Βιβλιογραφία για τη Μακεδονία Βιβλιογραφία για τη Μακεδονία

Αρχαία Μακεδονία. Έκτο διεθνές συμπόσιο, τόμ. 1, Θεσσαλονίκη, ΙΜΧΑ, 1999

Πολυξένη Αδάμ-Βελένη, "Επιγραφικές μαρτυρίες από τα Βρασνά ν. Θεσσαλονίκης", σ. 1-14

Παρουσιάζει την επιγραφή που σώζεται σε τμήμα πλάκας που βρέθηκε εντοιχισμένη σε πύργο του φρουρίου της περιοχής, το κείμενο της οποίας είναι μάλλον μουσικό, καθώς και τις σφραγίδες που βρέθηκαν στην κεράμωση του φρουρίου, οι οποίες, όπως προτείνει, σχετίζονται με το αξίωμα των αστυνόμων και μαρτυρούν μέρος των αρμοδιοτήτων τους.

Lindsay Adams, Winthorp, "Philip II, The League of Corinth and the governance of Greece", 15-22

Ξεκινά με την παραδοχή πως η Ομοσπονδία της Κορίνθου / Κορινθιακή συμμαχία ιδρύθηκε από το Φίλιππο για τον έλεγχο της Ελλάδας με τελικό σκοπό τη χρησιμοποίησή της στον πόλεμο κατά των Περσών και με την παραδοχή ότι η συμμαχία αυτή λειτούργησε μόνο υπό τη δύναμη ενός ανδρός (είτε αυτός ήταν ο Φίλιππος, είτε ο Αλέξανδρος μέσω του Αντίπατρου), για να ανοίξει τη συζήτηση και να προσπαθήσει να δείξει τελικά ο Φίλιππος είχε συλλάβει την ιδέα ίδρυσης μιας πανελλήνιας συμμαχίας ακόμη από την αρχή και ότι η πράξη του αυτή αποτελεί δείγμα της πολιτικής του ιδιοφυΐας, με δεδομένο ότι πέτυχε την υλοποίηση της ιδέας του όχι με την επιβολή αλλά με τρόπο συνεργατικό, ως ουσιαστική συμμαχία, ώστε τελικά να επιτύχει το ζητούμενο να κυριαρχήσει σε όλη την Ελλάδα.

Η επιλογή του να συστήσει τη συμμαχία αποτέλεσε ουσιαστικά μια επέκταση του συνεργατικού τρόπου, βάσει του οποίου διοικούσε τη Μακεδονία όλα τα προηγούμενα χρόνια.

Μ. Ακαμάτης "Αγορά Πέλλας: 15 χρόνια αρχαιολογικής έρευνας", σ. 23-43

Επισκόπηση του εκεί εκτελούμενου ανασκαφικού έργου, παρατηρήσεις και συμπεράσματα για τη δομή και τη λειτουργία της αγοράς, επί των ευρημάτων καθώς και επιχειρηματολογία για μια χρονολόγηση της τελικής φάσης της αγοράς και του ανασκαφικού στρώματος καταστροφής.

Αλλαμανή Βικτώρια - Τζαναβάρη, Κατερίνα, "Τα υστεροελληνιστικά εργαστήρια της Βέροιας. Καλλιτεχνικό και κοινωνικό περιβάλλον", σ. 45-75

Διατυπώνει παρατηρήσεις για την καλλιτεχνική φυσιογνωμία δύο σημαντικών εργαστηρίων της Βέροιας, του κοροπλαστικού και του εργαστηρίου κατασκευής μαρμάρινων ταφικών αναγλύφων. Τα δύο εργαστήρια διαφέρουν καίρια μεταξύ τους όσον αφορά την υφή του υλικού και τη μέθοδο επεξεργασίας του, όμως και τα δύο με την παραγωγή τους εξυπηρετούν αποκλειστικά τις ανάγκες του τυπικού της ταφής, αναπτύσσονται σε χρονολογική διαδοχή, πρώτο χρονολογικά το κοροπλαστικά και δεύτερο το εργαστήριο γλυπτικής, και σχετίζονται με την αντίστοιχη αλληλουχία δύο διαφορετικών τύπων ταφικών μνημείων, του λαξευτού θαλαμωτού τάφου, όπου εντοπίζονται θαμμένα μέλη μιας εύπορης μεσαίας αστικής τάξης, και ενός απλούστερου τύπου ατομικού μνημείου, που επισημαίνεται συνήθως με μια ανάγλυφη στήλη.

Μετά μια σύντομη παρουσίαση των ταφικών μνημείων της πόλης, γίνεται η χρονολόγηση καθενός εργαστηρίου, παρατίθενται οι εικονογραφικοί τύποι στην παραγωγή του καθενός, η ποικιλία στην παραγωγή, οι καλλιτεχνικές επιρροές και επιλογές των δημιουργών και διατυπώνονται παρατηρήσεις επί της κοινωνικής και θρησκευτικής ταυτότητας των νεκρών, με βάση τη μελέτη των πήλινων ειδωλίων που συνόδευαν τους νεκρούς και των μνημείων που επισήμαιναν τους τάφους.

Arena Emiliano, "Titolatura regale nella Macedonia Ellenistica: I ΒασιλείςFilippo III e Alessandro IV nelle fonti letterarie ed epigrafiche (323-317 a.C.)", σ. 77-98

Ασλάνης, Ιωάννης - Haensel, Bernhard, "Ανασκαφές για τη μεσοελλαδική της Μακεδονίας στον Άγιο Μάμα", σ. 99-108

Στοιχεία από τις ανασκαφές που έχουν γίνει στην τούμπα του Αγίου Μάμα Νέας Ολύνθου, όπου βρέθηκε οικισμός με συνεχή κατοίκηση επί περίπου δύο χιλιετίες. Η θέση είναι σημαντική για τη μελέτη της πολιτιστικής εξέλιξης της περιοχής και η ανασκαφή της τούμπας φέρνει στο φως σημαντικά στοιχεία για τη Μέση Εποχή του Χαλκού στη Μακεδονία. Κύρια πηγή η κεραμεική που βρέθηκε στις πάχους τριών μέτρων επιχώσεις της τούμπας, οι οποίες πιθανότατα καλύπτουν όλη την περίοδο της μεσοελλαδικής (μέση και ύστερη εποχή του Χαλκού). Υπολείπονται η Χαλκολιθική, η Πρώιμη εποχή του Χαλκού και η Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου.

Badian, E., "Philip II and the last of the Thessalians", σ. 109-121

Για την προσπάθεια του Φιλόλαου των Φερών να αντισταθεί στη δύναμη και την εξουσία του Φίλιππου Β' της Μακεδονίας, η οποία ουσιαστικά κατέληξε στην πλήρη επιβεβαίωση της δύναμης αυτού στον οποίο επιθυμούσε να αντισταθεί. Κύριο επιχείρημά του είναι πως η ανάμειξη του Φίλιππου στην ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των βασιλιάδων της Θεσσαλίας οδήγησε στην πλήρη κυριαρχία του βασιλιά της Μακεδονίας επί της περιοχής.

Bakirtzis, Ch., "The end of antiquity in eastern Macedonia", σ. 123-128

Υπό το φως των πρόσφατων αρχαιολογικών ανακαλύψεων διερευνά την κατάσταση στην ανατολική Μακεδονία, όπως διαμορφώθηκε μετά τη μαζική εγκατάσταση σλαβικών πληθυσμών στην περιοχή κατά την περίοδο μετά τον Ιουστινιανό Α' και γενικότερα στον 7ο μ.Χ. αιώνα, αναζητώντας ίχνη από την έλευση των νέων πληθυσμών και την απομάκρυνση(;) των ελληνικών πληθυσμών. Ανασκαφές στη Θάσο, στους Φιλίππους και στα Κήπια οδηγούν στις παρατηρήσεις πως η καταστροφή των πρωτοχριστιανικών μνημείων-κτηρίων στην Ανατολική Μακεδονία κατά την αρχή του 7ου αι. μ.Χ. οφείλεται σε σεισμική δραστηριότητα και όχι στις σλαβικές επιδρομές, ότι μετά τους σεισμούς ο πληθυσμός, που ολοένα μειωνόταν, στην Ανατολική Μακεδονία, ήταν χριστιανοί και κατείχαν την τεχνολογική παράδοση του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Εντέλει τα αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν πως παρά τις σλαβικές επιδρομές και τελικά την εγκατάστασή τους στις βαλκανικές χώρες, τα ίχνη της παρουσίας τους στην Ανατολική Μακεδονία υποδηλώνουν περιορισμένη επίδραση στην κατάσταση και τις εξελίξεις στην περιοχή, πως η εγκατάσταση και η παρουσία των σλαβικών φύλων στην περιοχή υπήρξε συνέπεια και όχι η αιτία φαινομένων που παρατηρούνται στην μετά τον Ιουστινιανό Α' εποχή στην περιοχή, κατά την αρχή του 7ου αι.: χαλάρωση της κεντρικής εξουσίας και διοίκησης, εξάπλωση επιδημιών, κτήρια που παραμένουν ανεπισκεύαστα μετά τις καταστροφές από τους σεισμούς, επιφαινόμενα αυτού που ονομάζεται το τέλος του αρχαίου κόσμου.

Benvenuti, Alberto G., "Σχέσεις ανάμεσα στην Πολιόχνη (Λήμνου) και στη Βόρεια Ελλάδα", σ. 129-141

Κατέχοντας θέση ακόμη και σήμερα στρατηγική στο βόρειο Αιγαίο η Λήμνος βρίσκεται στο σημείο συνάντησης τριών μεγάλων γεωγραφικών και πολιτιστικών περιοχών: της Εγγύς Ανατολής, της Βαλκανικής και της περιοχής του Αιγαίου. Το νησί είχε επαφές κατά την προϊστορική περίοδο με καθεμιά από τις περιοχές αυτές, τουλάχιστον πολιτιστικές, λίγο-πολύ πυκνές. Με βάση τα ευρήματα της κεραμεικής των ανασκαφών της Πολιόχνης και τη σύγκρισή τους με παρόμοια σε περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης αποφαίνεται για τις σχέσεις του νησιού με την ηπειρωτική Βόρεια Ελλάδα.

Μπιργάλιας, Νικόλαος, "'Βασιλικοί παίδες' στη Μακεδονία και 'πολιτικοί παίδες' στη Σπάρτη", σ. 143-152

Στόχος να επισημάνει μέσα από την προσέγγιση της μακεδονικής και της σπαρτιατικής κοινωνίας το ρόλο της παιδείας ως μέσου κοινωνικών και πολιτικών μεταρρυθμίσεων και να εντοπίσει την ιστορική στιγμή που το εκπαιδευτικό σύστημα προσαρμόζεται, προκειμένου η κοινωνία να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στις πολιτικές επιλογές που θέτει. Δεύτερος στόχος να τονίσει τον κοινό τόπο και χρόνο εκπαιδευτικών πρακτικών και θεσμών μεταξύ του μακεδονικού και του σπαρτιατικού κράτους.

Vera Bitrakoca Grozdanova, "La via Egnatia entre Lychnidos et Pons Servilii (nouvelles preuvesarcaeologiques)", σ. 153-165

Margherita Bonanno Αραβαντινού, "Μεταφορά τοπωνυμίων και μύθων από τη Μακεδονία στη Βοιωτία", σ. 167-180

Διαφώτιση ορισμένων επιμέρους ζητημάτων που αφορούν τους δεσμούς μεταξύ των δύο ελληνικών περιοχών, της Μακεδονίας και της Βοιωτίας, ήδη πολύ πριν από τα χρόνια του Φίλιππου Β' και του Μεγάλου Αλέξανδρου, με την προσεκτική ανάλυση των τοπωνυμίων, των μύθων και των λατρειών στη Βοιωτία. Οι κοινές λατρείες και τα τοπωνύμια της περιόδου των επών του Ησιόδου, καθώς και οι λατρείες, τα τοπωνύμια κτλ. της κλασικής περιόδου επιβεβαιώνουν κινήσεις πληθυσμών από το Βορρά προς το Νότο, οι οποίες εξελίχθηκαν σε μήκος χρόνου.

Dilyana Boteva, "Following in Alexander's footsteps: The case of Caracalla" σ. 181-188

Περισσότερους από έξι αιώνες μετά την κυριαρχία του Αλέξανδρου στον τότε γνωστό κόσμο, ο αρχαίος κόσμος αντιμετώπιζε μια εξαιρετική περίπτωση "Αλεξανδρομανίας". Ο κύριος εκφραστής αυτής της μανίας ήταν ο ίδιος ο ρωμαίος αυτοκράτορας Καρακάλλας, ο οποίος όχι μόνο μιμούνταν τον Αλέξανδρο στα εξωτερικά στοιχεία της φορεσιάς, των υποδημάτων και του τρόπου συμπεριφοράς, όχι μόνο είχε ζητήσει από τους διοικητές του να υιοθετήσουν ονόματα στρατηγών του Αλεξάνδρου, αλλά είχε γράψει πως ο ίδιος ήταν μετενσάρκωση του μακεδόνα στρατηλάτη και επιπλέον εικόνιζε τον εαυτό του ως Αλέξανδρο. Ουσιαστικά πρόκειται για μια απόπειρα να ανιχνευτεί η πορεία των δύο, Μεγάλου Αλεξάνδρου και Καρακάλλα, για να κατακτήσουν καταρχήν τη Θράκη και την Ανατολή (ο Καρακάλλας το 214-215).

Jan Bouzek, "Pistiros and the South: Land and river connections", σ. 189-196

Για τους εμπορικούς δεσμούς και σχέσεις του ελληνικού εμπορικού σταθμού "emporion" του Πιστιρού με τις ελληνικές περιοχές της Μακεδονίας, της Θράκης, της Θάσου, αλλά και ακόμη νοτιότερα, μέχρι τη Ρόδο, και τους χερσαίους και ποτάμιους εμπορικούς δρόμους που χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά των προϊόντων.

Maria Caccamo Caltabiano, "The identity of the two horsemen on Philip II's coinage", σ. 197-207

Διατυπώνει την υπόθεση πως δεν υπάρχουν δύο διαφορετικές φάσεις στη νομισματοκοπία του Φίλιππου Β' που διαφέρουν στη σύλληψη και την ιδεολογία που εκφράζουν τα νομίσματα. Αντιθέτως, είτε εικονίζεται ο ίδιος ο βασιλιάς ως ώριμος άνδρας καβάλα στο άλογο με το δεξί χέρι σηκωμένο είτε ένα νεαρό αγόρι που καβαλά παρόμοιο άλογο και κρατά στο χέρι κλαδί φοίνικα (μετά το 348 π.Χ.), το μήνυμα είναι ένα και το αυτό, είτε τα νομίσματα κόπηκαν πριν από την καταστροφή της Ολύνθου είτε μετά και μέχρι να ολοκληρωθεί η κυριαρχία του στην Ελλάδα. Αυτό που θέλει να πει στο λαό του είναι ότι η βασιλεία του είναι ιδρυμένη στην εξουσία που του έδωσε ο Δίας απευθείας, ο οποίος εγγυήθηκε τη σταθερότητα και τη συνέχεια της δυναστείας του. Έτσι θεμελιώνεται η κληρονομική μοναρχία με ρίζες δήθεν στα βάθη του μακεδονικού παρελθόντος, ώστε να υπάρχει ένα μεγάλο και φιλόδοξο πανελλήνιο μέλλον. Επίσης ανιχνεύει τη συνέχεια αυτής της εικονογραφίας στα νομίσματα των διαδόχων και της ρωμαϊκής περιόδου.

Elizabeth Carney, "The curious death of the antipatrid dynasty", σ. 209-216

Ανιχνεύει τις φτωχές πηγές και αναδομεί τα γεγονότα των τελευταίων χρόνων της βασιλείας του Κάσσανδρου και των διαδόχων γιων του, ώστε να κατανοήσει τους λόγους που η δυναστεία του Κάσσανδρου έσβησε τόσο γρήγορα, μόλις τέσσερα χρόνια μετά το θάνατό του. Συζητά ζητήματα δυαρχίας στην εξουσία μετά το θάνατο του Κάσσανδρου, επί της βασιλείας των γιων του.

James T. Chambers, "Perdiccas, Sitalces, and Athens", σ. 217-224

Επανεξετάζει την ισχνά ντοκουμενταρισμένη περίπτωση των ετών 431-429 π.Χ. που ξεκίνησε με τις διπλωματικές συμφωνίες που έφεραν κοντά τη Μακεδονία, τη Θράκη και την Αθήνα και έφτασε στην κορύφωση με την εισβολή των Θρακών στη Μακεδονία και τη Χαλκιδική το φθινόπωρο του 429. Εξετάζει την προβληματική περίπτωση μιας αδιευκρίνιστης υπόσχεσης του Περδίκκα στον Σιτάκλη, που είχε ως αποτέλεσμα την απόφαση του τελευταίου να εισβάλει στη Μακεδονία, οπότε επανεξετάζονται οι μοντέρνες θεωρήσεις για το περιεχόμενο αυτής της υπόσχεσης. Επιπλέον συνεισφέρει μια θετική αποτίμηση της εισβολής, η μοναδική πηγή για την οποία, ο Θουκυδίδης, καθώς και πολλοί σύγχρονοι μελετητές κρίνουν ως αποτυχία. Τέλος ανιχνεύει, με αφορμή το γεγονός, την ελληνική προοπτική της αφήγησης του Θουκυδίδη, ώστε να φανεί η θρακική οπτική της εκστρατείας.

M.B. Hatzopoulos, "Le Macedonien nouvelles donnees et theories nouvelles", σ. 225-239

Αρετή Χονδρογιάννη-Μετόκη, "Από την προϊστορική έρευνα στην κοιλάδα του μέσου ρου του Αλιάκμονα", σ. 241-258

Στοιχεία που προκύπτουν από τη μελέτη των ευρημάτων και των αρχαιολογικών θέσεων στην κοιλάδα του μέσου ρου του Αλιάκμονα από το 1989 και εξής σχετικά με τη χρονολόγηση, το βαθμό καταστροφής, το χαρακτήρα του παραποτάμιου και παραλίμνιου προϊστορικού πολιτισμού, που αναπτύχθηκε στην κοιλάδα Πολυφύτου. Σχολιάζονται επίσης τα αποτελέσματα του σωστικού προγράμματος και της επιφανειακής έρευνας για τον εντοπισμό θέσεων στα τμήματα της περιοχής που περιοδικά καλύπτονται από τα νερά της λίμνης, καθώς και της ανασκαφικής έρευνας σε θέσεις που αυτή κρίθηκε απαραίτητη.

Αναστασία Χρυσοστόμου, "Οι περιοχές της Βόρειας Βοττιαίας και της Αλμωπίας την Εποχή του Σιδήρου", σ. 259-280

Με βάση τα ανασκαφικά δεδομένα επιχειρεί μια ανασύνθεση της ιστορίας της Μακεδονίας την εποχή του Σιδήρου, 1100 ή 1000-700 π.Χ., η οποία προηγείται της εγκαθίδρυσης του μακεδονικού βασιλείου, υπήρξε όμως σημαντική για τη μετέπειτα κοινωνική και πολιτική του οργάνωση, με κύριο ενδιαφέρον στις περιοχές της Βοττιαίας και της Αλμωπίας, στα όρια του σημερινού νομού Πέλλας, στα όρια μεταξύ της κάτω πεδινής και της άνω ορεινής Μακεδονίας, περιοχές που οφείλουν τα ονόματά τους σε αντίστοιχα, άγνωστα σε εμάς, φύλα, οι οποίες αποτέλεσαν αναπόσπαστο και ουσιαστικό μέρος της κοιτίδας του μακεδονικού κράτους. Αξιοποιεί για το σκοπό αυτό τα αποτελέσματα των ερευνών της ΙΖ' Εφορείας Αρχαιοτήτων, κυρίως για λόγους προστασίας, στις θέσεις κατοίκησης στους περίπου τριάντα οικισμούς, τα νεκροταφεία, και σε άλλες περιορισμένες θέσεις, στις αγροτικές περιοχές που περιβάλλουν τους σύγχρονους οικισμούς Άρνισσας, Παναγίτσας, Ζέρβης, Δροσιάς, Άγρα, Έδεσσας, Σαμάρεως, Σωτήρας, Μαργαρίτας, Νέας Ζωής, Λουτρακίου, Αψάλου, Άλωρου, Χρυσής, Κρανιάς, Πρόδρομου, Νότιας, Αρχαγγέλου, Καλής, Άνυδρου, Μάνδαλου, Πενταπλάτανου, Γιαννιτσών, Ασβεσταριού, Αρχοντικού, Δυτικού, Αγροσυκιάς, Λεπτοκαρυάς, Ραχώνας, Πέλλας.

Παύλος Χρυσοστόμου, "Ο μακεδονικός τάφος Στ' με τις σαρκοφάγους της Πέλλας", σ. 281-306

Στοιχεία από τη συστηματική ανασκαφή σε έναν από τους δέκα τύμβους που συναντώνται στην ευρύτερη περιοχή των αρχαίας Πέλλας, η οποία εκτελέστηκε σε μια προσπάθεια να προστατευτούν οι τάφοι που υπήρχαν σε πέντε από τους τύμβους από τη λαίλαπα των αρχαιοκαπήλων και των τυμβωρύχων, προκειμένου να γίνει η τοπογράφηση και η περίφραξή τους. Παρατίθενται ο ιστορικό της ανασκαφής, πληροφορίες για το δρόμο που οδηγούσε στον τάφο, την αρχιτεκτονική του τάφου, τις σαρκοφάγους και τα κτερίσματα που βρέθηκαν εντός του, τα επιτύμβια μνημεία και την εικονογραφία τους κτλ.

Περικλής Χριστοδούλου, "Δημόσια οικοδομήματα των πρώιμων ελληνιστικών χρόνων στη Μακεδονία", σ. 307-332

Με δεδομένο ότι στην πρόσοψη του τάφου στα Λευκάδια και των δύο τάφων της μεγάλης τούμπας στη Βεργίνα παριστώνται κτήρια του… πάνω κόσμου, υπέργεια οικοδομήματα, αποπειράται να απαντήσει στο ερώτημα κατά πόσον οι κατασκευές των τάφων αντιστοιχούν σε υπέργεια οικοδομήματα της εποχής και, αν ναι, τι είδους ήταν αυτά. Για την έρευνά του μελετά τα υπολείμματα δύο κτηρίων που σώθηκαν εντοιχισμένα σε κατασκευές των αυτοκρατορικών χρόνων στο Δίον και τη Βέροια, τα οποία μπορούν να δώσουν κάποια στοιχεία για τη μελέτη της ελληνιστικής αρχιτεκτονικής στην περιοχή. Χαρακτηριστικό των μακεδονικών τάφων είναι η πολυμορφία των προσόψεων και η ποικιλία των παραλλαγών. Έτσι στο εγχείρημα να συνάγει με ασφάλεια, έστω κατά προσέγγιση, τα πρότυπα που κάθε φορά ακολουθούνταν συναντά κανείς εγγενείς δυσκολίες, καθώς δεν είναι πολλά σήμερα τα κατάλοιπα κτιρίων της ελληνιστικής εποχής στη Μακεδονία.

Maria Cicikova, "Le systeme decoratif dans la peinture murale en Thrace", σ. 333- 344.

S.N. Consolo Langher, "Tessaglia, Calcidica e Ficide nella politica di Filippo II ", σ. 345-356

Jacques des Courtils, "Thasos, Samothrace et l' architecture macedonienne", σ. 357-374

Kamen Dimitrov, "Macedonian royal traditions in early Hellenistic Thrace c. 340 - c. 270 b.C.", σ. 375-381

Διερευνά, κυρίως βάσει γνωστών δεδομένων, τα κύρια πεδία διείσδυσης της μακεδονικής βασιλικής παράδοσης και τη σημασία της στην ιστορική ανάπτυξη των τοπικών κοινοτήτων της Θράκης, της πρώτης περιοχής που ενσωματώθηκε στη μακεδονική αυτοκρατορία.

L. Domaradzka - M. Domarazki, "Population structure of Pistiros (5th-4th c. B.C.", σ. 383-392

Η μελέτη των αρχαιολογικών δεδομένων από τον Πίστιρο αποκαλύπτει μια εθνική ποικιλομορφία πληθυσμού. Εξετάζονται στοιχεία για τη μόνιμη εγκατάσταση κατοίκων στην περιοχή ήδη πριν από τον 5ο αιώνα π.Χ., που ιδρύθηκε η πόλη, οι εθνολογικοί δεσμοί της με τη Θράκη και οι πολιτισμικοί δεσμοί της με τις πόλεις της Νότιας Ελλάδας αλλά και τη Θάσο.

Pierre Ducrey, "Alexandre le Grand et la conduite de la guerre", σ. 393-403

Florens Felten, "Heiligtümer der Makedonen", σ. 405-417

Michael A. Flower, "The Panhellenism of Philip and Alexander: a reassessment", σ. 419-429

Τίθεται υπό επανεξέταση η πανελλήνια ιδέα του Φίλιππου και του Αλέξανδρου, η οποία χρησιμοποιήθηκε ως πρόφαση για την ανάληψη του πολέμου εναντίον των Περσών, για να ελευθερωθούν δήθεν οι ελληνικές πόλεις της Μικρά Ασίας από την περσική κυριαρχία αλλά και ως εκδίκηση για την περσική εισβολή στην Ελλάδα μεταξύ 480-479 π.Χ.. Μελετώνται λεπτομέρειες της προετοιμασίας και της εκστρατείας του Αλέξανδρου εναντίον των Περσών, για να προταθεί το σκεπτικό πως η πανελλήνια ιδέα δεν ήταν κατ' ανάγκην αντίθετη με την εξυπηρέτηση προσωπικών συμφερόντων του Αλέξανδρου ούτε πως ο Αλέξανδρος έκανε κάτι έξω από το πλαίσιο της πανελλήνιας ιδέας, η οποία τον βόλευε σε κάθε περίπτωση που επιθυμούσε να επιτύχει την κυριαρχία σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Εκφράζει μάλιστα την άποψη πως μετά την Ανατολή, ο Αλέξανδρος ίσως φιλοδοξούσε να στραφεί προς τη Δύση, στη Σικελία και τη Νότια Ιταλία, εκστρατεία η οποία μπορούσε πάλι να αναληφθεί στο όνομα της ελληνικής ελευθερίας ενώπιον της ανερχόμενης δύναμης της Ρώμης.

Alexandre Fol, "Paideia kata poleis - paideia kata ethne", σ. 431-437

Αριάδνη Γκάρτζιου-Τάττη, "Θάνατος και ταφή του Ορφέα στη Μακεδονία και τη Θράκη", σ. 439-451

Προσεγγίζοντας κανείς με προσοχή το γενικό περίγραμμα της μυθολογικής μορφής του Ορφέα διαπιστώνει ότι οι πτυχές του βίου του που σχετίζονται με το γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας και της Θράκης αναφέρονται κυρίως στο θάνατο και την ταφή του. Αυτή η ιδιαίτερη θεματική αποτέλεσε το έναυσμα για τη μελέτη, η οποία συγκεφαλαιώνει τις σχετικές αφηγήσεις των αρχαίων μυθογράφων και ιστορικών, έχοντας ως κύρια επιδίωξη την ανίχνευση των μυθολογικών και θρησκειολογικών τους προεκτάσεων. Διαπιστώνει πως οι μυθολογικές εκδοχές που αναφέρονται στο διαμελισμό και το θάνατο του Ορφέα στην ευρύτερη περιοχή της Θράκης συμφωνούν με τη γενική ορφική αντίληψη που τοποθετεί τον ήρωα μεταξύ ορατού και αόρατου κόσμου. Αντίθετα, το μυθολογικό σχήμα και οι λατρείες που καταδείχνουν τη θεματική της ταφής του στις μακεδονικές πόλεις εντάσσουν το φαινόμενο στο κοινωνικό και θρησκευτικό σύστημα των τελευταίων. Η διαφορά αυτή αναδεικνύει μια "μακεδονική" πτυχή του ορφικού μύθου, σύμφωνη με τις κοινωνικές και πολιτικές απαιτήσεις που συμβαδίζει με τη γενική τάση της αρχαίας ελληνικής μυθικής σκέψης να επεξεργάζεται και να μετασχηματίζει γνωστές μυθολογικές εικόνες ανάλογα με τα κάθε φορά νέα δεδομένα.

William Greenwalt, "Argead name changes", σ. 453-462

Υποστηρίζει πως η αλλαγή ονομάτων που παρατηρείται στον οίκο των Αργεαδών δεν έχει σχέση μόνο με την άνοδο στην εξουσία κάποιου ως βασιλιά, αλλά κυρίως με την περίπλοκη κατάσταση των πολιτικών πραγμάτων την περίοδο αμέσως μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, σε μια προσπάθεια όσων επιθυμούσαν να διαδραματίσουν κάποιον ευρύτερο πολιτικό ρόλο να αξιοποιήσουν ονόματα που έρχονταν από το παρελθόν του βασιλικού οίκου.

Erhard Grzybek, "Le Meurtre et on chatiment dans la Macedoine antique", σ. 463-469

Charles Hamilton, "Macedonian Migration and its effects", σ. 471-481

Εξετάζει ως μια φάση της όλης διαδικασίας της ελληνικής μετανάστευσης στο πέρασμα των αιώνων, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, τη μετανάστευση των αρχαίων Μακεδόνων από την περίοδο του Μεγάλου Αλεξάνδρου μέχρι τη ρωμαϊκή κατάκτηση στην ανατολική Μεσόγειο. Πώς και σε ποια έκταση σημειώθηκε μετανάστευση Μακεδόνων, ποιες συνέπειες είχε τόσο για την πατρίδα όσο και για τα ελληνιστικά βασίλεια που δημιουργήθηκαν μετά τη διάλυση της αυτοκρατορίας του Αλέξανδρου. Πολιτικές, στρατιωτικές και κοινωνικοοικονομικές συνέπειες μιας διαδικασίας που εγκαινιάστηκε το 334 και προφανώς συνεχίστηκε για τουλάχιστον ενάμιση αιώνα μετά.

N.G.L. Hammond, "The nature of the Hellenistic states", σ. 483-488

Σχόλια για τη "μακεδονικότητα" των ελληνιστικών βασιλείων των διαδόχων, τον τρόπο που υιοθέτησαν τον τίτλο του βασιλέα καθένας από τους διαδόχους και ο ρόλος του στρατού των Μακεδόνων στην ανάδειξη και τη διατήρηση της εξουσίας.

Waldemar Heckel, "The politics of Antipatros: 324-319 B.C.", σ. 489-498

Frank Holt, "Alexander the Great and the spoils of war", σ. 499-506

Οι ελλιπείς και συχνές αντικρουόμενες πηγές δεν αναφέρονται λεπτομερώς στα είδη και τις ποσότητες των θησαυρών που συγκέντρωσε ο Αλέξανδρος κατά το σύντομο διάστημα της βασιλείας του. Οι μαρτυρίες είναι είτε ανεκδοτολογικής φύσης είτε φθαρμένες στους ηθικοπλαστικούς λόγους ή τόσο τυχαίες που δεν συνεισφέρουν σε μια εμπεριστατωμένη κατά το δυνατόν εικόνα και εκτίμηση. Ούτε βέβαια μπορεί να υπολογιστεί η οικονομική διάσταση του εκστρατευτικού και πολιτικού εγχειρήματος του Αλεξάνδρου. Συζητά λοιπόν η μελέτη αυτή τις προσπάθειες να υπολογιστούν τα λάφυρα του πολέμου, για τα οποία οι αρχαίες γραπτές πηγές είναι τόσο απογοητευτικές, στη βάση αξιοποίησης δεδομένων που δίνουν η αρχαιολογία, η επιγραφική και η νομισματική. Καταλήγει στο συμπέρασμα πως, αν και ωφέλιμη η αξιοποίηση τέτοιων στοιχείων, οι αριθμοί μπορεί να είναι παραπλανητικοί εξίσου με τους αρχαίους συγγραφείς και τις γραπτές πηγές και πως δεν έχει νόημα να θέλουμε να αντικαταστήσουμε μία διόλου ικανοποιητική απόδειξη με κάποια άλλη.

Δέσποινα Ιγνατιάδου, "Ελληνιστικό επιτραπέζιο παιχνίδι με γυάλινους πεσσούς", σ. 507-522

Μελετώνται ευρήματα από το Δερβένι, από διάφορες θέσεις στην Πιερία και από την πλατεία Δικαστηρίων Θεσσαλονίκης, πεσσοί διαφόρων υλικών και χρωμάτων αλλά και επιφάνειες ή υπολείμματα από επιφάνειες, στις οποίες παιζόταν ένα επιτραπέζιο παιχνίδι με ζάρι, το οποίο επέζησε με διάφορες ονομασίες στο πέρασμα των χρόνων, για να φτάσει μέχρι τις μέρες μας και το τάβλι.

Ιωάννης Ο. Κανονίδης, "Το βυζαντινό κοιμητήριο της πλατείας Διοικητηρίου Θεσσαλονίκης", σ. 523-530

Σε μια από τις μεγαλύτερες σε έκταση ανασκαφές που έγιναν τα τελευταία χρόνια στη Θεσσαλονίκη, στην πλατεία Διοικητηρίου, ερευνήθηκε στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1990 ένα εκτεταμένο χριστιανικό νεκροταφείο που χρονολογείται στα παλαιολόγεια χρόνια. Οι ταφές που βρέθηκαν σε αυτό και η καθαυτή ύπαρξη χριστιανικού νεκροταφείου φανερώνει ότι στα ύστερα βυζαντινά χρόνια εντός των τειχών της Θεσσαλονίκης παράλληλα με τα τυπικά κοιμητήρια, αυτά δηλαδή που είχαν προσεκτικά οργανωμένο το χώρο των ταφών, όπως της μονής Βλατάδων και της οδού Μανουσογιαννάκη και Ιπποδρομίου 1, λειτουργούσαν και άλλα, λιγότερο οργανωμένα. Και οι δύο περιπτώσεις χριστιανικών νεκροταφείων φανερώνουν έμμεσα κάποια εικόνα της κοινωνικής δομής της Θεσσαλονίκης των παλαιολόγειων χρόνων και του πολιτικοοικονομικού κλίματος που την καθόρισε.

Λ. Καραλή, "Η κόσμηση στη νεολιθική Μακεδονία: Κοσμήματα οστρέινα, οστέινα, λίθινα, μεταλλινά", σ. 531-536

Καθώς τα αντικείμενα που χρησιμεύουν για τη διακόσμηση του ανθρώπινου σώματος είναι δηλωτικά της γενικότερης επιθυμίας του για στολισμό, για την ανάδειξη της προσωπικότητας, των ιδεών και των εσωτερικών του παρορμήσεων, η συστηματική μελέτη των κοσμημάτων μπορεί να δώσει πολύτιμες πληροφορίες για άγνωστες πτυχές της ανθρώπινης ζωής, σκέψης και ψυχολογίας. Στην προσέγγιση των νεολιθικών κοσμητικών αντικειμένων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο διαχωρισμός τους σε κοσμήματα και σε διακοσμητικά αντικείμενα, καθώς και η πρώτη ύλη κατασκευής τους. Τα αντικείμενα αυτά κοσμούσαν το ανθρώπινο σώμα, προσαρμόζονταν στα ενδύματα, στην κόμμωση ή αλλού, ή διακοσμούσαν τον άμεσα διαμορφωμένο από τον άνθρωπο χώρο. Στη Μακεδονία οι κοινότητες της Νεολιθικής εποχής περνούν από το στάδιο της παρασιτικής στο στάδιο της παραγωγικής οικονομίας. Επεμβαίνουν δυναμικά στη φύση και στο τοπίο και το διαμορφώνουν κατά τρόπον, ώστε αυτό να ανταποκρίνεται στην κάλυψη των απαιτήσεών τους. Ο προσδιορισμός και η μελέτη των νεολιθικών κοσμημάτων, διαχωρισμένων σε κοσμήματα και κοσμητικά αντικείμενα, εμφανίζει ιδιαίτερες δυσκολίες. Απαραίτητο κρίνεται να λαμβάνονται καταρχήν υπόψη: το μέγεθος των κοσμημάτων, η όποια χρήση και τα ίχνη χρήσης τους, η λειτουργική σημασία τους, τα εθνογραφικά παράλληλα που βοηθούν στην κατανόηση της χρήσης τους, οι τεχνικές κατεργασίας των υλικών κτλ. Οι πληροφορίες που αντλούνται από τη μελέτη των κοσμητικών αντικειμένων σχετίζονται με το ευρύτερο φυσικό περιβάλλον (πρώτες ύλες, αναπαράσταση στοιχείων φυσικού περιβάλλοντος κτλ.) όσο και με γνώσεις του πολιτισμικού επιπέδου (τεχνολογία, ιεράρχηση του ατόμου στο κοινωνικό σύνολο) της εποχής που μελετάται, καθώς τα κοσμήματα σχετίζονται με κοινωνικούς, ψυχολογικούς και συμβολικούς παράγοντες της ανθρώπινης εκφραστικότητας.

Γεωργία Καραμήτρου-Μεντεσίδη - Ευρυδίκη Κεφαλίδου, "Τοπικά εργαστήρια αρχαϊκής και κλασικής κεραμικής από την Αιανή και το νομό Κοζάνης", σ. 537-562

Σχόλια, παρατηρήσεις, μελέτη και συμπεράσματα επί των ευρημάτων κεραμεικής από τις ανασκαφές στην Αιανή και στη νεκρόπολη στη θέση Λειβάδια (τα αντικείμενα της κεραμεικής είναι από καλής ποιότητας πηλό, κιτρινωπό, ανοιχτό ερυθρό ή γκρίζο, παράγονταν σε τοπικά εργαστήρια με ντόπια πρώτη ύλη), και επί της εγχώριας κεραμικής από τη νεκρόπολη της Κοζάνης. Γίνονται αναφορές στα σχήματα, τα υλικά, τις διακοσμήσεις, τα είδη των αγγείων, τα τοπικά εργαστήρια και την παραγωγική τους δραστηριότητα, τις σχέσεις με άλλα εργαστήρια αλλού στην Ελλάδα και την υπόλοιπη Βαλκανική.

Μαριάνα Καραμπέρη, "Ανασκαφική έρευνα στην Τερπνή ν. Σερρών", σ. 563-578

Για τα ευρήματα και τα πρώτα πορίσματα της ανασκαφικής έρευνας σε οικισμό και στο εκτεταμένο νεκροταφείο του στην περιοχή της Τερπνής της επαρχίας Βισαλτίας Σερρών. Η θέση παρουσιάζει στοιχεία ζωής από τους ύστερους αρχαϊκούς μέχρι τους ρωμαϊκούς χρόνους και πιθανότατα ταυτίζεται με την αρχαία Βέργη.

Istvan Kertesz, "New aspects in the connevtions between Macedonia and the ancient Olympic Games", σ. 578-584

Ευαγγελία Κυριατζή, "Η μελέτη της τεχνολογίας ως δείκτης ανθρώπινης συμπεριφοράς: Παρατηρήσεις στην κατασκευή κεραμεικής της ΥΕΧ από την Τούμπα της Θεσσαλονίκης", σ. 585-597

Τεχνολογική μελέτη της κεραμεικής από την Τούμπα της Θεσσαλονίκης, η οποία ανήκει στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού, για να δείξει ότι συγκεκριμένα τεχνολογικά χαρακτηριστικά της παραπάνω κεραμεικής αντανακλούν συγκεκριμένες επιλογές και αποφάσεις των αγγειοπλαστών της περιόδου. Η συζήτηση των αποτελεσμάτων συνιστά προσπάθεια σύνδεσης των δεδομένων επιλογών με τα γενικότερα κοινωνικά πλαίσια της εποχής. Μακροσκοπική μελέτη της κεραμεικής με κριτήρια το σχήμα, τη διακόσμηση, την κεραμεική ύλη, την τεχνολογία κατασκευής. Συζητώνται πώς το μέγεθος και η χρήση επηρεάζουν τις αποφάσεις των αγγειοπλαστών σχετικά με την επιλογή και την προετοιμασία των πρώτων υλών και επίσης πώς συνυπάρχουν δύο διαφορετικές παραδόσεις κατασκευής κεραμεικής στην ίδια περιοχή, καθώς και η κοινωνική σημασία της χρήσης διαφορετικών τεχνικών στο ίδιο κοινωνικό πλαίσιο: η μία παράδοση συνδέεται με την παραγωγή χειροποίητης κεραμεικής και η άλλη με την κατασκευή τροχήλατης κεραμεικής μυκηναϊκού τύπου.

Denis Knoepfler, "Decrets d' Eretriepour des Macedoniens", σ. 599-612

Μιχ. Σ. Κορδώσης, "Για την ιστορία των ελληνικών κρατών της Βακτρίας και της Ινδίας μετά τον Μ. Αλέξανδρο: Ανίχνευση των πηγών του Απολλόδωρου από τα 'Γεωγραφικά' του Στράβωνα", σ. 613-619

Από τα ελάχιστα αποσπάσματα από το έργο του Απολλόδωρου επιχειρεί, παρά τα προβλήματα, να ανιχνεύσει τις πηγές ή τμήμα των πηγών που αναφέρονται στη μεγάλη εξόρμηση των Ελλήνων της Βακτρίας στην Ινδία, στο πλαίσιο του συνόλου των ελληνικών πηγών για την Ινδία που μνημονεύει ο ίδιος ο Στράβων. Ξεκινά από τον Στράβωνα, που αντλεί από τα "Παρθικά" του Απολλόδωρου πληροφορίες και ειδήσεις για την Παρθία αλλά και για τους Έλληνες της Βακτρίας και την επέκτασή τους στην Ινδία, για να φτάσει, ύστερα από συνδυασμό δεδομένων και υποθέσεων, στην υπόθεση/συμπέρασμα πως ο Απολλόδωρος πρέπει να είχε αντλήσει, άμεσα ή έμμεσα, τις πληροφορίες του για τη Βακτρία από τους συμμετέχοντες στην εκστρατεία αλλά και από άλλους.

Στέφη Κόρτη-Κόντη, "Μίμοι της Θεσσαλονίκης", σ. 621-630

Πέντε πήλινα ειδώλια, που βρέθηκαν μεταξύ άλλων στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια ανασκαφών που πραγματοποιήθηκαν σε διαφορετικούς χρόνους, ζωντανεύουν με κάποιο τρόπο τη θεατρική ζωή της πόλης της Θεσσαλονίκης στα ρωμαϊκά χρόνια, που πρέπει να ήταν πλούσια στην πόλη όπου από παλιά λατρευόταν ο Διόνυσος και όπου οι τελευταίες ανασκαφές επιβεβαίωσαν την ύπαρξη θεάτρου που ήταν ήδη γνωστή από τις πηγές. Το θεατρικό είδος που επικρατεί στα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ. στις χώρες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας είναι ο μίμος, που είχε ήδη εμφανιστεί από τα ύστερα ελληνιστικά χρόνια. Οι παραστάσεις μίμων δίνονταν στις αγροτικές και θρησκευτικές γιορτές, τα κοστούμια και οι χαρακτήρες έρχονταν από την καθημερινή ζωή, οι μίμοι αποτελούνταν από μονολόγους, διαλόγους, μικρές σκηνές και χορούς, ήταν μίμοι σπουδαίοι, μίμοι γελοίοι, τους έπαιζαν άνδρες και γυναίκες και χωρίζονταν σε μίμους ανδρείους και μίμους γυναικείους. Οι ηθοποιοί δεν φορούσαν ψηλά πέδιλα και κυρίως δεν φορούσαν μάσκες, γιατί οι θεατές ήθελαν και έπρεπε να βλέπουν τις εκφράσεις στα πρόσωπα των ηθοποιών, οι οποίοι συνηθέστερα ήταν αφύσικα άσχημοι, ακόμη και με παραμορφωμένα πρόσωπα.

Αγγελική Κοτταρίδη, "Βασιλικές πυρές στη νεκρόπολη των Αιγών", σ. 631-642

Ό,τι έρχεται σε επαφή με το νεκρό είναι μιαρό, συγχρόνως όμως και ιερό. Το αξίωμα αυτό ισχύει κατεξοχήν για ό,τι προσφέρθηκε στη νεκρική πυρά, με αποτέλεσμα τα υπολείμματά της, όπου αυτό είναι εφικτό, να μεταφέρονται από τη θέση της αποτέφρωσης και να ρίχνονται επάνω από τον τάφο, όταν βέβαια δεν πρόκειται για καύση μέσα στον ίδιο τον ταφικό λάκκο. Η πρακτική αυτή εφαρμόστηκε και στην περίπτωση των δύο βασιλικών νεκρών, οι ταφές των οποίων βρέθηκαν στη νεκρόπολη των Αιγών (της Ευρυδίκης και του Φιλίππου Β΄). Καμία από τις δύο βασιλικές πυρές δεν ήταν ένας απλός σωρός από ξύλα. Μελετώνται λοιπόν εδώ οι προσφορές προς το νεκρό που ρίχνονταν στην πυρά για να καούν μαζί του, η παράδοση που ίσχυε και πώς συνεχίστηκε αυτή η ταφική πρακτική στη Μακεδονία κτλ. Το θνητό σώμα παραδίδεται στις φλόγες, το ιερό πυρ εξαγνίζει καταλύοντας καθετί φθαρτό, ο νεκρός περνά στη σφαίρα του άφθαρτου, στον κόσμο των θεών και των ηρώων, συνοδευόμενος από δώρα, τα ρούχα του, τον οπλισμό του, τα στολίδια, ό,τι αγαπούσε και ό,τι χρειάστηκε στη γήινη ζωή του. Μετά το ολοκαύτωμα τα υλικά αντικείμενα μπορούν να αποδοθούν και πάλι χρήσιμα σε αυτόν που πέρασε στην άλλη μεριά. Η μεγαλοπρέπεια μιας τελετής συνεπαίρνει το πλήθος, η κηδεία του εκλεκτού, του αρχηγού, του ηγέτη γίνεται υπόθεση όλων, το κοινό πένθος, ο θρήνος, ο συλλογικός πόνος οδηγεί στην κάθαρση, ο νεκρός γίνεται πρότυπο και σημείο αναφοράς, πόλος επανασύνδεσης των μελών μιας ομάδας.

Σοφία Κρεμύδη-Σισιλιάνου, "Ένας νέος τύπος τετράδραχμου του Αλέξανδρου Α'", σ. 643-654

Δύο όμοια μακεδονικά τετράδραχμα ενός τύπου άγνωστου εν γένει φέρουν ως εμπροσθότυπο ιππέα με χλαμύδα και πέτασο που κρατά με το αριστερό χέρι δύο δόρατα, ενώ με το δεξί βαστά τα ηνία του αλόγου του που βαδίζει προς τα δεξιά. Στον οπισθότυπο υπάρχει χαραγμένο ρηχό έγκοιλο τετράγωνο με περίγραμμα χωρισμένο σε τέσσερα μέρη από δύο κάθετες μεταξύ τους γραμμές. Μέσα στο τετράγωνο είναι χαραγμένο ένα κηρύκειο. Τα δύο νομίσματα εντάσσονται στη νομισματοκοπία του Αλέξανδρου Α', έχουν παρόμοια οξείδωση και τόσο η διατήρησή τους όσο και το βάρος τους μαρτυρούν μακροχρόνια κυκλοφορία. Στη μελέτη εξετάζονται η εικονογραφία τους και η κυκλοφορία τους για περίπου έναν αιώνα.

Βούλα Λαμπροπούλου, "Ο μαιναδισμός στην αρχαία Μακεδονία", σ. 655-663

Όψεις της διονυσιακής λατρείας στην αρχαία Μακεδονία, κυρίως από θιάσους γυναικών, και η κοινωνική διάσταση της επικράτησης των διονυσιακών οργιαστικών λατρευτικών τελετών.

Στέλλα Λάββα, "Περιοδεύοντες χαράκτες στη Μακεδονία και Θεσσαλία", σ. 665-678

Αναφέρεται στους χαράκτες των αρχαίων νομισμάτων και στην αναγνώριση της καλλιτεχνικής υπογραφής τους πάνω στα αρχαία ελληνικά νομίσματα, οι οποίες φιλοξενούνταν σε δευτερεύοντα σημεία της παράστασης, ώστε να μένουν αθέατες σε μια πρώτη ματιά. Η μελέτη μας συστήνει με το έργο και την περιοδεύουσα δραστηριότητα τριών τέτοιων καλλιτεχνών, του Κρα… του Μι… και του Αμ…

Sylvie Le Bohec Bouhet, "Intrigues et soulevements dans la Macedoine dens Antigonides", σ. 679-689

Μαρία Λιλιμπάκη-Ακαμάτη, "Το ιερό της Μητέρας των Θεών και της Αφροδίτης στην Πέλλα", σ. 691-704

Παραθέτει και σχολιάζει τα ανασκαφικά ευρήματα για το κτιριακό συγκρότημα του ιερού της Μητέρας των Θεών και της Αφροδίτης, τοποθετημένο στο κέντρο της αρχαίας πόλης της Πέλλας, τις οικοδομικές φάσεις και τις λατρευτικές χρήσεις του, τα ευρήματα που μιλούν για τις θεότητες και τον τρόπο με τον οποίο λατρεύονταν εκεί, για να καταλήξει στο συμπέρασμα πως το ιερό ήταν τοπικό και όχι πανελλήνιας εμβέλειας και εξυπηρετούσε τις λατρευτικές ανάγκες των κατοίκων αλλά και όσων ξένων έρχονταν για συναλλαγές στην αγορά.

Τελευταία ενημέρωση: 03/04/2009 10:29