
Συνεργασίες-Επιλεγμένα επιστημονικά άρθρα Συνεργασίες-Επιλεγμένα επιστημονικά άρθρα
Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης
Επώδυνη συμβίωση: Εθνικά κράτη και μειονότητες στο πλαίσιο της ΚτΕ
Η ευρωπαϊκή ήπειρος μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου διέφερε σημαντικά από εκείνη του 1914. Η πιο αξιοσημείωτη μεταβολή στάθηκε αναμφίβολα η διάλυση των τριών μεγάλων πολυεθνικών αυτοκρατοριών, της Αυστροουγγαρίας, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της τσαρικής Ρωσίας και η μετεξέλιξή τους σε μια πλημμυρίδα από εθνικά κράτη. Η καταπίεση των μειονοτήτων στις αυτοκρατορίες αυτές και τα συνεπακόλουθα εθνικιστικά κινήματα συμπεριλήφθηκαν ανάμεσα στις βασικότερες αιτίες για την έκρηξη του μεγάλου πολέμου. Αλλά το νέο εδαφικό status quo του ευρωπαϊκού χάρτη ελάχιστα είχε συμβάλει στην εξομάλυνση των εθνοφυλετικών ανισοτήτων. Το δόγμα «κάθε έθνος το κράτος του» απείχε πολύ από την πραγματικότητα. Οι μειονότητες εξακολουθούσαν και μετά το 1919 να αποτελούν τον μόνιμο πονοκέφαλο των διπλωματών, διαιωνίζοντας τις αντιπαλότητες μεταξύ των κρατών.
Η θέση των μειονοτήτων μέσα σε μια διαιρεμένη Ευρώπη και κάτω από ένα καθεστώς επισφαλούς ειρήνης απασχόλησε ιδιαίτερα το στρατόπεδο των νικητών. Με τη δημιουργία της ΚτΕ θεσπίστηκε για πρώτη φορά ένα συλλογικό σύστημα προστασίας των μειονοτήτων, όπου οι διμερείς ή πολυμερείς συνθήκες αντικαταστάθηκαν από την ανάληψη δεσμεύσεων έναντι του διεθνούς αυτού οργανισμού. Ο αριθμός των μειονοτικών πληθυσμών στη μεσοπολεμική Ευρώπη, στις αρχές της δεκαετίας του 1920, υπολογίζεται χονδρικά σε 35.000.000, από τους οποίους οι 26.500.000 διαβιούσαν στην Ανατολική Ευρώπη και μόνο τα 8.500.000 ζούσαν στη Δυτική Ευρώπη. Ωστόσο, σύμφωνα με τις αποφάσεις της ΚτΕ, οι μειονότητες που έχριζαν προστασίας εντοπίζονταν μόνο στα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης. Αντίθετα για τη Δύση, παρά και τον εκεί παρατηρούμενο πολυκερματισμό δεν προβλεπόταν καμία ενέργεια. Οι ισχυροί, κυρίως οι Αγγλογάλλοι, είχαν επιτύχει και πάλι να επιβάλλουν τους όρους τους.
Τα κράτη που υποχρεώθηκαν να υπογράψουν με την ΚτΕ συνθήκη προστασίας των μειονοτήτων τους, ήταν αναμφίβολα όσα είχαν ηττηθεί στα μέτωπα του πολέμου, εκείνα που δημιουργήθηκαν λόγω της διάλυσης των αυτοκρατοριών καθώς και όσα προσχώρησαν στο σύστημα αργότερα. Η συνθήκη συγκεκριμένα που υπέγραψε η Πολωνία, στο έδαφος της οποίας κατοικούσαν εκατομμύρια Γερμανοί και Εβραίοι, λειτούργησε ως πρότυπο και για τα υπόλοιπα κράτη. Σύμφωνα με τις συνθήκες προστασίας των μειονοτήτων, κάθε κράτος ήταν υποχρεωμένο να παρέχει σε όλους τους μειονοτικούς πληθυσμούς που διαβιούσαν στα εδάφη του πολιτικά, θρησκευτικά, εκπαιδευτικά και οικονομικά δικαιώματα.
Παρά τις φιλελεύθερες διακηρύξεις όμως, που πήγαζαν από τις ριζοσπαστικές θεωρίες του Αμερικανού προέδρου Ουίλσων, το σύστημα μειονοτικής προστασίας της Κτε απείχε πολύ από το να θεωρείται αντικειμενικό. Έχει εύστοχα υποστηριχθεί ότι η δράση της ΚτΕ περιορίζονταν απλώς στην εξασφάλιση ενός μίνιμουμ ατομικών ελευθεριών για τις μειονότητες. Σε καμία περίπτωση δεν επρόκειτο να επιτραπεί η διασάλευση της ακεραιότητας ενός εθνικού κράτους εξαιτίας των απαιτήσεων μιας μειονότητας. Η ΚτΕ αρκούνταν στο ρόλο του μεσολαβητή, ο οποίος βοηθούσε τις κυβερνήσεις να τηρούν τις νομικές υποχρεώσεις τους. Άλλωστε, τα μέσα που είχε στη διάθεσή της για να επιβάλλει τις θέσεις της ήταν περιορισμένα. Σκοπός των μειονοτικών συνθηκών, παρατηρούσε ένας αξιωματούχος το 1925, δεν ήταν η δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών για τον εξοβελισμό μιας μειονότητας αλλά αντίθετα η διαμόρφωση του πλαισίου για την επίτευξη πλήρους εθνικής ενότητας.
Την τήρηση των μειονοτικών δεσμεύσεων επέβλεπε το Γραφείο Μειονοτήτων και ακολούθως το Συμβούλιο της ΚτΕ. Σπανιώτατα μια υπόθεση μπορούσε να παραπεμφθεί στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Το Τμήμα Μειονοτήτων λειτουργούσε μεσολαβητικά ανάμεσα στις μειονότητες και τα κυρίαρχα κράτη. Σε αυτό μπορούσαν να προσφύγουν όσα μέλη μιας μειονότητας έκριναν ότι θίγονταν. Η Γραμματεία εξέταζε το περιεχόμενο της διαμαρτυρίας αξιολογώντας αρχικά αν θα την έκανε αποδεκτή. Η ανωνυμία, η βιαιότητα του λόγου και η επανάληψη παρόμοιων περιστατικών υπήρξαν οι συνήθεις αιτίες απόρριψης μιας καταγγελίας. Σε περίπτωση αποδοχής της, το Γραφείο Μειονοτήτων κοινοποιούσε την καταγγελία στο ενδιαφερόμενο κράτος και ανέμενε την επίσημη απάντησή του εντός δύο μηνών. Σε αυτό το χρονικό διάστημα εξελισσόταν ένα διπλωματικό παρασκήνιο που περιελάμβανε πιέσεις, ανταλλάγματα ακόμη και εκβιασμούς και οδηγούσε συνήθως σε κάποια αμοιβαία αποδεκτή λύση.
Σε όσες περιπτώσεις στάθηκε αδύνατη η εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης, η υπόθεση παραπεμπόταν στο Συμβούλιο της ΚτΕ. Η συγκεκριμένη όμως διαδικασία αποτελούσε σαφή ένδειξη της μεροληπτικότητας της ΚτΕ απέναντι στις μειονότητες, αφού στο στάδιο αυτό διακόπτονταν κάθε επαφή με την καταγγέλουσα μειονότητα, ενώ η υιοθέτηση μιας απόφασης απαιτούσε ομοφωνία, χρειαζόταν δηλαδή η συναίνεση και του καταγγελόμενου κράτους. Η εξώφθαλμη αυτή πριμοδότηση των εθνικών κρατών προκάλεσε τα δίκαια παράπονα των μειονοτικών πληθυσμών. Κατά τη διάρκεια του 4ου Συνεδρίου των ευρωπαϊκών μειονοτήτων που έγινε στη Γενεύη το 1928 διατυπώθηκαν έντονες διαμαρτυρίες για την αδυναμία της ΚτΕ να τις προστατέψει αποτελεσματικά.
Παράλληλα με την εξασφάλιση μειονοτικών δικαιωμάτων, η ΚτΕ προωθούσε την πολιτική της ήπιας αφομοίωσης των μειονοτήτων. Η ευαισθησία της απέναντι στην εδαφική κυριαρχία των εθνικών κρατών φανερώνεται επίσης και από το γεγονός ότι χρησιμοποίησε εναλλακτικά το σύστημα της ανταλλαγής των πληθυσμών, προκειμένου να επιτευχθεί η πολυπόθητη εθνολογική ομοιογένεια των κρατών. Η περίπτωση της εθελοντικής ανταλλαγής των πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία (1919) και της υποχρεωτικής ανταλλαγής ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία (1923) είναι ενδεικτικές των προθέσεων του διεθνούς οργανισμού.
Ο μηχανισμός της ΚτΕ πολύ γρήγορα αποκάλυψε τις εγγενείς αδυναμίες του. Τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης, ιδίως η Πολωνία και γενικά όσα κράτη είχαν υποχρεωθεί να υπογράψουν συνθήκες μειονοτικής προστασίας, απαίτησαν τη γενίκευση των μέτρων απειλώντας σε διαφορετική περίπτωση με αθέτηση των συμφωνηθέντων. Αυτό που κυρίως τα ενοχλούσε ήταν αναμφίβολα η μονομέρεια του συστήματος. Άλλωστε, η σιωπή της ΚτΕ απέναντι στις διώξεις της γερμανόφωνης μειονότητας στο νότιο Τυρόλο από τη φασιστική Ιταλία δικαιολογημένα αποτελούσαν μια πρόκληση. Ιδιαίτερα τα αναθεωρητικά κράτη χρησιμοποίησαν τις δυνατότητες που τους παρείχε η ΚτΕ επιχειρώντας να ανατρέψουν τα εδαφικά τετελεσμένα των Βερσαλιών. Είναι ενδεικτικό ότι το Γραφείο Μειονοτήτων βομβαρδιζόταν καθημερινά από καταγγελίες των γερμανικών και των βουλγαρικών μειονοτήτων ενώ και οι διαμαρτυρίες των Αλβανών δεν ήταν λίγες. Η σχεδόν καθολική δυσαρέσκεια σύντομα έφερε την παρακμή. Το 1935 η υποβολή καταγγελιών ήταν μηδαμινή, γεγονός που οδήγησε τέσσερα χρόνια αργότερα στη συγχώνευση του Γραφείου Μειονοτήτων με το Τμήμα Γενικών Υποθέσεων της ΚτΕ. Η έκρηξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ήρθε απλώς να υπενθυμίσει πως οι μεγαλόστομες διακηρύξεις του 1919 στις Βερσαλίες αναφορικά με το μέλλον των μειονοτήτων εξακολουθούσαν να παραμένουν ουτοπικές. Οι μειονότητες βρέθηκαν εκ νέου στο «μάτι του κυκλώνα».
Τελευταία ενημέρωση: 03/04/2009 10:29
