατά την περίοδο 1961-1971 (ποσοστό 20,0% του πληθυσμού του 1961 και 22,5% του πληθυσμού του 1971). Εξαιτίας της μεταναστεύσεως, μειώθηκε κατά πολύ ο πληθυσμός των ορεινών και άγονων περιοχών της επαρχίας Βοΐου. Στο νομό, όπως και σε άλλους νομούς της Μακεδονίας, η μετανάστευση στο εξωτερικό υπερίσχυσε της τάσεως για μετακίνηση προς τα μεγάλα αστικά κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, καθ' όσον στις πόλεις υπήρχε ανεργία, ενώ στο εξωτερικό υπήρχε ζήτηση για εργατικά χέρια, ενώ ούτε τα αστικά κέντρα του νομού Κοζάνης μπορούσαν να απορροφήσουν το πλεονάζον εργατικό δυναμικό του πρωτογενούς τομέα παραγωγής. Επομένως, η εξωτερική μετανάστευση φαινόταν η μόνη λύση -έστω προσωρινή- καθώς όλοι είχαν σκοπό να συγκεντρώσουν ένα χρηματικό ποσό για την αγορά κατοικίας και την δημιουργία κάποιας επιχειρήσεως και κατόπιν να επιστρέψουν.

Στο νομό Ημαθίας, έναν από τους πλουσιοτέρους της χώρας με συνολικό πληθυσμό 114.515 κατοίκων σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού του 1961, καταμετρήθηκαν 7.969 μετανάστες εξωτερικού την περίοδο 1959-1964, ποσοστό περίπου 7% επί του συνολικού πληθυσμού. Από αυτούς, 4.953 ήταν άνδρες (62%) και 3.016 γυναίκες (38%). Επί συνόλου εξήντα ενός κοινοτήτων και τριών μεγάλων πόλεων (Νάουσα, Βέροια, Αλεξάνδρεια), οι δώδεκα ορεινές κοινότητες και η θεωρούμενη ορεινή πόλη της Ναούσης, με συνολικό πληθυσμό 23.146 άτομα (ποσοστό 20,20% επί του συνόλου του νομού), είχαν 1.722 μετανάστες (μόνον η Νάουσα είχε 1.170 μετανάστες), ποσοστό 21% επί του συνόλου των μεταναστών. Οι τέσσερις ημιορεινές κοινότητες, με πληθυσμό 3.419 κατοίκων (2,98% του συνόλου), είχαν 359 μετανάστες, ποσοστό 4,55% επί του συνόλου των μεταναστών. Οι δύο πεδινές πόλεις της Βεροίας και της Αλεξάνδρειας καθώς και τα 45 χωριά της πεδιάδος με συνολικό πληθυσμό 87.950 κατοίκων (76,82%), είχαν 5.888 μετανάστες (μόνον η Βέροια είχε 2.606 μετανάστες), που αντιπροσώπευαν το 74,45% του συνόλου των μεταναστών. Στις ορεινές περιοχές ο αριθμός των μεταναστών αντιστοιχεί στο 7,47% του πληθυσμού τους (71% άνδρες, 29% γυναίκες), στις ημιορεινές περιοχές στο 10,5% (57% άνδρες, 43% γυναίκες) και στις πεδινές περιοχές, εκτός της Βεροίας, στο 5,40% (63% άνδρες και 37% γυναίκες). Μόνον στη Βέροια, ο αριθμός των μεταναστών της αντιστοιχεί στο 9,6% του πληθυσμού της (60% άνδρες και 40% γυναίκες). Τα παραπάνω στοιχεία δείχνουν πως οι ορεινές και ημιορεινές περιοχές του νομού είχαν αντίστοιχα 50% και 100% περισσοτέρους μετανάστες από τις πεδινές.

Στις χώρες στις οποίες εγκαταστάθηκαν οι Μακεδόνες μετανάστες, εργάσθηκαν σκληρά και κατόρθωσαν να ευημερήσουν. Τα μέλη της δεύτερης και της τρίτης γενεάς ανελίχθηκαν οικονομικά και κοινωνικά, αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που παρείχε κάθε φορά το πολιτικό και κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον των χωρών υποδοχής (πολυπολιτισμικό στην Αυστραλία και τον Καναδά, αφομοιωτικό στις ΗΠΑ, με άλλες παραλλαγές στις διάφορες φιλοξενούσες χώρες). Πολλοί από αυτούς διαδραμάτισαν σημαντικό εθνικό ρόλο, αρκετοί ευεργέτησαν την ομογένεια αλλά και τους συντοπίτες τους ή επένδυσαν από τα κέρδη τους στην πατρίδα. Συνέχισαν να αποστέλλουν εμβάσματα, τα οποία παρέμειναν πολύ σημαντικά για την τοπική οικονομία, όμως το ύψος τους δεν αντιστάθμισε την μείωση των καλλιεργουμένων εκτάσεων και του παραγομένου αγροτικού προϊόντος, ενώ μεγάλη σημασία έχει πώς τελικά αξιοποιήθηκαν αυτά τα εμβάσματα: αντί για την αγορά γης, όπως συνέβαινε παλαιότερα και εν γένει την κυκλοφορία τους στην τοπική αγορά, αυτήν τη φορά κατευθύνθηκαν προς τις μεγάλες αγορές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, κυρίως για την αγορά διαμερισμάτων-καταστημάτων ή άλλων ακινήτων. Η αγορά αγροτικής γης ήταν σπάνια, όπως σπάνιες ήταν οι περιπτώσεις επενδύσεων σε αγροτικά μηχανήματα κτλ.

Στόχος και επιδίωξη των ελλαδογεννημένων παρέμεινε η διατήρηση της ελληνικής παραδόσεως και παιδείας στη δεύτερη και την τρίτη γενεά και η συνέχιση του δεσμού της πολιτιστικής εξαρτήσεως από την Ελλάδα. Τα μέλη της δεύτερης και της τρίτης γενεάς, κυρίως σε χώρες όπως η Αυστραλία και ο Καναδάς αλλά και σε αρκετούς από τους ενδοευρωπαϊκούς προορισμούς, εξακολουθούν να συμμετέχουν στην ελληνομακεδονική παράδοση, αναζητώντας συνηθέστερα την διαμόρφωση μίας μεικτής πολιτιστικής ταυτότητος. Συνήθως είναι οργανωμένοι σε εθνοτοπικούς συλλόγους και σωματεία, που σκοπούς τους έχουν την προβολή της εθνοτοπικής τους ιδιαιτερότητος, την αλληλοβοήθεια και την ανάπτυξη λειτουργικών κοινωνικών σχέσεων μεταξύ των μελών αλλά και την εξυπηρέτηση των αναγκών της παλαιάς πατρίδος. Οι περισσότεροι από αυτούς τους συλλόγους και τα σωματεία είναι μέλη των Παμμακεδονικών Ενώσεων των πολιτειών τους ή των χωρών όπου διαμένουν και επιδίδονται σε σκληρό αγώνα για την διαφύλαξη του ονόματος και της ιστορικής παραδόσεως της Μακεδονίας, όποτε χρειάζεται.

Ιδιαιτέρως ανήσυχοι από τις μεταπολεμικές εξελίξεις στη Βαλκανική και από τις πληροφορίες που διαχέονταν στην αμερικανική ήπειρο για τις προσπάθειες κατασκευής «μακεδονικού έθνους», «μακεδονικής εθνικής συνειδήσεως» και «μακεδονικής μητέρας-πατρίδος», αμέσως μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου οι εκεί εγκατεστημένοι Μακεδόνες μετανάστες κατάφεραν -μετά από αρκετές αποτυχημένες προσπάθειες, είναι αλήθεια- να ιδρύσουν την «Παμμακεδονική Ένωση ΗΠΑ-Καναδά», τον Απρίλιο του 1946. Σκοποί της ενώσεως ήταν να φέρει σε επικοινωνία μεταξύ τους τους Μακεδόνες της διασποράς, να προβάλλει την εθνική ιστορία αντιμετωπίζοντας τις πλαστογραφήσεις και τυχόν αλλοιώσεις της, να διαιωνίσει την μακεδονική πολιτιστική κληρονομιά, να ενημερώσει την αμερικανική και καναδική κοινή γνώμη για να μην πέφτουν θύματα παραπληροφορήσεως και ακόμη να ενδυναμώσει τους μορφωτικούς και πολιτιστικούς δεσμούς μεταξύ των ΗΠΑ και της Ελλάδος.

Οδυνηρές στάθηκαν για τους προπολεμικούς μακεδονικούς συλλόγους οι συνέπειες από τις πολιτικές και διπλωματικές εξελίξεις στη Βαλκανική, κυρίως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Ελληνικό Εμφύλιο. Με την άφιξη των πρώτων μεταναστών από την τότε Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας, εντάθηκε η διαμάχη με την μερίδα των Ελληνομακεδόνων και η προσπάθεια της σλαβομακεδονικής πλευράς να δημιουργήσει μία χωριστή μακεδονική ταυτότητα, βασισμένη στον μύθο του αλυτρωτισμού και της καταπιέσεως από τους Έλληνες, βρήκε μεγάλη απήχηση μεταξύ των Μακεδόνων μεταναστών, κυρίως στην Αυστραλία και στον Καναδά, που προπολεμικά ταυτίζονταν με την βουλγαρομακεδονική υπόθεση. Είναι σημαντικό πως οι πρωτεργάτες και τα μέλη των πρώτων σλαβομακεδονικών οργανώσεων μεταναστών στην Αυστραλία και τον Καναδά κατάγονταν από την ελληνική Μακεδονία. Πολλοί μάλιστα υπήρξαν προηγουμένως μέλη των ελληνομακεδονικών συλλόγων. Στην Αυστραλία λ.χ., πολλοί από αυτούς είχαν φθάσει ήδη προπολεμικά και αρκετοί είχαν ήδη πολιτογραφηθεί Αυστραλοί πολίτες. Ήταν δραστήριοι και αναγνωρισμένοι Κομμουνιστές, κάποτε μάλιστα συμμετείχαν και στους ελληνικούς κομμουνιστικούς συλλόγους ή συνεργάζονταν άρτια με αυτούς, μέσα από τους δικούς τους συλλόγους.

Όταν τον Μάιο του 1960 ο Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Ιεζεκιήλ ζήτησε την κατάρτιση καταλόγου με τα μακεδονικά σωματεία στην Αυστραλία (με διευκρινίσεις αναφορικά με την εθνική συνείδηση και τα φρονήματα των μελών τους), του παραδόθηκε κατάσταση που βεβιασμένα κατέτασσε κάποιες οργανώσεις στην βουλγαρομακεδονική ή σλαβομακεδονική πλευρά, εξαιτίας του γλωσσικού εργαλείου των μελών τους ή της θεωρούμενης «κομμουνιστικής» (μάλιστα καμουφλαρισμένης) πολιτικής τους στάσεως. «Χάριζαν», λοιπόν, στην σλαβομακεδονική/ βουλγαρομακεδονική πλευρά οι συντάκτες εκείνης της εκθέσεως 5 οργανώσεις στη Μελβούρνη (εκ των οποίων, η μία ήταν η Αδελφότητα Αρμενοχωρητών και η άλλη η Αδελφότητα Φλωρινιωτών), ενώ αναγνώριζαν άλλες 6 ως ταγμένες στην ελληνική υπόθεση (με περίπου 2.500 μέλη συνολικά). Από την Πέρθη καταγράφονταν στην ίδια έκθεση η «Οργάνωσις Μέγας Αλέξανδρος», με 2.000 μέλη Έλληνες από την Καστοριά και η «Makedonska Trubuna» με 500 βουλγαρόφρονα μέλη από την Φλώρινα με έντονη ανθελληνική δράση, ενώ στην Αδελαΐδα υπήρχε μόνο μία οργάνωση βουλγαριζόντων, με 500 μέλη και δύο οργανώσεις Ελλήνων Μακεδόνων, ο «Μέγας Αλέξανδρος» και η «Ποντιακή Αδελφότης».

Τα μέλη της πρώτης μεταπολεμικής γενεάς μεταναστών, φορείς των συνεπειών του Εμφυλίου Πολέμου, συντηρούσαν -αν δεν συντηρούν ακόμη σε κάποιες περιπτώσεις- μία αναχρονιστική και εν πολλοίς ψευδή πραγματικότητα για την πατρίδα, αφού για πολλούς ο χρόνος έχει σταματήσει αρκετές δεκαετίες πίσω, την εποχή που μετανάστευσαν. Η σταδιακή αποχώρησή τους από το ομογενειακό προσκήνιο στις χώρες όπου διαβιούν, κυρίως στον Καναδά και την Αυστραλία και η ενεργοποίηση της δεύτερης και τρίτης γενεάς μπορεί να ανοίξει νέους προσανατολισμούς για τους μακεδονικούς συλλόγους και να οδηγήσει σε νέες μορφές υπερασπίσεως των εθνικών δικαιωμάτων και της ελληνικότητος, χωρίς αυτό να σημαίνει ιδεολογική απομάκρυνση από τους έως τώρα επιδιωχθέντες στόχους.

Εκτός από την ολοένα πιο ισχνή συμμετοχή στους μακεδονικούς συλλόγους, σημαντικό πρόβλημα αποτελεί η πολυδιάσπαση που παρατηρείται εντός της μακεδονικής πατριάς. Στα 1970, υπήρχαν ιδρυμένες στη Μελβούρνη της Αυστραλίας 36 διαφορετικές αδελφότητες, τρεις για ολόκληρη την Μακεδονία (εκ των οποίων δύο είχαν πάψει να λειτουργούν ήδη από το 1968) και 33 για μικρότερες περιοχές (χωριά, πόλεις, επαρχίες, νομούς). Στα μέσα του 1973 λειτουργούσαν στην Αυστραλία, ανά πολιτεία: 6 μακεδονικοί σύλλογοι στη Νέα Νότια Ουαλία (εκ των οποίων δύο γενικοί, 1 της Χαλκιδικής, 1 της Καβάλας, 1 του Κιλκίς, 1 της Κοζάνης), 45 στην Βικτόρια (4 γενικοί, 2 της Χαλκιδικής, 1 της Δράμας, 1 της Εδέσσης, 2 της Ημαθίας, 5 της Φλωρίνης, 4 της Καστοριάς, 13 της Κοζάνης, 2 της Πέλλης, 3 της Πιερίας, 1 των Σερρών, 5 της Θεσσαλονίκης), 8 στη Νότιο Αυστραλία (1 γενικός, 1 της Χαλκιδικής, 3 της Φλωρίνης, 2 της Κοζάνης και 1 ως Δυτικομακεδονικός) και 2 μακεδονικοί σύλλογοι στη Δυτική Αυστραλία (ένας γενικός και ένας Φλωρινιωτών). Στην Κουηνσλάνδη, στη Βόρεια Επικράτεια και στην περιοχή της πρωτευούσης δεν υπήρχαν εκείνη την εποχή ιδρυμένοι μακεδονικοί σύλλογοι.

Η κατάσταση δεν άλλαξε σημαντικά στο πέρασμα των χρόνων. Το 1999 λειτουργούσαν στην Αυστραλία και στον Καναδά είκοσι πέντε περίπου συλλογικά όργανα των μεταναστών από την ευρύτερη περιοχή της Κοζάνης και των Γρεβενών και δύο ομοσπονδίες. Μόνο στη Μελβούρνη λειτουργούσαν έξι συλλογικά όργανα των Κοζανιτών με μία ομοσπονδία, που ιδρύθηκε το 1993 για να έχει τη συντονιστική τους ευθύνη.

Ο ελληνομακεδονικός τύπος έπαιξε σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια των μεταναστών να επικοινωνήσουν μεταξύ τους και να μεταφέρουν νέα και ειδήσεις από την ιδιαίτερή τους πατρίδα και τα αθλητικά σωματεία των μακεδονικών κοινοτήτων λειτούργησαν επίσης ως μέσο για την κοινωνικοποίησή τους. Όμως τα οικονομικά και οργανωτικά προβλήματα και ο κοινός τόπος των προσωπικών και κομματικών ανταγωνισμών δεν επέτρεψαν, παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις, μία επιτυχημένη και κυρίως μακρόχρονη παρουσία εντός της ομογένειας αλλά και της χώρας υποδοχής. ΟMακεδονικός Κήρυξ (1962-1969), όργανο του Εθνικού Παμμακεδονικού Οργανισμού, ηΦλώρινα, που εκδόθηκε το 1963 ως όργανο του φιλανθρωπικού και ψυχαγωγικού Συλλόγου Φλώρινας,οΑκρίτας του Βορρά, επίσημο όργανο του Συλλόγου Θεσσαλονικέων Μελβούρνης (1969), ηΜακεδονία (που εκδόθηκε σε τρεις διαφορετικές προσπάθειες καθ' όλη την δεκαετία του 1970, ως όργανο της Παμμακεδονικής Ενώσεως Μελβούρνης), ηΜακεδονική Φωνή (1982, επανεκδόθηκε τον Μάιο του 1991), όργανο της Ομοσπονδίας Παμμακεδονικών Ενώσεων Αυστραλίας και ταΜακεδονικά Νέα (1981-1982) που εξέδωσε πρώην πρόεδρος της Παμμακεδονικής Ενώσεως Μελβούρνης σε αντιπολίτευση της προαναφερομένηςΜακεδονικής Φωνής που εξέδιδε η επίσημη Παμμακεδονική, η νέα εκδοτική προσπάθεια της Παμμακεδονικής Ενώσεως Μελβούρνης, με τον τίτλοΗ Παμμακεδονική, που ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1985, ηΜακεδονική Φωνή (εκδόθηκε το 1985) της Παμμακεδονικής Ενώσεως Νοτίου Αυστραλίας, τοΜακεδονικό Δελτίο, επίσημο όργανο του Αυστραλιανού Ινστιτούτου Μακεδονικών Σπουδών που πρωτοεκδόθηκε το 1991 (το οποίο μετά το 2001 συνεχίζει ωςΜακεδονικός Λόγος), υπήρξαν στις περισσότερες των περιπτώσεων έντυπα περιορισμένης κυκλοφορίας, βραχύβια, τα οποία εξέδωσαν διάφορες παμμακεδονικές οργανώσεις ή μεμονωμένοι εθνοτοπικοί σύλλογοι με κύριο σκοπό τους την ενημέρωση των αναγνωστών τους σε θέματα που αφορούσαν την μακεδονική πατριά στην Αυστραλία ή τις εξελίξεις στο Μακεδονικό Ζήτημα.

Οι εγκατεστημένοι στην Αυστραλία, τον Καναδά και τις ΗΠΑ μετανάστες από την Μακεδονία αλλά και οι υπόλοιποι ομογενείς είναι ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένοι και ενημερωμένοι σχετικά με το μακεδονικό πρόβλημα και τις δραστηριότητες της κυβερνήσεως της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Ειδικά αυτοί της Αυστραλίας, λόγω του πολυπληθούς και πολιτικά ενεργού πληθυσμού που κατάγεται από την γειτονική δημοκρατία και κατοικεί χρόνια στην ίδια ήπειρο αλλά και λόγω των πολλών εθνοτοπικών συλλόγων μεταναστών από την Μακεδονία, παραμένουν οι πλέον δραστήριοι. Στον Καναδά οι ομογενείς εμφανίζονται αρκετά ευαισθητοποιημένοι και ενημερωμένοι για το Μακεδονικό όπως και στις ΗΠΑ, αν και αυτοί οι τελευταίοι υστερούν σε σχέση με την Αυστραλία και τον Καναδά, για λόγους που προκύπτουν από τις διαφορές της πολιτικής που ακολούθησε κάθε μία χώρα σχετικά με την μετανάστευση και τις εθνικές μειονότητες μεταναστών αλλά και λόγω του γεγονότος ότι η μετανάστευση στην Αυστραλία και στον Καναδά είναι νεώτερη από εκείνη των ΗΠΑ. Σύλλογοι Μακεδόνων του εξωτερικού συνέχισαν, εξάλλου, να ιδρύονται μέχρι τα πρόσφατα χρόνια, κυρίως με αφορμή την επιβουλή της ελληνικότητος της Μακεδονίας από την ασκούμενη πολιτική της κάποτε Σοσιαλιστικής και νυν Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Έτσι, ιδρύθηκε το 1984 στο Γουέλιγκτον η «Παμμακεδονική Αδελφότητα Νέας Ζηλανδίας» και το 1989 στο Λονδίνο η «Μακεδονική Ένωση Μεγάλης Βρετανίας».

Εκτός όμως από όσους παραμένουν στην ξένη, σημαντικός υπήρξε ο αριθμός εκείνων που παλιννόστησαν και εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία. Με εξαίρεση την περιφέρεια της πρωτευούσης, οι περισσότεροι από τους παλιννόστες της περιόδου 1968-1977 εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία, σε ποσοστό 32,2%. Οι παλιννόστες από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (50%) και από τη Σουηδία (60%) εγκαταστάθηκαν κατά κύριο λόγο στη Μακεδονία. Αντιθέτως, μετανάστες από τις υπερπόντιες χώρες εγκαταστάθηκαν κυρίως στην πρωτεύουσα και την Πελοπόννησο και ακολούθως στη Μακεδονία. Πρόσφυγες που επέστρεψαν από τις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, εγκαταστάθηκαν κυρίως στη Μακεδονία και κατόπιν στην πρωτεύουσα.

Μεταξύ των δώδεκα νομών της χώρας, στους οποίους καταγράφηκε μεγάλος αριθμός παλιννοστούντων (πάνω από 10.000), πέντε ανήκουν στο γεωγραφικό διαμέρισμα της Μακεδονίας: νομός Σερρών (18.009), Καβάλας (17.337), Κοζάνης (13.754), Πιερίας (13.178), Δράμας (12.040). Από την άλλη, σχετικά μικρός αριθμός παλιννοστούντων (κάτω από 4.000) καταγράφηκε μεταξύ άλλων στο νομό Χαλκιδικής. Η κατανομή των παλιννοστούντων κατά νομό της Μακεδονίας έχει ως εξής:

ΝομόςΑριθμός παλιννοστούντων%
Γρεβενών6.9921,1
Δράμας12.0401,9
Ημαθίας9.4751,5
Θεσσαλονίκης82.60913,2
Καβάλας17.3372,8
Καστοριάς5.7370,9
Κοζάνης13.7542,2
Πέλλας8.7901,4
Πιερίας13.1782,1
Σερρών18.0092,9
Φλώρινας5.0920,8
Χαλκιδικής2.1970,4
Σύνολο χώρας627.625100,00

Συμπεράσματα

Η μετανάστευση αποτέλεσε για την Μακεδονία φαινόμενο ενδημικό και διαχρονικό σε όλη τη διάρκεια από το τέλος του ΙΘ΄ μέχρι τουλάχιστον το τρίτο τέταρτο του Κ΄ αιώνος. Κάθε γενιά πήρε τον δρόμο της αναχωρήσεως ακολουθώντας τα χνάρια της προηγουμένης, διαδικασία που διευκολύνθηκε από την πολιτική των προσκλήσεων που εφάρμοσαν οι χώρες υποδοχής μεταναστών από την μεσοπολεμική περίοδο ακόμη και επιτάθηκε από την αλυσιδωτή μετανάστευση, όπως εξελίχθηκε στα μεταπολεμικά χρόνια.

Αυτή η εθιμική πρακτική αλυσιδωτής μεταναστεύσεως, στην οποία «δέθηκαν» τα μέλη της ιδίας οικογενείας, το σόι και οι υπόλοιποι συγχωριανοί και φίλοι, έπαιξε τον δικό της ρόλο στην αναχώρηση εξίσου με τους άλλους παράγοντες.

Τα αίτια της μεταναστευτικής κινήσεως των Μακεδόνων υπήρξαν οικονομικά, ταυτόχρονα όμως και πολιτικά. Όχι σπάνια, βέβαια, καθίσταται εξαιρετικά δύσκολο να διακρίνει κανείς τις πολιτικές από τις οικονομικές αιτίες της μεταναστεύσεως. Ακόμη και τα ίδια τα άτομα συχνά δεν είναι σε θέση να εξηγήσουν πώς κατέληξαν στην απόφαση να μεταναστεύσουν.

Η αδυναμία της γης να τους εξασφαλίσει ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο ασφαλώς ώθησε τους Δυτικομακεδόνες, που είχαν στο ενεργητικό τους άλλωστε σημαντική μεταναστευτική παράδοση, να συνεχίσουν να μεταναστεύουν. Στην πραγματικότητα, στις περισσότερες περιπτώσεις ως αίτιο της μεταναστεύσεως λειτούργησε το σύνδρομο της φτώχειας και όχι η φτώχεια καθ' εαυτή, καθώς η υποαπασχόληση στον γεωργικό τομέα, που έχει να κάνει με την εποχικότητα και τα άλλα χαρακτηριστικά των παραδοσιακών καλλιεργειών, υπήρξε ενδημικό φαινόμενο της ελληνικής γεωργίας στο σύνολο της χώρας και όχι μόνον στη Μακεδονία.

Αποτέλεσε επίσης η μετανάστευση εκδήλωση της αδυναμίας τους να προσαρμοσθούν στα νέα οικονομικά δεδομένα της εκμηχάνισης και της εμπορευματοποιήσεως της παραγωγής, που με τρόπο ραγδαίο εισήχθησαν στη δεκαετία του 1920 στην μακεδονική οικονομία. Μπορεί ακόμη να ερμηνευθεί ως έκφραση της απογοητεύσεώς τους από την ελληνική διοίκηση, καθώς οι συνθήκες διαβιώσεώς τους δε βελτιώθηκαν σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Ο γεωργικός κλήρος τους δεν μεγάλωσε, το προϊόν της γεωργικής παραγωγής δεν αυξήθηκε ούτε βελτιώθηκαν οι τιμές, ενώ άλλες διέξοδοι οικονομικής προόδου δε φαίνονταν από πουθενά. Και η σύγκριση με το οικονομικό και βιοτικό επίπεδο των χωρών υποδοχής, όπως λ.χ. παρουσιαζόταν μπροστά τους κάθε φορά που κάποιος μετανάστης επέστρεφε στην πατρίδα για κάποια ολιγόχρονη επίσκεψη, ήταν αρνητική για την δική τους θέση. Όσο μεγαλύτερη φάνταζε κάθε φορά αυτή η διαφορά, τόσο εντονώτερο εμφανιζόταν το κύμα της μεταναστεύσεως.

Όμως η διαδικασία της οικονομικής ανάπτυξης σε μία χώρα μπορεί να εντείνει ή να επιδεινώσει μία τοπική διαμάχη και η αποτυχία της εξουσίας να εξεύρει λύσεις που θα επιτρέψουν τη συμβίωση και θα αποτρέψουν τις ρήξεις στον κοινωνικό ιστό της χώρας από οικονομικούς ή άλλους ανταγωνισμούς μεταξύ των διαφόρων ομάδων του πληθυσμού, είναι ικανή να οδηγήσει σε σύγκρουση -έστω λανθάνουσα- ή σε εξωτερική μετανάστευση όσων αδυνατούν να βελτιώσουν την κοινωνική και οικονομική τους θέση. Η περίπτωση της εξωτερικής μεταναστεύσεως από την Μακεδονία αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα. Κατά τα μεσοπολεμικά χρόνια, μάλιστα, ανέστειλε την διαδικασία ενσωματώσεως των εντοπίων κατοίκων της περιοχής, ειδικά των Σλαβοφώνων της Δυτικής Μακεδονίας, στο ελληνικό κράτος, ενώ διευκόλυνε την εκδήλωση εθνοτικής διαφοροποιήσεως στο εξωτερικό από την δεκαετία του 1950 και εξής. Η γεωγραφική απόσταση και η αδέξια στάση της γενέτειρας σε αρκετές περιπτώσεις ενίσχυσαν παρά εξάλειψαν αυτήν την διαφοροποίηση.

Το ελληνικό κράτος δεν έλαβε σοβαρά υπόψη του το μεσοπολεμικό ούτε το μεταπολεμικό μεταναστευτικό ρεύμα από την Μακεδονία (όπως άλλωστε και από την υπόλοιπη χώρα). Οι ελάχιστες πρωτοβουλίες που έλαβε, αποσκοπούσαν άλλοτε στην προστασία των μεταναστών από τα κυκλώματα της παρανομίας και της εκμεταλλεύσεως, άλλοτε στην αντιμετώπιση της πιεστικής απαιτήσεως των πολιτών να επιτραπεί η μετανάστευση προς συγκεκριμένες χώρες και κάποτε στην κατασίγαση της μεταναστευτικής επιθυμίας μεταξύ των κατοίκων της Μακεδονίας.

Στην πραγματικότητα, η εξωτερική (υπερπόντια) μετανάστευση της περιόδου μετά το 1922 από την Μακεδονία ελάχιστα απασχόλησε ως κοινωνικοοικονομικό φαινόμενο την Ελληνική Πολιτεία και μόνον οι πολιτικές και οι εθνικές διαστάσεις της προσήλκυσαν το ενδιαφέρον της τοπικής εξουσίας και της κεντρικής διοικήσεως. Αφοσιωμένο στην διαδικασία της αποκαταστάσεως των προσφύγων, με έμφαση στη Βόρειο Ελλάδα, στην προώθηση του οικονομικού και κοινωνικού εκσυγχρονισμού της χώρας αλλά και στο εξωτερικό, στην τήρηση των ισορροπιών στον βαλκανικό περίγυρο, το ελληνικό μεσοπολεμικό κράτος πολύ λίγο ασχολήθηκε με ένα φαινόμενο που ούτως ή άλλως βρισκόταν σε φάση υφέσεως σε πανελλαδικό αλλά και σε τοπικό επίπεδο. Ακολούθησε απλώς ανακλαστική πολιτική κάθε φορά που εκ των πραγμάτων υποχρεωνόταν να αντιμετωπίσει τις εξελίξεις. Το ίδιο έπραξε και από τις αρχές της δεκαετίας του 1950, όταν όχι μόνον δεν κατέβαλε καμία ουσιαστική προσπάθεια αναχαιτίσεως, αλλά ούτε έλαβε μέτρα κατάλληλα για την δημιουργική και πλήρη αξιοποίηση των μεταναστών, είτε κατά την παραμονή τους στην ξένη είτε -περισσότερο- κατά την επάνοδό τους, για την ανάπτυξη της ελληνικής βιομηχανίας και οικονομίας. Αντίθετα, ο εκθειασμός των θετικών επιπτώσεων της μεταναστεύσεως κυρίως για την ελληνική οικονομία ενίσχυσε την τάση για αναχώρηση εργατικών χεριών στο εξωτερικό.

Η ελλιπής, ασυντόνιστη ή αυτοαναιρούμενη στάση της ελληνικής διοικήσεως σε όλες τις φάσεις της μεταναστευτικής διαδικασίας, από την αναχώρηση και την παραμονή στο εξωτερικό έως την παλιννόστηση, που έως έναν βαθμό αφορούσε το σύνολο της ελληνικής υπερπόντιας μεταναστεύσεως, αυτή η απόσταση μεταξύ θεωρίας και πράξεως στη χάραξη και την άσκηση πολιτικής στο ζήτημα της μεταναστεύσεως από την Μακεδονία από τη μια μεριά εμπόδισε την υλοποίηση συγκεκριμένων διοικητικής φύσεως μέτρων περιορισμού, ενώ από την άλλη απέτρεψε τυχόν δυσμενή αποτελέσματα από την αυστηρή εφαρμογή παρομοίων μέτρων.

Ως εναλλακτική της αντιπαραθέσεως, η εξωτερική μετανάστευση κατά μία έννοια καταλήγει να γίνει ένας μηχανισμός, κατά τον οποίο ο μεταναστεύων μετατρέπεται σε «άλλον», σε «απειλή». Αυτή η «απειλή», οι φόβοι της ελληνικής διοικήσεως που ανήγαν τις ρίζες τους σε προηγούμενες ιστορικές φάσεις και η απειλή που θεωρούσε πως υφίστατο εις βάρος των συνόρων από τις βαλκανικές γείτονες χώρες ήταν που κινητοποίησαν τον κρατικό μηχανισμό να αντιμετωπίσει την μετανάστευση από την Μακεδονία. Η ελληνική διοίκηση στάθηκε εν τέλει απέναντι στο μεταναστευτικό φαινόμενο με τον ίδιο αμήχανο και αναποτελεσματικό τρόπο που αντιμετώπισε τον γηγενή -κυρίως τον σλαβόφωνο- πληθυσμό της περιοχής.

Η ταραγμένη πολιτική και κοινωνική κατάσταση στη Μακεδονία (αλλά και στην Ελλάδα) του Μεσοπολέμου και στη συνέχεια μετά τον Εμφύλιο, αποτελούσε αιτία για εξωτερική μετανάστευση. Οι πολιτικές εξελίξεις στη χώρα προελεύσεως αλλά και στη χώρα παραμονής τους έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ταυτότητος των Μακεδόνων μεταναστών στο εξωτερικό και η μεταφορά και καλλιέργεια πολιτικών προηγουμένων και καταστάσεων από την παλαιά στη νέα πατρίδα προκάλεσε τρομακτική αναστάτωση στις κοινότητες των μεταναστών στο εξωτερικό.

Όσοι από τους μετανάστες είχαν ήδη από την πατρίδα διαμορφωμένη πολιτική συνείδηση και μαζί την συνήθεια ή το τάλαντο ενασχολήσεως με τέτοια ζητήματα, ήταν πολύ πιθανόν ότι θα συνέχιζαν το ίδιο και στη νέα χώρα. Οι υπόλοιποι, η μεγάλη πλειοψηφία προφανώς, στάθηκαν μάλλον αδιάφοροι ή αδύναμοι στο εξωτερικό όσο αδύναμοι φάνηκαν μπροστά στις κοσμοϊστορικές αλλαγές που είχαν συμβεί στην πατρίδα τους, από τις αρχές του Κ΄ αιώνος. Στους οργανισμούς των μεταναστών, μικρή μερίδα μόνο αναμείχθηκε στη διαχείριση της εξουσίας και των κοινοτικών πραγμάτων. Σκληρά εργαζόμενοι οι Μακεδόνες μετανάστες, μικρό ενδιαφέρον διατηρούσαν για την ανάμειξη σε συλλόγους και οργανώσεις. Πληροφορούνταν όσα συνέβαιναν στην πατρίδα συνήθως φιλτραρισμένα μέσω της αλληλογραφίας τους με τους δικούς τους ή από την αρθρογραφία κάποιας ομογενειακής εφημερίδος, όποτε κάποιο φύλλο της έπεφτε στα χέρια τους.

Και αν μεταξύ των παραγόντων απωθήσεως συμπεριλαμβανόταν η αντίδραση σε καθετί ελληνικό, η μετανάστευση δεν αποτέλεσε κατ' ανάγκη -όχι εξ αρχής τουλάχιστον- εκδήλωση προσδιοριστική κάποιας άλλης ταυτότητος (βουλγαρικής, βουλγαρομακεδονικής ή μακεδονικής). Η Ελλάς μετατράπηκε σε «εχθρό» για μερίδα των Μακεδόνων μεταναστών μόνον μεταπολεμικά, υπό το φως των δεδομένων που προέκυψαν από τα γεγονότα κυρίως της Κατοχής και του Εμφυλίου στη Μακεδονία. Τότε, ένα μέρος της αλυτρωτικής ιδεολογίας του Μακεδονισμού αναζήτησε την θεμελίωσή του στη στάση του ελληνικού κράτους και στις σχέσεις του με τον σλαβόφωνο πληθυσμό στη διάρκεια του Μεσοπολέμου.

Εν τέλει, πολιτικά και οικονομικά αίτια έπαιξαν περισσότερο τον ρόλο της σκανδάλης στην απόφαση για μετανάστευση. Η επιλογή να παραμείνουν στην Ελλάδα ή να αναζητήσουν καλύτερη μοίρα σε κάποια από τις χώρες υποδοχής μεταναστών, παρέμεινε σε σημαντικό βαθμό καθαρά προσωπικό ζήτημα για τους κατοίκους της Μακεδονίας, όπως και της υπόλοιπης Ελλάδος.

Σήμερα, πολλές από τις εν γένει αρνητικές επιδράσεις της μεταναστεύσεως έχουν αμβλυνθεί και άλλοτε τελείως εξαλειφθεί. Μονιμότερα ίχνη μπορούσε να εντοπίσει κανείς μέχρι τα τέλη του περασμένου αιώνος, ίσως σε νομούς που παρουσίασαν έντονη αποδημητική ροπή και δεν ανέκτησαν τον πληθυσμό τους μετά το ρεύμα της παλιννοστήσεως.


Πίνακας 1: Εξωτερική μετανάστευση ανά γεωγραφικό διαμέρισμα της χώρας, 1955-1977
Γεωγραφικό διαμέρισμα1955-19591960-19641965-19691970-19741975-1977
Αριθμός μεταναστών%Αριθμός μεταναστών%Αριθμός μεταναστών%Αριθμός μεταναστών%Αριθμός μεταναστών%
Περιφέρεια πρωτεύουσας34.64124,0959.79515,0067.55517,3639.53815,8313.51823,63
Στερεά Ελλάδα-Εύβοια4.7943,3312.8523,2417.1984,4210.9204,372.8915,05
Πελοπόννησος20.51014,2739.5169,974351511,1818.7477,504.0717,11
Ιόνιοι νήσοι2.6201,829.8982,5012.4843,215.1832,071.1101,94
Ήπειρος2.5821,8024.2756,1224.4096,2717.5847,042.9195,10
Θεσσαλία2.3471,6316.7784,23214665,52197647,9125004,37
Μακεδονία23.16316,11125.82431,75135.29034,7689.59435,8716.44228,75
Θράκη16.19411.2628.7557,2625.2116,4819.2957,733.1465,50
Νήσοι Αιγαίου10.4597,2821.7015,4822.5135,7812.0024,802.7524,81
Κρήτη2.2021,5311.6462,9310.6202,738.4713,391.2852,25
Δεν δήλωσαν24.25116,8845.26011,438.9502,298.6983,496.57611,49
Σύνολο143.763100,00396.300100,00389.211100,00249.796100,00157.210100,00
Πίνακας 2: Εξωτερική μετανάστευση από την Κεντρική και Δυτική Μακεδονία, 1961-1977
νομός1961196219631964196519661967196819691970
Γρεβενών----1.4819393054881.4441.069
Ημαθίας6001.0201.7112.0121.7941.1993975901.9621.954
Θεσσαλονίκης2.5064.5655.3985.7277.1814.1132.0603.0655.2666.370
Καστοριάς7321.4431.1361.2491.4981.229666777757658
Κιλκίς6682.1352.0573.0183.7581.9605037702.0432.471
Κοζάνης1.1644.4553.9874.5493.8652.4709311.5983.7553.628
Πέλλας5871.9592.3242.8693.1261.9745309182.7112.689
Πιερίας1.0872.3121.9272.3053.2782.1316451.1222.6122.798
Φλώρινας1.5332.6562.6993.0653.2552.3571.4141.4981.7021.457
Χαλκιδικής256692764691764414128264369499
Σύνολο9.13321.23722.00325.48530.00018.7897.57911.09022.62123.593
νομός1971197219731974197519761977σύνολο
Γρεβενών6245922412031251531247.788
Ημαθίας1.21372735831225824324316.593
Θεσσαλονίκης4.6882.7491.6151.6831.5141.3351.04360.878
Καστοριάς49631721617417816811711.811
Κιλκίς1.15278648340532634631123.192
Κοζάνης1.7951.1256355341.46352251535.991
Πέλλας1.8481.17363045938136335224.893
Πιερίας1.6341.12555950735236636225.122
Φλώρινας1.12679057739131923117325.243
Χαλκιδικής368209908363102635.819
Σύνολο14.9449.5935.4044.7513.9793.8293.303237.330
Πίνακας 3: Παλιννόστηση στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία, 1969-1977
νομός196919701971197219731974197519761977σύνολο
Γρεβενών1281782132202202583633621042.406
Ημαθίας2082993633773334587386762213.673
Θεσσαλονίκης1.3901.7331.8862.4782.1532.5404.0984.1051.56721.950
Καστοριάς186234225257219186289281991.976
Κιλκίς3283884534984196459177232274.598
Κοζάνης4125635776886887319508782985.785
Πέλλας3043724645144535281.0189612734.887
Πιερίας3444084775465377251.3061.0593865.788
Φλώρινας2693603403652423294494051112.870
Χαλκιδικής818210114913377177208541.062
Σύνολο3.6504.6175.0996.0925.3976.47710.3059.6583.34054.635
Πίνακας 4: Καθαρή μεταναστευτική κίνηση εξωτερικού Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, 1969-1977
Νομός196919701971197219731974197519761977σύνολο
Γρεβενών-1.016-891-411-372-21+55+238+209-20-2.229
Ημαθίας-1.754-1.655-850-380-25+146+480+433-22-3.627
Θεσσαλονίκης-3.876-4.637-2.802-271+538+857+2.584+2.770+524-4.313
Καστοριάς-571-424-271-60+3+12+111+113-18-1.105
Κιλκίς-1.715-2.083-699-288-64+240+591+377-84-3.725
Κοζάνης-3.343-3.065-1.218-437+53+197+487+536-217-7.187
Πέλλας-2.407-2.317-1.384-659-177+69+637+598-79-5.719
Πιερίας-2.268-2.390-1.157-579-22+218+954+693+24-4.527
Φλώρινας-1.433-1.097-786-425-335-62+130+174-62-3.896
Χαλκιδικής-288-417-267-60+43-6+114+106-9-784
Σύνολο-18.671-18.976-9.845-3.531-7+1.726+6.326+5.829+37-37.112


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

α. Πηγές

1. ΚΡΑΤΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ

Ιστορικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών

ΙΑΥΕ/1907/(Ιαν.-Ιούν.)

ΙΑΥΕ/1907/(Ιούλ.-Δεκ.)

ΙΑΥΕ/1907/αακ/ΣΤ

ΙΑΥΕ/1919/Α/αακ13

ΙΑΥΕ/1921/Β/452

ΙΑΥΕ/1922/Β/5910

ΙΑΥΕ/1923/Β/59/9

ΙΑΥΕ/1925/Ζ/172

ΙΑΥΕ/1929/Α/2/ΙΙ

ΙΑΥΕ/1929/Α/2/ΙΙ

ΙΑΥΕ/1929/Α/6/ΙΙ

ΙΑΥΕ/1929/Α/21/ΙΙ

ΙΑΥΕ/1930/Α/2/ΙΙ

ΙΑΥΕ/1931/Α/6/ΙΙα

ΙΑΥΕ/1931-32/Α/ΙΙΙ

ΙΑΥΕ/1932/Α/6/ΙΙ

ΙΑΥΕ/1932/Α/6/ΙΙα

ΙΑΥΕ/1932/Β/13/Β

ΙΑΥΕ/1933/Α/6/ΙΙγ

ΙΑΥΕ/1934/Α/6/ΙΙ1

ΙΑΥΕ/1935/Α/6/4&Α/6/9

ΙΑΥΕ/1936/Α/6/9

Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας

Γενική Διοίκηση Μακεδονίας: Φάκελοι 18-21, 70, 88

Γενική Διοίκηση Δυτικής Μακεδονίας: Φάκελος 16/6

AustralianΑrchives

Α981/1 MIS 62

Α/1066/1 IC45/3/301

A445/1 197/2/1

ACT A 6122/XRI 370

SA D400/0 SA 1954/1906

2. ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ

Αρχείο Α.-Α. Ταχιάου

Αρχείο Αθανασίου Σουλιώτη-Νικολαΐδη (Γεννάδειος Βιβλιοθήκη)

Αρχείο Ελληνομακεδονικού Συλλόγου «Μέγας Αλέξανδρος» Πέρθης Δυτικής Αυστραλίας

β. Δευτερογενείς πηγές

1. ΗΜΕΡΗΣΙΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

Καστοριά Μακεδονία (Θεσσαλονίκης)

Macedonian Tribune

Journal of Modern Greek Studies

Σιατιστινά

2. ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ

Βακαλόπουλος, Απ.,Ιστορία της Μακεδονίας, 1354-1833, Θεσσαλονίκη 1969.

Βακαλόπουλος, Απόστολος Ε., «Οι Δυτικομακεδόνες απόδημοι επί Τουρκοκρατίας»,Παγκαρπία μακεδονικής γης. Μελέτες Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, Θεσσαλονίκη 1980, 403-448.

Χασιώτης, Ι.Κ.,Επισκόπηση της ιστορίας της νεοελληνικής διασποράς, Θεσσαλονίκη 1993.

Δάρδας, Αναστάσιος, «Οι απόδημοι Σιατιστινοί και η δραστηριότητά τους κατά την Τουρκοκρατία»,Σιατιστινά, 9-10 (1993), 5-17.

Δουκάκης, Β., «Εξωτερική μετανάστευση και συγκριτικό πλεονέκτημα», Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού,Πρόγραμμα ερευνών αποδημίας-παλιννόστησης του ελληνικού πληθυσμού, τ. Α΄ Εισαγωγικές παρατηρήσεις, Αθήνα 1993, 109-130.

Έμκε-Πουλοπούλου, Ήρα,Προβλήματα μετανάστευσης παλιννόστησης, Αθήνα 1986.

Filias, Vassilis, «Research in the province of Florina», Social Sciences Centre,Essays on Greek migration, Αθήνα 1967, 78-85.

Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού,Πρόγραμμα ερευνών αποδημίας-παλιννόστησης του ελληνικού πληθυσμού, τ. Β΄ Παλιννόστηση 1971-86: Αποτελέσματα από τη μικροαπογραφή 1985-86, Αθήνα 1992.

Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού,Πρόγραμμα ερευνών αποδημίας-παλιννόστησης του ελληνικού πληθυσμού, τ. Α΄ Εισαγωγικές παρατηρήσεις, Αθήνα 1993.

Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού,Ο απόδημος ελληνισμός: Φάκελος Αυστραλία, ΗΠΑ, Καναδά, Νέα Ζηλανδία, Αθήνα 1995.

Gounaris, Basil C., «Emigration from Macedonia in the Early Twentieth Century»,Journal of Modern Greek Studies, 7 (1989), 133-153.

Hellenic Studies Forum Inc.,Greeks in English speaking countries, Φιτζρόι Βικτόρια 1993.

Καλογερόπουλος, Νίκος (επιμ.)Κοζάνη και Γρεβενά: Ο χώρος και οι άνθρωποι, Θεσσαλονίκη 2004.

Κασιμάτη, Κούλα,Μετανάστευση - Παλιννόστηση: Η προβληματική της δεύτερης γενιάς, Αθήνα 1984.

Kayser, Bernard,Ανθρωπογεωγραφία της Ελλάδος, Αθήνα 1968.

Κουρτούμη-Χαντζή, Τριανταφυλλιά Ν., «Η ελληνική μετανάστευση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και η πολιτική της Ελλάδας (1890-1924)», ανέκδοτη διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 1999.

Λαγάνη, Ειρήνη,Το «παιδομάζωμα» και οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις, 1949-1953. Μια κριτική προσέγγιση, Αθήνα 1996.

Λάμπρου, Σπυρίδων Π.,Σελίδες εκ της ιστορίας τού εν Ουγγαρία και Αυστρία Μακεδονικού Ελληνισμού, Αθήνα 1991.

Λυριτζής, Γ.,Αι μακεδονικαί κοινότηται της Αυστροουγγαρίας επί Τουρκοκρατίας, Κοζάνη 1952.

Mandatzis, Christos M., «Emigration from the district of Kastoria, 1922-1930»,Balkan Studies, 37/1 (1996), 107-131.

Μανδατζής, Χρήστος Μ., «Υπερπόντια μετανάστευση από τη Μακεδονία, 1923-1936», ανέκδοτη διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 2001.

Μανδατζής, Χ.Μ., «Από θύματα πολέμου μετεκπαιδευόμενοι αγρότες: Πρώτες απόπειρες μετανάστευσης από τη Μακεδονία στην Αυστραλία μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου»,Πρακτικά ΚΔ΄ Ιστορικού Συνεδρίου της Ελληνικής Ιστορικής Εταιρείας, Θεσσαλονίκη 2004, 643-660.

Μανδατζής, Χ.Μ., «Τάσεις εξωτερικής μετανάστευσης από το νομό Κοζάνης κατά τον 20ό αιώνα», Καλογερόπουλος, Νίκος (επιμ.)Κοζάνη και Γρεβενά: Ο χώρος και οι άνθρωποι, Θεσσαλονίκη 2004, 185-193.

Μανδατζής, Χρήστος Μ., «Αυστραλιανό Συμβούλιο της Διεθνούς Κοινωνικής Υπηρεσίας: Μια μη κυβερνητική οργάνωση στην υπηρεσία των 'παιδιών του παιδομαζώματος'»,Πρακτικά ΚΕ΄ Ιστορικού Συνεδρίου της Ελληνικής Ιστορικής Εταιρείας, Θεσσαλονίκη 2005.

Mapstone, James R., «The Greek Macedonians of Shepparton: A study of immigrant assimilation in a rural area of Australia», διδακτορική διατριβή, Καμπέρα, Εθνικό Αυστραλιανό Πανεπιστήμιο 1966.

Νικολαΐδου, Ελευθερία Ι., «Συμβολή στην ιστορία τεσσάρων ελληνικών κοινοτήτων της Αυστροουγγαρίας (Zemun, Novi Sad, Orsova, Temesvar)»,Δωδώνη, 9 (1980), 323-373.

Nizamoff, Christo N.,Struggle for Freedom. ReflectionsandReminiscences, Ινδιανάπολη,

Παπαδάκης, Μιχαήλ - Τσίμπος, Κλέων, «Δημογραφικές επιδράσεις εξωτερικής μετανάστευσης κατά τη μεταπολεμική περίοδο (1955-85)», Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού,Πρόγραμμα ερευνών αποδημίας-παλιννόστησης του ελληνικού πληθυσμού, τ. Α΄ Εισαγωγικές παρατηρήσεις, Αθήνα 1993, 59-85.

Παπαδριανός, Ιωάννης Α.,Οι Έλληνες της Σερβίας (18ος-20ός αι.), Αλεξανδρούπολη 2001.

Πορταρίτου, Βάσω, «Η μετανάστευση»,Ελλάδα. ΙστορίακαιΠολιτισμός, τ. 8, 326-365.

Price, C.A., «An Historical Approach to Migration and Assimilation (with special reference to the Greeks of Toronto and Sydney, the Dalmatians of California and Western Australia, and the Slav-Macedonians of Toronto and Canberra)», Price, C.A. (επιμ.),The study of Immigrants in Australia, Καμπέρα 1960, 88-105.

Price, C.A. (επιμ.),The study of Immigrants in Australia, Καμπέρα 1960.

Price, Charles (επιμ.),Greeks in Australia, Καμπέρα 1975.

Social Sciences Centre,Essays on Greek migration, Αθήνα 1967.

Skoufis, Panayiotis, «Research in the province of Imathia», Social Sciences Centre,Essays on Greek migration, Αθήνα 1967, 86-94.

Syrpis, George, «Research in the province of Drama», Social Sciences Centre,Essays on Greek migration, Αθήνα 1967, 69-77.

Tamis, A., «Greek Macedonians: The first settlers in Australia from mainland Greece during the pre-war period», Tamis, A.M. (επιμ.),Macedonian Hellenism, Μελβούρνη 1990, 332-348.

Tamis, A.M. (επιμ.),Macedonian Hellenism, Μελβούρνη 1990.

Tamis, Anastasios M.,The immigration and settlement of Macedonian Greeks in Australia, Μπαντούρα Βικτόρια 1994.

Tamis, Anastasios M. - Tsolakis, Demetrios,The History of Greeks of Canberra and Disticts, Μελβούρνη 1999.

Τάμης, Αναστάσιος Μ.,Η ιστορία των Ελλήνων της Αυστραλίας, τ. Β΄, Φιτζρόι Βικτόρια 2000.

[The Zhelevo Brotherhood of Toronto],Short History of Zhelevo village, Macedonia, Τορόντο χ.χ.

Tsounis, Michael P.,Greeks in South Australia, Honours degree Bachelor of Arts, University of Adelaide, 1963, Michael P.

Tsounis, Μ.P., «Greek Communities in Australia», Price, Charles (επιμ.),Greeks in Australia, Καμπέρα 1975, 18-71.

Tsounis, Michael, «Greek Community, Paroikia, Formations in Australia: 1880s-1980s», Hellenic Studies Forum Inc.,Greeks in English speaking countries, Φιτζρόι Βικτόρια 1993, 25-41.

Υπηρεσία Περιφερειακής Ανάπτυξης Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας,Περιφέρεια Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, Δημογραφικά - Οικονομικά χαρακτηριστικά, εξελίξεις - προοπτικές 1961-1985, Θεσσαλονίκη 1977.

Υπουργείο Συντονισμού, Υπηρεσία Περιφερειακής Αναπτύξεως Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας,Νομός Γρεβενών, Υπάρχουσα κατάσταση - Προβλήματα, δυνατότητες και προοπτικές αναπτύξεως, μέτρα πολιτικής - Βασικά έργα, Θεσσαλονίκη 1978.

Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, Υπηρεσία Περιφερειακής Ανάπτυξης Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας,Δημογραφικά χαρακτηριστικά Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας: Εξελίξεις, προοπτικές 1940-1990, Θεσσαλονίκη 1982.

Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, Υπηρεσία Περιφερειακής Ανάπτυξης Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας,Δειγματοληπτική έρευνα εξωτερικής μετανάστευσης: Νομός Κοζάνης, Θεσσαλονίκη 1985.

Valaoras, Vassilis, «Greece's unfavourable demographic prospects», Social Sciences Centre,EssaysonGreekmigration, Αθήνα 1967, 151-163.

Vasiliadis, Peter,Whose are you? Identity and Ethnicity among the Toronto Macedonians, Νέα Υόρκη 1989.

Ι.Κ. Χασιώτης,Επισκόπηση της ιστορίας της νεοελληνικής διασποράς, Θεσσαλονίκη 1993, σσ. 35-40. Ήρα Έμκε-Πουλοπούλου,Προβλήματα μετανάστευσης παλιννόστησης, Αθήνα 1986, σ. 37.

Αναλυτικότερα βλ. Απ. Βακαλόπουλος,Ιστορία της Μακεδονίας, 1354-1833, Θεσσαλονίκη 1969, σσ. 349-394. Για τις επιδράσεις των Δυτικομακεδόνων αποδήμων στην Ευρώπη και τη Βαλκανική στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, βλ. στο ίδιο, σσ. 395 κ.εξ. Επίσης Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, «Οι Δυτικομακεδόνες απόδημοι επί Τουρκοκρατίας»,Παγκαρπία μακεδονικής γης. Μελέτες Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, Θεσσαλονίκη 1980, σσ. 403-448. Ελευθερία Ι. Νικολαΐδου, «Συμβολή στην ιστορία τεσσάρων ελληνικών κοινοτήτων της Αυστροουγγαρίας (Zemun, Novi Sad, Orsova, Temesvar)»,Δωδώνη, 9 (1980), σσ. 323-373. Γ. Λυριτζής,Αι μακεδονικαί κοινότηται της Αυστροουγγαρίας επί Τουρκοκρατίας, Κοζάνη 1952. Αναστάσιος Δάρδας, «Οι απόδημοι Σιατιστινοί και η δραστηριότητά τους κατά την Τουρκοκρατία»,Σιατιστινά, 9-10 (1993), σσ. 5-17. Ioannis Papandrianos, «Macedonian Immigrants to the north-western regions of the Balkan, 18th-19th centuries», A.M. Tamis (επιμ.),Macedonian Hellenism, Μελβούρνη 1990, σσ. 124-128. Σπυρίδων Π. Λάμπρου,Σελίδες εκ της ιστορίας τού εν Ουγγαρία και Αυστρία Μακεδονικού Ελληνισμού, Αθήνα 1991. Ιωάννης Α. Παπαδριανός,Οι Έλληνες της Σερβίας (18ος-20ός αι.), Αλεξανδρούπολη 2001.

ΙΜΜΑ/ΚΕΜΙΤ/NAUSA, ρολό 15 f. 112, P.H. Lazzaro προς John Leishmann (πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη), Θεσσαλονίκη, 24 Φεβ. 1908, αρ. πρωτ 593. Basil C. Gounaris, «Emigration from Macedonia in the Early Twentieth Century»,Journal of Modern Greek Studies, 7 (1989), σσ. 136-140.

Ιδιωτικό αρχείο Α.-Α. Ταχιάου,«Στατιστική δεικνύουσα κατά προσέγγισιν τον αριθμόν των εν Αμερική ευρισκομένων μεταναστών και προερχομένων εκ των σαντζακίων Μοναστηρίου, Φλωρίνης, Καστορίας, Κορυτσάς, Πρεσπών, Ρέσνης, Αχρίδος, Κρουσόβου, Περλεπέ και λοιπών μερών», Μοναστήρι, 15 Ιαν. 1910, συνημμένη σε υπόμνημα «οι αδελφοί Γ. Ταχιάου» [Αντώνιος και Νικόλαος] προς [Λ.Κορομηλά], Μοναστήρι 25 Φεβρουαρίου 1910.

C.A. Price, «An Historical Approach to Migration and Assimilation (with special reference to the Greeks of Toronto and Sydney, the Dalmatians of California and Western Australia, and the Slav-Macedonians of Toronto and Canberra)», C.A. Price (επιμ.),The study of Immigrants in Australia, Καμπέρα 1960, σσ. 88-105, κυρίως σσ. 92, 101.

Τριανταφυλλιά Ν. Κουρτούμη-Χαντζή, «Η ελληνική μετανάστευση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και η πολιτική της Ελλάδας (1890-1924)», ανέκδοτη διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 1999, σσ. 131-135, 155-157, 330-332.

Gounaris, «Emigration»,ό.π., σσ. 140-141, 146-149.

Peter Vasiliadis,Whose are you? Identity and Ethnicity among the Toronto Macedonians, Νέα Υόρκη 1989, σ. 156.

MacedonianTribune, 10 Ιαν. 1991, σσ. 3, 4.

ΙΑΥΕ/1907/(Ιούλ.-Δεκ.), ιδιωτική επιστολή Ιω. Π. Κόντας προς Ι. Αδαμίδη (εκ Κορυτσάς καταγόμενο δικηγόρο Θεσσαλονίκης), Βοστόνη, 5 Σεπτ. 1906. Γεν. Προξ. Θεσσαλονίκης προς Υπ. Εξ., Θεσσαλονίκη, 14 Σεπ. 1906, αρ. πρωτ. 521, εμπ. Υπ. Εξ. προς Γεν. Προξ. Νέας Υόρκης, Αθήνα, 16 Φεβ. 1907, αρ. πρωτ. 3934.

ΙΑΥΕ/1907/αακ/ΣΤ, Γεν. Προξ. της Ελλάδας σε Νέα Υόρκη προς Υπ. Εξ., Νέα Υόρκη, 28 Φεβ./13 Μαρ. 1907, αρ. πρωτ. 3665 εμπ. Προξενείο Σεντ Λούις προς Υπ. Εξ., Σεντ Λούις, 2/15 Μαρ. 1907, αρ. πρωτ. 62. Γεν. Προξ. Σικάγου προς Υπ. Εξ., Σικάγο, 28 Μαρ. 1907, αρ. πρωτ. 4966. Επίσης, ΙΑΥΕ/1907/(Ιαν.-Ιούν.), Γεν. Προξ. Σικάγου προς Υπ. Εξ., Σικάγο, 30 Ιαν. 1907, αρ. πρωτ. 4813.

Christo N. Nizamoff,Struggle for Freedom. Reflections and Reminiscences, Ινδιανάπολη

Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας / Γενική Διοίκηση Μακεδονίας (στο εξής ΙΑΜ/ΓΔΜ) / 70, τηλεγράφημα Αγοραστός προς Γενική Διοίκηση Μακεδονίας (στο εξής ΓΔΜ), Φλώρινα, 9 Αυγ. 1913, αρ. 2001 και Διεύθυνση Εσωτερικών ΓΔΜ προς Νομαρχία Φλωρίνης, Θεσσαλονίκη, 10 Αυγ. 1913, αρ. πρωτ. 1728.

ΙΑΜ/ΓΔΜ/70, τηλεγράφημα Αγοραστός προς ΓΔΜ, Φλώρινα, 29 Σεπ. 1913, αρ. πρωτ. 2496.

ΙΑΜ/ΓΔΜ/70, Ανωτέρα Διοίκηση Χωροφυλακής Μακεδονίας προς ΓΔΜ, Θεσσαλονίκη, 15 Νοε. 1913, αρ. 32461«περί των εις Αμερικήν αποδημούντων», που διαβιβάζει το τηλεγράφημα της Αστυνομικής Διεύθυνσης Φλωρίνης προς Διοίκηση Χωροφυλακής Θεσσαλονίκης, Φλώρινα, 14 Νοε. 1913, αρ. 9057.

ΙΑΜ/ΓΔΜ/70, τηλεγράφημα ο νομαρχεύων Φλωρίνης Φλ. Αγοραστός προς ΓΔΜ, Διεύθυνση Εσωτερικών, Φλώρινα, 11 Νοε. 1913, αρ. πρωτ. 2988, συνημμένο σε ΓΔΜ, Διεύθυνση Εσωτερικών προς Υπ. Εσ., Θεσσαλονίκη, 13 Νοε. 1913, αρ. πρωτ. 18594.

ΙΑΜ/ΓΔΜ/70, τηλεγράφημα ο υπουργός Ρέπουλης προς ΓΔΜ, Αθήνα 16 Νοε. 1913, αρ. 29441.

ΙΑΜ/ΓΔΜ/70, τηλεγράφημα Αγοραστός προς ΓΔΜ, Φλώρινα, 6 Οκτ. 1913, αρ. πρωτ. 2623. Οι πηγές μιλούν για προσφυγική μετανάστευση τουλάχιστον 130.000 μουσουλμάνων από τη Μακεδονία προς την Τουρκία μέσα στο 1913 και τους πρώτους μήνες του 1914. Το κύμα φυγής προβλημάτισε έντονα την ελληνική κυβέρνηση, καθώς άδειαζε η ύπαιθρος και πλήθαιναν οι διεθνείς καταγγελίες για τη συμπεριφορά των ελληνικών αρχών προς τον άμαχο πληθυσμό της περιοχής.

ΙΑΜ/ΓΔΜ/70, ΓΔΜ προς Αστυνομική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, 15 Νοε. 1913, αρ. πρωτ. 19276.

ΙΑΜ/ΓΔΜ/70, ΓΔΜ προς Νομαρχία Φλωρίνης, Θεσσαλονίκη, 12 Οκτ. 1913, αρ. πρωτ. 2642.

Macedonian Tribune, 21 Φεβ. 1991, σσ. 3, 5.

Οι εκθέσεις (ή αποσπάσματά τους) του Ανδρεάδη όπως βρέθηκαν στο ΙΑΥΕ/1919/Α/αακ13, περίπου του Σεπτεμβρίου 1919.

ΙΑΥΕ/1922/Β/5910, Γενική Διοίκηση Κοζάνης-Φλωρίνης προς Υπ. Εξ., Κοζάνη 15 Ιαν. 1922, αρ. πρωτ. 110, συνημμένο σε Υπ. Εξ. προς Υπ. Εσ., Επιτελική Υπηρεσία Στρατού, γραφείο ΙΙ, Υπ. Εκκλησιαστικής και Δημόσιας Εκπαίδευσης, Αθήνα, 1 Φεβ. 1922, αρ. πρωτ. 751.

ΙΑΥΕ/1921/Β/452, Υπ. Εξ. προς Πρεσβείες Ουάσιγκτον, Ρίο Ιανέιρο, Λονδίνου, Παρισίων, Βερολίνου κ.ά., Αθήνα 1 Δεκ. 1922, χωρίς αρ. πρωτ. Ειδικά για τις δυσκολίες βλ. επιστολή Πρεσβεία Ρίο Ιανέιρο προς Υπ. Εξ., Ρίο Ιανέιρο, 16/29 Νοε. 1921, αρ. πρωτ. 1332.

Αναλυτικότερα βλ. Χρήστος Μ. Μανδατζής, «Υπερπόντια μετανάστευση από τη Μακεδονία, 1923-1936», ανέκδοτη διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 2001.

Χασιώτης,ό.π., σ. 111.

Bernard Kayser,Ανθρωπογεωγραφία της Ελλάδος, Αθήνα 1968, σσ. 81-82. Πρβλ. και Christos M. Mandatzis, «Emigration from the district of Kastoria, 1922-1930»,Balkan Studies, 37/1 (1996), σσ. 126-127.

A. Tamis, «Greek Macedonians: The first settlers in Australia from mainland Greece during the pre-war period», A.M. Tamis (ed.),Macedonian Hellenism, Μελβούρνη 1990, σσ. 332-348. Anastasios M. Tamis,The immigration and settlement of Macedonian Greeks in Australia, Μπαντούρα Βικτόρια 1994, σσ. 107-108, 116 κ.εξ.

ΙΑΥΕ/1925/Ζ/172, έκθεση Ελληνικού Προξενείου Μελβούρνης, 27 Νοε. 1924 αρ. πρωτ. 118, συνημμένη σε Ελληνική Πρεσβεία Λονδίνου προς Υπ. Εξ., Λονδίνο, 8 Ιαν. 1925, αρ. πρωτ. 53.

ΙΑΥΕ/1931-32/Α/ΙΙΙ,«Έκθεσις Μητροπολίτου Φλωρίνης [Χρυσοστόμου] περί της εθνολογικής καταστάσεως εις τον νομόν του, προς τον Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβέρνησης», Φλώρινα, 23 Απριλίου 1931.

ΙΑΥΕ/1929/Α/21/ΙΙ, εμπιστευτική έκθεση Π. Δημητριάδη αρ. 15, Αθήνα 14 Αυγ. 1927, συνημμένη σε Υπ. Εσ. προς τα Υπ. Εξωτερικών, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Στρατιωτικών (ΓΕΣ), Υγιεινής-Πρόνοιας και Αντιλήψεως, Γεωργίας και Συγκοινωνίας, Αθήνα 28 Ιαν. 1929, αρ. πρωτ. 4814.

ΙΑΜ/ΓΔΜ/70, Νομαρχία Φλωρίνης προς Υπ. Εξ., Τμήμα Μεταναστεύσεως, Φλώρινα, 4 Φεβ. 1929, αρ. πρωτ. 2082.

ΙΑΜ/ΓΔΜ/70, Νομαρχία Φλωρίνης προς ΓΔΜ, Φλώρινα, 1 Μαΐου 1929, αρ. πρωτ. 6526.

ΙΑΜ/ΓΔΜ/70, Νομαρχία Φλωρίνης προς Υπ. Εξ., Φλώρινα, 2 Οκτ. 1929, αρ. πρωτ. 13778.

ΙΑΥΕ/1930/Α/2/ΙΙ, ο υπομοίραρχος Γράνης Κωνσταντίνος προς Διοίκηση Χωροφυλακής Φλώρινας, 6 Απρ. 1929, απόρ. εμπ.«περί των εν Τορόντω Καναδά ενεργειών της βουλγαρικής προπαγάνδας».

Βλ. και Mandatzis, «Emigration»,ό.π., σσ. 125-126 και σημείωση 58, σ. 130 Πίνακας 3.

Η απλούστερη ανάλογη διαδικασία στην επαρχία Φλωρίνης ανάγκαζε, κατά την εφημερίδαΚαστοριά πάντα, πολλούς κατοίκους της ομώνυμης περιφέρειας«να λάβουν την εις Φλώριναν άγουσαν οδόν… (όπου)… άνευ δυχερειών, άνευ ταλαιπωρειών, άνευ ανεβοκατεβασμάτων και επικυρώσεων» εκδίδουν τα διαβατήριά τους.Καστοριά, αρ. φ. 362, 23 Φεβρουαρίου 1930.

James R. Mapstone, «The Greek Macedonians of Shepparton: A study of immigrant assimilation in a rural area of Australia», διδακτορική διατριβή, Καμπέρα, Εθνικό Αυστραλιανό Πανεπιστήμιο 1966, σσ. 101-102.

ΙΑΥΕ/1931-32/Α/ΙΙΙ, στην προαναφερόμενη έκθεση του Μητροπολίτη Φλωρίνης Χρυσόστομου.

Αρχείο Α. Σουλιώτη-Νικολαΐδη, φάκ. 2/ΙΙ, αναφορά Διοικήσεως Χωροφυλακής Φλωρίνης«περί των εις Καναδάν και Αμερικήν ευρισκομένων και χαρακτηρισθέντων επικινδύνων από εθνικής απόψεως», Φλώρινα, 22 Σεπτεμβρίου 1934.

ΙΑΥΕ/1936/Α/6/9, ο Νομάρχης Φλωρίνης Ιω. Τσακτσίρας προς Υπ. Εξ., Φλώρινα, 13 Αυγ. 1936, αρ. πρωτ. 153 εμπ.

ΙΑΥΕ/1931/Α/6/ΙΙα, το κείμενο της ανταπόκρισης συνημμένο σε Γραφείο Τύπου Θεσσαλονίκης προς Υπ. Εξ. και Γ΄ Σ.Σ., Θεσσαλονίκη, 3 Οκτ. 1929, αρ. πρωτ. 4971.

ΙΑΥΕ/1929/Α/6/ΙΙ, Ελληνική Πρεσβεία Σόφιας προς Υπ. Εξ., Σόφια, 14 Νοε. 1929, αρ. πρωτ. 4320.

Kayser,ό.π., σσ. 3, 6 και πίνακας 6, 135.

ΙΑΥΕ/1932/Α/6/ΙΙα, Υπ. Εξ. προς Υπ. Δικ., Αθήνα, 5 Μαΐου 1932, αρ. πρωτ. 16677 Ι/9.

ΙΑΜ/ΓΔΜ/18-21, Νομαρχία Φλωρίνης προς Υπ. Γεωργίας, Φλώρινα, 24 Αυγούστου 1936, αρ. πρωτ. 15150.

ΙΑΥΕ/1932/Α/6/ΙΙα, Υπ. Εξ. προς Υπ. Δικ., Αθήνα, 6 Φεβρουαρίου 1931, αρ. πρωτ. 16185, Υπ. Δικ. προς Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, Αθήνα, 1 Απριλίου 1931, αρ. πρωτ. 8184.

Καστοριά, αρ. φ. 410, 2 Φεβρουαρίου 1931.

ΙΑΥΕ/1930/Α/2/ΙΙ, στην προαναφερόμενη έκθεση του υπομοίραρχου Γράνη«περί των εν Τορόντω Καναδά ενεργειών της βουλγαρικής προπαγάνδας».

ΙΑΥΕ/1932/Α/6/ΙΙα, Υπ. Εξ. προς Γενική Διοίκηση Θεσσαλονίκης (το ίδιο και προς Νομαρχία Φλωρίνης), Αθήνα, 11 Δεκ. 1930, αρ. πρωτ. 15474. Νομαρχία Φλωρίνης προς Υπ. Εξ., Φλώρινα, 18 Δεκ. 1930, αρ. πρωτ. ε.π. 99«Κατάσταση ονομαστική εμφαίνουσα τους πράκτορας μεταναστεύσεως της περιφερείας μας καθ' ων ησκήθη ποινική αγωγή και το αποτέλεσμα αυτής».

ΙΑΥΕ/1929/Α/6/ΙΙ, δημοσίευμα της εφημερίδαςΒραδυνή, 8 Νοε. 1929.

ΙΑΥΕ/1930/Α/2/ΙΙ, έκθεση ανθυπομοίραρχου Γεώργιου Ξυπολυτά προς Υπ. Εσ., Αθήνα, 18 Ιουλ. 1929, αρ. Δ.Υ.«περί πλαστών διαβατηρίων», συνημμένη σε Υπ. Εσ. προς Υπ. Εξ., Αθήνα, 29 Αυγ. 1929, αρ. πρωτ. 1120/1532/2.

ΙΑΥΕ/1930/Α/2/ΙΙ, η Διοίκηση Χωροφυλακής Φλωρίνης προς ΓΔΜ, Φλώρινα, 20 Νοε. 1930, αρ. πρωτ. 16/116/3«περί κυκλοφορίας πλαστών αδειών μεταναστεύσεως», συνημμένη σε ΓΔΜ προς Υπ. Εξ. και Υπ. Εσ., Θεσσαλονίκη, 28 Νοε. 1930, αρ. πρωτ. 119319.

ΙΑΜ/ΓΔΜ/70, Νομαρχία Φλωρίνης προς Νομαρχία Θεσσαλονίκης, Φλώρινα, 25 Ιουλ. 1929, αρ. πρωτ. 10915. Και Νομαρχία Θεσσαλονίκης προς ΓΔΜ, Θεσσαλονίκη, 29 Ιουλ. 1929, αρ. πρωτ. ε.π. 44.

ΙΑΥΕ/1930/Α/2/ΙΙ, Υπ. Εσ. προς Υπ. Εξ., Αθήνα, 9 Οκτ. 1930, αρ. πρωτ. 28/3/18, συνημμένο σε Τμήμα Ζ' Υπ. Εξ. προς Α΄ Διεύθυνση Πολιτικών Υποθέσεων, Αθήνα, 18 Δεκ. 1930, αρ. πρωτ. 54396. Το ίδιο συνημμένο σε Υπ. Εξ. προς ελληνική πρεσβεία Παρισιού, Αθήνα, 19 Νοε. 1930, αρ. πρωτ. 49886 εμπ. στο φάκ. ΙΑΥΕ/1932/Α/6/ΙΙα.

Στο φάκελο ΙΑΥΕ/1932/Α/6/ΙΙΑ όλη η εκτενής αλληλογραφία μεταξύ της Καναδικής Επιτροπής Μεταναστεύσεως στο Παρίσι, της Ελληνικής Πρεσβείας του Παρισιού, του Ύπατου Αρμοστή του Καναδά στο Λονδίνο, της Ελληνικής Πρεσβείας Λονδίνου και της Γιουγκοσλαβικής Πρεσβείας στην Αθήνα με τα Υπουργεία Εξωτερικών, Εσωτερικών και Δικαιοσύνης από το Σεπτέμβριο του 1930 μέχρι τον Ιούνιο του 1931.

ΙΑΥΕ/1934/Α/6/ΙΙ1, Νομάρχης Φλωρίνης Σ. Πετρουλάς προς Υπ. Εξ., Φλώρινα, 20 Ιουν. 1934, αρ. πρωτ. εμπ. 127.

ΙΑΥΕ/1929/Α/2/ΙΙ, Διεύθυνση Χωροφυλακής Φλωρίνης προς Ανωτάτη Διοίκηση Χωροφυλακής Μακεδονίας, Φλώρινα 3 Ιουλ. 1929, αρ. πρωτ. 13/22/ΙΙ απόρ.

ΙΑΥΕ/1932/Α/6/ΙΙα, ο Νομάρχης Φλωρίνης Β. Μπάλκος προς Υπ. Εξ., Φλώρινα, 13 Ιουν. 1931, αρ. πρωτ. 152.

ΙΑΥΕ/1930/Α/2/ΙΙ, Υπ. Εξ. προς Υπ. Εσ., Διεύθυνση Χωροφυλακής, Δημοσίας Ασφάλειας και Αστυνομίας Πόλεων, ΓΕΣ γραφείο ΙΙ, και προς Διοικητικό τμήμα Υπ. Εξ., Αθήνα, 8 Νοε. 1929, αρ. πρωτ. 12304. Επίσης, Διοίκηση Χωροφυλακής Φλωρίνης προς Υπ. Εσ., Κεντρική Υπηρεσία Αλλοδαπών, Φλώρινα, 22 Νοε. 1930, αρ. πρωτ. 16/5/266 εμπ. απόρ.«περί των αναχωρούντων εις Βουλγαρίαν, Καναδάν κτλ. Ελλήνων υπηκόων χαρακτηριζομένων επικινδύνων από εθνικής απόψεως».

Αρχείο Α. Σουλιώτη-Νικολαΐδη, 2/ΙΙ, στην προαναφερόμενη έκθεση της Διοίκησης Χωροφυλακής Φλωρίνης«περί των εις Καναδάν και Αμερικήν ευρισκομένων και χαρακτηρισθέντων επικινδύνων από εθνικής απόψεως» του Σεπτεμβρίου 1934.

ΙΑΥΕ/1936/Α/6/9, Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή, Ανωτέρα Διοίκηση, Μακεδονικό Γραφείο Ασφαλείας προς ΓΔΜ, Περιφερειακή Διεύθυνση ΤΤΤ, Θεσσαλονίκη, 30 Απρ. 1936, αρ. πρωτ. 15/149/41 απόρ. προσ.«περί κυκλοφορίας βουλγαρικών εντύπων, εφημερίδων κτλ.». Επίσης, Υπ. Εξ. προς ΓΔΜ, Αθήνα 8 Μαΐου 1936, αρ. πρωτ. 9484«περί κυκλοφορίας φύλλων της βουλγαρικής εφημερίδας 'Μακεδόνσκα Τριμπούνα'». Στον ίδιο φάκελο, Διοίκηση Χωροφυλακής Φλωρίνης προς Υπηρεσία Αμύνης του Κράτους, τμήμα Α΄, Φλώρινα, 27 Σεπ. 1936, αρ. πρωτ. 3/2/Ια«περί βουλγαρικών πλακών γραμμοφώνου», συνημμένο σε Υπηρεσία Αμύνης του Κράτους, τμήμα Α΄, προς Υπ. Εξ., Αθήνα 8 Οκτ. 1936, αρ. πρωτ. 58/9/2/18.

ΙΑΥΕ/1931/Α/6/ΙΙα, ΓΔΜ προς Υπ. Εξ., Θεσσαλονίκη, 20 Απρ. 1931, αρ. πρωτ. 171.

ΙΑΥΕ/1931/Α/6/ΙΙα, τα άρθρα των εφημερίδων συνημμένα σε Τμήμα Τύπου Υπ. Εξ. προς Α΄ Πολιτικό Τμήμα, Αθήνα, 2 Μαρ. 1931, αρ. πρωτ. 8476.

ΙΑΥΕ/1932/Α/6/ΙΙα, Αρχηγείο Χωροφυλακής, Τμήμα Ειδικής Ασφαλείας προς Υπ. Εξ., Αθήνα, 13 Απρ. 1932, αρ. πρωτ. 574/82/Ι απόρ.

ΙΑΥΕ/1921/Β/452, Υπ. Εξ. προς Γενικό Προξενείο Μόντρεαλ, Αθήνα, 17 Απρ. 1920, αρ. πρωτ. 9237.

ΙΑΥΕ/1923/Β/59/9, ο Γεν. Πρόξενος Βοστόνης Λ. Ματλής προς την Ελληνική Πρεσβεία Ουάσιγκτον, Βοστόνη, 8/21 Απρ. 1922, αρ. πρωτ. 348. Υπ. Εξ. προς Ελληνική Πρεσβεία Ουάσιγκτον, Αθήνα, 29 Νοε. 1922, αρ. πρωτ. 12412.

ΙΑΥΕ/1931/Α/6/ΙΙα, ΓΔΜ προς Υπ. Εξ., Θεσσαλονίκη, 20 Απρ. 1931, αρ. πρωτ. 171.

ΙΑΥΕ/1932/Α/6/ΙΙα, Χ.Ι. Σιμόπουλος προς Υπ. Εξ., Ουάσιγκτον, 21 Ιουν. 1931, αρ. πρωτ. 1023 και 22 Σεπ. 1932, αρ. πρωτ. 1740. Επίσης Υπ. Εξ. προς Ελληνική Πρεσβεία Ουάσιγκτον, Αθήνα, 26 Νοε. 1932, αρ. 10651.

ΙΑΥΕ/1935/Α/6/4&Α/6/9, υποπροξενείο Κλίβελαντ, Οχάιο, ο υποπρόξενος Κ.Ν. Βήλος προς Υπ. Εξ., Κλίβελαντ, 15 Σεπ. 1935, αρ. πρωτ. 604,«περί του 14ου ετησίου συνεδρίου της Βουλγαρομακεδονικής οργανώσεως ΜΠΟ».

Price, «Migration and Assimilation »,ό.π., σσ. 104-105. A. Tamis, «Greek Macedonians»,ό.π., σ. 337.

[The Zhelevo Brotherhood of Toronto],Short History of Zhelevo village, Macedonia, Τορόντο, χ.χ., σσ. 75-103, κυρίως 89 κ.εξ.

ΙΑΥΕ/1929/Α/2/ΙΙ, αντίγραφο της διαμαρτυρίας συνημμένη σε Διεύθυνση Τύπου Υπ. Εξ. προς Β' Πολιτική Διεύθυνση Υπ. Εξ., Αθήνα, 30 Ιουλ. 1929, αρ. πρωτ. 29957.

Αρχείο Ελληνομακεδονικού Συλλόγου «Μέγας Αλέξανδρος» Πέρθης Δυτικής Αυστραλίας, επιστολή πρεσβύτερου Χριστόφορου Κ. Μανέση προς τον Αλληλοβοηθητικό Σύλλογο Ελλήνων Μακεδονίας, Πέρθη, 27 Οκτ. 1931, αρ. πρωτ. 38.

ΙΑΥΕ/1932/Α/6/ΙΙα, Τμήμα Τύπου Υπ. Εξ. προς Α' Πολιτική Διεύθυνση Υπ. Εξ., Αθήνα, 12 Δεκ. 1931, αρ. πρωτ. 51712 για το άρθρο στηΜακεδονία Γενεύης, συνημμένο σε Υπ. Εξ. προς Πρεσβείες Λονδίνου και Ουάσιγκτον και Γενικό Προξενείο Σίδνεϊ, Αθήνα 22 Δεκ. 1931, αρ. πρωτ. 16768 και Γενικός Πρόξενος Σίδνεϊ Λ.Θ. Χρυσανθόπουλος προς Υπ. Εξ., Σίδνεϊ, 27 Απρ. 1932, αρ. πρωτ. 42.

ΙΑΥΕ/1932/Α/6/ΙΙα, ΓΔΜ προς Υπ. Εξ., Θεσσαλονίκη, 5 Ιαν. 1932, αρ. πρωτ. 151923 π.ε.

ΙΑΥΕ/1932/Α/6/ΙΙα, ο Γενικός Πρόξενος Σίδνεϊ Λ.Θ. Χρυσανθόπουλος προς Υπ. Εξ., Σίδνεϊ, 27 Απρ. 1932, αρ. πρωτ. 70.

Australian Αrchives (στο εξής ΑΑ), Α981/1 MIS 62, υπόμνημα του H.E. Jones, διευθυντή του Commonwealth Investigation Branch, Attorney-General's Department, προς το Ομοσπ. Υπ. Εξ., [Καμπέρα], 13 Μαρ. 1935. Επίσης υπόμνημα [Ομοσπ. Υπ. Εξ.] προς τον διευθυντή του Commonwealth Investigation Branch, [Καμπέρα], 14 Μαρ. 1935.

ΙΑΥΕ/1930/Α/2/ΙΙ, Πρεσβεία Ουάσιγκτον προς Υπ. Εξ., 26 Δεκ. 1928, αρ. πρωτ. 1922.

ΙΑΥΕ/1929/Α/21/ΙΙ, στην ίδια εμπιστευτική έκθεση Π. Δημητριάδη αρ. 15, όπως σημειώνεται παραπάνω.

ΙΑΥΕ/1930/Α/2/ΙΙ, έκθεση του Ηρακλή Παπαμανώλη, διευθυντή της ελληνικής εφημερίδαςΕστία Μόντρεαλ Καναδά«περί των εν Τορόντω Καναδά ενεργειών της βουλγαρικής προπαγάνδας προς αυτονομίαν της Μακεδονίας και της στάσης των εκ της ελληνικής Μακεδονίας ομογενών προς την Α.Ε. τον εν Ουασιγκτώνι πρεσβευτήν της Ελλάδος», Μόντρεαλ, 9 Δεκ. 1928.

ΙΑΥΕ/1930/Α/2/ΙΙ, Χ.Ι. Σιμόπουλος προς Υπ. Εξ., Ουάσιγκτον, 26 Δεκ. 1928, αρ. πρωτ. 1922. Επίσης ΙΑΥΕ/1932/Α/6/ΙΙα, τις αλλεπάλληλες επιστολές Σιμόπουλου προς Υπ. Εξ., Ουάσιγκτον, 18 Μαρ. 1932, αρ. πρωτ. 498, 3 Μαΐου 1932, αρ. πρωτ. 859, 25 Αυγ. 1932, αρ. πρωτ. 1607, 22 Σεπ. 1932, αρ. πρωτ. 1740. Επίσης Υπ. Εξ. προς ελληνική πρεσβεία Ουάσιγκτον, Αθήνα, 26 Νοε. 1932, αρ. 10651/Α/6/1932. Με την επιλογή να μη δίνεται έκταση στην προπαγανδιστική δράση και τις «καταγγελίες» των βουλγαρομακεδονικών οργανώσεων στην Αμερική, για να μη δίνεται περισσότερη βαρύτητα και άρα εγκυρότητα σε αυτές, συμφωνούσε και η σερβική διπλωματική αντιπροσωπεία στις ΗΠΑ, βλ. ΙΑΥΕ/1931/Α/6/ΙΙα, Χ.Ι. Σιμόπουλος προς Υπ. Εξ., Ουάσιγκτον, 28 Νοε. 1930, αρ. πρωτ. 2103, συνημμένο σε Υπ. Εξ. προς ελληνική πρεσβεία Σόφιας, Αθήνα, 20 Δεκ. 1930, αρ. πρωτ. 16193.

ΙΑΥΕ/1933/Α/6/ΙΙγ, ο Νομάρχης Φλωρίνης Β. Μπάλκος προς Υπ. Εξ., Φλώρινα, 20 Φεβ. 1931, αρ. πρωτ. ε.π. 42.

Καστοριά, αρ. φ. 448, 25 Οκτωβρίου 1931.

ΙΑΥΕ/1931/Α/6/ΙΙα, Πρεσβεία Ουάσιγκτον προς Υπ. Εξ., Ουάσιγκτον, 21 Ιουν. 1931, αρ. πρωτ. 1023.

ΙΑΥΕ/1935/Α/6/4&Α/6/9, πρεσβεία Ουάσιγκτον προς Υπ. Εξ., Ουάσιγκτον, 26 Ιουν. 1935, αρ. πρωτ. 1108.

ΙΑΥΕ/1930/Α/2/ΙΙ, Υπ. Εσ., Διεύθυνση Αστυνομίας Πόλεων, Κεντρική Υπηρεσία Αλλοδαπών, γραφείο ΙΙ προς Υπ. Εξ., Α΄ Διεύθυνση Πολιτικών Υποθέσεων, Αθήνα, 7 Μαΐου 1930, αρ. πρωτ. 9/7/3 εμπ. Παρόμοια ζητήματα είχαν συζητήσει τα δύο υπουργεία στα υπ' αριθμ. 1916/1508/2 της 19ης Δεκ. 1929 και 4053 της 19 Απρ. 1928.

ΙΑΥΕ/1923/Β/59/9, ο Γενικός Διοικητής Μακεδονίας προς Υπ. Εξ., Θεσσαλονίκη 28 Φεβ. 1920, αρ. πρωτ. 305 εμπ., διαβιβάζοντας απόσπασμα τηλεγραφικής αναφοράς Νομάρχη Πέλλας της 25ης Φεβ. Και αργότερα, ΙΑΥΕ/1934/Α/6/ΙΙ1, επιστολή του Νομάρχη Φλωρίνης Σ. Πετρουλά προς Υπ. Εξ., Φλώρινα, 20 Ιουν. 1934, αρ. πρωτ. εμπ. 127.

ΙΑΥΕ/1931/Α/6/ΙΙα, Υπ. Εξ., τμήμα Τύπου προς Α΄ Πολιτικό τμήμα Υπ. Εξ., Αθήνα, 24 Μαρ. 1931, αρ. πρωτ. 12418 και γραφείο Τύπου Θεσσαλονίκης προς Υπ. Εξ., Θεσσαλονίκη, 18 Μαρ. 1931, αρ. πρωτ. 1689, όπου σε μετάφραση το άρθρο της βουλγαρικήςΜακεδονίας της 14ης Μαρτίου 1931.

ΙΑΥΕ/1930/Α/2/ΙΙ, Υπ. Εσ., Διεύθυνση Αστυνομίας Πόλεων, Κεντρική Υπηρεσία Αλλοδαπών, γραφείο ΙΙ προς Υπ. Εξ., Α΄ Διεύθυνση Πολιτικών Υποθέσεων, Αθήνα, 23 Αυγ. 1930, αρ. πρωτ. 9/7/9 επείγον.

ΙΑΥΕ/1930/Α/2/ΙΙ, Υπ. Εξ., Γραφείο Ιθαγενείας, Τμήμα Β΄ προς Υπ. Εσ., Κεντρική Υπηρεσία Αλλοδαπών, Αθήνα, 26 Αυγ. 1930, αρ. πρωτ. 26684.

ΙΑΥΕ/1931/Α/6/ΙΙα, Κεντρική Υπηρεσία Αλλοδαπών, Γραφείο ΙΙ προς Διοίκηση Χωροφυλακής Φλωρίνης, [Αθήνα],

ΙΑΥΕ/1931/Α/6/ΙΙα, Υπ. Εσ., Διεύθυνση Αστυνομίας Πόλεων, Κεντρική Υπηρεσία Αλλοδαπών προς Νομάρχες Φλωρίνης, Εδέσσης, Κοζάνης, [Αθήνα], χωρίς χρόνο, αρ. πρωτ. 9/7/32 απόρρητος επείγουσα και Υπ. Εσ., Διεύθυνση Αστυνομίας Πόλεων, Κεντρική Υπηρεσία Αλλοδαπών, γραφείο ΙΙ προς Διοικήσεις Χωροφυλακής και Αστυνομικές Διευθύνσεις της χώρας, Αθήνα, 11 Φεβ. 1931, αρ. πρωτ. 9/7/33, επείγουσα εμπιστευτική.

ΙΑΥΕ/1931/Α/6/ΙΙα, Υπ. Εξ. προς«απάσας τας πρεσβείας, τας εμμίσθους προξενικάς αρχάς Βορείου και Νοτίου Αμερικής και τα Γενικά Προξενεία Κωνσταντινουπόλεως και Παρισίων και το Α΄ Πολιτικό τμήμα Υπ. Εξ.», Αθήνα, 16 Ιαν. 1931, αρ. πρωτ. 53101.

ΙΑΥΕ/1933/Α/6/ΙΙγ, ο Νομάρχης Φλωρίνης Β. Μπάλκος προς Υπ. Εξ., Φλώρινα, 20 Φεβ. 1931, αρ. πρωτ. ε.π. 42. Υπ. Εξ. προς ΓΔΜ και Γενική Διοίκηση Θράκης, Αθήνα 17 Μαρ. 1931, αρ. πρωτ. 2890. Θετικά ανταποκρίθηκαν στο αίτημα του Υπουργείου Εξωτερικών οι αρμόδιες υπηρεσίες των νομαρχιών Σερρών, Κοζάνης, Πέλλας και Καστοριάς, οι οποίες χρειάστηκαν περίπου ένα χρόνο για να ολοκληρώσουν τη σύνταξη των σχετικών καταλόγων.

ΙΑΥΕ/1932/Α/6/ΙΙα, ο Νομάρχης Φλωρίνης Β. Μπάλκος προς Υπ. Εξ., Φλώρινα, 13 Ιουν. 1931, αρ. πρωτ. 152.

ΙΑΥΕ/1931/Α/6/ΙΙα, Β. Μπάλκος προς ΓΔΜ, Φλώρινα, 8 Ιουλ. 1931, αρ. πρωτ. ε.π. 174.

ΙΑΥΕ/1931/Α/6/ΙΙα, Υπ. Εξ. προς Υπ. Εσ., Αθήνα, 10 Νοε. 1931, αρ. 40443.

Αρχείο Α. Σουλιώτη-Νικολαΐδη, 2/ΙΙ, και πάλι στην αναφορά Διοικήσεως Χωροφυλακής Φλωρίνης«περί των εις Καναδάν και Αμερικήν ευρισκομένων και χαρακτηρισθέντων επικινδύνων από εθνικής απόψεως».

Για την ακρίβεια, περιέχει 42 εγγραφές, εκ των οποίων οι δύο αφορούν το ίδιο πρόσωπο, το οποίο τελικώς διαγράφηκε από την κατάσταση, καθώς η περίπτωσή του είχε διαφορετική συνέχεια.

Οι περισσότερες κοινότητες εκπροσωπούνται στην κατάσταση με ένα μόνο άτομο. Εξαίρεση αποτέλεσαν ο Πολυπόταμος (6, εκ των οποίων οι 5 επιθυμούσαν επάνοδο από Αυστραλία), ο Ακρίτας (Μπούφι) (3: 2 ΗΠΑ + 1 Καναδά), το Τρίβουνο (2), η Κορυφή (2) και το Δενδροχώρι (2), η Φλώρινα (2) και η Μεταμόρφωση (Κονδορόπη) Καστοριάς (2).

Αρχείο Α. Σουλιώτη-Νικολαΐδη, 2/ΙΙ, Αθ. Σουλιώτης-Νικολαΐδης προς Υπουργό [Γενικό Διοικητή Μακεδονίας], Καστοριά, 6 Αυγ. 1935.

Αρχείο Α. Σουλιώτη-Νικολαΐδη, 2/ΙΙ, Αθ. Σουλιώτης-Νικολαΐδης προς ΓΔΜ, Αθήνα, 19 Νοε. 1934, απόρ. και επιστολή προς Ρωσέττη, Φλώρινα 16 Δεκ. 1934.

ΙΑΥΕ/1936/Α/6/9, Νικόλαος Νικολάου ή Nick Nicholson, λοχίας της Βασιλικής Μυστικής Υπηρεσίας R.C.M.P. Τορόντο Οντάριο προς Υπ. Εξ., 13 Αυγ. 1936, συνημμένο σε Υπ. Εξ. προς Υπηρεσία Αμύνης του κράτους και ΓΔΜ, Αθήνα, 3 Σεπ. 1936, αρ. πρωτ. 16637«Δράσις Μακεδόνων εν Καναδά».

ΙΑΥΕ/1936/Α/6/9, ο Νομάρχης Φλωρίνης Ιω. Τσακτσίρας προς Υπ. Εξ., Φλώρινα, 13 Αυγ. 1936, αρ. πρωτ. 153 εμπ.

ΙΑΥΕ/1936/Α/6/9, ο μόνιμος Υφυπ. Εξ. Ν. Μαυρουδής προς Υπ. Εσ., με κοινοποίηση στη Νομαρχία Φλωρίνης, Αθήνα, 3 Σεπ. 1936, αρ. πρωτ. 16351-16431 εμπ.«περί των αποδημησάντων σλαβοφώνων του νομού Φλωρίνης». Επίσης, στον ίδιο φάκελο, Ν. Μαυρουδής προς Νομάρχη Φλωρίνης, Αθήνα, 3 Νοε. 1936, αρ. πρωτ. 18913.

ΙΑΥΕ/1932/Β/13/Β, Υπ. Εξ., Τμήμα Διοικητικό προς Β΄ Διεύθυνση Πολιτικών Υποθέσεων, Αθήνα, 12 Ιαν. 1932, αρ. πρωτ. 223(1/9).

Kayser,ό.π., σ. 78.

. Βάσω Πορταρίτου, «Η μετανάστευση»,Ελλάδα. Ιστορία και Πολιτισμός., τ. 8, σσ. 354-359.

Αναλυτικότερα, Χ.Μ. Μανδατζής, ««Από θύματα πολέμου μετεκπαιδευόμενοι αγρότες: Πρώτες απόπειρες μετανάστευσης από τη Μακεδονία στην Αυστραλία μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου»,Πρακτικά ΚΔ΄ Ιστορικού Συνεδρίου της Ελληνικής Ιστορικής Εταιρείας, Θεσσαλονίκη, 643-660.

. ΑΑ, Α/1066/1 IC45/3/301, υπόμνημα προς τον αναπληρωτή υπουργό Μετανάστευσης, 5 Δεκ. 1945, όπου συνάπτεται σε αγγλική μετάφραση η επιστολή-αίτηση των προς αυτό το σκοπό εξουσιοδοτημένων κατοίκων του χωριού Α. Σιδηρόπουλου και Γρηγόρη Χαραλαμπίδη προς τον Αυστραλό υπουργό Εσωτερικών (από 22 Σεπ. 1945).

.Μακεδονία, αρ. φ. 11284, 6/7/1945.

. ΑΑ, Α/1066/1 IC45/3/301, σημείωμα του υπουργείου Εξωτερικών προς το υπουργείο Μεταναστεύσεως, Καμπέρα 8 Ιαν. 1945 (sic, εκ παραδρομής αντί του σωστού 1946), όπου συνημμένα το γαλλικό πρωτότυπο της επιστολής-αίτησης και η αγγλική μετάφραση της αίτησης του «Κωνσταντίνου Δουρόπουλου, αγρότη, Δοξάτο, Δράμα (Ελλάς)», της 12ης Οκτ. 1945 και η μετάφραση της δεύτερης αίτησης των κατοίκων Δοξάτου Δράμας, χωρίς ημερομηνία. Τα στοιχεία των ονομάτων και των μελών κάθε οικογένειας δεν βρέθηκαν.

. Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας, Γενική Διοίκηση Δυτικής Μακεδονίας (ΙΑΜ/ΓΔΔΜ), φάκ. 16/6, ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας του Αυστραλιανού Ερυθρού Σταυρού προς τον Γενικό Διοικητή Δυτικής Μακεδονίας, Κοζάνη 17 Ιαν. 1946, όπου συνάπτεται ελληνική μετάφραση της επιστολής από το Australian House προς τον ταγματάρχη W.S. Murphy του Αυστραλιανού Ερυθρού Σταυρού στη Θεσσαλονίκη, Λονδίνο 6 Δεκ. 1945.

. AA, A445/1 197/2/1, Αλέξανδρος Θανόπουλος προς τα Υπουργεία Μεταναστεύσεως και Εξωτερικών της Αυστραλίας, Θεσσαλονίκη 9 Αυγ. 1950.

.Μακεδονία, αρ. φ. 11753, 8/1/1947.

. AA, SA D400/0, SA 1954/1906, το Ομοσπ. Υπ. Μεταν. προς την Υπηρεσία Μετανάστευσης στην Αδελαΐδα της Νότιας Αυστραλίας, [Καμπέρα, 22 Mαρ. 1954], αρ. 197/1/12.

. Για όσα εν συντομία αναφέρονται εδώ βλ. Ειρήνη Λαγάνη,Το «παιδομάζωμα» και οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις, 1949-1953. Μια κριτική προσέγγιση, Αθήνα 1996, σ. 133-142. Επίσης, Χρήστος Μ. Μανδατζής, «Αυστραλιανό Συμβούλιο της Διεθνούς Κοινωνικής Υπηρεσίας: Μια μη κυβερνητική οργάνωση στην υπηρεσία των 'παιδιών του παιδομαζώματος'»,Πρακτικά ΚΕ΄ Ιστορικού Συνεδρίου της Ελληνικής Ιστορικής Εταιρείας, Θεσσαλονίκη 2005.

Tamis,Immigration and Settlement, σ. 265.

Μιχαήλ Παπαδάκης - Κλέων Τσίμπος, «Δημογραφικές επιδράσεις εξωτερικής μετανάστευσης κατά τη μεταπολεμική περίοδο (1955-85)», Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού,Πρόγραμμα ερευνών αποδημίας-παλιννόστησης του ελληνικού πληθυσμού, τ. Α΄ Εισαγωγικές παρατηρήσεις, Αθήνα 1993, σ. 68.

Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, Υπηρεσία Περιφερειακής Ανάπτυξης Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας (ΥΠΑΚΔΜ),Δειγματοληπτική έρευνα εξωτερικής μετανάστευσης: Νομός Κοζάνης, Θεσσαλονίκη 1985, σσ. 28-29, 51.

Παπαδάκης - Τσίμπος, «Δημογραφικές επιδράσεις»,ό.π., σσ. 69-71.

Κούλα Κασιμάτη,Μετανάστευση - Παλιννόστηση: Η προβληματική της δεύτερης γενιάς, Αθήνα 1984, σ. 20.

Vassilis Filias, «Research in the province of Florina», Social Sciences Centre,Essays on Greek migration, Αθήνα, ΕΚΚΕ 1967, σ. 82.

Kayser,ό.π., σ. 83. Οι δύο τελευταίες στήλες με βάση την απογραφή του 1961, από Vassilis Valaoras, «Greece's unfavourable demographic prospects», Social Sciences Centre,Essays on Greek Migration, Αθήνα 1967, σ. 157.

Kayser,ό.π., σ. 87.

Προς Ελβετία και Ιταλία για τα νησιά του Ιονίου, προς Τουρκία για τη Θράκη, προς την Αφρική για τα νησιά του Αιγαίου, προς την Ιταλία για την Κρήτη.

Kayser,ό.π., σσ. 83, 85.

Filias, «Research in Florina»,ό.π., σ. 80.

Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, Υπηρεσία Περιφερειακής Ανάπτυξης Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας (ΥΠΑΚΔΜ),Δημογραφικά χαρακτηριστικά Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας: Εξελίξεις, προοπτικές 1940-1990, Θεσσαλονίκη 1982, σσ. 90-92 και Χ.Μ. Μανδατζής, «Τάσεις εξωτερικής μετανάστευσης από το νομό Κοζάνης κατά τον 20ό αιώνα», Νίκος Καλογερόπουλος (επιμ.)Κοζάνη και Γρεβενά: Ο χώρος και οι άνθρωποι, Θεσσαλονίκη 2004, σσ. 185-193.

Kayser,ό.π., σ. 89.

Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού,Ο απόδημος ελληνισμός: Φάκελος Αυστραλία, ΗΠΑ, Καναδά, Νέα Ζηλανδία, Αθήνα 1995, σ. 119-120. Πρβλ. και I.H. Burnley,From Southern Europe to New Zealand: Greeks and Italians in New Zealand (…, …) σ. 115.

Filias, «Research in Florina»,ό.π., σσ. 81-82.

Παπαδάκης - Τσίμπος, «Δημογραφικές επιδράσεις»,ό.π., σ. 83. George Syrpis, «Research in the province of Drama», Social Sciences Centre,Essays on Greek Migration, Αθήνα 1967, σσ. 74-75.

Syrpis, «Research in Drama»,ό.π., σ. 69, 71.

Filias, «Research in Florina»,ό.π., σσ. 82-85.

Υπουργείο Συντονισμού, Υπηρεσία Περιφερειακής Αναπτύξεως Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας,Νομός Γρεβενών, Υπάρχουσα κατάσταση - Προβλήματα, δυνατότητες και προοπτικές αναπτύξεως, μέτρα πολιτικής - Βασικά έργα, Θεσσαλονίκη 1978, σσ. 7-8, 10, 40-41.

ΥΠΑΚΔΜ,Δειγματοληπτική έρευνα, σ. 7 και Υπηρεσία Περιφερειακής Ανάπτυξης Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας,Περιφέρεια Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, Δημογραφικά - Οικονομικά χαρακτηριστικά, εξελίξεις - προοπτικές 1961-1985, Θεσσαλονίκη 1977, σσ. 190-191.

Panayiotis Skoufis, «Research in the province of Imathia», Social Sciences Centre,Essays on Greek migration, Αθήνα 1967, 86-94.

Syrpis, «Research in Drama»,ό.π., σσ. 72-73.

Για τις απόπειρες συλλογικής οργάνωσης των Ελλήνων Μακεδόνων της Αυστραλίας, ειδικά όμως για τις αγωνιώδεις προσπάθειες ίδρυσης Παμμακεδονικής Ένωσης Αυστραλίας από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 μέχρι τις αρχές της επόμενης δεκαετίας βλ. Tamis, Anastasios M.,TheImmigrationandSettlementofMacedonian GreeksinAustralia, Mπαντούρα Βικτόρια 1994, σσ. 137-168 και Anastasios M. Tamis - Demetrios Tsolakis,TheHistoryofGreeksofCanberra andDisticts, Μελβούρνη 1999, σσ. 60-61 και 203-204.

«Η ελληνική κομμουνιστική κοινότητα χωρίζεται σε τρεις κύριες υποομάδες: (α) Έλληνες από την ηπειρωτική χώρα και τα γύρω νησιά, (β) Κύπριοι, (γ) Μακεδόνες», AA, ACT, A 6122/XRI 370, υπόμνημα για το κομουνιστικό κόμμα Αυστραλίας και την ελληνική εθνική συμμετοχή σε αυτό, συνημμένο σε επιστολή Regional Director NSW, Attorney General's Department "D" Branch, Sydney, προς Headquarters ASIO NSW, Σίδνεϊ, 26 Μαΐου 1953.

Αναστάσιος Μ. Τάμης,Η ιστορία των Ελλήνων της Αυστραλίας, τ. ΙΙ Φιτζρόι Βικτόρια 2000, σσ. 592-593 και γενικότερα 591-598.

Μ.P. Tsounis, «Greek Communities in Australia», Charles Price (επιμ.),Greeks in Australia, Καμπέρα 1975, σ. 39.

Μ.P. Tsounis, «Greek Communities in Australia», Charles Price (επιμ.),Greeks in Australia, Καμπέρα 1975, σσ. 68-70. Και όπως αναδημοσιεύονται στο Michael Tsounis, «Greek Community, Paroikia, Formations in Australia: 1880s-1980s», Hellenic Studies Forum Inc.,Greeks in English speaking countries, Φιτζρόι Βικτόρια 1993, σσ. 39-40.

Για τον ελληνομακεδονικό τύπο και τα ελληνομακεδονικά αθλητικά σωματεία της Αυστραλίας βλ., Anastasios M. Tamis,The Immigration and Settlement of Macedonian Greeks in Australia, Mπαντούρα Βικτόρια 1994, σσ. 199-208.

Τα στοιχεία προέρχονται από τη μεγάλη έρευνα για τον «Ελληνόγλωσσο τύπο της Αυστραλίας» που εκπόνησε ομάδα εργασίας του Εθνικού Κέντρου Ελληνικών Μελετών και Έρευνας, υπό τον καθηγητή Α.Μ. Τάμη, του πανεπιστημίου Λα Τρομπ της Μελβούρνης.

Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού,Ο απόδημος ελληνισμός: Φάκελος Αυστραλία, ΗΠΑ, Καναδά, Νέα Ζηλανδία, Αθήνα 1995, σσ. 44, 71, 111.

Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού,Πρόγραμμα ερευνών αποδημίας-παλιννόστησης του ελληνικού πληθυσμού, τ. Β΄ Παλιννόστηση 1971-86: Αποτελέσματα από τη μικροαπογραφή 1985-86, Αθήνα 1992, σσ. 61-62.

Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού,Πρόγραμμα ερευνών αποδημίας-παλιννόστησης του ελληνικού πληθυσμού, τ. Β' Παλιννόστηση 1971-86: Αποτελέσματα από τη μικροαπογραφή 1985-86, Αθήνα 1992, σσ. 71-72.

Κασιμάτη,ό.π., σ. 19.

Για τους πίνακες 2-4 βλ. ΥΠΑΚΔΜ,Δημογραφικά χαρακτηριστικά, σ. 90-92.

Τελευταία ενημέρωση: 06/03/2017 13:41