Συνεργασίες-Επιλεγμένα επιστημονικά άρθρα Συνεργασίες-Επιλεγμένα επιστημονικά άρθρα

Βλάσης Βλασίδης

Ο αγώνας των αμάχων: Κατασκοπία, αντικατασκοπία και προπαγάνδα κατά τον Μακεδονικό Αγώνα

Στρατιωτική Επιθεώρηση, 4/1995, 73-88.

H εδραιωμένη βουλγαρική παρουσία στην ύπαιθρο και τις κωμοπόλεις της Μακεδονίας στις αρχές του 20ου αι., έργο συστηματικών και πολύχρονων ενόπλων πιέσεων του βουλγαρικού κομιτάτου της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ), οδήγησε και την ελληνική πλευρά στη σταδιακή υιοθέτηση της ένοπλης αντιπαράθεσης ως κύριου τρόπου δράσης. Η επιλογή αυτή πραγματοποιήθηκε με την αποστολή σωμάτων που αποτελούνταν είτε από Έλληνες πολίτες, είτε από αλύτρωτους Έλληνες (ιδίως Κρητικούς), κυρίως όμως από εντοπίους.

Έτσι ουσιαστικά τέθηκαν σε δεύτερη μοίρα οι εκπαιδευτικές, οι εκκλησιαστικές και οι λοιπές πολιτιστικές δραστηριότητες και έληξε η μακρά περίοδος της ειρηνικής δράσης. Απαραίτητα στοιχεία για την επιτυχία του δεύτερου σχεδίου, δηλαδή της ένοπλης δράσης ήταν η δημιουργία ενός ιδιωτικού κέντρου δράσης, στο επιτυχημένο πρότυπο της ΕΜΕΟ, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος έκθεσης της ελληνικής κυβέρνησης έναντι τόσο τα Τουρκίας, όσο και των Μεγάλων Δυνάμεων. Το κέντρο αυτό θα αναλάμβανε

  • Τον εξοπλισμό και την αποστολή σωμάτων στη Μακεδονία,
  • Τη δημιουργία ενός δικτύου υποδοχής των ενόπλων,
  • Τη συλλογή και την παροχή πληροφοριών,
  • Την πρόσβαση στις οθωμανικές αρχές,
  • Την οργάνωση των υπόδουλων πατριαρχικών σε μυστικές οργανώσεις
  • Την κινητοποίηση όλου του Ελληνισμού για την ευόδωση του Αγώνα.

Στις 22 Μαίου 1904 συστήθηκε στην Αθήνα το «Μακεδονικό Κομιτάτο», από μέλη της παλαιότερης Εθνικής Εταιρείας. Πρόεδρός του ήταν ο Δημήτριος Καλαποθάκης, ιδιοκτήτης της εφημερίδας Εμπρός και μέλη πολιτικοί,. Αξιωματικοί και άλλοι επώνυμοι πολίτες. Σκοπός του Κομιτάτου, σύμφωνα με το καταστατικό του, ήταν η άμυνα του Ελληνισμού στη Μακεδονία, τη Θράκη, την Ήπειρο και την Αλβανία, ουσιαστικά όμως τα ενδιαφέροντά του περιορίστηκαν στο μακεδονικό χώρο.

Σχεδόν παράλληλα η κυβέρνηση προχωρούσε στη δημιουργία οργάνωσης κατευθυνόμενης από τα προξενεία με επικεφαλής τον Γενικό Πρόξενο Θεσσαλονίκης Λάμπρο Κορομηλά. Για την αποφυγή σύγκρουσης αρμοδιοτήτων μεταξύ του Κομιτάτου και των προξενείων, διαχωρίστηκαν τα πεδία δράσεώς τους. Έτσι το προξενείο Θεσσαλονίκης ανέλαβε την οργάνωση του Αγώνα στα όρια του βιλαετίου Θεσσαλονίκης και το Μακεδονικό Κομιτάτο στο βιλαέτι Μοναστηρίου.

Όταν άρχισε το 1904 η αποστολή ανταρτικών ομάδων από το Μακεδονικό Κομιτάτο, έγινε αντιληπτό ότι ο αγώνας εναντίον των Βουλγάρων θα ήταν μακρύς κι επίπονος. Τα ελληνικά σώματα γρήγορα συνειδητοποίησαν ότι χωρίς τη συνδρομή των εντοπίων όχι μόνον δεν θα μπορούσαν να φέρουν σε αίσιο πέρας την αποστολή τους αλλά και η εξολόθρευσή τους μέσα στο αντίξοο φυσικό περιβάλλον και κάτω από δυσμενείς καιρικές συνθήκες ήταν θέμα χρόνου. Επιτακτική πρόβαλλε, λοιπόν, η ανάγκη για τη δημιουργία επιμελητείας που

  • Θα εξασφάλιζε οδηγούς, πληροφοριοδότες και αγγελιοφόρους,
  • Θα φρόντιζε για τη διατροφή και την απόκρυψη των σωμάτων, και
  • Θα περιέθαλπε τους τραυματίες.

Η διαπίστωση ότι η διοργάνωση μιας επιμελητείας από την Αθήνα για την κάλυψη των παραπάνω αναγκών ήταν ανέφικτη οδήγησε αρχικά τον Παύλο Μελά και αργότερα και άλλους οπλαρχηγούς στην απόφαση να δημιουργήσουν τοπικές εθνικές επιτροπές στα χωριά επιφορτισμένες με την ευθύνη της φροντίδας για τη διευκόλυνση της δράσης των σωμάτων.

Οι εθνικές επιτροπές βασίστηκαν σε μια μορφή οργάνωσης που προϋπήρχε και είχε σκοπό την αλληλοβοήθεια των χωριών και την υπεράσπισή τους από τις επιθέσεις των βουλγαρικών σωμάτων, όπως και την άμεση και ταχεία τιμωρία των εγκλημάτων που είχαν διαπραχθεί κατά των Ελλήνων.

Η οργάνωση που ονομαζόταν «Εθνική Άμυνα» και είχε ιδρυθεί από τον Ίωνα Δραγούμη και τους συνεργάτες του το Δεκέμβριο του 1902, είχε συσπειρώσει τους πλέον μαχητικούς Πατριαρχικούς και είχε αποκτήσει μέλη και επιτροπές σε όλη την ύπαιθρο της βορειοδυτικής Μακεδονίας. Πάντως, μολονότι η «Εθνική Άμυνα» δεν μπόρεσε να αντιπαρατεθεί ένοπλα στους Βουλγάρους, ωστόσο κατάφερε να ξεπεράσει το κίνημα του Ίλιντεν και να διατηρήσει τα μέλη της μέχρι την άφιξη των ελληνικών σωμάτων το 1904.

Από το καλοκαίρι του 1904 οι εθνικές επιτροπές άρχισαν να υποκαθιστούν στη δυτική Μακεδονία τις επιτροπές της «Ενικής Άμυνας», ενώ και στην κεντρική και την ανατολική Μακεδονία η εξέλιξη των γεγονότων προκάλεσε την αυθόρμητη συσπείρωση των Πατριαρχικών σε πυρήνες. Οι επιτροπές ήταν ολιγομελείς, συνήθως απαρτίζονταν από τέσσερα ή πέντε άτομα και μόνον στα αστικά και ημιαστικά κέντρα είχαν περισσότερα μέλη. Τα βασικά στελέχη ήταν συνήθως

  • Πρόκριτοι,
  • Δάσκαλοι,
  • Ιερείς, και
  • Δάσκαλοι,

Δηλαδή τα παραδοσιακά στηρίγματα του ελληνισμού στη Μακεδονία, άνθρωποι ευκατάστατοι και με επιρροή.

Ο διορισμός τους γινόταν από τους αρχηγούς των σωμάτων, σύμφωνα με συγκεκριμένο καταστατικό από το οποίο απέρρεαν και οι υποχρεώσεις τους. Το κείμενο του καταστατικού ακολουθούσε βασικά τον κανονισμό του Δραγούμη, αλλά είχε συμπληρωθεί με άρθρα του κανονισμού της ΕΜΕΟ από τον Παύλο Μελά.

Έτσι τα μέλη των επιτροπών έπρεπε

  • Να ορίζουν οδηγούς για τα σώματα, να μεταβιβάζουν κάθε είδους πληροφορίες στον αρχηγό του σώματος της περιοχής,
  • Να ειδοποιούν τα σώματα για τις εμφανίσεις των βουλγαρικών και των ρουμανικών σωμάτων και για τις κινήσεις του τουρκικού στρατού.

Οι επιτροπές είχαν επίσης ευθύνη για την ασφάλεια του χωριού, ανάγκη που αντιμετωπιζόταν με τη συντήρηση έμμισθης φρουράς σε κάθε χωριό, διορισμένης είτε από την κοινότητα, είτε από τον οπλαρχηγό της περιοχής. Φυσικά οι παραπάνω ρυθμίσεις δεν ήταν δυνατόν να ισχύσουν στα πολύ μικρά χωριά. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι υποχρεώσεις της επιτροπής ήταν να προσφέρει σα σώματα κατάλυμα και ψωμί, αλλά και να διαθέσει τους απαραίτητους σκοπούς και οδηγούς.

Ο θεσμός των επιτροπών δεν απέδωσε στην πράξη τα προσδοκώμενα. Η άγνοια των τοπικών συνθηκών και της νοοτροπίας των εντοπίων από τη μια και η έλλειψη σταθερής επαφής με μια κεντρική αρχή από την άλλη ήταν τα κυριότερα αίτια της αποτυχίας τους. Πιο συγκεκριμένα οι επιτροπές λειτούργησαν αρκετά ικανοποιητικά μόνο στις πόλεις και στα χωριά, όπου οι Πατριαρχικοί αποτελούσαν τη μοναδική παράταξη. Πάντως και σε αυτές τις περιπτώσεις δεν έλειψαν τα προβλήματα, είτε λόγω προσωπικών εμπαθειών είτε λόγω της στάθμευσης ισχυρών μονάδων του τουρκικού στρατού. Αντίθετα στα χωριά που διακρίνονταν για την αποφυγή συμμετοχής τους σε οποιαδήποτε προσπάθεια λόγω της βουλγαρικής τρομοκρατίας, οι εθνικές επιτροπές συνάντησαν πολλά προβλήματα στη δράση τους. Η ύπαρξη εξαρχικών στο χωριό μεγιστοποιούσε τον κίνδυνο προδοσίας στους Βουλγάρους ή στον τουρκικό στρατό.

Ο αυξανόμενος αριθμός των θυμάτων προδοσίας στα χωριά πιστοποιεί με τον καλύτερο τρόπο τους κινδύνους που επωμίζονταν όσοι εμπλέκονταν στην εθνική δράση. Μάλιστα, μερικές φορές οι αρχηγοί των ανταρτικών σωμάτων αδυνατούσαν να βρουν κατάλληλα άτομα για να στελεχώσουν τις εθνικές επιτροπές. Άλλοτε πάλι τα μέλη των επιτροπών παραμελούσαν τα καθήκοντά τους από το φόβο μήπως γίνει αντιληπτή η δράση τους από τους Βουλγάρους πράκτορες. Το φόβο αυτό προσπαθούσαν να διασκεδάσουν οι αρχηγοί των ελληνικών σωμάτων με συχνές επισκέψεις στα χωριά. Οι επισκέψεις αυτές, όμως, αν δεν συνοδεύονταν και από δράση εναντίον των βουλγαρικών σωμάτων που δρούσαν στην περιοχή, είχαν πρόσκαιρα μόνον αποτελέσματα, γιατί μετά την αποχώρηση των Ελλήνων από το χωριό, οι Πατριαρχικοί έμεναν και πάλι εκτεθειμένοι στις προδοσίες των Εξαρχικών. Τέλος στα χωριά με πολυπληθή μουσουλμανικό πληθυσμό και στα αμιγή εξαρχικά χωριά δεν υπήρχαν καθόλου άτομα για να στελεχώσουν τις επιτροπές. Κάποιοι που τόλμησαν, είτε από διάθεση αυτοθυσίας είτε για να λύσουν τα οικονομικά τους προβλήματα, έγιναν αντιληπτοί από τους αντιπάλους και εξουδετερώθηκαν αμέσως χωρίς να προλάβουν να προσφέρουν στην ελληνική υπόθεση.

Σύντομα έγινε αντιληπτό από την ελληνική κυβέρνηση ότι το σύστημα των εθνικών επιτροπών, είτε διορισμένων είτε εθελοντικών, που δρούσαν ασυντόνιστα, χωρίς καμία επαφή με το Κομιτάτο των Αθηνών, δεν μπορούσε να προσφέρει το αναμενόμενο έργο. Έπρεπε λοιπόν να αντικατασταθεί από ένα σύστημα συγκεντρωτικό, ανεξάρτητο από το ελληνικό βασίλειο, στελεχωμένο από άτομα που γνώριζαν τις ανάγκες του Αγώνα και μπορούσαν ν' ανταποκριθούν πλήρως στις υποχρεώσεις τους. Χρειαζόταν μια ελληνική "εσωτερική" οργάνωση, εδραιωμένη στη Μακεδονία που θα μπορούσε άνετα να συντονίζει τη δράση. Τις επισημάνσεις αυτές είχε κάνει προς την κυβέρνηση ο Λάμπρος Κορομηλάς, πριν αναχωρήσει για τη Φιλιππούπολη προκειμένου να αναλάβει τα καθήκοντά του εκεί ως πρέσβης. Συγκεκριμένα είχε υποδείξει την ανάγκη σύστασης Kομιτάτου παρόμοιου με το βουλγαρικό με σκοπό "ν' αποκρύπτη τάς ενεργείας της Κυβερνήσεως". Η απάντηση του Πρωθυπουργού Γεωργίου Θεοτόκη ήταν να το ιδρύσει και να το διευθύνει ο ίδιος ο Κορομηλάς.

Ο Κορομηλάς φάνηκε διστακτικός αλλά όχι για πολύ. Αλλωστε δεν παρέμεινε στη Φιλιππούπολη για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το Μάιο του 1904 αποβιβάστηκε στη Θεσσαλονίκη με σκοπό ν' αντικαταστήσει τον μέχρι τότε Γενικό Πρόξενο της Ελλάδος Νικόλαο Ευγενιάδη. Αμέσως μετά την άφιξή του δήλωσε ρητά στο υπουργείο των Εξωτερικών ότι με μέτρα αποσπασματικά, πρόσκαιρα και χωρίς συνέχεια, όπως η πρόσκαιρη περίθαλψη και η ευκαιριακή αποστολή σωμάτων, δεν μπορούσε να καταπολεμηθεί ο βουλγαρικός κίνδυνος. Μόλις τα ελληνικά ημίμετρα ατονούσαν, η βουλγαρική οργάνωση θα είχε τη δυνατότητα να επαναφέρει την κατάσταση στα προηγούμενα επίπεδα. Αξίζει να σημειωθεί ότι στα ίδια συμπεράσματα είχε καταλήξει και ο Παύλος Μελάς. Με δεδομένη την έλλειψη χρόνου και την πίεση των γεγονότων εισηγήθηκε τη σύσταση μιας ενιαίας αρχής στην οποία θα υπάγονταν όλες οι οργανώσεις και τα δίκτυα που λειτουργούσαν. Η αρχή αυτή θα ήταν υπεύθυνη για το στρατηγικό σχεδιασμό της δράσης των σωμάτων, τη σύσταση πολιτοφυλακών σε πόλεις και χωριά, τη διενέργεια κατασκοπίας, τις επικοινωνίες μεταξύ των σωμάτων, τη διακίνηση όπλων και πολεμοφοδίων, την πρόσβαση στις οθωμανικές αρχές και την άσκηση φιλελληνικής προπαγάνδας στο εσωτερικό της Μακεδονίας.

Η εφαρμογή του σχεδίου άρχισε στα μέσα του 1904. Ο νέος Γενικός Πρόξενος προχώρησε πρώτα από όλα στη δημιουργία ενός επιτελικού κέντρου δράσης στα όρια της δικαιοδοσίας του, δηλαδή στο σαντζάκι Θεσσαλονίκης. Το κέντρο αυτό στελεχώθηκε από αξιωματικούς του ελληνικού στρατού που έφθασαν στη διάρκεια του 1904 στο προξενείο Θεσσαλονίκης με την ιδιότητα του ειδικού γραφέα. Οι αξιωματικοί αυτοί εννέα συνολικά, είχαν επιλεγεί από τον Κορομηλά πριν από την αναχώρησή του από την Αθήνα με σκοπό να αποσπαστούν στα προξενεία της Μακεδονίας. Πριν την αποστολή τους είχαν εκπαιδευτεί κατάλληλα ιδιαίτερα σε θέματα πειθαρχίας και είχαν μάθει τις γλώσσες που μιλούνταν στη Μακεδονία. Καλυμμένοι κάτω από τη φανερή ιδιότητά τους, του απλού υπαλλήλου του προξενείου Θεσσαλονίκης, ανέλαβαν ο καθένας την ευθύνη για την επέκταση της ελληνικής οργάνωσης σε μια ορισμένη περιοχή της δικαιοδοσίας του προξενείου. Καθοδηγητής και συντονιστής της προσπάθειας ήταν ο ίδιος ο Γενικός Πρόξενος.

Στις αρχές του επόμενου χρόνου (1905) ο Κορομηλάς επιδίωξε την επέκταση του δικτύου σε ολόκληρη τη Μακεδονία με την τοποθέτηση αξιωματικών στα προξενεία Μοναστηρίου, Σερρών, στο υποπροξενείο Καβάλας και την άσκηση της διεύθυνσης του Αγώνα από το προξενείο Θεσσαλονίκης. Η κυβέρνηση φάνηκε απρόθυμη να υποστηρίξει τη συγκέντρωση ολόκληρης της διοίκησης του Αγώνα στα χέρια του Κορομηλά, έδωσε όμως τη συγκατάθεσή της για τη δημιουργία κέντρων δράσης στα προξενεία πλαισιωμένα με αξιωματικούς σύμφωνα με το πρότυπο του προξενείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή άνοιξε ουσιαστικά ο δρόμος για την ενοποίηση του δικτύου και για την εξομοίωση της δράσης. Μάλιστα η επιρροή του Μακεδονικού Κομιτάτου μειώθηκε αισθητά, όταν ο Καλαποθάκης, από λανθασμένες πληροφορίες, δημοσίευσε στο Εμπρός την είδηση για τη δολοφονία του Γερμανού Καραβαγγέλη αντί για τον Φώτιο, επίσκοπο Κορυτσάς. Το γεγονός αυτό συντέλεσε σαφώς στην περαιτέρω μετατόπιση του κέντρου βάρους του Αγώνα στη Θεσσαλονίκη. Η τυπική ενοποίηση της δράσης των ήδη υπαρχόντων δικτύων πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι του 1906 με την προαγωγή του Κορομηλά σε γενικό επιθεωρητή όλων των ελληνικών προξενείων της Μακεδονίας.

Με τον τρόπο αυτό αποκαταστήθηκε και η επικοινωνία του κέντρου δράσης με τις τοπικές επιτροπές, κάτι που αποτελούσε εγγενή αδυναμία του μέχρι τότε αποκεντρωτικού συστήματος οργάνωσης. Έτσι εγκαταστάθηκαν σε κεφαλοχώρια και χωριά με κομβικό χαρακτήρα πράκτορες που ανέλαβαν το ρόλο του συνδέσμου. Αυτοί ήταν συνήθως αξιωματικοί ή υπαξιωματικοί του ελληνικού στρατού, κάποτε όμως και ιδιώτες, οι οποίοι δρούσαν στα χωριά και στις κωμοπόλεις με την ιδιότητα του εμπόρου, του δασκάλου, του ιερέα, ακόμη και τους ασφαλιστικού πράκτορα. Από το 1906 λόγω των αυξημένων αναγκών άρχισαν να χρησιμοποιούνται και εντόπιοι αξιόπιστοι παράγοντες, δηλαδή πρόκριτοι, εκπαιδευτικοί και ιερείς. Κομβικά σημεία διακίνησης των πληροφοριών αποτελούσαν φυσικά τα προξενεία, καθώς τελικοί αποδέκτες των πληροφοριών ήταν οι υπάλληλοι των ελληνικών προξενείων, οι οποίοι ήταν κι αυτοί συνήθως αξιωματικοί του ελληνικού στρατού και οι οποίοι συνέτασσαν και υλοποιούσαν τις κατευθυντήριες οδηγίες προς τα τοπικά κέντρα δράσης.

Μέσα στο πλαίσιο της αναβάθμισης των δραστηριοτήτων των προξενείων ένα από τα σημαντικότερα ζητούμενα ήταν η οργάνωση ενός αποτελεσματικού κατασκοπευτικού δικτύου. Βέβαια, η συγκέντρωση πληροφοριών δεν ήταν υπό την άμεση ευθύνη των προξενικών αρχών. Το έργο αυτό στα αστικά κέντρα είχε ανατεθεί σε ανεξάρτητες οργανώσεις, των οποίων οι αρχηγοί και τα ανώτερα στελέχη είχαν καθημερινή επαφή με το προσωπικό των προξενείων. Στην ύπαιθρο οι πληροφοριοδότες της ελληνικής οργάνωσης ήταν είτε Οθωμανοί που μισθοδοτούνταν από την ελληνική οργάνωση, για να παρέχουν πληροφορίες στα ελληνικά σώματα και τα τοπικά κέντρα, είτε εντόπιοι χωρικοί και άλλα στελέχη των πατριαρχικών επιτροπών. Εκτός όμως από τις παραπάνω κατηγορίες πληροφοριοδοτών, παρόμοιες υπηρεσίες πρόσφεραν περιστασιακά οι περισσότεροι Πατριαρχικοί, αφού οι υπηρεσίες αυτές δεν εγκυμονούσαν ιδιαίτερους κινδύνους. Ιδιαίτερα επίσης πρέπει να τονιστεί η προσφορά των κτηνοτρόφων και μάλιστα των Σαρακατσάνων, οι οποίοι, λόγω των ποιμενικών ενασχολήσεών τους και του νομαδικού τρόπου ζωής παρείχαν στα ελληνικά σώματα πολύτιμες πληροφορίες για την κίνηση των βουλγαρικών σωμάτων.

Για ευνόητους λόγους συνήθως προσλαμβάνονταν και Οθωμανοί που είχαν κάποια σημαντική θέση στην τουρκική κοινότητα και μπορούσαν να επηρεάζουν τους ομόδοξούς τους. Προτιμώνταν οι πρόκριτοι, οι μουλάδες, και οι μεγάλοι γαιοκτήμονες, ή ακόμη και οι αξιωματικοί του τουρκικού στρατού και της χωροφυλακής, που γνώριζαν, λόγω της θέσης τους, τις κινήσεις των μονάδων. Μάλιστα αναφέρονται περιπτώσεις σκόπιμης παραπλάνησης της μονάδος τους προς όφελος των Ελλήνων. Άλλοι πάλι Οθωμανοί εργάσθηκαν πιστά ως καβάσηδες στα ελληνικά σχολεία και προξενεία ή ήταν μέλη ενόπλων ομάδων που συνεργάσθηκαν, στην πορεία του Αγώνα με τα ελληνικά σώματα έμμισθα ή εθελοντικά. Εκτός, όμως, από τους Οθωμανούς έμμισθους πληροφοριοδότες και οδηγούς υπήρχαν και Πατριαρχικοί που ασκούσαν το ίδιο επάγγελμα επί πληρωμή. Φυσικά το κύριος βάρος στον τομέα αυτό έπεφτε στους δασκάλους, τους ιερείς και τους γιατρούς. Οι δάσκαλοι λόγω της μόρφωσής τους, Οι ιερείς λόγω του λειτουργήματός τους και του σεβασμού που ενέπνεαν στους απλούς ανθρώπους, ιδίως στις γυναίκες, και οι γιατροί, λόγω των επαγγελματικών περιοδειών, αναδείχθηκαν σε πολυτιμότατα στελέχη του δικτύου και πλήρωσαν συχνά με τη ζωή τους τις υπηρεσίες τους.

Οι συλλεγόμενες πληροφορίες έφθαναν με τους αγγελιοφόρους στους τελικούς αποδέκτες, τα ελληνικά σώματα και τα κέντρα δράσης στις πόλεις. Στις περιπτώσεις που οι αγγελιοφόροι είτε έλειπαν είτε δεν υπήρχαν, οι πληροφορίες διαβιβάζονταν μέσω συνδέσμων που ήταν μόνιμα εγκατεστημένοι σε διάφορα κεφαλοχώρια. Το ρόλο των συνδέσμων ανελάμβαναν πράκτορες του ελληνικού δικτύου, συνήθως αξιωματικοί ή υπαξιωματικοί του ελληνικού στρατού, αλλά και απλοί ιδιώτες. Πάντως ο Κορομηλάς προτιμούσε οι πράκτορες να μην είναι εντόπιοι, γιατί τότε το έργο τους παρεμποδίζονταν τόσο από τις προσωπικές εργασίες τους όσο και από τις αντιζηλίες που αναπτύσσονταν μεταξύ των συγχωριανών. Οι αξιωματικοί-πράκτορες, πριν αποσταλούν στον τόπο εργασίας τους, περνούσαν από συστηματική εκπαίδευση. Ιδιαίτερη σημασία δινόταν στη συλλογή πληροφοριών σχετικών με την ιστορία, τη δημογραφία και την εδαφική διαμόρφωση του τμήματος στο οποίο τοποθετούνταν. Οι πράκτορες αυτοί δρούσαν στα χωριά και στις κωμοπόλεις με την ιδιότητα του εμπόρου, του δασκάλου, του ιερέα, ακόμη και του ασφαλιστικού πράκτορα.

Επειδή όμως οι ανάγκες για τοποθέτηση συνδέσμων ήταν πολύ μεγαλύτερες από αυτές που μπορούσαν να καλύψουν οι αξιωματικοί και οι άλλοι νοτιοελλαδίτες εθελοντές, από το 1906, οπότε η κατάσταση σταθεροποιήθηκε, άρχισαν να χρησιμοποιούνται και εντόπιοι αξιόπιστοι παράγοντες, δηλαδή πρόκριτοι, εκπαιδευτικοί και ιερείς. Φυσικά η δράση των πρακτόρων-συνδέσμων δεν περιοριζόταν μόνο στον τομέα της συλλογής και μεταφοράς πληροφοριών. Συχνά γίνονταν οδηγοί των ανταρτικών ομάδων, ή αναλάμβαναν την οργάνωση πολιτοφυλακών ή την τακτοποίηση οποιουδήποτε τοπικού προβλήματος π.χ. την αποφυλάκιση ή δραπέτευση Ελλήνων, από τις τουρκικές φυλακές.

Τελικοί αποδέκτες των πληροφοριών ήταν οι υπάλληλοι των ελληνικών προξενείων. Οι υπάλληλοι αυτοί -αξιωματικοί του ελληνικού στρατού όπως προαναφέρθηκε- είχαν διπλό ρόλο. Ο πρώτος ήταν η διευθέτηση των υποθέσεων των υπηκόων του ελληνικού κράτους που διέμεναν στη Μακεδονία και ο δεύτερος ο συντονισμός του Μακεδονικού Αγώνα. Στο πλαίσιο αυτής της δεύτερης αποστολής πραγματοποιούσαν περιοδείες στην ύπαιθρο, μερικές φορές χωρίς να αποκρύπτουν την ιδιότητα του προξενικού, με σκοπό τη μεταφορά των διαταγών και οδηγιών των προξενείων στις επιτροπές, το συντονισμό της δράσης των σωμάτων, και την παρακολούθηση της δραστηριότητας των πρακτόρων.

Φυσικά τα λειτουργικά προβλήματα δεν έλειψαν. Τα περισσότερα παρουσιάστηκαν στις αρχές της δημιουργίας του ελληνικού δικτύου, όταν ακόμη η βουλγαρική οργάνωση ήταν ισχυρή και φόβος διακατείχε τους Πατριαρχικούς των πόλεων και της υπαίθρου. Οι περισσότερες αδυναμίες αφορούσαν την επικοινωνία της υπαίθρου με τα κέντρα. Συγκεκριμένα παρατηρήθηκε οξεία έλλειψη πρακτόρων-συνδέσμων στην ύπαιθρο. Με τη χρησιμοποίηση των εντοπίων το πρόβλημα άρχισε κάπως να υποχωρεί, χωρίς βέβαια να λυθεί ποτέ, διότι, εξαιτίας της επανόδου μετά το 1906 πολλών χωριών στο Πατριαρχείο, το δίκτυο επεκτάθηκε σε νέες περιοχές και οι ανάγκες σε έμψυχο δυναμικό, ιδιαίτερα σε συνδέσμους, αυξήθηκαν κατακόρυφα. Οι δυσκολίες της επικοινωνίας του Κέντρου με την ύπαιθρο επιτείνονταν από την άθλια κατάσταση του οδικού δικτύου και τις κακές καιρικές συνθήκες. Ακόμη ο φόβος και η αβεβαιότητα που επικρατούσε στην ύπαιθρο ήταν υπεύθυνες σε μεγάλο βαθμό για την καθυστέρηση στη μεταφορά των πληροφοριών και οδηγιών.

Προβλήματα στη λειτουργία των οργανώσεων και των δικτύων της υπαίθρου δημιουργούσαν επίσης οι συλλήψεις μελών από τους Τούρκους αλλά και η δράση των προδοτών. Και στις δυο περιπτώσεις, για διαφορετικούς όμως λόγους, οι επιπτώσεις στο δίκτυο δεν ήταν σοβαρές. Συγκεκριμένα στην πρώτη περίπτωση οι καλές σχέσεις που διατηρούσε ο Κορομηλάς με τις οθωμανικές αρχές και γενικότερα οι προσβάσεις που είχε η ελληνική πλευρά στην οθωμανική διοίκηση ανά τη Μακεδονία, σε συνδυασμό με την πρακτική των δωροδοκιών, ήταν αρκετές για την έγκαιρη απόλυση των συλληφθέντων.

Εξίσου σοβαρό οργανωτικό αλλά και στρατηγικό ζητούμενο για τα ελληνικά συμφέροντα στη Μακεδονία, στο πλαίσιο της συγκρότησης του κατασκοπευτικού δικτύου, ήταν η δημιουργία πολιτοφυλακών. Η ύπαρξη ενόπλων πολιτοφυλάκων και "εκτελεστών", όπως είχε αποδείξει η πείρα, ήταν απαραίτητη, όχι μόνο στα αστικά και ημιαστικά κέντρα, αλλά κυρίως στις περιοχές όπου αδυνατούσαν να δράσουν τα σώματα. Η κατά τόπους ύπαρξη ισχυρών εξαρχικών παρατάξεων (π.χ. στη Γουμένισσα ή τα Γιαννιτσά), η περικύκλωση ημιαστικών κέντρων από εξαρχικά χωριά (π.χ. η Στρώμνιτσα), η δυσμενής γεωγραφική θέση π.χ. τα πεδινά χωριά της περιοχής Λαγκαδά στερούνταν φυσικών κρησφύγετων, ενώ η περιοχή της Δράμας ήταν πολύ μακριά από τα ελληνικά σύνορα και η ύπαρξη συμπαγούς μουσουλμανικού στοιχείου καθιστούσαν συχνά αδύνατη τη δράση ενόπλου σώματος, ακόμη και εντοπίου. Έτσι πολιτοφύλακες έπρεπε να αναλάβουν επικουρικά καθήκοντα όχι μόνο προστάτη αλλά και εκδικητή.

Η σύσταση πολιτοφυλακών περιλαμβανόταν στα σχέδια δράσης που είχε εκπονήσει ο Κορομηλάς στη διάρκεια του 1904 κι είχε υποβάλει για έγκριση στο υπουργείο των Εξωτερικών. Οι πρώτες πολιτοφυλακές άρχισαν να δημιουργούνται στις αρχές του 1905 και, παρ' όλες τις δυσκολίες που παρουσιάστηκαν, η σύστασή τους συνεχίστηκε και στα επόμενα έτη. Το μέτρο εφαρμόστηκε κυρίως στις περιοχές της Θεσσαλονίκης, των Γιαννιτσών, της Εδέσσης, της Δοϊράνης, της Στρώμνιτσας και της ανατολικής Μακεδονίας, περιοχές πεδινές και απομακρυσμένες από την ελληνική επικράτεια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν δημιουργήθηκαν πολιτοφυλακές και στη δυτική Μακεδονία.

Τα τμήματα αυτά αποτελούνταν στη συντριπτική πλειοψηφία τους από εντόπιους. Επικεφαλής τους ήταν αρχικά ενθουσιώδεις και θαρραλέοι νέοι της περιοχής, αργότερα όμως αντικαταστάθηκαν από πράκτορες του Κέντρου με ποικίλες ιδιότητες που προσπάθησαν να οργανώσουν καλύτερα τον τοπικό αγώνα των ελληνικών κοινοτήτων, αλλά και να συντονίσουν τη δράση των πολιτοφυλακών με τον αγώνα των σωμάτων. Ο ρόλος του συνδέσμου μεταξύ πολιτοφυλακών και προξενείων είχε ανατεθεί στους κάθε λογής πράκτορες που ήταν εγκατεστημένοι στην ύπαιθρο αλλά και στους αξιωματικούς των προξενείων.

Οι περισσότερες πολιτοφυλακές μπορεί να μην κατόρθωσαν να καταλύσουν τη βουλγαρική κυριαρχία στην περιοχή τους, αποτελούσαν όμως εστίες αντίστασης που απασχολούσαν δυνάμεις βουλγαρικές. Όμως η σύσταση των πολιτοφυλακών είχε επίδραση και στο ψυχολογικό τομέα. Η ύπαρξη φρουράς σε κάθε χωριό ή κεφαλοχώρι δημιουργούσε στους Έλληνες Μακεδόνες ένα αίσθημα ασφάλειας που δεν πρέπει να παραβλέπεται, όσο επιφανειακό κι αν ήταν.

Η ελληνική προπαγάνδα στην προσπάθειά της να προσελκύσει τους ασθενέστερους οικονομικά πληθυσμούς ανέπτυξε ιδιαίτερη οικονομική δραστηριότητα στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας. Έτσι οι μαθητές των ελληνικών σχολείων εισέπρατταν μερικές φορές χρηματικό επίδομα, προφανώς αντισταθμιστικό των αβαριών που υφίσταντο που οικογένειές τους. Αλλού διανέμονταν συσσίτια, ενώ σε έκτακτες περιπτώσεις παρέχονταν υποτροφίες στους σλαβόφωνους μαθητές για να σπουδάσουν στην Αθήνα. Συστηματικές προσπάθειες έγιναν ακόμη για την αποζημίωση των θυμάτων της βουλγαρικής δράσης.

Όπως και σε άλλες περιπτώσεις, όπου απαιτούνταν σημαντικές οικονομικές δαπάνες, το κύριο βάρος ανέλαβε το ελληνικό κράτος. Η διαχείριση των δαπανών αυτών, που η κύμανσή τους ήταν ανάλογη με τη σοβαρότητα της κατά τόπους αντίπαλης προπαγάνδας, γινόταν από τις ελληνικές προξενικές αρχές.

Φυσικά, την όλη εκπαιδευτική-προπαγανδιστική προσπάθεια συνέχισαν να συνδράμουν με κάθε τρόπο οι πολυάριθμοι σύλλογοι και τα σωματεία. Οι δραστηριότητές τους ήταν ευρύτατες, πολιτιστικές, φυσιολατρικές και αθλητικές. Διοργάνωναν συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις, με θέματα εθνικά, χορούς, κλπ. Πολλοί σύλλογοι διέθεταν παράλληλα και αθλητικά τμήματα ποδοσφαίρου, ποδηλασίας, κολύμβησης, κλασικού αθλητισμού, κλπ. και λάμβαναν μέρος σε αγώνες. Συχνές ήταν οι εκδρομές των συλλόγων στην εξοχή ή σε άλλες πόλεις όπου συναντώνταν με άλλους συλλόγους συσφίγγοντας με αυτό τον τρόπο τις μεταξύ τους σχέσεις και επιδεικνύοντας την ενότητα του Ελληνισμού. Πρέπει να σημειωθεί ότι πολλές από αυτές τις εκδηλώσεις διοργανώθηκαν με την παρότρυνση των προξενικών αρχών, και ότι μερικές φορές συμμετείχαν και οι ίδιες οι προξενικές αρχές.

Ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα σημαντικό ρόλο έπαιξε η κυκλοφορία φυλλαδίων και σύντομων συγγραμμάτων, ανωνύμων τις περισσότερες φορές, τυπωμένων στην Ελλάδα ή τη Θεσσαλονίκη, που αποδείκνυαν τους ιστορικούς δεσμούς των αρχαίων Μακεδόνων με τους υπόλοιπους Έλληνες, επεσήμαιναν τις διαστρεβλώσεις του ιστορικού παρελθόντος από τη βουλγαρική και τη ρουμανική προπαγάνδα και διακήρυσσαν την πρόθεση του ελληνικού κράτους να απελευθερώσει τη Μακεδονία.

Παράλληλα ο ελληνικός Τύπος στη Θεσσαλονίκη και το Μοναστήρι έδινε καθημερινές μάχες παρουσιάζοντας για κάθε γεγονός την ελληνική εκδοχή και υψώνοντας τη φωνή του απέναντι στις άλλες εθνότητες. Πιο μαχητική από όλες τις εφημερίδες ήταν η Αλήθεια που εκδιδόταν από τον Ιωάννη Κούσκουρα στη Θεσσαλονίκη από το 1903 έως το 1909. Δεν θα πρέπει όμως να παραγνωρίσουμε το ρόλο και των άλλων εφημερίδων, όπως του Φάρου της Θεσσαλονίκης, που εκδιδόταν από το Νίκο Γκαρμπολά και του Αστέρα του Νίκου Χριστομάνου.

Όμως το κυριότερο πρόβλημα της ελληνικής προπαγάνδας ήταν η καθυστέρησή της σε σχέση με τη βουλγαρική. Η βουλγαρική προπαγάνδα στηρίχθηκε σε μια οργάνωση που είχε προηγηθεί κατά πολύ της ελληνικής, σε καιρούς πολύ πιο κατάλληλους για τέτοιου είδους δραστηριότητες και είχε αρχίσει να αποδίδει καρπούς πριν την έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα.

Η ολοκλήρωση των στόχων της βουλγαρικής προπαγάνδας με ειρηνικά μέσα, επέτρεψε στη βουλγαρική πλευρά να προχωρήσει αποτελεσματικά στον ένοπλο αγώνα για να ολοκληρώσει την πραγματοποίηση των σχεδίων της. Η ελληνική απάντηση δόθηκε με μεγάλη καθυστέρηση. Όταν οι Βούλγαροι χρησιμοποιούσαν πλέον με επιτυχία την «προπαγάνδα της πράξης», οι Έλληνες προσπαθούσαν ενεργοποιώντας όλα τα ερείσματά τους στη Μακεδονία, να οργανώσουν συστηματικά την ειρηνική τους προπαγάνδα. Οι δυσκολίες και οι αντιξοότητες μέσα στο πλαίσιο αυτό ήταν αναμενόμενες.

Η ανάκληση του Κορομηλά τον Οκτώβριο του 1907 στην Αθήνα και η τοποθέτησή του ως πρεσβευτή στην Ουάσιγκτον δεν είχε σοβαρές επιπτώσεις στην ελληνική οργάνωση. Ήταν πια ικανή να αντιπαρατεθεί νικηφόρα στους Βουλγάρους. Σε μια προσπάθεια να υποτιμηθούν συνολικά τόσο τα οργανωτικά αποτελέσματα του Κορομηλά και του Μακεδονικού Κομιτάτου, όσο και το έργο που πρόσφεραν πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η ελληνική πλευρά αποφάσισε με μεγάλη καθυστέρηση ν' αποδυθεί στον αγώνα για τη διεκδίκηση της Μακεδονίας. Φυσικά το όλο εγχείρημα δεν ήταν καθόλου εύκολο. Το ελληνικό κράτος δεν είχε φροντίσει σοβαρά για τη δημιουργία ερεισμάτων στον πληθυσμό της Μακεδονίας, ενώ και η εδραιωμένη βουλγαρική παρουσία στα μακεδονικά εδάφη έκανε ακόμη δυσκολότερο το όλο εγχείρημα.

Το αποκεντρωτικό σύστημα οργάνωσης που υιοθετήθηκε αρχικά βασιζόταν στην οργάνωση της κάθε κοινότητας χωριστά και προέβλεπε τη διεύθυνση του Αγώνα από το Μακεδονικό Κομιτάτο Αθηνών. Όμως σε σύντομο διάστημα φάνηκε ότι με την αυτοδιαχείριση η επαναφορά των εντοπίων στην πατριαρχική εκκλησία δεν ήταν απόλυτα εφικτή. Επιπλέον φάνηκαν γρήγορα οι μεγάλες αδυναμίες που συνεπαγόταν η διεύθυνση του Αγώνα από την Αθήνα. Έτσι η προσπάθεια επικεντρώθηκε στη δημιουργία ενός τοπικού δικτύου που θα εκτεινόταν σε όλη τη Μακεδονία στελεχωμένο κυρίως από άτομα που προέρχονταν από το ελληνικό κράτος.

Αναμφισβήτητο κέντρο του δικτύου αναδείχθηκε το Προξενείο Θεσσαλονίκης. Η λειτουργία του, από τα στοιχεία που συνεκτιμήθηκαν κρίνεται ιδιαίτερα ικανοποιητική στον τομέα της συγκέντρωσης και μεταφοράς πληροφοριών και στη διακίνηση όπλων και πολεμοφοδίων, τομείς απαραίτητους για τη δράση των ανταρτικών ομάδων. Προβλήματα, βέβαια, υπήρξαν, τα οποία όμως οφείλονταν περισσότερο στον ανθρώπινο παράγοντα και στις κακές καιρικές συνθήκες παρά σε εγγενείς αδυναμίες του δικτύου.

Μέσα στο χρονικό διάστημα που διήρκεσε η ένοπλη φάση του Μακεδονικού Αγώνα το δίκτυο κατόρθωσε να αποσπάσει μεγάλο μέρος των πληθυσμών από τη βουλγαρική επίδραση ακόμη και να τους ενεργοποιήσει σχετικά με την ελληνική υπόθεση. Στην περίπτωση των πόλεων το έργο της Οργάνωσης ήταν πιο εύκολο. Οι αστικοί πληθυσμοί ήταν σχεδόν στο σύνολό τους ελληνόφωνοι και αποδέκτες, τουλάχιστον από τον προηγούμενο αιώνα, της ελληνικής εκπαιδευτικής πολιτικής. Για τον προσεταιρισμό τους αρκούσε η άρση της βουλγαρικής τρομοκρατίας και η συστηματική καθοδήγησή τους. Στην ύπαιθρο η κατάσταση ήταν πιο δύσκολη λόγω της μεικτής πληθυσμιακής σύστασης και της ύπαρξης σχεδόν σε κάθε χωριό, επιτροπής της βουλγαρικής οργάνωσης. Όμως, τελικά, η δημιουργία και η δραστηριοποίηση της ελληνικής παράταξης σε κάθε χωριό, η τοποθέτηση συνδέσμων στα επίμαχα μέρη και η εξασφάλιση των επικοινωνιών με το Κέντρο Θεσσαλονίκης συντέλεσαν στην αξιοποίηση της δράσης των ενόπλων σωμάτων και ερμηνεύουν σε μεγάλο βαθμό τις ελληνικές επιτυχίες μετά το 1906.

Πηγές

  • Foreign Office-Public Record Office (FO-PRO), 195/2207, 195/2232, 195/2263, 195/2264, 195/2297.
  • Ιστορικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών (ΙΑΥΕ)/Κεντρική Υπηρεσία (ΚΥ)/ΑΑΚ/ΣΤ'/1904, ΙΑΥΕ/ΚΥ/ΑΑΚ/Η'/1904, ΙΑΥΕ/ΑΑΚ/Β'/1905, ΙΑΥΕ/ΚΥ/ΑΑΚ/Β'/1906.
  • Γενικός Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΓΕΣ/ΔΙΣ), ΑΜΑ 92/Α.
  • Ιστορικό Αρχείο Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (ΙΑΙΜΧΑ), φακ.2, 6/13, 6/14, 6/15, 9, 23, 28, 29.
  • Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα/Κέντρο Έρευνας Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα (ΜΜΑ/ΚΕΜΑ), ΙΕ/018, 026, ΗΑ/005, 007.

Βιβλιογραφία

  • Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, Η Μακεδονία στις παραμονές του Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη, 1986.
  • Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, Ο Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908), Η ένοπλη φάση, Θεσσαλονίκη, 1987.
  • Νικόλαος Βλάχος, Το Μακεδονικόν ως φάσις του Ανατολικού Ζητήματος 1878-1908, Αθήνα, 1935.
  • Γενικό Επιτελείο Στρατού (ΓΕΣ)/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΔΙΣ), Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, Αθήνα, 1979.
  • Douglas Dakin, The Greek Struggle in Macedonian 1897-1913, Θεσσαλονίκη, 1966.
  • Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου/Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Ο Μακεδονικός Αγώνας. Συμπόσιο, Θεσσαλονίκη, 1987.
  • Βασίλειος Λαούρδας, «Μακεδονικός Αγών», Σερραϊκά Χρονικά, 3 (1959).
  • Βασίλειος Λαούρδας, «Το Ελληνικόν Γενικόν Προξενείον Θεσσαλονίκης 1903-1908», Μακεδονικά Ανάλεκτα, Θεσσαλονίκη, 1980.
  • Δημήτριος Ν.Κάκκαβος, Απομνημονεύματα. (Μακεδονικός Αγώνας), Θεσσαλονίκη, 1972.
  • Ναταλία Μελά, Παύλος Μελάς, Αθήνα, 1966 (β' εκδ.)
  • Κωνσταντίνος Παπουλίδης, «Το Άγιον Όρος και ο Μακεδονικός Αγώνας», Μακεδονικός Αγώνας. Συμπόσιο, Θεσσαλονίκη, 1984.
  • Παναγιώτης Παπατζανετέας, Ο Μακεδονικός Αγώνας. Απομνημονεύματα, Θεσσαλονίκη, 1960.
  • Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαίδης, Ο Μακεδονικός Αγών. Η Οργάνωσις Θεσσαλονίκης, Απομνημονεύματα, Θεσσαλονίκη, 1958.

Τελευταία ενημέρωση: 03/04/2009 10:29