Συνεργασίες-Επιλεγμένα επιστημονικά άρθρα Συνεργασίες-Επιλεγμένα επιστημονικά άρθρα

Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης

Η βουγαρική εκκλησία και η καταγγελία προς την Κ.τ.Ε. ΤΟ 1931.

Βαλκανικά Σύμμεικτα, Περιοδική Έκδοση του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, τεύχος 8, Θεσσαλονίκη, 1996, 191-200.

Στις 7 Σεπτεμβρίου 1931 στάλθηκε στον Γενικό Γραμματέα της Κοινωνίας των Εθνών (Κ.Τ.Ε) Eric Drummond επιστολή διαμαρτυρίας για την κατάσταση του σλαβόφωνου πληθυσμού στην Ελλάδα, υπογεγραμμένη από τον μητροπολίτη Σκοπίων Νεόφυτο και τους υφισταμένους του Αρχιμανδρίτες και Ιερείς Ιλαρίωνα, Κύριλλο, Τρύφωνα Στογιάννωφ, Χρήστο Μπούτζεφ και Ιερώνυμο Στάμωφ. Οι έξι αυτοί Βούλγαροι ιερωμένοι, όλοι τους μετανάστες από την ελληνική Μακεδονία, εκπροσωπούσαν πολύ περισσότερους συναδέλφους τους, συνολικά 4 Επισκόπους και 239 κληρικούς και 17 ουνίτες κληρικούς. Η καταγγελία ήταν μάλιστα επικυρωμένη από τον Μητροπολίτη Αχρίδας Μπόρις ως εκπρόσωπο της βουλγαρικής Εξαρχίας.

Το περιεχόμενο της επιστολής - καταγγελίας αποτελούσε ένα δριμύ κατηγορητήριο εναντίον της Ελλάδας και της πολιτικής της απέναντι στους «Βούλγαρους», σύμφωνα με τον ακριβή όρο της επιστολής, της ελληνικής Μακεδονίας. Πιο συγκεκριμένα, γινόταν αναφορά στους 150 χιλιάδες «Βούλγαρους» που, σύμφωνα με τους συντάκτες της καταγγελίας, είχαν προτιμήσει να παραμείνουν στην ελληνική δυτική Μακεδονία, παρά την δυνατότητα που τους είχε παράσχει η συνθήκη του Νεϊγύ να μεταναστεύσουν την Βουλγαρία. Η επιστολή διευκρίνιζε μάλιστα ότι οι «Βούλγαροι» αυτοί ανήκαν πριν το 1913 στην βουλγαρική Εξαρχία και διατηρούσαν βουλγαρικά σχολεία και εκκλησίες. Ωστόσο, η ελληνική Διοίκηση, η οποία εγκαθιδρύθηκε το 1913, είχε λάβει μια σειρά από μέτρα, τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Βουλγάρων κληρικών, αποτελούσαν κατάφωρη παραβίαση των μειονοτικών Συνθηκών που η Ελλάδα είχε υπογράψει στο Νεϊγύ και τις Σέβρες. Το αποτέλεσμα των μέτρων εκείνων ήταν η υποχρεωτική ένταξη των Σλαβοφώνων στην ελληνική ορθόδοξη εκκλησία, η δήμευση της εκκλησιαστικής και σχολικής περιουσίας τους, ο εκτοπισμός των Βουλγάρων κληρικών και η αντικατάσταση τους από Έλληνες ιερωμένους, καθώς και η απαγόρευση χρήσης της βουλγαρικής γλώσσας στις εκκλησίες και τα σχολεία. Οι υπογράφοντες ζητούσαν την ανάκληση των παραπάνω μέτρων και απαιτούσαν την εκλογή των ιερέων στα σλαβόφωνα χωριά από τα μέλη της μειονότητας, σύμφωνα με το κανονικό δίκαιο της βουλγαρικής Εξαρχίας. Η καταγγελία αυτή συνοδευόταν και από δύο συνημμένα? το πρώτο ήταν μία έκθεση για το ιστορικό της βουλγαρικής Εξαρχίας και το δεύτερο η μετάφραση του οθωμανικού Φιρμανίου που εκδόθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1870 και αναγνώριζε την ύπαρξη της βουλγαρικής Εξαρχίας.[1]

Oι καταγγελίες ήταν εξαιρετικά σοβαρές και κίνησαν εξαρχής το ενδιαφέρον της Κ.τ. Ε. Ωστόσο, δεν ήταν η πρώτη φορά που διατυπώνονταν. Οι υπηρεσίες του διεθνούς αυτού Οργανισμού είχαν κατακλυσθεί από τις αλλεπάλληλες διαμαρτυρίες των ενώσεων των Βουλγάρων προσφύγων από την ελληνική Μακεδονία και άλλων βουλγαρικών οργανώσεων, που σε μονότονα επαναλαμβανόμενο ύφος περιέγραφαν με τα μελανότερα χρώματα τις «φρικαλεότητες και τα όργια που διέπρατταν» οι Έλληνες εναντίον των «απροστάτευτων βουλγαρικών πληθυσμών». Η επισημότητα όμως του κειμένου, αλλά και η συγκυρία, η δυνατότητα δηλαδή για επανεξέταση των ελληνικών υποχρεώσεων έναντι της διεθνούς κοινότητας, οδήγησαν τους ούτως ή άλλως απρόθυμους υπαλλήλους της Κ.τ.Ε. στην απόφαση να διερευνήσουν την αξιοπιστία των καταγγελομένων.

Η πρώτη ενέργεια στην οποία προέβη η Κ.τ.Ε, μέσω του αρμοδίου τμήματος της, του Γραφείου Μειονοτήτων, που την περίοδο εκείνη είχε επικεφαλής τον ισπανικής καταγωγής Pablo de Azcarate, ήταν να διαπιστώσει αν το κείμενο της διαμαρτυρίας μπορούσε να γίνει αποδεκτό. Οι λόγοι για τους οποίους μία παρόμοια κατηγορία μπορούσε να απορριφθεί ήταν η χρήση βίαιης γλώσσας, η ανωνυμία του καταγγέλοντος και η αναφορά σε ήδη εξετασθέν περιστατικό.[2] Πράγματι, το κείμενο της βουλγαρικής διαμαρτυρίας στάλθηκε στον Cespedes, ανώτερο Αξιωματούχο της Κ.τ.Ε., και του ζητήθηκε να γνωμοδοτήσει σχετικά. Ένα μήνα αργότερα, στις 7 Οκτωβρίου 1931, ο Cespedes υπέβαλε την αναφορά του στον Azcarate. Το συμπέρασμα της αναφοράς του εκείνης ήταν ότι η καταγγελία των Βουλγάρων ιερωμένων έπρεπε να γίνει αποδεκτή, γιατί κάλυπτε όλες τις προϋποθέσεις που είχε θέσει το Συμβούλιο της Κ.τ.Ε. Ήταν γραμμένη δηλαδή σε μετριοπαθή γλώσσα, δεν διέσπειρε την διχόνοια ανάμεσα στα μέλη της μειονότητας και το ελληνικό Κράτος και αναφερόταν στο ζήτημα της εκκλησιαστικής θέσης του «βουλγαρικού» πληθυσμού της Ελλάδας, που δεν είχε εξετασθεί κατά το παρελθόν.[3]

Η πορεία που ακολουθήθηκε κατά την διαδικασία της εξέτασης της καταγγελίας ήταν, σε γενικές γραμμές, η συνηθισμένη. Σε κάθε περίπτωση παρόμοιων καταγγελιών, το τμήμα Μειονοτήτων της Κ.τ.Ε κοινοποιούσε στην ενδιαφερόμενη χώρα την καταγγελία και ζητούσε την θέση της εντός δύο μηνών. Ακολούθως, τόσο η καταγγελία όσο και η απάντηση του καταγγελομένου κράτους μοιράζονταν στα μέλη του Συμβουλίου της Κ.τ.Ε. Στην συνέχεια οριζόταν μια τριμελής Επιτροπή υπεύθυνη για την διαλεύκανση του ζητήματος. Το στάδιο αυτό, η έρευνα της τριμελούς Επιτροπής, ήταν το πιο αποφασιστικό για την διευθέτηση του ζητήματος. Συνήθως η Επιτροπή οδηγούνταν σε μία συμβιβαστική λύση και η υπόθεση τελείωνε εκεί. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μία υπόθεση οδηγούνταν ενώπιον της ολομέλειας του Συμβουλίου της Κ.τ.Ε.

Στην περίπτωση της καταγγελίας των Βουλγάρων ιερωμένων μόνο τα προαναφερθέντα συνήθη χρονικά όρια δεν τηρήθηκαν. Η επιστολή κοινοποιήθηκε στην ελληνική κυβέρνηση, δύο μήνες μετά την παραλαβή της από το αρμόδιο γραφείο της Κ.τ.Ε, στις 7 Νοεμβρίου 1931, και ζητήθηκε η απάντηση της. Η αμφισβήτηση όμως της νομιμότητας των καταγγελομένων από την Ελλάδα, όπως διατυπώθηκε με επιστολή της ελληνικής κυβέρνησης προς τον Eric Drummond στις 9 Ιανουαρίου 1932, ανάγκασε τον Γενικό Γραμματέα της Κ.τ.Ε. να ειδοποιήσει εκ νέου την ελληνική πλευρά ότι η καταγγελία των Βουλγάρων ιερωμένων είχε γίνει αποδεκτή από το αρμόδιο τμήμα του διεθνούς Οργανισμού και συνεπώς η Ελλάδα όφειλε να απαντήσει.[5] Πέντε μήνες αργότερα στις 28 Απριλίου 1932, υπερκαλύπτοντας το τυπικό σε παρόμοιες περιπτώσεις χρονικό όριο των δύο μηνών, επιδόθηκε η ελληνική απάντηση.[6] Η Ελλάδα με ένα δεκαεξασέλιδο κείμενο απέρριψε συνολικά τους ισχυρισμούς των Βουλγάρων ιερωμένων. Η καταγγελία των Βουλγάρων κληρικών, ανέφερε η ελληνική Κυβέρνηση, δεν λάμβανε καθόλου υπόψη της τις μεταναστεύσεις και τις διάφορες ανταλλαγές των πληθυσμών που είχαν αλλάξει ριζικά την εθνολογική σύνθεση των βαλκανικών Κρατών το πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα. Μέσα στο πλαίσιο αυτό όσοι από τους Σλαβόφωνους της Ελλάδας αισθάνονταν Βούλγαροι είχαν μεταναστεύσει ήταν την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων είτε μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Νεϊγύ το 1919. Το σύνολο των μεταναστών ανεχόταν σύμφωνα με την Τελική Έκθεση της Μικτής Επιτροπής Ελληνοβουλγαρικής Μετανάστευσης του 1932, στην οποία παρέπεμπε η ελληνική απάντηση σε 101.800 άτομα. Οι εναπομείναντες Σλαβόφωνοι ήταν, σύμφωνα με τους ελληνικούς ισχυρισμούς, εξολοκλήρου Έλληνες στα αισθήματα, «ζούσαν σαν καλοί Έλληνες και ήταν ήσυχοι και νομιμόφρονες». Γι' αυτό άλλωστε, καυχιόταν ο Έλληνας συντάκτης, η αρμόδια υπηρεσία της Κ.τ.Ε. δεν είχε ποτέ λάβει οποιουδήποτε είδους διαμαρτυρία από τους Σλαβοφώνους της Ελλάδας. Επίσης, η ελληνική Κυβέρνηση δεν αρκέστηκε στην απλή απόρριψη των αιτιάσεων που περιέχονταν στο βουλγαρικό υπόμνημα, αλλά κατήγγειλε ότι η διαμαρτυρία των Βουλγάρων ιερωμένων δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα τμήμα της ευρύτερης προπαγάνδας που ασκούσαν οι βουλγαρικές επαναστατικές μακεδονικές οργανώσεις που δρούσαν στην Βουλγαρία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και την Ελβετία. Οι οργανώσεις αυτές επιθυμούσαν την ανατροπή των συνθηκών ειρήνης που είχαν ρυθμίσει το status quo στα Βαλκάνια υπό την υψηλή εποπτεία της Κ.τ.Ε. Αυτός άλλωστε ήταν και ο λόγος, το ασυμβίβαστο δηλαδή στις επιδιώξεις της Κ.τ.Ε. με τις αντίστοιχες των βουλγαρομακεδονικών οργανώσεων, που η ελληνική Κυβέρνηση, σύμφωνα με το ελληνικό υπόμνημα, είχε απορρίψει την νομιμότητα των καταγγελομένων.

Όσον αφορά επίσης την διάλυση των βουλγαρικών κοινοτήτων, το ελληνικό υπόμνημα διευκρίνισε ότι ήταν καθ' όλα νόμιμη καθώς εντασσόταν στις αποφάσεις που είχε πάρει η Μικτή Επιτροπή στα πλαίσια της Συνθήκης του Νεϊγύ. Τέλος, η ελληνική Κυβέρνηση υπογράμμιζε το ενδιαφέρον που είχε δείξει για την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης της σλαβόφωνης μειονότητας. Ως απόδειξη μάλιστα ανέφερε την ίδρυση Γραφείου Μειονοτήτων, το οποίο εργαζόταν για την επίλυση των προβλημάτων της μειονότητας.

Η απάντηση της ελληνικής πλευράς δεν περιείχε εκπλήξεις και απηχούσε σαφώς τη νέα ελληνική αντίληψη περί Σλαβοφώνων που αναπτύχθηκε από το 1925 και μετά, μία αντίληψη που τους θεωρούσε γλωσσική και όχι εθνική μειονότητα.[7] Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το εμπεριστατωμένο κείμενο της ελληνικής Κυβέρνησης αποτελούσε ουσιαστικά ένα «μανιφέστο» της Ελλάδας με τις θέσεις της αναφορικά με την υπόθεση των Σλαβοφώνων. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι παραπλήσιο κείμενο είχε καταθέσει και ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, ακολουθώντας οδηγίες του Υπουργείου των Εξωτερικών, στην ειδική Επιτροπή που προετοίμαζε την Β Βαλκανική Συνδιάσκεψη της Κωνσταντινούπολης το 1931.[8] Όσον αφορά την διάλυση των βουλγαρικών κοινοτήτων, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο ισχυρισμός της Ελλάδας ήταν δίκαιο, καθώς το κείμενο της Συνθήκης του Νεϊγύ της παρείχε το δικαίωμα για την διάλυση των βουλγαρικών κοινοτήτων.[9] Το ίδιο ισχύει και για το ζήτημα της ίδρυσης Γραφείου Μειονοτήτων, στην σύσταση του οποίου είχε προχωρήσει η Ελλάδα ήδη από το1929.[10]

Στις 10 Μαΐου 1932 ο Γενικός Γραμματέας της Κ.τ.Ε., ακολουθώντας πιστά τις διαδικασίες διένειμε την ελληνική απάντηση στα μέλη του Συμβουλίου της Κ.τ.Ε.[11] Παράλληλα, η Κ.τ.Ε. συνέστησε μια τριμελή Επιτροπή, αποτελούμενη από τους αντιπροσώπους της Γουατεμάλας, ως πρόεδρο, της Πολωνίας και της Γερμανίας, ως μέλη, για να εξετάσει το ζήτημα. Η Επιτροπή ερευνώντας την υπόθεση ζήτησε, στις 12 Αυγούστου 1932, και πάλι από τον Cespedes πληροφορίες σχετικές με τον αριθμό των Σλαβοφώνων που παρέμεναν στην Ελλάδα μετά την ολοκλήρωση της ανταλλαγής των ελληνοβουλγαρικών πληθυσμών βάσει της συνθήκης του Νεϊγύ.[12] Στην απάντηση του, την 1 Οκτωβρίου 1932, ο Cespedes, μετά από σχετική έρευνα, παρέπεμψε στα στοιχεία της επίσημης ελληνικής απογραφής του 1928, σύμφωνα με την οποία 16.775 Έλληνες (8.640 άνδρες και 8.134 γυναίκες) μιλούσαν τα βουλγαρικά και 81.984 (38.620 άνδρες και 43.640 γυναίκες τα «μακεδονοσλαβικά». Συνολικά δηλαδή οι Σλαβόφωνοι της Ελλάδας ανέρχονταν σε 98.759 άτομα.[13] Στις 13 Οκτωβρίου 1932 συνεδρίασε η τριμελής Επιτροπή και παρατήρησε ότι η Ελλάδα στο υπόμνημα της δεν έκανε πουθενά νύξη για τον αριθμό των Σλαβοφώνων που παρέμεναν στα εδάφη της. Έτσι, η Επιτροπή της Κ.τ.Ε., με επιστολή της προς τον Ρ.Ραφαήλ, τον επικεφαλής της μόνιμης ελληνικής Αντιπροσωπείας στην Κ.τ.Ε., στις 22 Οκτωβρίου 1932, ζήτησε τις σχετικές πληροφορίες.[14]

Η νέα ελληνική απάντηση επιδόθηκε στις 22 Νοεμβρίου 1932. Το περιεχόμενο της δεν ήταν διαφορετικό από τα στοιχεία που ένα μήνα νωρίτερα είχε συλλέξει ο Cespedes? ανέφερε δηλαδή ότι οι Σλαβόφωνοι που διέμειναν στις βόρειες ελληνικές επαρχίες ανέρχονταν σε 80 χιλιάδες και είχαν ζητήσει με δική τους θέληση την υπαγωγή τους κατευθείαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης.

Η Επιτροπή της Κ.τ.Ε σε νέα συνεδρίαση της στις 26 Νοεμβρίου 1932 αποφάσισε ότι ήταν αναρμόδια να εξετάσει τις εκκλησιαστικές πτυχές του προβλήματος, την εκλογή δηλαδή των ιερωμένων από το εκκλησίασμα. Ωστόσο ενδιαφέρθηκε να διαπιστώσει τις συνθήκες βάσει των οποίων χρησιμοποιούνταν οι τοπικές διάλεκτοι στην λειτουργία. Αποφάσισαν λοιπόν τα μέλη της να ζητήσουν με επιστολή τους, στις 8 Δεκεμβρίου 1932, εκ νέου, διευκρινίσεις επί του θέματος από την ελληνική Κυβέρνηση.[15]

Η εμμονή της Κ.τ.Ε να διαπιστώσει αν οι τοπικές διάλεκτοι χρησιμοποιούνταν ή όχι στην λειτουργία υπήρξε απόρροια της μειονοτικής Συνθήκης που η Ελλάδα είχε υπογράψει στις Σέβρες τον Αύγουστο του 1920. Πιο συγκεκριμένα, στο άρθρο 8 της Συνθήκης «μεταξύ των Προεχουσών Συμμάχων και Συνησπισμένων Δυνάμεων και της Ελλάδας περί προστασίας των εθνικών κ.τ.λ. μειονοτήτων» αναγραφόταν ότι «Οι υπήκοοι Έλληνες οίτινες ανήκουσιν εις εθνικάς, θρησκευτικάς ή γλωσσικάς μειονότητας θα απολαύωσι νομικώς και πραγματικώς της αυτής προστασίας και των αυτών εγγυήσεων, ων απολαύουσι οι άλλοι υπήκοοι Έλληνες. Θα έχουσιν ιδίως ίσον δικαίωμα να συνιστώσι, διευθύνωσι και ελέγχωσιν ιδίαις δαπάναις, φιλανθρωπικά, θρησκευτικά ή κοινωφελή ιδρύματα, σχολεία και άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα, μετά του δικαιώματος να ποιώνται ελευθέρως χρήσιν της ιδίας αυτών γλώσσης και να τελώσιν ελευθέρως τα της θρησκείας των έν αυτοίς».[16] Από τη στιγμή επομένως που η ελληνική κυβέρνηση αναγνώριζε ότι οι σλαβόφωνοι πληθυσμοί που κατοικούσαν στο έδαφος της αποτελούσαν γλωσσική μειονότητα, ήταν προφανές ότι οι τελευταίοι διατηρούσαν, βάσει της Συνθήκης των Σεβρών, κάθε δικαίωμα να ζητούν την τέλεση της λειτουργίας της γλώσσας τους.

Η ελληνική απάντηση για το ζήτημα αυτό επιδόθηκε στις 31 Μαρτίου 1933. Η Αθήνα, αποδεχόμενη εμμέσως τις μειονοτικές υποχρεώσεις της, που πήγαζαν από την Συνθήκη των Σεβρών, απάντησε ότι η τέλεση της λειτουργίας στους σλαβόφωνους θυλάκους γινόταν πάντοτε σε συμφωνία με το εκκλησίασμα και παρατήρησε ότι είχε εκδόσει διάταγμα που απαγόρευε την θέσπιση περιορισμών στη χρήση άλλης γλώσσας.

Οι ελληνικές απαντήσεις φαίνεται όμως ότι κρίθηκαν ανεπαρκείς. Ποια ήταν τελικά η κατάσταση στις σλαβόφωνες περιοχές και σε πόσες από αυτές τελούνταν στην τοπική διάλεκτο; Η Επιτροπή ήθελε να το διαπιστώσει σαφέστερα. Το Φεβρουάριο του 1934 ο Διευθυντής του Τμήματος Μειονοτήτων πληροφόρησε τα μέλη της Επιτροπής για το περιεχόμενο της συνάντησης που είχε για το παραπάνω ζήτημα με τον Έλληνα Αντιπρόσωπο στις 26 Ιανουαρίου 1934. Ο Έλληνας Αντιπρόσωπος εξέθεσε τις πρακτικές δυσκολίες της Κυβέρνησης του για μία τεκμηριωμένη απάντηση στα ζητήματα της Επιτροπής και επικαλέσθηκε ότι κάτι τέτοιο ουσιαστικά αποτελούσε παρέμβαση του Κράτους σε προνόμια των εκκλησιαστικών Αρχών. Αντ' αυτού ο Έλληνας Αντιπρόσωπος έδωσε την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πληροφορία ότι 70% των ιερέων που υπηρετούσαν στα σλαβόφωνα χωριά προέρχονταν από τα ίδια χωριά, ενώ οι υπόλοιποι από την ίδια περιοχή. Ζήτησε μάλιστα να κοινοποιηθεί η παραπάνω πληροφορία στα μέλη της Επιτροπής.

Στις 15 Μαίου 1934, δυόμισι ολόκληρα χρόνια μετά την διαμαρτυρία των Βουλγάρων κληρικών, η Επιτροπή της Κ.τ.Ε. σενεδρίασε και κατέληξε στην τελική της απόφαση. Η παραπάνω δήλωση της ελληνικής Κυβέρνησης φαίνεται ότι υπήρξε καταλυτική, καθώς θα πρέπει να ερμηνεύτηκε ως προσήλωση στο πνεύμα της Συνθήκης των Σεβρών. Τα μέλη της Επιτροπής που ήταν πλέον ο Fouques Duparc, Αντιπρόσωπος της Γαλλίας, ο Gustav Rasmussen, Αντιπρόσωπος της Δανίας, και ο L.Kulski, Αντιπρόσωπος της Πολωνίας, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι στην περιοχή που κατοικούσαν Σλαβόφωνοι η χρήση άλλης γλώσσας, παράλληλα με την ελληνική, ήταν επιτρεπτή. Στη βάση αυτή η Επιτροπή γνωμοδότησε ότι κανένα από τα μέλη του Συμβουλίου της Κ.τ.Ε δεν έπρεπε να εξακολουθήσει να ενδιαφέρεται για το περιεχόμενο της βουλγαρικής διαμαρτυρίας και αποφάσισε να κλείσει την υπόθεση, παραπέμποντας το ζήτημα στο αρχείο.

Συμπερασματικά μπορεί να παρατηρηθεί ότι η τριετής «ταλαιπωρία» του Τμήματος Μειονοτήτων της Κ.τ.Ε και της αρμόδιας υπηρεσίας του ελληνικού Υπουργείου των Εξωτερικών υπήρξε ουσιαστικά άνευ αντικειμένου. Αφενός γιατί το εθνολογικό ζήτημα της ελληνικής Μακεδονίας είχε ήδη λυθεί την προηγούμενη δεκαετία του 1920, κάτι που άλλωστε είχαν παραδεχθεί και οι αρμόδιοι Αξιωματούχοι της Κ.τ.ε,

1 Archives de la Societe des Nations, 1928-1932: Section 4/Minorities, R 2121, Dossier No 4/36975/1639.

2 Λένα Διβάνη, Ελλάδα και Μειονότητες. Το σύστημα διεθνούς προστασίας της Κοινωνίας των Εθνών (Αθήνα 1995), σς. 33-34. Η συγγραφέας μάλιστα αναφέρει ότι τα κριτήρια για την αποδοχή ή όχι μιας καταγγελίας ήταν γενικώς χαλαρά, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την αποδοχή από την Γραμματεία της Κ.τ.Ε. περίπου 55% των καταγγελιών. Πιο συγκεκριμένα, το διάστημα 1930-1931 από τις 305 αιτήσεις διαμαρτυρίας που είχαν υποβληθεί στην Κ.τ.Ε. έγιναν αποδεκτές οι 153? βλ. Patrick Thornberry, International Law and the Rights of Minorities (Οξφόρδη, Νέα Υόρκη 1991, ανατύπωση 1994), σ. 46.

3 A.S.N., Section 4/Minorities, R 2121, Dossier No 4/31235/1639, Aναφορά Cespedes στον Azcarate, 7 Οκτωβρίου 1931.

4 Διβάνη, ό.π., σς. 34-37.

5 A.S.N., Section 4/Minorities, R 2121, Dossier No 4/36975/1639, « Protection of Minorities in Greece. Petition of Mgr. Neophyte and certain other prelates, concerning the situation of the Bulgarian Minority in Greece. Note by the Secretary-General».

6 A.S.N., R 2121, Dossier No 4/36975/1639, "Memoire du Gouvernement Hellenique", Αθήνα, 20 Απριλίου 1932.

7 Για την πολιτική της ελληνικής Κυβέρνησης απέναντι στους Σλαβοφώνους τη δεκαετία του 1920 ο συντάκτης του παρόντος εκπονεί διδακτορική διατριβή με τίτλο «Μεταναστεύσεις Σλαβοφώνων από την Μακεδονία και την Δυτική Θράκη, 1912-1930».

8 Αρετή Τουντα-Φεργάδη, Μειονότητες στα Βαλκάνια. Βαλκανικές διασκέψεις 1930-1934 (Θεσσαλονίκη 1994), σς. 88-94.

9 Stephen P. Ladas, The Exchange of Minorities. Bulgaria, Greece and Turkey (Nέα Υόρκη 1932), σς. 33-34.

10 Φεργάδη, ό.π., σ. 93.

11 A.S.N, R 2121, Doc No 4/36975/1639, « Minorites en Grece. Memoire du Gouvernement Hellenique. Note du Secretaire General », Γενεύη, 10 Μαίου 1932.

12 A.S.N., R 2121, Doc No 4/36975/1639, P. de Azcarate προς τον Cespedes, "Minute Sheet", 12 Αυγούστου 1932.

13 A.S.N., R 2121, Doc No 4/36975/1639, Cespedes, "Minute Sheet" 1 Οκτωβρίου 1932.

14 A.S.N., R 2121, Doc No 4/36975/1639, Επιστολή Pablo de Azcarate στον Ραφαήλ, 22 Οκτωβρίου 1932.

15 A.S.N., R 2121, Doc No 4/36975/1639, Επιστολή Αξιωματούχου της Κ.τ.ε στον Ραφαήλ, 8 Δεκεμβρίου 1932.

16 Υπουργείο επί των Εξωτερικών, Συνθήκη μεταξύ των Προεχουσών Συμμάχων και Συνασπισμένων Δυνάμεων και της Ελλάδος περί προστασίας των εθνικών κ.λ.π.μειονοτήτων υπογραφείσα εν Σέβραις τη 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920 (Αθήνα 1920). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η επίσημη εφαρμογή της Συνθήκης των Σεβρών άρχισε μετά την κύρωση της στην Λωζάννη στις 24 Ιουλίου 1923 ? βλ. Υπουργείον επί των Εξωτερικών, Πράξεις υπογραφείσαι εν Λωζάννη τη 30η Ιανουαρίου και τη 24Ιουλίου 1923 (Αθήνα 1923), σ.90.

17 Βλέπε την υπό εκπόνηση διδακτορική διατριβή του υπογράφοντος.

Τελευταία ενημέρωση: 03/04/2009 10:29