
Βιβλιογραφία για τη Μακεδονία Βιβλιογραφία για τη Μακεδονία
Cowan, Jane K., (ed.), Macedonia the politics of identity and difference, London, Pluto Press, 2001.
Ανθρωπολόγοι και ιστορικοί εξετάζουν τις πολιτικές της ταυτότητας και της διαφοράς στο πλαίσιο της σύγχρονης Μακεδονίας (ο όρος χρησιμοποιείται πρωτίστως με την ευρύτερη γεωγραφική του έννοια), αλλά και στις κοινότητες των Μακεδόνων μεταναστών στην Αυστραλία, τη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη, οι οποίοι όμως παραμένουν πολίτες κάποιου από τα τρία βαλκανικά κράτη, Ελλάδα, Βουλγαρία, Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Τα κεφάλαια του τόμου διακρίνονται από τη μέριμνα να γίνει η Μακεδονία κατανοητή ως ένας τόπος όχι διαφορετικών ομάδων σε σύγκρουση, αλλά ως κοιτίδα διάφορων πολύπλοκων διαδικασιών σε εξέλιξη. Εξετάζουν κριτικά τον πλουραλισμό με τον οποίο εκδηλώθηκε η σύλληψη για την εθνική καταγωγή. Πολλά εξετάζουν πώς τα άτομα τοποθετούν τον εαυτό τους απέναντι στη μεγάλη συζήτηση που διεξάγεται σε υψηλό επίπεδο (πολιτικό, κυβερνητικό, διεθνές) για την εθνική και την εθνοτική διαφορά, πώς διηγούνται τις προσωπικές ιστορίες τους και πώς δομούν την ταυτότητα. Κάποια άλλα κεφάλαια φωτίζουν τη διεθνή διάσταση της προσπάθειας για τον προσδιορισμό της μακεδονικής ταυτότητας ή πόσο χρήσιμη μπορεί να είναι η εθνοτική ταυτότητα ως αναλυτική κατηγορία για την κατανόηση των πολιτιστικών και κοινωνικών φαινομένων που συνέβησαν στην περιοχή στο παρελθόν αλλά και τώρα.
Η Riki van Boeschoten, στο κείμενό της «When Difference Matters: Sociopolitical Dimensions of Ethnicity in the District of Florina», θέτει το ερώτημα υπό ποιες προϋποθέσεις ένα ζήτημα χαρακτηρίζεται εθνικό. Κυρίως όχι γιατί αλλά πώς και πότε ανακύπτει. Υποστηρίζει, για την περιοχή της Φλώρινας που μελετά, ότι η εθνοτική ταυτότητα από καιρό έχει γίνει ο τρόπος και το μέσο με το οποίο επιζεί η κοινωνική διαφορά. Παρουσιάζει μια ανάλυση σε μακροεπίπεδο για την περιοχή της Φλώρινας βάσει των δεδομένων που έχει συλλέξει μετά από εκτεταμένη έρευνα, για να προτείνει παράγοντες που κάνουν την εθνοτική ταυτότητα αξιοπρόσεκτη τώρα.
Ο Piero Vereni στο δικό του άρθρο, «Os Ellin Makedonas: Autobiography, Memory and National Identity in Western Macedonia», εξετάζει στο μικροεπίπεδο της έρευνάς του μια συγκεκριμένη περίπτωση ενός αγρότη από την περιοχή της Φλώρινας, ο οποίος προσπαθεί να επιλύσει τους γρίφους που σχετίζονται με την εθνική του ένταξη, επανεξετάζοντας και ξαναγράφοντας την ιστορία, σε μια προσπάθεια να αντιπαραθέσει τη Μεγάλη Ιστορία, που είναι γραμμένη στα σχολικά εγχειρίδια και στα επίσημα βιβλία, με την ιστορία τη δική του, της οικογένειάς του, της κοινότητας στην οποία ανήκει. Δομεί τη δική του υποκειμενικότητα όχι μέσα από δεδομένες κατηγοριοποιήσεις αλλά μέσα από τη διαλεκτική αναμέτρηση με τις δύο αποδόσεις της ιστορίας. Φωτίζει την προσπάθεια αυτού του ανθρώπου να κατασκευάσει μια ταυτότητα συνεπή και κατανοητή χρησιμοποιώντας και υποχρεωτικά δίνοντας διαφορετική ερμηνεία στην επίσημη ελληνική ιστορία.
Το κείμενο «Οn the Other Side of the River: The Defeated Slavophones an Greek History» του Iakovos Michailidis είναι μια προσπάθεια να φανεί το αυταπόδεικτο, αυτό που συχνά αρνούμαστε, πως κάποιες φορές σε προσωπικό και τοπικό επίπεδο οι μνήμες και οι ερμηνείες των ιστορικών γεγονότων δεν αντιστοιχούν ακριβώς με τις επίσημες απόψεις της εθνικής ιστορίας. Οι προσωπικές μνήμες, το σύνολο της παράδοσης της οικογένειας ή του γενέθλιου τόπου κάποιου και ο τρόπος με τον οποίο κάποιος αντιλαμβάνεται όλα αυτά και τα συσχετίζει με τον παρελθόν του συχνά αποκαλύπτονται πιο ισχυρά ακόμη και από τις πιο ισχυρές προσπάθειες για την ενσωμάτωση και την αφομοίωσή του από κάποιο ανώτερο ή ευρύτερο σύνολο. Επικρίνει το θριαμβικό χαρακτήρα της ελληνικής εθνικιστικής ιστοριογραφίας πάνω στο Μακεδονικό, απαξιώνει τους τρόπους με τους οποίους αυτή προσπάθησε να αρνηθεί να αναγνωρίσει τις φιλοδοξίες και την εμπειρία των ηττημένων κάθε λογής μακεδονικών αγώνων, από το Ίλιντεν του 1903 μέχρι τον ελληνικό εμφύλιο, και χρησιμοποιεί συμβατικές ιστορικές πηγές και υλικό και τεχνικές για να αποκαλύψει μια συνήθως κρυμμένη ιστορία της περιοχής της Φλώρινας. Αποκαλύπτει το ρόλο που οι συγγένειες έπαιξαν στη συνέχιση του Μακεδονικού Αγώνα, στη διαφορετική της ιστορική πραγμάτωση, συμπεραίνοντας τη σημασία των διηγήσεων για ηρωισμούς και απώλειες στο πλαίσιο της στενής οικογένειας αλλά και στην ευρύτερη κοινότητα, στη δημιουργία αισθήματος συμμετοχής στο όνειρο για την ελεύθερη και ανεξάρτητη Μακεδονία. Εξηγεί πώς η εμπειρία της ήττας όπως και η κλίμακα των πολλαπλών αρνήσεων αναγνώρισης άφησαν τα ίχνη τους στην εθνικιστική διήγηση που συνέθεσαν για λογαριασμό της νεοπαγούς ΠΓΔΜ ιστορικοί που κατάγονται από την ελληνική πλευρά των συνόρων, όμως σε κάποια φάση της ιστορικής εξέλιξης υποχρεώθηκαν να αναχωρήσουν. Καταδικάζει κάθε λογής εθνικισμό και απευθύνει έκκληση στους ιστορικούς να σπάσουν τον κύκλο της ανταγωνιστικής εθνικιστικής ιστοριογραφίας και να ανεξαρτητοποιηθούν από τα δεσμά των εθνικών μύθων.
Ο Loring M. Danforth, διερωτώμενος «How can a woman give birth to One Greek and One Macedonian? The Construction of National Identity among Immigrant to Australia from Northern Greece», διερευνά πώς αναπτύσσουν οι άνθρωποι εθνική ταυτότητα; Πώς επιλέγουν μια εθνική ταυτότητα όταν έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν από διαφορετικές; Πώς παραδίδεται αυτή η ταυτότητα από γενιά σε γενιά; Πώς είναι δυνατόν κάτοικοι του ίδιου χωριού, ακόμη και μέλη των ίδιων οικογενειών να υιοθετούν διαφορετικές ταυτότητες; Αναζητά απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά και τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζονται οι σχετικές θεωρίες μεταξύ των μεταναστών από τη Φλώρινα στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, οι οποίοι αυτοπροσδιορίζονται ως Μακεδόνες και ως Έλληνες, ως ντόπιοι Μακεδόνες. Αυτοί, κατά τη βαλκανική κρίση στη δεκαετία του 1990, υποχρεώθηκαν να λάβουν μία δύσκολη απόφαση, και μάλιστα στην Αυστραλία, μακριά από την πατρίδα, σε μια χώρα με περίπλοκη πολυπολιτισμική κοινωνία, όπου οι εθνοτικές και εθνικές ταυτότητες είναι ελεύθερες και συνειδητά δομημένες από σύγκριση με τις βαλκανικές πατρίδες, αν είναι Έλληνες ή Μακεδόνες. Για τη φαντασιακή κοινότητα της Μακεδονίας, όπως διαμορφώθηκε μεταξύ των Μακεδόνων της διασποράς. Ακόμη και διαμορφωμένες στην πατρίδα, αυτές οι φαντασιώσεις καλλιεργούνται, επαναπροσδιορίζονται, ακόμη και ανατρέπονται από τις ειδικές και συγκεκριμένες συνθήκες που επικρατούν στις φιλοξενούσες χώρες. Όμως οι μακεδονικές κοινότητες της διασποράς (που δεν συμφωνούν πάντοτε μεταξύ τους πάνω στο πραγματικό νόημα του όρου Μακεδονικός και Μακεδόνας) διαδραματίζουν σημαντικό ηθικό και υλικό ρόλο στην πολιτιστική και πολιτική κίνηση στα Βαλκάνια. Ο Ντάνφορθ εξετάζει τις προοπτικές και τις δυνατότητες σχηματισμού μακεδονικής ταυτότητας σε μια πολυπολιτισμική χώρα όπως η Αυστραλία. Δείχνει πώς όλη η συζήτηση περί πολυπολιτισμού στην Αυστραλία επέτρεψε στους μετανάστες από την ελληνική Μακεδονία, οι οποίοι συχνά αυτοαποκαλούνται Έλληνες, αν και διατηρούν συνείδηση του γεγονότος ότι θεωρούνται πολίτες δεύτερης κατηγορίας, να εγκαταλείψουν την προηγούμενη ταυτότητά τους και να υιοθετήσουν τη μακεδονική. Τέτοιοι μετασχηματισμοί συνήθως δεν γίνονται νοητοί ως ζήτημα επιλογής από τα εν λόγω άτομα. Αντιθέτως εκφράζονται ως αξιοθαύμαστα άλματα από την τυφλότητα στην επίγνωση, σε ένα πλαίσιο πνευματικής αποκάλυψης.
Ο ανθρωπολόγος Jonathan M. Scwartz έχει ασχοληθεί με τους μετανάστες από την περιοχή των Πρεσπών της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας στη Δανία. Έχοντας μελετήσει τις κοινότητες και στη διασπορά και στην πατρίδα, στο κείμενό του «Blessing the Water the Macedonian Way: Improvisations of Identity in Diaspora and the Homeland», αντιπαραθέτει τους δύο τόπους, ενώ ταυτόχρονα, αντλώντας και από προηγούμενη εργασία του μεταξύ αποδήμων στο Τορόντο, ερευνά κυρίως πώς και γιατί οι διεθνοτικές σχέσεις λειτουργούν διαφορετικά σε κάθε τόπο. Η επιδείνωση της κατάστασης όχι στην πατρίδα καθαυτή αλλά στη φαντασιακή πατρίδα, το Κόσοβο, οδήγησε στο τέλος της δεκαετίας του 1990 στη διάλυση των προηγουμένως καλών σχέσεων μεταξύ των Αλβανών της ΠΓΔΜ και των Σλαβομακεδόνων, καίτοι στην περιοχή των Πρεσπών Αλβανοί, Σλαβομακεδόνες, Ρομά και Τούρκοι προσπαθούσαν να κρατήσουν μακριά τον πόλεμο που είχε ήδη φτάσει στο κατώφλι τους. Ισχυρίζεται πως ακόμη και αν έχει ελαττωθεί στην πατρίδα η διεθνοτική συνεργασία εξακολουθεί να υφίσταται. Οι πρόσφατες μεταβολές δείχνουν τις αλληλεξαρτήσεις και την ανάγκη για στρατηγική συνεργασία σε ένα σκληρό φυσικό και οικονομικό περιβάλλον.
Στο άρθρο του «In the Realm of the Double Headed Eagle: Parapolitics in Macedonia, 1994-9» ο K.S. Brown παρουσιάζει τις σχέσεις μεταξύ των εθνοτικών ομάδων και των ομάδων αυτών με την κεντρική εξουσία στη νεοπαγή δημοκρατία της ΠΓΔΜ σε μια καταγραφή των εναλλασσόμενων πολιτικών πρακτικών για την ταυτότητα και τη διαφορά εντός της ΠΓΔΜ στη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας της ανεξαρτησίας της. Αρχικά οι αρχιτέκτονες του νέου κράτους επιθυμούσαν να ιδρύσουν μία δημοκρατία εντός της οποίας οι μη εθνικά Μακεδόνες (Αλβανών, Ρομά, τούρκων, Βλάχων, Σέρβων) θα απολάμβαναν πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Σκόπευαν να εφεύρουν καινούργια εθνικά σύμβολα, τα οποία θα μπορούσαν να συσπειρώσουν όλους τους πολίτες, στους οποίους θα εμφυσούνταν πολυπολιτισμικές πολιτικές ιδέες. Η επιλογή ενός συμβόλου από την αρχαιότητα, που προηγούνταν της εθνικής διαίρεσης του παρόντος, ήταν μια εξαιρετική στρατηγική ιδέα. Όμως η επιλογή του άστρου της Βεργίνας προκάλεσε τις ελληνικές διεκδικήσεις στην κληρονομιά που εμπεριείχε το σύμβολο. Μετά το 1995, οπότε επήλθε συμβιβασμός στο θέμα της σημαίας και των συμβόλων και οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας-ΠΓΔΜ βελτιώθηκαν σημαντικά, η προσοχή επανήλθε στην εσωτερική πολιτική, ειδικά στο ζήτημα των σχέσεων μεταξύ της μακεδονικής πλειοψηφίας και της μεγάλης εθνικής μειονότητας των Αλβανών. Οι εντάσεις πάνω στα πολιτιστικά και εκπαιδευτικά δικαιώματα των Αλβανών πολιτών αναζωπυρώθηκαν και ο πόλεμος στο Κόσοβο υποχρέωσε πολλούς να επανεκτιμήσουν την ανάμειξή τους στις δράσεις και το σχεδιασμό της νεοπαγούς κράτους. Ακολουθώντας την εξέλιξη της αντιπαράθεσης μεταξύ ακτιβιστών και της κυβέρνησης ο συγγραφέας διακρίνει μια αλλαγή στην παραπολιτική, με την έννοια ότι δραστηριότητες που έχουν άλλο από πολιτικό περιεχόμενο αποτελούν ωστόσο μια αμφισβήτηση/πρόκληση στην κρατική νομιμότητα. Για ορισμένους της αλβανικής πλευράς αυτό ίσως είναι απλώς τακτική σε έναν αγώνα για περισσότερη αυτονομία ή για χωριστή πολιτική κατάσταση. Ωστόσο για όσους από τους Αλβανούς θεωρούν πως έχουν μακροπρόθεσμες διεκδικήσεις εντός του κράτους ίσως σημαίνουν την αμφισβήτηση στα αποκλειστικά δικαιώματα και περιεχόμενα της εθνικής ταυτότητας του Μακεδόνα.
Εξετάζοντας τις «Political Practices and Multiculturalism: The Case of Salonica» ο Georgios Agelopoulos παρατηρεί καταρχάς την ολοένα διευρυνόμενη συζήτηση για την πολυπολιτισμικότητα στη Θεσσαλονίκη τη δεκαετία του 1990 και τις προκλήσεις που εγείρονται για την ελληνική κοινωνία και το ελληνικό κράτος, εκκινώντας από δύο αφορμές: τη Θεσσαλονίκη Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 1997 και τις ελληνικές πολιτικές έναντι της παράνομης μετανάστευσης. Εξετάζει κριτικά την πρόσφατη εισαγωγή και χρήση του όρου πολυπολιτισμικότητα στην Ελλάδα, την αναδιατύπωσή του στα ελληνικά συμφραζόμενα και τους τρόπους που επηρέασε τις απεικονίσεις της Θεσσαλονίκης ως ιστορικά πολυπολιτισμικής πόλης εντός του πλαισίου της Θεσσαλονίκης Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης 1997. Δίνοντας έμφαση στο δεδομένο ότι η θεωρία περί πολυπολιτισμού φέρει το αποτύπωμα του μοντερνισμού, βρίσκει παραπλανητική την εφαρμογή της ιδέας αυτής στη Θεσσαλονίκη του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Προειδοποιεί τους υπερασπιστές του πολυπολιτισμού να μην παραιτηθούν των ρομαντικών απόψεών τους για το παρελθόν. Επιμένει όμως ότι μεγαλύτερη σημασία έχει τι συνεπάγεται αυτή η συμβίωση για το παρόν. Μια ανώδυνη γιορτή γαστρονομίας, μουσικής ή ραπτικής πολυφωνίας δεν είναι αρκετή. Ο πολυπολιτισμός σημαίνει την αποδοχή των πραγματικών αναγκών του Άλλου, πολίτη ή μετανάστη, του οποίου η οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική περιθωριοποίηση συχνά περνά απαρατήρητη ή τουλάχιστον παραμένει αποθαρρυντικά ασύνδετη με την ευρύτερη οπτική του πολυπολιτισμού. Η εισαγωγή του πολυπολιτισμού στη Θεσσαλονίκη θέτει προς το παρόν σημαντικές πολιτικές προκλήσεις στους κατοίκους της πόλης και στην ελληνική κοινωνία και πολιτεία στο σύνολό τους. προκλήσεις και φωτίζει διλήμματα τα οποία η ελληνική πολιτεία υποχρεωτικά προσπαθεί να τα αντιμετωπίσει μέσα και στο ευρύ πλαίσιο της Ενωμένης Ευρώπης, εντός του οποίου λειτουργούν διάφορες εκδοχές πολυπολιτισμικότητας. Ο συγγραφέας προτίμησε τη Θεσσαλονίκη επειδή αποτελεί μια καλή εφαρμογή (μοντέλο) διαφόρων εκδοχών πολυπολιτισμού: ο δυτικός κοσμοπολίτικος τρόπος, η βυζαντινή ελληνορθόδοξη εκδοχή που κουβαλά η πόλη στην ιστορία της, αλλά και δείγματα τοπικών αναζητήσεων και εκδοχών που δεν έχουν ακόμη κατασταλάξει, ώστε να αποτελούν εναλλακτικές προοπτικές.
Τελευταία ενημέρωση: 03/04/2009 10:29
