
Βιβλιογραφία για τη Μακεδονία Βιβλιογραφία για τη Μακεδονία
Brown, Keith, The past in question: Modern Macedonia and the uncertainties of nation, Princeton, Princeton University Press, 2003.
Το βιβλίο ασχολείται εξίσου με το παρελθόν και το παρόν της Μακεδονίας. Τα κεφάλαια οργανώνονται χρονολογικά με επίκεντρο τα γεγονότα του 1903 και τα γεγονότα της εξέγερσης του Ίλιντεν στο Κρούσεβο, χρησιμοποιώντας το γεγονός ως αφορμή για μια συζήτηση σχετικά με τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας. Παρουσιάζονται εδώ κάποιοι από τους αγώνες και τις συζητήσεις πάνω στο νόημα του Μακεδόνα και της Μακεδονίας και του Μακεδονισμού. Γιατί το να είσαι Μακεδόνας στο Κρούσεβο, υποστηρίζει ο Brown, σε μια πόλη με κατεξοχήν ελληνικό και βλάχικο παρελθόν, δεν έχει την ίδια σημασία με το να είσαι Μακεδόνας σε πόλεις σαν το Τέτοβο ή τα Σκόπια, που διατηρούν τις δικές τους, διαφορετικές, πολυεθνικές ιστορίες. Αποτελεί επίσης το βιβλίο μια κοινωνική ιστορία του Κρούσεβο τον 20ό αιώνα, όχι όμως μια χρονολογική καταγραφή της ιστορίας μιας κοινωνίας ή ενός έθνους, αλλά μάλλον μια ανάλυση του τρόπου με τον οποίο οι ιστορίες έρχονται σε επαφή και συμπλέκονται. Κάθε κεφάλαιο στηρίζεται σε διαφορετικό είδος πηγών και πληροφοριακού υλικού εξετάζοντας διαφορετικές οπτικές της παράδοσης για το Ίλιντεν, καθεμία από τις οποίες, διαπιστώνει ο συγγραφέας, δεν υπάρχει ξεχωριστά και αυτόνομα από τις άλλες.
Μετά το εισαγωγικό πρώτο κεφάλαιο, το δεύτερο κεφάλαιο τοποθετεί το Μακεδονικό Ζήτημα στο ιστορικό του πλαίσιο, κυρίως όμως στην εκδοχή που έλαβε μετά την ανεξαρτησία της ΠΓΔΜ, το 1991-92. Το τρίτο κεφάλαιο εξετάζει μέσα από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης και τον τύπο και τις διπλωματικές πηγές το ξένο ενδιαφέρον για τη Μακεδονία από την αρχή του 20ού αιώνα, σε μια απόδοση της ταραγμένης κατάστασης στην περιοχή ήδη από την οθωμανική περίοδο με μια κατά το δυνατόν πιο αντικειμενική και απομακρυσμένη ματιά. Ταυτόχρονα εξετάζει τα πράγματα και τους παράγοντες που επηρέασαν ή δυσκόλεψαν την ορθή και αντικειμενική κρίση των γεγονότων, που ως ένα βαθμό εξακολουθούν να επηρεάζουν τη διαμόρφωση των απόψεων για την περιοχή και το πρόβλημα μέχρι σήμερα. Το τέταρτο κεφάλαιο είναι η ανάλυση τριών αναφορών αυτοπτών μαρτύρων, κατοίκων της πόλης που έζησαν τα γεγονότα στο Κρούσεβο κατά την εξέγερση του Ίλιντεν το 1903. Δύο ανήκουν σε άτομα που αυτοαναγνωρίζονταν ως Έλληνες, η τρίτη σε κάποιον που αυτοπροσδιοριζόταν ως Βούλγαρος. Η εξέτασή τους αποκαλύπτει διαφορετικές αποδόσεις και ερμηνείες των γεγονότων και των κινήτρων και διαφορετικές προσεγγίσεις στην κατανόηση των ιστορικών αλλαγών. Οι τρεις παραλλαγές της ίδιας ιστορίας εξετάζονται υπό το πρίσμα του πώς και του γιατί υπήρξαν διαφορετικές από την αρχή και πώς και γιατί χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικά στην εξέλιξη των διενέξεων γύρω από το Μακεδονικό στα χρόνια μετά το 1944. Το πέμπτο κεφάλαιο εξετάζει πώς αυτοί που παρέμειναν στο Κρούσεβο μετά το Ίλιντεν επέζησαν υπό το πρώτο γιουγκοσλαβικό καθεστώς μεταξύ των δύο πολέμων. Η παράδοση του Ίλιντεν λειτούργησε διχαστικά δημιουργώντας ψευδείς οικονομικές και κοινωνικές διακρίσεις στην τοπική κοινωνία. Μέχρι τη σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία. Το έκτο κεφάλαιο εξετάζει πώς το παρελθόν ερμηνεύτηκε μέσα από αντιτιθέμενα ή διττά κανάλια μεταξύ των Γιουγκοσλάβων μακεδόνων και της σοσιαλιστικής κυβέρνησης μετά τη δεκαετία του 1950. Κυρίως επειδή η κυβέρνηση αποφάσισε να παραχωρήσει συντάξεις στα θύματα της εξέγερσης, και παράλληλα προώθησε τις δομές των αγροτικών κολεκτίβων, γεγονός που υποχρέωσε τους πρωταγωνιστές εκείνης της περιόδου να διηγηθούν εκ των υστέρων την προσωπική τους ιστορία έτσι όπως ήθελε το καθεστώς, ώστε να διασφαλίσουν τη σύνταξη, συνηγορώντας όμως έτσι στη διαμόρφωση μιας διακριτής μακεδονικής ιστορίας. Το έβδομο κεφάλαιο ασχολείται με τη συζήτηση που προέκυψε για την ανέγερση του μνημείου του Ίλιντεν στο Κρούσεβο στα τέλη της δεκαετίας του 1960 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Στη συζήτηση αναδείχθηκε η διάσταση των απόψεων των δημιουργών του, μοντερνιστών με αφαιρετική οπτική, από εκείνες των μελών της επιτροπής που κλήθηκε να αξιολογήσει τις προτάσεις και να ελέγξει την κατασκευή και την ανέγερση, που ωθούσε προς ένα μνημείο που θα μιλούσε ξεκάθαρα για το μακεδονικό παρελθόν, ώστε να αποδοθεί ένας ξεκάθαρα μακεδονικός χαρακτήρας στο Ίλιντεν, πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Το όγδοο κεφάλαιο εξετάζει τις αντιδράσεις των κατοίκων στη δημιουργία και την ενός παραστατικού αγάλματος το 1983. Το επόμενο εξετάζει πώς επανεκτιμήθηκε η ιστορία της πόλης αμέσως μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας το 1992 και το τελευταίο έχει τα συμπεράσματα.
Όσο υφίστατο η Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία, καταλήγει ο συγγραφέας, η διαμάχη για τη μακεδονική ταυτότητα δεν καθόριζε με άμεσο τρόπο τις ζωές των ανθρώπων. Παρά τις ελληνικές και τις βουλγαρικές αμφισβητήσεις και αντιρρήσεις για την ύπαρξη μακεδονικού έθνους και τη διαρκή αναζήτηση των Μακεδόνων ιστορικών για τη διαμόρφωσή του στο πέρασμα των αιώνων και στο βάθος της ιστορίας, οι διχογνωμίες και οι αντιπαραθέσεις τους ελάχιστα άγγιζαν το ευρύ κοινό. Η Ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία που εγγυούνταν την ύπαρξη του μακεδονικού λαού και έθνους ως ενός από εκείνους που συναποτελούσαν την ομοσπονδία παρείχε ταυτόχρονα μια εδραιωμένη κρατική εθνική ταυτότητα που προσδιόριζε διαφορετικά τα μέλη του μακεδονικού έθνους όταν αυτά βρίσκονταν ή ταξίδευαν στο εξωτερικό. Η διάλυση της ομοσπονδίας προκάλεσε την καταστροφή κάθε περιθωρίου για φιλικές διαπραγματεύσεις.
Τελευταία ενημέρωση: 03/04/2009 10:29
