
Βιβλιογραφία για τη Μακεδονία Βιβλιογραφία για τη Μακεδονία
Mackridge, Peter, Yannakakis, Eleni (eds), Ourselves and others: The development of a Greek Macedonian cultural identity since 1912, Oxford,Berg, 1997.
Συλλογικός τόμος που φιλοδοξεί να συμβάλει στην κατανόηση των τρόπων και των μέσων που συνέτειναν στη διαμόρφωση μιας ελληνομακεδονικής πολιτιστικής συνείδησης και των τρόπων με τους οποίους αυτή διαφοροποιείται αλλά και συνεργάζεται με άλλες ταυτότητες, είτε άλλες μακεδονικές, που δεν είναι ελληνικές, είτε με άλλες ελληνικές, που δεν είναι μακεδονικές.
Με τον όρο πολιτιστική ταυτότητα εννοούν οι επιμελητές του τόμου την αίσθηση της κοινότητας, ότι ανήκει κανείς σε μια ομάδα, σε ένα σύνολο που μοιράζεται ένα ειδικό σετ αξιών, συμπεριφορών και συναισθημάτων, βασισμένο σε μια συγκεκριμένη άποψη/οπτική για το ιστορικό παρελθόν του τόπου και σε μια κοινή θεώρηση σχετικά με τα εθνικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά της ίδιας της κοινότητας και της περιοχής στην οποία κατοικεί. Πολλές φορές μια τέτοια ταυτότητα διαμορφώνεται σε αντιπαράθεση με τις πολιτιστικές ταυτότητες γειτονικών κοινοτήτων ή άλλων κοινοτήτων που κατοικούν στην ίδια περιοχή. Η κατανόηση της μακεδονικής ελληνικής ταυτότητας είναι αδύνατη χωρίς την κατανόηση της στάσης της Ελλάδας έναντι του μακεδονικού ζητήματος στη δεκαετία του 1990.
Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει άρθρα που αναφέρονται στην επίδραση των πολιτικών και ιστορικών εξελίξεων στη δημογραφική κατάσταση και στην κοινωνική θέση στην ελληνική Μακεδονία από το Μακεδονικό Αγώνα μέχρι τη μετεμφυλιοπολεμική περίοδο. Στο δεύτερο μέρος τα άρθρα των ανθρωπολόγων, βασισμένα σε ευρεία έρευνα πεδίου σε διάφορα τμήματα της ελληνικής Μακεδονίας, εστιάζουν στις τοπικές κοινωνικοπολιτισμικές συνέπειες αυτών των εκτεταμένων ιστορικών και πολιτικών εξελίξεων. Συζητούν και παρουσιάζουν επίσης την εθνολογική και πολιτιστική θέση των πληθυσμών στην περιοχή και τα αποτελέσματα της αφομοιωτικής πολιτικής του ελληνικού κράτους επί της κουλτούρας και της ταυτότητάς τους. Στο τρίτο μέρος τα λογοτεχνικά έργα εξετάζονται από δύο οπτικές: ως ντοκουμέντα, ως καταγραφή της κουλτούρας και των καθημερινών αξιών ζωής και των πίστεων, τρόπων ζωής κτλ. και επίσης ως συμβολή στην ανάπτυξη, την παγίωση και τον εξελληνισμό της μακεδονικής κουλτούρας.
«Reassessing ninety years of Greek Historiography on the 'Struggle for Macedonia 1904-1908'» ο Basil C. Gounaris εξετάζει την ελληνική ιστοριογραφία για τον Αγώνα για τη Μακεδονία. Εκφράζει την άποψη πως επειδή το ζήτημα του Μακεδονικού Αγώνα πάντοτε θεωρούνταν εξαιρετικής πολιτικής σημασίας και ευαίσθητο θέμα για την ασφάλεια του κράτους, ειδικά στα βόρειά του σύνορα, οι επαγγελματίες ιστορικοί απέφευγαν να το συζητούν και να επανεκτιμούν στη διάρκεια της μακράς χρονικής περιόδου από τότε που διεξήχθη ο ένοπλος Μακεδονικός Αγώνας, παρά τις συγκυριακές, πολιτικού προσανατολισμού συνήθως, αναβιώσεις του ενδιαφέροντος στην ιστορία του ζητήματος, όπως τα τελευταία χρόνια στη δεκαετία του 1990 με τη διαφορά και την ένταση στις σχέσεις Ελλάδας - ΠΓΔΜ. Διακρίνει τρεις περιόδους ιστοριογραφικής παραγωγής: α) 1903-1913 με την παραγωγή κυρίως άρθρων, βιβλίων και φυλλαδίων που θεματολογικά κάλυπταν: διπλωματικές εκθέσεις, κατάλογοι βουλγαρικών εγκλημάτων, επίσημα έγγραφα που στόχευαν να αποδείξουν την ανηλεή βουλγαρική πολιτική στη Μακεδονία. β) Τα μεσοπολεμικά χρόνια, οπότε η ιστοριογραφία είναι λιγότερη ηρωική, καθώς υπάρχει η τάση για αποδοχή, συμφιλίωση και τακτοποίηση, απαραίτητη και στο εσωτερικό και στις εξωτερικές σχέσεις, ειδικά πριν από την ελληνοβουλγαρική ανταλλαγή των πληθυσμών, η προθυμία του κράτους να ανταμείψει όσους μακεδονομάχους είχαν αποδείξεις της συνεισφοράς τους, γεγονός που άφηνε απέξω τους παλαιούς καπεταναίους. Εδώ ανήκουν οι πρώιμες δημοσιεύεις των απομνημονευμάτων αγωνιστών, που σαφώς ωραιοποιούσαν την κατάσταση και τις εξελίξεις του αγώνα. γ) Μετά τον Β' Παγκόσμιο και τον εμφύλιο πόλεμο - η ψυχροπολεμική περίοδος.
Στο άρθρο του «The War over the Identity and Numbers of Greece's Slav Macedonians» ο John S. Koliopoulos διερευνά πτυχές της ιστορίας της ελληνικής Μακεδονίας από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1940, προκειμένου να ξεκαθαρίσει παρεξηγήσεις και λανθασμένες προσλαμβάνουσες σχετικά με την καταγωγή, την ταυτότητα και τους αριθμούς των Σλαβόφωνων της ελληνικής Μακεδονίας. Η απόπειρά του γίνεται στο πλαίσιο των πρόσφατων συζητήσεων για την ύπαρξη ή όχι σλαβομακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα, που επίσης συνδέεται με την έριδα Ελλάδας-ΠΓΔΜ.
Ο Philip Carabott, στο κείμενό του «The Politics of Integration and Assimilation vis a vis the Slavo-Macedonian minority of Inter-War Greece: From Parliamentary Inertia to Metaxist Repression», εξετάζει τις αφομοιωτικές πολιτικές που εφάρμοσε το ελληνικό κράτος έναντι της σλαβόφωνης μειονότητας στην ελληνική Μακεδονία κατά τη μεσοπολεμική περίοδο. Υποστηρίζει πως η καταπιεστική αφομοιωτική πολιτική στη Μακεδονία κυρίως του καθεστώτος Μεταξά, σε αντίθεση με τη φιλελεύθερη στάση των μεσοπολεμικών κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων, ουσιαστικά συνέβαλε στην κατασκευή/εμφάνιση μιας εθνικής μειονότητας, όταν μια τέτοια περίπου εξαφανιζόταν.
Ο Anthony Bryer, στο κείμενό του «The Rise and Fall of the Macedonian School of Byzantine Art (1910-1962)», παρουσιάζει την ιστορία του όρου «Μακεδονική Σχολή», που χρησιμοποιήθηκε τον 20ό αιώνα για να χαρακτηρίσει μια συγκεκριμένη τάση στην ύστερη βυζαντινή και μεταβυζαντινή ζωγραφική. Ανιχνεύει την καταγωγή του όρου και δείχνει πώς έλαβε πολιτικές διαστάσεις ως μέρος ενός παιχνιδιού ανταγωνισμού των ταυτοτήτων στην ευρύτερη Μακεδονία.
Η Anastasia Karakasidou, στο άρθρο της «Women of the Family, Women of the Nation: National Enculturation among Slav-speakers in North-west Greece», μελετά πώς οι γυναίκες στη Δυτική Μακεδονία, είτε ως μέλη της ζάντρουγκας (της διευρυμένης οικογένειας σε μια κλειστή αυτοσυντηρούμενη οικονομία) στη διάρκεια του πρώτου μισού του 20ού αιώνα είτε ως μέλη της πυρηνικής οικογένειας στην εκχρηματισμένη οικονομία του δεύτερου μισού του ίδιου αιώνα, λειτούργησαν ως πομποί και ως μεσολαβητές πολιτισμού για την κατασκευή της ελληνικής εθνικής ιδέας.
Η Eftihia Voutira ενδιαφέρεται για «Population Transfers and Resettlement: Policies in Inter-war Europe: The case of Asia Minor Refugees in Macedonia from an International and National Prespective» και συγκρίνει τα μοντέλα προσαρμογής μεταξύ δύο διαφορετικών ομάδων προσφύγων, των Λευκορώσων που διέφυγαν από τη Ρωσία των Μπολσεβίκων και των Ελλήνων της Μικράς Ασίας που έφτασαν στην Ελλάδα μετά τη μικρασιατική καταστροφή του 1922. Υποστηρίζει πως οι Λευκορώσοι αντιστάθηκαν στην αφομοίωση θεωρώντας μονίμως τους εαυτούς τους εξόριστους και όχι πρόσφυγες και διατηρώντας τη διακριτή ταυτότητά τους. Αντιθέτως, θεωρώντας τους εαυτούς τους ταυτόχρονα Έλληνες και πρόσφυγες και την επανεγκατάστασή τους προσωρινή, οι Μικρασιάτες Έλληνες που εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία αφομοιώθηκαν εύκολα.
Ο Georgios Agelopoulos στο άρθρο του «From Bulgarievo to Nea Krasia, from 'Two Settlements' to 'One Village': Communityand the Role of the Individual» εξετάζει το ρόλο των μεικτών γάμων μεταξύ πέντε διαφορετικών πολιτισμικών και γλωσσικών ομάδων σε ένα χωριό της Κεντρικής Μακεδονίας, στην εξέλιξη της διαδικασίας της σταδιακής διαμόρφωσης μίας και μοναδικής κοινότητας. Το 1926 στο χωριό κατοικούσαν δύο ομάδες γηγενών, οι οποίες διέφεραν μεταξύ τους και στη γλώσσα και στην κουλτούρα, καθώς και τρεις ομάδες προσφύγων, από τη Βουλγαρία, τη Μικρασία και την Ανατολική Θράκη. Σήμερα όλοι αυτοί αποτελούν μία κοινότητα με μία και μοναδική πολιτισμική ταυτότητα.
Η Jane K. Cowan («Idioms of Belonging: PolyglotArticulations of Local Identity in a Greek Macedonian Town») εξετάζει τις πολυγλωσσικές πρακτικές που εμφανίζονται ακόμη και σήμερα στο χωριό Σοχός της Κεντρικής Μακεδονίας, πρακτικές και φόρμες που έχουν τις ρίζες τους στα οθωμανικά χρόνια, όταν η γλώσσα και οι διάλεκτοι δεν είχαν εθνικό χρώμα και συμφραζόμενα. Υποστηρίζει πως η καχυποψία και η εχθρότητα του ελληνικού κράτους απέναντι σε παρόμοιες πρακτικές οδήγησαν τους κατοίκους του χωριού να αναπτύξουν κάποιο είδος τοπικής ταυτότητας, προσθέτοντας και την πίστη στην ελληνική εθνική κοινότητα.
Ο Peter Mackridge («Cultivating New Lands: The Consolidation of Territorial Gains in Greek Macedonia through Literature, 1912-1940») εξετάζει πώς η σταθεροποίηση και ενσωμάτωση των εδαφικών κερδών της Ελλάδας στη Μακεδονία επιτεύχθηκε στο πολιτιστικό πεδίο, με την ίδρυση διαφόρων πολιτιστικών ιδρυμάτων και οργανισμών και κυρίως με την ανάπτυξη της τοπικής λογοτεχνικής παραγωγής. Χαρτογραφώντας το λογοτεχνικό σκηνικό στην ελληνική Μακεδονία εξετάζει μερικούς από τους λογοτέχνες της λεγόμενης «σχολής της Θεσσαλονίκης», έναν τοπικό λογοτεχνικό κύκλο, ο οποίος πιστώνεται την εισαγωγή του ευρωπαϊκού μοντερνισμού στην Ελλάδα.
«Resurrecting Greek Macedonian Culture: Pentzikis' The Dead Man and the Resurrection» η Eleni Yannakiakis, με αφορμή το συγκεκριμένο λογοτεχνικό έργο, εξετάζει πώς η εμπειρία του άλλου και του πολυπολιτισμού στη μεσοπολεμική Θεσσαλονίκη οδηγεί τον αφηγητή και τον ήρωα στην αυτοκαταστροφή. Η νουβέλα, υποστηρίζει, υπερασπίζεται την επιστροφή στον τοπικό, αυτόχθονα πολιτισμό, ένα αμάλγαμα αρχαιοελληνικών και βυζαντινών παραδόσεων.
«Creating a Literary Tradition in Salonica: The Magazine Makedonikes Imeres and Alkiviadis Yannopoulos», η Aglaia Kehayia-Lipourli ασχολείται με την έκδοση ενός ανανεωτικού περιοδικού, που λειτούργησε ως φόρουμ για τη σχολή της Θεσσαλονίκης, ως αρχή μιας τοπικής λογοτεχνικής παράδοσης στην ελληνική Μακεδονία, και συζητά τη δουλειά ενός από τους εκπροσώπους της σχολής, του Αλκιβιάδη Γιαννόπουλου.
Ο X.A. Kokolis, στο άρθρο του «Ethnic, National and Cultural Identity in the Prosewriting of Georgios Modis», εξετάζει το λογοτεχνικό έργο του Γεωργίου Μόδη, πολιτικού και συγγραφέα, από τη δεκαετία του 1920, που ξεκίνησε να εκδίδει έργα του, μέχρι τη δεκαετία του 1970. Υποστηρίζει πως αν και κυρίως έγραψε για το Μακεδονικό Αγώνα, δεν υπήρξε προπαγανδιστής, καθώς παρουσιάζει τον Άλλο με τους ίδιους όρους που παρουσιάζει τον Έλληνα, και ανοιχτά παραδέχεται το γεγονός πως η ελληνική Μακεδονία παρέμεινε πολυπολιτισμική και πολυγλωσσική για πολλές δεκαετίες μετά το Μακεδονικό Αγώνα.
Η Fragiski Abatzopoulou, στο άρθρο της «The Image of the Jew in the Literature of Salonica», εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι Εβραίοι στη λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης από το 1912 ως το 1970. Υποστηρίζει πως η ελληνομακεδονική λογοτεχνία, όπως και η υπόλοιπη ελληνική, οποτεδήποτε υφίστανται εβραϊκοί χαρακτήρες διαιωνίζει τα στερεότυπα που πάντοτε χρησιμοποιούνται για να τους περιγράψουν. Η αντιμετώπιση αυτή συνεχίζεται ακόμη και μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά την εξόντωση των εβραίων της Θεσσαλονίκης από τους ναζί.
Ο Thanos Veremis γράφει για «The Revival of the 'Macedonian' Question, 1991-1995» και εξετάζει την ιστορία της πρόσφατης αναβίωσης του μακεδονικού ζητήματος και τη διαφορά της Ελλάδας και της ΠΓΔΜ γύρω από το ζήτημα της ονομασίας. Αξιολογεί τα βήματα και τα μέτρα που έλαβαν οι κυβερνήσεις Κ. Μητσοτάκη και Α. Παπανδρέου στο χειρισμό του ζητήματος από το 1991 που επανατέθηκε και προσπαθεί να εξηγήσει γιατί η διένεξη έχει φτάσει σε πολιτικό και διπλωματικό αδιέξοδο.
Τελευταία ενημέρωση: 03/04/2009 10:29
