
Βιβλιογραφία για τη Μακεδονία Βιβλιογραφία για τη Μακεδονία
Αρχαία Μακεδονία. Έκτο διεθνές συμπόσιο, τομ. 2, Θεσσαλονίκη, ΙΜΧΑ, 1999
- Δέσποινα Μακροπούλου, "Δύο πρόσφατα ανακαλυφθέντες παλαιοχριστιανικοί ναοί στο δυτικό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης", σ. 705-722
- Ευτέρπη Μαρκή, "Μια άγνωστη πόλη των παλαιοχριστιανικών χρόνων στην Πιερία, τα ανασκαφικά δεδομένα", σ. 723-733
- Νίκος Μερούσης - Λιάνα Στεφανή, "Κατοίκηση και φυσικό περιβάλλον στην προϊστορική Ημαθία: Συμπεράσματα και προοπτικές από την επιφανειακή έρευνα των ετών 1993-1996", σ. 735-751
- E. Microyannakis, "Chremonidean war and Demetrius II"σ. 753-761
- R.D. Milns, "The effects of Alexander's campaigns on food prices", σ. 763-769
- Β. Μισαηλίδου-Δεσποτίδου, "Χρονολογικά στοιχεία από ταφικά σύνολα του 4ου αι. π.Χ. από τη Ν. Φιλαδέλφεια", σ. 771-785
- Dragi Mitrevski, "The spreading of the Mycenaean culture through the Vardad valley", σ. 787-796
- Kate Mortensen, "Harmony or hatred? The inter-relationship of Philip's wives", σ. 797-805
- Π. Νίγδελης - Κ. Σισμανίδης, "Δύο αντίγραφα ενός επιστρατευτικού διαγράμματος του Φιλίππου Ε': Οι επιγραφές αρ. 207 της συλλογής Ποτίδαιας και 6600 του μουσείου Θεσσαλονίκης", σ. 807-822
- Αναστάσιος Νικολαΐδης, "Οι αρχαίοι Μακεδόνες στον Πλούταρχο", σ. 823-837
- A. Noguera Borel, "L' evolution de la phalange macedonienne: Le cas de la sarisse", σ. 839-850
- Άννα Παναγιώτου-Τριανταφυλλοπούλου, "Γλώσσα και εκπαίδευση στη Μακεδονία και στα ελληνιστικά βασίλεια, μια κοινωνιογλωσσολογική προσέγγιση", σ. 851-858
- Maria Papisca, "Immagini della imitatio Alexandri in eta severiana. I medaglioni di Tarso", σ. 859-871
- Μαρία Παππά, "Η οργάνωση του χώρου στους νεολιθικούς οικισμούς της Βόρειας Πιερίας", σ. 873-886
- Αικ. Παπαευθυμία-Παπανθίμου - Αγγ. Πιλάλη-Παπαστεργίου, "Οικήματα στην προϊστορική τούμπα του Αρχοντικού Γιαννιτσών", σ. 887-892
- Γ.Α. Πίκουλας, "Τερμονισμοί Μακεδονίας, συμβολή πρώτη", σ. 893-902
- Peter Pilhofer, "Ο Λουκάς ως 'ανήρ Μακεδών'. Η καταγωγή του ευαγγελιστή από τη Μακεδονία", σ. 903-909
- Σεμέλη Πινγιάτογλου, "Η λατρεία της θεάς Δήμητρας στην αρχαία Μακεδονία", σ. 911-919
- Anna Maria Prestianni Giallombardo, "Tεμένη Φιλίππου a Philippi: Ai prodromi del culto del sovrano?", σ. 921-943
- Ιωάννης Κ. Προμπονάς, "Γλωσσικά αρχαίας Μακεδονίας: ένας μυκηναίος σκοίδος", σ. 945-948
- Αθ. Ριζάκης - Ι. Τουράτσογλου, "Λατρείες στην Άνω Μακεδονία. Παράδοση και νεωτερισμοί", σ. 949-965
- Claude Rolley, "La lanterne de Philippe II et le role de la toreytique maceonienne", σ. 967-974
- John Rosser, "Roman Grevena (The Grevena project survey)", σ. 975-986
- Alfonso Santoriello - Massimo Vitti, "Il paesaggio agrario del territorio della colonia Victrix Philippensium", σ. 987-1001
- Θεόδωρος Χ. Σαρικάκης, "Ο Μέγας Αλέξανδρος και η Χίος", σ. 1003-1010
- Ε. Σημαντώνη-Μπουρνιά, "Η ανάγλυφη κεραμεική στα παράλια του Βόρειου Αιγαίου", σ. 1011-1029
- Ευδοκία Σκαρλατίδου, "Ένας νέος κρατήρας του Λυδού από το νεκροταφείο στη Θέρμη (Σέδες) Θεσσαλονίκης. Το εμπόριο και η παραγωγή των αγγείων του αττικού αγγειογράφου και του εργαστηρίου του στη Μακεδονία", σ. 1031-1045
- Μπάρμπαρα Σμιτ-Δούνα, "Οι δωρεές των βασιλέων της Μακεδονίας. Αναθήματα όπλων και μνημεία νίκης", σ. 1047-1056
- Κώστας Σουέρεφ, "Το προκασσάνδρειο πόλισμα της Τούμπας Θεσσαλονίκης. Εκτιμήσεις μετά από ένδεκα χρόνια ανασκαφών στην τράπεζα", σ. 1057-1064
- Θ. Στεφανίδου-Τιβερίου, "Δίον και Άλος: Δύο νέα κτίσματα της εποχής του Κασσάνδρου", σ. 1065-1074
- Totko Styoanov, "New light on the relations between NE Thrace and Macedonia in the early Hellenistic times", σ. 1075-1089
- Ηλίας Κ. Σβέρκος, "Εκρωμαϊσμός και αναφορά της καταγωγής σε επιγραφές μακεδόνων στρατιωτών του ρωμαϊκού στρατού", σ. 1091-1100
- Α. Τασιά, "Ελληνιστικές οικιστικές φάσεις στο διοικητήριο", σ. 1101-1113
- Argyro B. Tataki, "New elements for the society of Beroea", σ. 1115-1125
- Margarita Tatcheva, "Le mode d' stablissement de la coexistence paisible entre le barbaricum balkanique et les colonies helleniques", σ. 1127-1134
- Α.Ι. Θαβώρης, "Ο χαρακτήρας και η χρονολόγηση του λεξιλογίου της ελληνικής διαλέκτου των αρχαίων Μακεδόνων", σ. 1135-1150
- Nikolas Theodossiev, "Late Hellenistic aristocratic burials in the lands of Triballoi: Some evidence on campaigns against the province of Macedonia", σ. 1151-1173
- Μιχάλης Τιβέριος, "Κάρες στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου", σ. 1175-1181
- R.A. Tomlinson, "The tomb of Philip and the tomb of Alexander: Contrasts and consequences", σ. 1183-1187
- Γεώργιος Αθ. Τουρλίδης, "Ο Οράτιος και η μάχη των Φιλίππων", σ. 1189-1195
- Ελένη Τρακοσοπούλου-Σαλακίδου, "Από την επείσακτη κεραμική της αρχαϊκής Ακάνθου", σ. 1199-1217
- Bruno Tripodi, "Il banchetto di nozze del Macedone Karanos (Athen., 4, 128a-130d). Consiterazioni preliminari", σ. 1219-1226
- L. Tritle, "Leocrates: Athenian businessman and Macedonian agent?", σ. 1227-1233
- Ελισσάβετ-Μπεττίνα Τσιγαρίδα, "Στοιχεία για τη λατρεία τη Ήλιου στην ουρανιδών πόλιν", σ. 1235-1246
- Μαρία Τσιμπίδου-Αυλωνίτη, "Η ζωφόρος του νέου μακεδονικού τάφου στον Άγ. Αθανάσιο Θεσσαλονίκης. Εικονογραφικά ζητήματα", σ. 1247-1250
- Γεώργιος Π. Τσότσος, "Γεφύρια της ρωμαϊκής περιόδου στη Μακεδονία", σ. 1261-1275
- Briggs L. Twyman, "Cotta's war against Philip V", σ. 1277-1284
- Γ. Τζιφόπουλος, "Φιλωνίδης Ζωΐτου Κρης Χερσονάσιος ημεροδρόμος Αλεξάνδρου: Προβλήματα ερμηνείας των επιγραφικών και άλλων μαρτυριών", σ. 1285-1294
- Rastko Vasic, "Sindos and Trebenishte", σ. 1295-1302
- Αγνή Βασιλικοπούλου, "Ο Μέγας Αλέξανδρος των Βυζαντινών: Οι βυζαντινοί επίγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου", σ. 1303-1315
- Γ. Βελένης, "Επιγραφές από την αρχαία αγορά της Θεσσαλονίκης", σ. 1318-1327
- Εμμανουήλ Βουτυράς, "Η λατρεία της Αφροδίτης στην περιοχή του Θερμαίου κόλπου", σ. 1329-1343
- Nancy C. Wilkie, "Some aspects of the prehistoric occupation of Grevena", σ. 1345-1357
- James Wiseman, "Deus Caesar and other gods at Stobi", σ. 1359-1370
- Ι.Κ. Ξυδόπουλος, "Ο θεσμός της πατρωνείας στη Μακεδονία", σ. 1371-1379
- Michael Zahrnt, "Alexander der Grosse und der lykische Hirt. Bemerkungen zur Propaganda wahrend des rachekrieges (334-330 v. Chr.)", σ. 1381-1387.
- Fausto Zevi, "Αλέξανδρος και Ρώμη. Η σημασία ενός εικονογραφικού θέματος", σ. 1389-1397
Δέσποινα Μακροπούλου, "Δύο πρόσφατα ανακαλυφθέντες παλαιοχριστιανικοί ναοί στο δυτικό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης", σ. 705-722
Τα συμπεράσματα από την ανασκαφική έρευνα σε δύο άγνωστους μέχρι το 1993-95 ναούς στην αρχαία νεκρόπολη έξω από το δυτικό τείχος της Θεσσαλονίκης. Η ταύτιση του ενός, πάνω από το νέο σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης, που είναι χτισμένος πάνω από αρχαιότερους εγκαταλειμμένους τάφους, σε ακραία θέση του αρχαίου νεκροταφείου, του οποίου οι ταφές δεν πειράχθηκαν, δεν κατέστη εφικτή με κανέναν θεσσαλονικιό μάρτυρα ή με μοναστηριακό ναό, αλλ' ούτε ότι ήταν κοιμητηριακός ναός μπορεί να υποστηριχθεί πως ήταν, αφού οι τάφοι είναι παλαιότεροι και κάτω από αυτόν. Ο δεύτερος ναός, στη συμβολή των οδών Λαγκαδά και Αγίου Δημητρίου, έξω από τα δυτικά τείχη, σχετίζεται με το δωδέκατο θαύμα του Αγίου Δημητρίου των αγίων Χιόνης, Αγάπης και Ειρήνης, κατά τη σλαβική επίθεση στη Θεσσαλονίκη του 604 π.Χ.
Ευτέρπη Μαρκή, "Μια άγνωστη πόλη των παλαιοχριστιανικών χρόνων στην Πιερία, τα ανασκαφικά δεδομένα", σ. 723-733
Στη θέση Λουλουδιές Πιερίας, ανάμεσα στις Αλυκές Κίτρους και τον Κορινό βρέθηκαν λάκκοι και τάφοι των κλασικών, ελληνιστικών και αυτοκρατορικών χρόνων, νεκροταφείο με μεγάλο αριθμό κεραμοσκέπαστων τάφων του 3ου ως 6ου αιώνα μ.Χ., μνημειακοί καμαρωτοί τάφοι παλαιοχριστιανικών χρόνων, και ένα τετραπύργιο επισκοπικό συγκρότημα, έκτασης δέκα στρεμμάτων που περιλάμβανε βασιλική, επισκοπικό μέγαρο και βιοτεχνικές εγκαταστάσεις. Η θέση δεν ταυτίζεται με καμία γνωστή πόλη της αρχαίας Πιερίας. Τα ευρήματα στοιχειοθετούν την ύπαρξη και άνθιση τον 5ο και 6ο αιώνα στις Λουλουδιές μιας πόλης εξίσου σημαντικής με το Δίον, οι αιτίες εγκατάλειψης της οποίας στον 7ο ή 8ο αιώνα μένει να διερευνηθούν.
Νίκος Μερούσης - Λιάνα Στεφανή, "Κατοίκηση και φυσικό περιβάλλον στην προϊστορική Ημαθία: Συμπεράσματα και προοπτικές από την επιφανειακή έρευνα των ετών 1993-1996", σ. 735-751
Παρουσιάζονται τα πορίσματα της επιφανειακής έρευνας που διεξήχθη κατά το χρονικό διάστημα 1993-96 στο νομό Ημαθίας, ο οποίος, λόγω γεωγραφικής θέσης, προσφέρεται για τη μελέτη των εξελίξεων στη μακεδονική προϊστορία. Η επιφανειακή έρευνα δεν ήταν εντατική, ερευνήθηκαν δηλαδή θέσεις που ήταν ευδιάκριτες λόγω γεωμορφολογίας, είτε που υπήρχαν γι' αυτές πληροφορίες από κατοίκους της περιοχής, είτε που εντοπίστηκαν τυχαία και η σύγχρονη διοικητική διαίρεση των περιοχών, η οποία αναγκαστικά ακολουθείται, προκαλεί τεχνητό κατακερματισμό του αρχαιολογικού χώρου. Η περιοχή επιλέχθηκε ως ιδανική για έρευνα επειδή το πεδινό τμήμα της αποτελεί το νοτιοδυτικό άκρο της γνωστής λεκάνης των Γιαννιτσών και τα δεδομένα της έρευνας μπορούσαν να ενταχθούν σε μια ενιαία γεωγραφική ενότητα και να συγκριθούν με άλλα, επιπλέον επειδή χαρακτηρίζεται από μεγάλη γεωμορφολογική και οικολογική ποικιλία.
Στη γεωγραφική ενότητα που ερευνήθηκε εμφανίζεται και αναπτύσσεται ανθρώπινη κατοίκηση ήδη από την 7η χιλιετία π.Χ. Η ποικιλία του φυσικού περιβάλλοντος, η άφθονη παρουσία νερού, η ευνοϊκή για την επικοινωνία με άλλες περιοχές γεωγραφική θέση επιτρέπουν την ανάπτυξη και την αύξηση της ανθρώπινης δραστηριότητας από την 7η μέχρι την 3η χιλιετία π.Χ. Η κατοίκηση της περιοχής συνεχίζεται αδιάκοπα με μια μείωση κατά την εποχή του Χαλκού. Πρώτιστος στόχος της έρευνας ήταν να προωθηθεί η προστασία όσων θέσεων σώζονται ακόμη με την ακριβή τοπογράφησή τους και την κήρυξή τους ως αρχαιολογικών χώρων. Επίσης, η ολοκλήρωση της επιφανειακής έρευνας επιτρέπει μια κατά το δυνατόν πληρέστερη χαρτογράφηση της ανθρώπινης κατοίκησης στα προϊστορικά αλλά και στα ιστορικά χρόνια. Οι περισσότερες θέσεις είναι ενταγμένες σε αρχαιολογικούς χώρους, οι οποίοι παρουσιάζουν σαφείς ενδείξεις κατοίκησης στα ιστορικά, κυρίως στα ελληνιστικά και τα ρωμαϊκά χρόνια, ξεκινώντας ήδη από τα αρχαϊκά.
E. Microyannakis, "Chremonidean war and Demetrius II"σ. 753-761
Τίθενται προβλήματα χρονολόγησης της βασιλείας του Δημήτριου Β' στον τρίτο προχριστιανικό αιώνα, τα οποία επιλύονται με την υπόθεση και την προσπάθεια επαλήθευσης της πρότασης πως στο διάστημα από το 276 π.Χ. μέχρι το 229 ο Δημήτριος Β' και ο πατέρας του Αντίγονος Β' Γονατάς είχαν μια κοινή περίοδο συμβασιλείας, η οποία άρχισε κάποια στιγμή και έληξε το 239, οπότε πλέον μόνος στο θρόνο βρίσκεται ο Δημήτριος Β'. Προτείνει ως έτος έναρξης της περιόδου αυτής το 262/61 π.Χ.
R.D. Milns, "The effects of Alexander's campaigns on food prices", σ. 763-769
Οι εκστρατείες του Μ. Αλεξάνδρου στην Ασία είχαν βραχυπρόθεσμες επιδράσεις τις τιμές των βασικών πηγών/ειδών τροφίμων, όπως τα σιτηρά, όχι όμως από την ξαφνική εισροή των περσικών θησαυρών στην αγορά. Η βραχυπρόθεσμη επίδραση οφείλεται στις κακές σοδειές, στις ανάγκες του πολέμου, στα επώδυνα αποτελέσματα πράξεων όπως η πειρατεία, που είχαν περισσότερες ευκαιρίες και πεδίο να ανθίσουν μέσα στην αβεβαιότητα του πολέμου, καθώς σε ανήθικες πρακτικές βασιλικών αξιωματούχων. Υπό αυτήν την οπτική, ο αντίκτυπος της εισροής των περσικών θησαυρών στην αγορά ήταν περιορισμένος, αν όχι ανύπαρκτος. Μακροπρόθεσμα η ασιατική εκστρατεία του Αλέξανδρου είχε θετική επίδραση στις τιμές, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις, η υπερπληθυσμένη ελληνική χερσόνησος να ξεφορτωθεί ένα σωρό στόματα, τα οποία έπρεπε να τραφούν.
Β. Μισαηλίδου-Δεσποτίδου, "Χρονολογικά στοιχεία από ταφικά σύνολα του 4ου αι. π.Χ. από τη Ν. Φιλαδέλφεια", σ. 771-785
Τα κτερίσματα, τα νομίσματα και η κεραμεική κλειστών ταφικών συνόλων νεκροταφείου που ανασκάφηκε το 1995 στη Ν. Φιλαδέλφεια Θεσσαλονίκης (τέλος 6ου αι. π.Χ. - τέλος του 4ου αι.), ο μεγαλύτερος αριθμός των οποίων ανήκει στον 4ο αιώνα, θέτουν ζητήματα χρονολόγησης της βασιλείας των Μακεδόνων βασιλέων του 4ου αιώνα. Από τη συσχέτιση τύπων αγγείων/κεραμεικής και νομισμάτων προκύπτει πως αλλαγή στους τύπους έχουμε κάθε περίπου ένα τέταρτο του αιώνα, αλλαγή και χρονική περίοδος που κατά προσέγγιση ακολουθούν τη διαδοχή των βασιλέων, οι οποίοι κόβουν νομίσματα, τα οποία ως φαίνεται δεν κυκλοφορούν ή τουλάχιστον τοποθετούνται στους τάφους για πολύ χρόνο μετά το θάνατό τους. Όσον αφορά την κεραμεική, τον 4ο αιώνα, παράλληλα με τα ντόπια αττικίζοντα εργαστήρια, στα οποία οι δημιουργοί μπορεί να ήταν μετανάστες, λειτουργούσαν και τα παλιά εργαστήρια, που επί αιώνες δούλευαν στο χώρο, εργαστήρια συντηρητικά, προσηλωμένα στην παλιά παράδοση και τα παλιά σχήματα, που αναπαριστούν αγγεία πατροπαράδοτα, έστω και αν η ζήτηση για ταφική χρήση έχει πια μειωθεί. Ταυτόχρονα διερευνάται αν η απόσταση ανάμεσα στη Μακεδονία και την Αθήνα μπορεί να επηρέασε τη σχέση του χρόνου κατασκευής και του χρόνου χρήσης των αγγείων.
Dragi Mitrevski, "The spreading of the Mycenaean culture through the Vardad valley", σ. 787-796
Συμβολή στην προσπάθεια για μια καλύτερη βαλκανική χρονολόγηση. Τίθενται ζητήματα χρονολόγησης της Εποχής του Χαλκού στη Μακεδονία με βάσεις τα ανασκαφικά δεδομένα σε θέσεις στην κοιλάδα του Αξιού πέραν των ελληνικών συνόρων και οι ανιχνεύονται οι σχέσεις που προδίδουν τα δεδομένα αυτά με τη νότια Ελλάδα. Μελετώνται ο τρόπος που την ύστερη εποχή του Χαλκού η κοιλάδα του Βαρδάρη γίνεται ο αγωγός που φέρνει στοιχεία πολιτισμού βορειότερα στη Μακεδονία και ο τρόπος που η εποχή του Σιδήρου στη Μακεδονία δέχεται τις επιδράσεις από την επόμενη χρονική περίοδο που ήδη έχει αρχίσει στη νότια Ελλάδα.
Kate Mortensen, "Harmony or hatred? The inter-relationship of Philip's wives", σ. 797-805
Ο Φίλιππος είχε επτά συζύγους. Για τη μελέτη των γάμων του Φιλίππου και της θέσης των συζύγων λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως: οι χώρες καταγωγής τους, οι πιθανές χρονολογίες των γάμων, τυχόν απόγονοι και πληροφορίες για το θάνατο καθεμιάς. Τα ενδιαιτήματά τους, οι εξουσίες και τα ειδικά προνόμια της πρώτης κυρίας (senior wife), τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και οι οικιακές λειτουργίες καθεμιάς. Σε προφανή αντίθεση με την εικόνα που δίνουν οι αφηγήσεις του Πλούταρχου και άλλων ελλήνων ιστορικών, οι οποίοι ενοχλημένοι από την πολυγαμία της βασιλικής αυλής της Μακεδονίας έγραφαν για μια σαφώς ανδροκρατική και ανδροκρατούμενη κοινωνία στη Μακεδονία, οι σχέσεις μεταξύ των συζύγων ήταν μάλλον αρμονικές, και μόνον η εμπλοκή και οι διαιρέσεις που προκλήθηκαν μετά το γάμο του Φίλιππου με την τελευταία σύζυγό του Κλεοπάτρα ίσως ανέτρεψαν αυτήν την ισορροπία για σειρά λόγων, που είχαν να κάνουν και με τη διαδοχή.
Π. Νίγδελης - Κ. Σισμανίδης, "Δύο αντίγραφα ενός επιστρατευτικού διαγράμματος του Φιλίππου Ε': Οι επιγραφές αρ. 207 της συλλογής Ποτίδαιας και 6600 του μουσείου Θεσσαλονίκης", σ. 807-822
Η πρώτη επιγραφή προέρχεται από την Ποτίδαια, η δεύτερη από τη Δράμα ή κάποια άλλη πόλη της Ανατολικής Μακεδονίας. Αποτελούν αντίγραφα ενός και του αυτού εγγράφου, με το οποίο διενεργείται επιστράτευση στη Μακεδονία. Το περιεχόμενο και η μορφή του εγγράφου δεν αφήνουν αμφιβολία πως πρόκειται για βασιλικό διάταγμα, το μεγαλύτερο μάλιστα σε έκταση απ' όσα ήταν γνωστά από το βασίλειο της Μακεδονίας. Με ποιο ιστορικό γεγονός συνδέεται η επιστράτευση που αναφέρεται και προκάλεσε την έκδοση του εγγράφου, δεδομένου ότι δεν υπάρχει καμία χρονολογική αναφορά; Από το σχήμα των γραμμάτων τοποθετείται χρονικά στο τέλος του 3ου ή στο πρώτο μισό του 2ου αιώνα π.Χ. Γίνεται μια απόπειρα απόδοσης του περιεχομένου του διαγράμματος, και έστω επιλεκτικός υπομνηματισμός του, κυρίως επί θεμάτων οργάνωσης του μακεδονικού στρατού και των ιδιαιτεροτήτων της διενεργηθείσας επιστράτευσης. Επιχειρείται η χρονολόγηση του γεγονότος και η ανασύσταση του σχεδίου της επιστράτευσης του 197. Διατυπώνονται παρατηρήσεις επί των προβλέψεων του διατάγματος και κατατίθεται το συμπέρασμα πως από το κείμενο αναδύεται η εικόνα ενός μονάρχη που ακόμη και σε έκτακτες καταστάσεις, όπως αυτές μιας γενικής επιστράτευσης, κυβερνά νόμω και όχι βία.
Αναστάσιος Νικολαΐδης, "Οι αρχαίοι Μακεδόνες στον Πλούταρχο", σ. 823-837
Επιθυμεί να δείξει ότι για τη σωστή αξιολόγηση των αρχαίων μαρτυριών που διαφοροποιούν τους Μακεδόνες από τους λοιπούς Έλληνες είναι απαραίτητο να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνο τα πιθανά ελατήρια των συγγραφέων που επιχειρούν αυτή τη διάκριση, σε συνδυασμό με τις συγκεκριμένες κατά περίπτωση ιστορικές περιστάσεις, αλλά και οι συμβάσεις του γραμματειακού είδους με το οποίος αυτές οι μαρτυρίες συνδέονται, καθώς και η ασάφεια και η χαλαρότητα με την οποία χρησιμοποιούνται οι όροι Έλλην, βάρβαρος, ομόφυλος και αλλόφυλος. Υποστηρίζει πως οι μαρτυρίες συγγραφέων οι οποίοι δεν φαίνεται να έχουν ειδικούς λόγους για να ξεχωρίζουν τους Μακεδόνες από τους Έλληνες, οι οποίοι δεν γράφουν ιστορία, ώστε να είναι δέσμιοι ιστορικών συμβάσεων ή προκαταλήψεων, και οι οποίοι απέχουν χρονικά από τον 4ο αι. π.Χ. και δεν αναπαράγουν πληροφορίες των πηγών τους, είναι ίσως περισσότερο αξιόπιστες για το θέμα. Ως παράδειγμα χρησιμοποιεί τον Πλούταρχο, για να καταλήξει να προτείνει πως ο Πλούταρχος δεν ήταν κατ' ανάγκη αντιμακεδόνας και ότι εν πολλοίς στην πραγματικότητα δεν διακρίνει τους Μακεδόνες από τους άλλους Έλληνες, αλλά ότι απλώς οι κρίσεις του για την ελληνικότητα των Μακεδόνων πρέπει να αξιολογηθούν στο πλαίσιο του γραμματειακού είδους με το οποίο συνδέονται οι κρίσεις αυτές (βιογραφία, επιδεικτική ρητορεία) και σε συνάρτηση όχι μόνο με τις μαρτυρίες των εκάστοτε πηγών του, αλλά και με τους σκοπούς που εξυπηρετεί κάθε φορά η πηγή του, όπως και η ίδια η συγγραφή του Πλούταρχου, καθώς και από συμβάσεις στις οποίες υποχρεώνεται από το είδος της συγγραφής του.
A. Noguera Borel, "L' evolution de la phalange macedonienne: Le cas de la sarisse", σ. 839-850
Άννα Παναγιώτου-Τριανταφυλλοπούλου, "Γλώσσα και εκπαίδευση στη Μακεδονία και στα ελληνιστικά βασίλεια, μια κοινωνιογλωσσολογική προσέγγιση", σ. 851-858
Διερευνά ζητήματα γλώσσας και γραφής, της κατά κύριο λόγω προφορικής μακεδονικής διαλέκτου και της αττικής κοινής που υιοθετήθηκε και ως επίσημη γραπτή γλώσσα και δείγματά της διασώζονται στα επιγραφικά κείμενα, προσπαθώντας να ερμηνεύσει τις κοινωνικές, οικονομικές και ιστορικές συνθήκες αλλά και την ιδεολογία που υποχρέωσαν τους Αργεάδες βασιλείς να υιοθετήσουν το μιλησιακό-μετευκλίδειο αλφάβητο και την αττική κοινή σε βάρος της μακεδονικής διαλέκτου ειδικά κατά τον 4ο αι. π.Χ., οπότε το μακεδονικό βασίλειο διαδραματίζει αναβαθμισμένο πολιτικό ρόλο στα ελληνικά πράγματα. Επιχειρεί επίσης να δείξει, μέσω των επιγραφικών κειμένων, ότι οι διάδοχοι των Αργεαδών στη Μακεδονία και σε όλα τα ελληνιστικά βασίλεια επέδειξαν ιδιαίτερη φροντίδα για τη γραφόμενη γλώσσα, υιοθετώντας και προωθώντας ορθογραφικές "μεταρρυθμίσεις" προφανώς μέσω της εκπαίδευσης.
Maria Papisca, "Immagini della imitatio Alexandri in eta severiana. I medaglioni di Tarso", σ. 859-871
Μαρία Παππά, "Η οργάνωση του χώρου στους νεολιθικούς οικισμούς της Βόρειας Πιερίας", σ. 873-886
Η έλλειψη νεολιθικών θέσεων στην Πιερία αποδείχθηκε με το πέρασμα του χρόνου και τη συστηματική διερεύνηση του χώρου ότι οφειλόταν στις δυσκολίες του εντοπισμού τους, είτε γιατί κρύβονταν ανάμεσα στους λόφους, είτε γιατί καλύφθηκαν από νεότερες αποθέσεις. Παρουσιάζονται εδώ στοιχεία και παρατηρήσεις επί των θέσεων που ανακαλύφθηκαν στα Παλιάμπερα Κολινδρού, στη θέση Προφήτης Ηλίας Σφενδάμης, στη Σεβαστή, στη θέση Αγίασμα Μακρύγιαλου και στον Κάτω Αηγιάννη, για την επιλογή της κάθε θέσης, την έκταση, το μέγεθος και τη διάρκεια κατοίκησης, τη συνέχεια και την ασυνέχεια στην κατοίκηση, για την οργάνωση του χώρου στους πέντε νεολιθικούς οικισμούς. Ακόμη για τη συνάφεια ανάμεσα στους σημερινούς και τους προϊστορικούς οικισμούς σε ό,τι αφορά το μέγεθος, την έκταση κτλ.
Αικ. Παπαευθυμία-Παπανθίμου - Αγγ. Πιλάλη-Παπαστεργίου, "Οικήματα στην προϊστορική τούμπα του Αρχοντικού Γιαννιτσών", σ. 887-892
Για τα πασσαλόπηκτα οικήματα που βρέθηκαν στην ανατολική πλευρά της τούμπας του Αρχοντικού Γιαννιτσών, τα οποία χρονολογούνται ανάμεσα στο 2300-1900 π.Χ., δηλαδή στο τέλος της ΠΕΧ και στην αρχή της ΜΕΧ, σύμφωνα με τα χρονολογικά δεδομένα της νότιας Ελλάδας: τεχνικές οικοδόμησης, μορφή και χρήση, στοιχεία καθημερινής διαβίωσης (διατροφή, θέρμανση, καθημερινές δραστηριότητες κτλ.), που δίνουν εικόνες της καθημερινής ζωής των ανθρώπων που έζησαν πριν από 4.000 στο χώρο της Μακεδονίας και φωτίζουν κομμάτια της προσωπικής τους ζωής, του καθημερινού μόχθου μέσα στο σπίτι, τις καθημερινές φροντίδες για τη διαβίωση.
Γ.Α. Πίκουλας, "Τερμονισμοί Μακεδονίας, συμβολή πρώτη", σ. 893-902
Πρώτη συμβολή στο πολυσύνθετο θέμα των τερμονισμών της Μακεδονίας. Τερμονισμός: η λεπτομερής καταγραφή των τερμόνων, όρων ή οροθεσίων μιας οροθεσίας μεταξύ δύο ή περισσότερων οικισμών με κοινά όρια. Ο επανακαθορισμός της μεθορίου όμορων οικισμών με τη διαμεσολάβηση κατά κανόνα τρίτων, μιας από κοινού δηλαδή αποδεκτής επιδιαιτησίας. Παρατίθενται εδώ η προβληματική του θέματος, οι παράμετροι πραγμάτωσης της προκαταρκτικής έρευνας και οι στόχοι της, ο κατάλογος των επιγραφών με σχεδόν πλήρη (μέχρι τότε) βιβλιογραφία και τις αναγκαίες πληροφορίες για κάθε κείμενο, οι διαπιστώσεις που προέκυψαν από την προκαταρκτική έρευνα σχετικά με το ζήτημα κατά το 2ο αιώνα μ.Χ. στην Πιερία κοιλάδα, στη Θασιακή Περαία και εν μέρει στη χώρα των Φιλίππων.
Peter Pilhofer, "Ο Λουκάς ως 'ανήρ Μακεδών'. Η καταγωγή του ευαγγελιστή από τη Μακεδονία", σ. 903-909
Θεωρεί πως οι τοπογραφικές, ιστορικές και κυρίως οι εξειδικευμένες διοικητικές και τεχνικές γνώσεις στο απόσπασμα για τους Φιλίππους δεν έχουν παράλληλο σε όλη τη διήγηση των Πράξεων. Θεωρεί πως ο συγγραφέας του φερώνυμου ευαγγελίου και των Πράξεων είναι "ανήρ Μακεδών" και όχι ο συνοδός του Παύλου, ο γιατρός, που βίωσε μαζί με τον Παύλο τα γεγονότα. Ο τρόπος με τον οποίο γράφει για τη Μακεδονία υποδηλώνει, κατά τον συγγραφέα, πως είναι ένας Μακεδών, ένας τοπικός πατριώτης, ο οποίος γι' αυτόν ακριβώς το λόγο εξαίρει με ιδιαίτερο τρόπο τη μετάβαση του Παύλου από τη Μικρά Ασία στη Μακεδονία. Πιθανολογεί πως καταγόταν από την κοινότητα των Φιλίππων, την οποία είχε ιδρύσει ο Παύλος ως πρώτη χριστιανική κοινότητα της Μακεδονίας, πρώτη της Ευρώπης. Μετά τον ιδρυτή της πόλης μακεδόνα βασιλιά Φίλιππο, τον ρωμαίο αυτοκράτορα Αύγουστο που ίδρυσε τη ρωμαϊκή αποικία, τον Παύλο που ίδρυσε τη χριστιανική κοινότητα, τέταρτος σε σημασία για την πόλη των Φιλίππων, σε σημαντική θέση για τη χριστιανική της κοινότητα, πρέπει να αναφέρεται ο Λουκάς, ο συντάκτης του ευαγγελίου και των Πράξεων, ο οποίος στο τέλος του πρώτου αιώνα έτυχε μεγάλης αποδοχής στη χριστιανική κοινότητα των Φιλίππων, πόλης τη φήμη της οποίας κατέστησε αιώνια στο 16ο κεφάλαιο των Πράξεων.
Σεμέλη Πινγιάτογλου, "Η λατρεία της θεάς Δήμητρας στην αρχαία Μακεδονία", σ. 911-919
Οι απαρχές, το είδος, η διάδοση και η διάρκεια λατρείας της θεάς Δήμητρας στη Μακεδονία. Η έρευνα έχει ως αφετηρία κυρίως το τμήμα της αρχαίας Μακεδονίας που ανήκει σήμερα στην Ελλάδα, επεκτείνεται όμως και στις γειτονικές περιοχές. Οι πληροφορίες των γραπτών πηγών είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Κυρίως από επιγραφικά ευρήματα γίνεται γνωστό ότι λατρευόταν στο Δίον, στη Λητή, στη Θάσο και στη Μεσημβρία. Από τα είδη των αναθημάτων φαίνεται πως λατρευόταν και στην Πέλλα, από τις έμμεσες πηγές πως λατρευόταν στη Βέροια, στην περιοχή των Καλινδοίων, στα Άβδηρα, ίσως και στη Θεσσαλονίκη. Από τα ευρήματα και τα είδη των αναθημάτων διατυπώνονται υποθέσεις για τα τελετουργικά δρώμενα, το τυπικό της λατρείας, τις ιδιότητες που αποδίδονταν στη θεά στα κατά τόπους ιερά της. Οι γεωργικοί πληθυσμοί των πεδιάδων της Μακεδονίας λάτρευαν ανέκαθεν τη θεά Δήμητρα που προστάτευε τις καλλιέργειές τους. Στα είδη των αναθημάτων οι πιστοί της στη Μακεδονία δέχθηκαν επιρροές από τους υπόλοιπους Έλληνες μέσω των εμπορικών σχέσεων και των πολιτιστικών ζυμώσεων. Τα πρωιμότερα στοιχεία λατρείας της θεάς χρονολογούνται στα τέλη του 6ου και τις αρχές του 5ου αι. π.Χ., εποχή ακμής του ιερού της Ελευσίνας, ενίσχυσης της λατρείας της θεάς στην Αθήνα και εκδήλωσης της προσπάθειας για πανελλήνια προώθηση της λατρείας της. Στην αρχαία Μακεδονία η θεά λατρευόταν, όπως και στον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο, ως θεά προστάτιδα της γονιμότητας της γης και των ανθρώπων, εγγυήτρια της ασφάλειας της πόλης και των κατοίκων της, ως θεά των Μυστηρίων, που χάριζε ευδαιμονία σε αυτόν και τον άλλο κόσμο.
Anna Maria Prestianni Giallombardo, "Tεμένη Φιλίππου a Philippi: Ai prodromi del culto del sovrano?", σ. 921-943
Ιωάννης Κ. Προμπονάς, "Γλωσσικά αρχαίας Μακεδονίας: ένας μυκηναίος σκοίδος", σ. 945-948
Για τις διαφορετικές λεξικογραφικές αναφορές της μακεδονικής λέξης σκοίδος στο 2ο μ.Χ. και τον 5ο μ.Χ. αιώνα και τις μαρτυρίες της λέξης ήδη από τον 4ο-3ο αι. π.Χ. Για την ετυμολογία και τη χρήση της, την καταγωγή της από τη μυκηναϊκή γλώσσα και τις παραδόσεις της σε μυκηναϊκά κείμενα.
Αθ. Ριζάκης - Ι. Τουράτσογλου, "Λατρείες στην Άνω Μακεδονία. Παράδοση και νεωτερισμοί", σ. 949-965
Η μελέτη της θρησκείας στην αρχαία Μακεδονία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το λόγο ότι η περιοχή, εξαιτίας της ιδιάζουσας γεωγραφικής της θέσης και των έντονων ανάγλυφων στο χάρτη των φυλετικών διαστρώσεων, αποτέλεσε πρόσφορο πεδίο αντιπαραθέσεων, συγκρητισμών, συγχωνεύσεων, ζυμώσεων πλείστων όσων θρησκευτικών ρευμάτων και δοξασιών καθ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας της. Η θρησκεία στην αρχαία Μακεδονία υπήρξε το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης κυρίως δύο θρησκευτικών αντιλήψεων περί του υπέρτατου όντος: του ελληνικού Πανθέου και των μυστηριακών δοξασιών και των οργιαστικών τελετουργιών του παλαιού πληθυσμιακού δυναμικού που είχε παραμεριστεί από τους επήλυδες Μακεδόνες και αφομοιώθηκε από εκείνους. Στις αντιλήψεις αυτές περί του θείου και των τρόπων θεραπείας του προστέθηκαν λατρείες επείσακτες, από γειτονικές και από απομακρυσμένες περιοχές χωρίς ωστόσο το αποτέλεσμα των ζυμώσεων, των αντιπαραθέσεων και των συγκρητισμών να είναι ποτέ το αυτό σε όλες τις επιμέρους περιοχές και σε όλα τα κοινωνικά στρώματα σε όλες τις περιόδους. Στην Άνω Μακεδονία, περιοχή με ελάχιστα αστικά κέντρα και έντονο γεωργοκτηνοτροφικό προσανατολισμό στην οικονομία, χώρα που διατήρησε τα φυλετικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά του έως τα ύστερα αυτοκρατορικά χρόνια, ο οποίος παρά το συντηρητισμό της κοινωνικοπολιτικής δομής τους αποτέλεσε πρόσφορο έδαφος για την διείσδυση νεότροπων αντιλήψεων και όχι μόνο στο θρησκευτικό χώρο, ανιχνεύονται επιπλέον μοναδικές για τη βορειοελλαδική ζώνη ιδιαιτερότητες στο λατρευτικό τομέα, συχνά αντιφατικές, οι οποίες προδίδουν αφενός εμμονή σε μια κατεξοχήν τοπική παράδοση, αφετέρου αποδοχή νεωτερισμών με τάσεις μάλιστα πρωταγωνιστικές. Επιβεβαιώνεται καταρχήν η παρουσία θεοτήτων του πανθέου του Ολύμπου με πανελλήνια διάδοση, συνοδευόμενων σε ορισμένες περιπτώσεις από προσωνύμια που προσιδιάζουν μόνο στη Μακεδονία, κάποιος αριθμός επείσακτων θεοτήτων από την Ανατολή και την Αίγυπτο και μια ομάδα εγχώριων θεών από την προμακεδονική περίοδο. Στη διαμόρφωση του ιδιόμορφου θρησκευτικού τοπίου στην Ελίμεια, την Εορδαία, την Τυμφαία, την Ορεστίδα, τη Δερρίοπο, την Πελαγονία και τη Λυγκηστίδα διαδραμάτισαν αποφασιστικό ρόλο επίσης η εκρωμαϊσμένη λατινόφωνη Μοισία και η κατά το πλάτος της διελαύνουσα Εγνατία οδός, βασικός οδικός άξονας της αυτοκρατορίας, διακομιστής λαών και διάδρομος κυκλοφορίας δοξασιών και ιδεών. Παραδείγματα: η λατρεία του Άδη/Πλούτωνα και η λατρεία του Ηρακλή, η αλεξανδρολατρεία ως απονομή θεϊκών τιμών στον Αλέξανδρο στη γενέθλια γη της Μακεδονίας.
Claude Rolley, "La lanterne de Philippe II et le role de la toreytique maceonienne", σ. 967-974
John Rosser, "Roman Grevena (The Grevena project survey)", σ. 975-986
Πορίσματα και αποτελέσματα από την πρώτη συστηματική προσπάθεια για την ανίχνευση ρωμαϊκών θέσεων και αρχαιοτήτων στο νομό Γρεβενών. Χρησιμοποιώντας εκτατικές και όχι εντατικές μεθόδους έρευνας εντοπίστηκαν περίπου 100 ρωμαϊκές και υστερορωμαϊκές θέσεις, βρέθηκε μια συνέχεια στην κεραμεική, εξήχθησαν και κάποια συμπεράσματα για τις αλλαγές στα πρότυπα-μοτίβα εγκατάστασης. Επιβεβαιώθηκε πως μέχρι την ύστερη ρωμαϊκή περίοδο, ενταγμένες σε ένα σύνολο με την υπόλοιπη ρωμαιοκρατούμενη Ελλάδα, οι οικισμοί στις θέσεις αυτές διέθεταν οικονομικό σφρίγος. Όμως στις αρχές το 5ου αι. παρουσιάζεται μια αλλαγή, στην οποία συνέβαλαν διάφοροι σημαντικοί παράγοντες: η μετακίνηση πληθυσμών από τα βόρεια βορειοδυτικά του νομού προς το κέντρο της περιοχής, συνακόλουθη της ανασφάλειας σε όλη τη βόρεια Ελλάδα από τις επιδρομές του Αλάριχου και την εισβολή του το 395, οι φυσικές καταστροφές του 5ου και του 6ου αιώνα, η κατάπτωση της απόδοσης των ασθενών καλλιεργήσιμων εδαφών, οι σλαβικές μεταναστεύσεις που οδηγούν την περιοχή στα πρώιμα μεσαιωνικά χρόνια.
Alfonso Santoriello - Massimo Vitti, "Il paesaggio agrario del territorio della colonia Victrix Philippensium", σ. 987-1001
Θεόδωρος Χ. Σαρικάκης, "Ο Μέγας Αλέξανδρος και η Χίος", σ. 1003-1010
Τα γεγονότα στη Χίο μεταξύ 340-332 π.Χ. και η σχέση του νησιού και της πολιτικής του ζωής με τον Αλέξανδρο. Υπήρχε στη Χίο ισχυρό φιλομακεδονικό κόμμα, φορείς του οποίου ήταν οι δημοκρατικοί, ενώ οι αριστοκρατικοί υποστήριζαν την Περσία. Οι πολιτικοί αγώνες διεξάγονταν με πάθος στο νησί, γεγονός που υποχρέωσε τη Χίο να αλλάξει δυο-τρεις φορές στρατόπεδο. Ο Αλέξανδρος απέστειλε τουλάχιστον δύο επιστολές προς τους Χίους, την πρώτη πριν και τη δεύτερη μετά την απελευθέρωσή της από στρατηγό του Αλέξανδρου μετά τη μάχη του Γρανικού. Όλα αυτά δείχνουν το ενδιαφέρον του μακεδόνα βασιλιά για τα συμβαίνοντα στη Χίο, με επιφανείς πολίτες της οποίας συνήψε προσωπική φιλία, και τη φιλομακεδονική στάση που τήρησε ο λαός του νησιού σε αυτήν την κρίσιμη για τις τύχες του ελληνισμού περίοδο.
Ε. Σημαντώνη-Μπουρνιά, "Η ανάγλυφη κεραμεική στα παράλια του Βόρειου Αιγαίου", σ. 1011-1029
Μελετά την ανάγλυφη κεραμεική από τα παράλια του βόρειου Αιγαίου στη Μακεδονία και τη Θράκη και στα νησιά, κυρίως από τη Θάσο, και προβαίνει σε παρατηρήσεις επί των σχημάτων κτλ. Ανάγλυφη διακόσμηση της χονδρής κεραμεικής εμφανίζεται στο βορειοανατολικό ελλαδικό χώρο μετά τη στροφή προς τον 6ο αι. π.Χ., χειροποίητη, κυρίως όμως έντυπη, με τη χρήση κυλινδρικής σφραγίδας, και συνεχίζεται μέχρι το τέλος του αιώνα. Πολλά από τα διακοσμητικά θέματα είναι εικονιστικά, κάποια δεν απαντούν αλλού. Πρόκειται για δευτερεύουσας σημασίας τέχνη, περιορισμένη στην κόσμηση μεγάλων χρηστικών αγγείων, με μεθόδους που επιτρέπουν ταχύτητα στην παραγωγή περιορίζοντας στο ελάχιστο τη δημιουργική φαντασία του κεραμέα. Το προβάδισμα αυτήν την περίοδο έχει η αγγειογραφία. Τον 6ο αιώνα υπάρχει άμβλυνση των τεχνοτροπικών διαφορών στην ανάγλυφη κεραμεική επί χονδρών αγγείων μεταξύ των τοπικών εργαστηρίων, ενώ πρώτα η κορινθιακή και κατόπιν η αττική επίδραση εμβολιάζουν το τοπικό καλλιτεχνικό ιδίωμα, χωρίς να μεταβάλουν τον έντονο προσανατολισμό του προς το βορειο-ιωνικό πολιτιστικό κλίμα. Τον 5ο και τον 4ο αιώνα οι ανάγλυφες διακοσμήσεις χονδρών αγγείων με σφραγίδα κυλινδρική περιορίζεται σε μια ειδική κατηγορία αγγείων, στα πήλινα περιραντήρια, τα οποία με το σχήμα και τη δανεισμένη αρχιτεκτονική διακόσμηση εντάσσονται αβασάνιστα στον ανατολικό ελληνικό τύπο σκεύους.
Ευδοκία Σκαρλατίδου, "Ένας νέος κρατήρας του Λυδού από το νεκροταφείο στη Θέρμη (Σέδες) Θεσσαλονίκης. Το εμπόριο και η παραγωγή των αγγείων του αττικού αγγειογράφου και του εργαστηρίου του στη Μακεδονία", σ. 1031-1045
Ο υπό παρουσίαση μελανόμορφος κιονωτός κρατήρας προέρχεται από το νεκροταφείο στη σημερινή Θέρμη (πρώην Σέδες), στα ανατολικά της Θεσσαλονίκης. Η μελέτη του έδειξε ότι το αττικό αγγείο είναι ένα από τα πρωιμότερα έργα του Λυδού (από τους σημαντικότερους αγγειογράφους του αττικού μελανόμορφου ρυθμού), χρονολογούμενο περί το 560 π.Χ. Παρουσιάζονται ο κρατήρας, ο αγγειογράφος του, το υπόλοιπο έργο του δημιουργού, γίνονται συγκρίσεις με άλλα παρόμοια αγγεία που βρέθηκαν σε ανασκαφές στη Μακεδονία και παρατίθενται σχόλια επί της παραγωγής του τοπικού εργαστηρίου.
Μπάρμπαρα Σμιτ-Δούνα, "Οι δωρεές των βασιλέων της Μακεδονίας. Αναθήματα όπλων και μνημεία νίκης", σ. 1047-1056
Από όλα τα είδη δωρεών των μακεδόνων βασιλέων της ελληνιστικής εποχής στις πόλεις και στα ιερά της μητροπολιτικής Ελλάδας και της Μικράς Ασίας γίνεται εδώ ξεχωριστή αναφορά στα αγαπητά στους μακεδόνες βασιλείς αναθήματα όπλων και στα μνημεία νίκης. Αφιερώματα όπλων των εχθρών αλλά και προσωπικών όπλων των βασιλέων, που μπορούσαν να είναι οπλισμός και πανοπλίες μέχρι ολόκληρα πλοία που χρησιμοποιήθηκαν σε νικηφόρες ναυμαχίες. Επίσης λάφυρα πολέμου (τα όπλα των ηττημένων) ως μνημεία νίκης αλλά και μνημεία που στήθηκαν σε βάσεις και αφιερώθηκαν στα ιερά με αφορμή κάποια νίκη. Δεν διαπιστώνεται αν οι βάσεις έφεραν πραγματικά όπλα, λ.χ. τρόπαια, ή εάν επρόκειτο για γλυπτά έργα που δόξασαν τη συγκεκριμένη νίκη. Φαίνεται πως ειδικά οι Μακεδόνες βασιλείς επιθυμούσαν να επιδεικνύουν τις στρατιωτικές τους ικανότητες και επιτυχίες, ενώ οι άλλες δυναστείες απέφευγαν παρόμοιες επιδείξεις στα ελληνικά ιερά.
Κώστας Σουέρεφ, "Το προκασσάνδρειο πόλισμα της Τούμπας Θεσσαλονίκης. Εκτιμήσεις μετά από ένδεκα χρόνια ανασκαφών στην τράπεζα", σ. 1057-1064
Σε συνδυασμό με τα αποτελέσματα των ερευνών σε άλλες γειτονικές θέσεις στο Καραμπουρνάκι, στη σημερινή Θέρμη, στην Πολίχνη, στην Αγχίαλο, οι εκτιμήσεις που διατυπώνονται εδώ επιχειρούν να φωτίσουν μια άγνωστη σε μεγάλο βαθμό περίοδο των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων στην Κεντρική Μακεδονία, ειδικότερα στη Μυγδονία.
Θ. Στεφανίδου-Τιβερίου, "Δίον και Άλος: Δύο νέα κτίσματα της εποχής του Κασσάνδρου", σ. 1065-1074
Οι αναλογίες που παρουσιάζουν οι δύο πόλεις, η μία της Πιερίας, και η άλλη της Αχαΐας Φθιώτιδας, η στρατηγική τους θέση, και η οργάνωσή τους, η δομή τους και οι ρόλοι που κλήθηκαν να διαδραματίσουν στο πλαίσιο της πολιτικής και της στρατηγικής του Μακεδόνα βασιλιά Κάσσανδρου.
Totko Styoanov, "New light on the relations between NE Thrace and Macedonia in the early Hellenistic times", σ. 1075-1089
Ηλίας Κ. Σβέρκος, "Εκρωμαϊσμός και αναφορά της καταγωγής σε επιγραφές μακεδόνων στρατιωτών του ρωμαϊκού στρατού", σ. 1091-1100
Με βάση κυρίως αναθηματικές ή επιτύμβιες επιγραφές στρατιωτών ή αξιωματικών του ρωμαϊκού στρατού που κατάγονταν από τη Μακεδονία, οι οποίες έχουν βρεθεί τόσο στην ίδια τη Μακεδονία όσο και σε άλλες περιοχές της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, εξετάζει αν και κατά πόσο η εκφορά του ονόματος επιτρέπει την εξαγωγή βάσιμων συμπερασμάτων για τον εθνικό αυτοπροσδιορισμό, ακριβέστερα εξετάζει αν η χρήση ρωμαϊκών ονομάτων αποτελεί ένδειξη εκρωμαϊσμού. Από τα λίγα παραδείγματα που αξιοποιούνται συνάγεται το συμπέρασμα πως η χρήση του όρου εκρωμαϊσμός πρέπει να γίνεται με αρκετή επιφύλαξη και πως ούτε ο αυτοπροσδιορισμός με το ρωμαϊκό σύστημα ονοματοθεσίας ούτε η χρήση της λατινικής αποτελούν απολύτως πειστικές ενδείξεις για τον εκρωμαϊσμό. Οι περιπτώσεις βετεράνων που χρησιμοποιούν τη λατινική γλώσσα αλλά με έμφαση δηλώνούν Μακεδόνες στην καταγωγή, χρησιμοποιώντας μάλιστα την ελληνική μορφή και όχι τη λατινική, ή εκείνων που αυτοπροσδιορίζονται με τα ελληνικά τους ονόματα στο εξωτερικό ή με τον ελληνικό τρόπο ονοματοθεσίας στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, επιτρέπουν με ασφάλεια τη διατήρηση αυτής της επιφύλαξης.
Α. Τασιά, "Ελληνιστικές οικιστικές φάσεις στο διοικητήριο", σ. 1101-1113
Από την αρχιτεκτονική δομή του κτηρίου, την ανασκαφική εικόνα, τη μελέτη των ελληνιστικών οικοδομικών φάσεων στην περιοχή και στο συγκεκριμένο τετράγωνο προκύπτει πως ο συγκεκριμένος χώρος αποτέλεσε το διοικητικό κέντρο της ρωμαϊκής πόλης, δίπλα πάντα στο θρησκευτικό κέντρο. Προκύπτει επίσης πως η λειτουργία της περιοχής από τότε ήταν ταυτόσημη με τη σημερινή της λειτουργία, ίδια από τότε που ιδρύθηκε η πόλη, και πως ήδη από τα ελληνιστικά χρόνια το διοικητικό κέντρο βρισκόταν στην περιοχή.
Argyro B. Tataki, "New elements for the society of Beroea", σ. 1115-1125
Από στοιχεία που προκύπτουν από νεότερα επιγραφικά κείμενα, κυρίως από μια επιγραφή που σχετίζεται με το Ασκληπιείο του 240-225 π.Χ. και από άλλη μία του 121-111 π.Χ. αποπειράται συμπληρώσεις στην προσωπογραφία της Βέροιας των ελληνιστικών χρόνων, κυρίως του 3ου αι. π.Χ.
Margarita Tatcheva, "Le mode d' stablissement de la coexistence paisible entre le barbaricum balkanique et les colonies helleniques", σ. 1127-1134
Α.Ι. Θαβώρης, "Ο χαρακτήρας και η χρονολόγηση του λεξιλογίου της ελληνικής διαλέκτου των αρχαίων Μακεδόνων", σ. 1135-1150
Μια συμβολή στη μείωση του αριθμού των ετυμολογικά ακόμη άγνωστων λέξεων της ελληνικής διαλέκτου των αρχαίων Μακεδόνων. Το μακεδονικό λεξιλόγιο παρουσιάζεται ώς εμάς μόνο ως μεμονωμένες λέξεις. Τις λέξεις αυτές άρχισαν να καταγράφουν λεξικογράφοι και γραμματικοί ήδη από την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου και των διαδόχων του, έργο που συνέχισαν άλλοι στους αιώνες που ακολούθησαν, αντιγράφοντας συνήθως οι νεότεροι τους παλαιότερους. Οι μακεδονικές λέξεις διαιρούνται στις ακόλουθες κατηγορίες: 1) Οι αναμφισβήτητα ελληνικές. 2) Μικρή ομάδα λέξεων ιδιωματικών, που προέρχονται από την προφορική παράδοση και παρουσιάζουν ετυμολογικά προβλήματα. Μπορεί να είναι ελληνικές, αλλά η ετυμολογική τους διαφάνεια επισκοτίστηκε ή πιθανόν να ήταν εξαρχής ξενική.
Nikolas Theodossiev, "Late Hellenistic aristocratic burials in the lands of Triballoi: Some evidence on campaigns against the province of Macedonia", σ. 1151-1173
Μια αποτίμηση των ευρημάτων σε τάφους που βρέθηκαν στη Βορειοδυτική Βουλγαρία, με ταφές που ανήκουν στον 3ο-1ο αιώνα π.Χ. με κύριο έθιμο ταφής την αποτέφρωση, αλλά και μια αναθεώρηση αρχαιολογικών ευρημάτων σε μνημεία που χρονολογούνται από τον 5ο-1ο αι. π.Χ. επιτρέπουν καλύτερη χρονολόγηση, ταυτοποίηση με φυλές και ταφικά έθιμα των τοπικών φύλων. Τα ευρήματα, κυρίως όπλα, δείχνουν πως το 2ο-1ο αι. π.Χ. υπάρχει σημαντική στρατιωτική πίεση από τα φύλα αυτής της περιοχής της Βουλγαρίας στη ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας. Επιβεβαιώνουν επίσης πότε ολοκληρώθηκε η ρωμαϊκή κατάκτηση αυτής της περιοχής της αρχαίας Θράκης.
Μιχάλης Τιβέριος, "Κάρες στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου", σ. 1175-1181
Κατά τις ανασκαφές στον αρχαίο οικισμό στο Καραμπουρνάκι ήλθε στο φως ένα ενδιαφέρον όσο και ασυνήθιστο για τον ελληνικό χώρο εύρημα: Στα όστρακα ιωνίζοντος κλειστού αγγείου, πιθανότατα αμφορέα, βρέθηκαν χαρακτά γράμματα καρικών επιγραφών, τα οποία χρονολογούνται, αγγείο και συνευρήματα, στον 6ο ή το αργότερο στον 5ο αι. π.Χ. Ανιχνεύει την παρουσία Κάρων στην Ελλάδα και τη Μακεδονία, τις εμπορικές και άλλες σχέσεις και επαφές, για να καταλήξει πως είναι αρκετά πιθανό τους Κάρες του Θερμαϊκού να τους οδήγησαν εδώ Ίωνες συντοπίτες τους, οι οποίοι από τα τέλη ήδη του 8ου αι. π.Χ. είχαν έντονη παρουσία σε αυτά τα μέρη. Ίωνες και Κάρες πολλές φορές διέσχισαν μαζί το Αιγαίο μετέχοντας σε κοινές δραστηριότητες. Είναι γνωστές οι επιδόσεις των Ιώνων στο θαλάσσιο εμπόριο ενώ και οι Κάρες, εκτός από ονομαστοί στρατιώτες, ήταν και περίφημοι στα έργα της θάλασσας, στα οποία συχνά ως πειρατές είχαν μακρόχρονη παράδοση.
R.A. Tomlinson, "The tomb of Philip and the tomb of Alexander: Contrasts and consequences", σ. 1183-1187
Σχόλια για τις παραδόσεις και τις ταφικές συνήθειες που σηματοδοτούν, εντάσσονται, εγκαινιάζουν οι δύο τάφοι/ταφές του Φίλιππου Β' και του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο τάφος του πρώτου ήταν σε τούμπα, συνεχίζοντας μια παράδοση στην περιοχή που αφορούσε την ταφή βασιλέων ή άλλων σημαντικών προσώπων, πιθανότατα σε μνημειακό σύμπλεγμα εντός της πόλης ο τάφος του δεύτερου, δηλώνοντας τη σταδιακή μετάβαση σε τρόπους ταφής και στους μνημειακούς τάφους της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής εποχής.
Γεώργιος Αθ. Τουρλίδης, "Ο Οράτιος και η μάχη των Φιλίππων", σ. 1189-1195
Σκοπός της μελέτης δεν είναι η αναψηλάφηση της μάχης των Φιλίππων, του 42 π.Χ., αλλά η κατάδειξη δύο αξιών, της θείας δικαιοσύνης και της αιδήμονος μνημοσύνης. Την πρώτη αξία εκφράζει το κράτος, η πολιτική και στρατιωτική του δεοντολογία, την άλλη επιβάλλουν η παιδεία, η φιλολογική και λογοτεχνική ιδεολογία. Η πολιτεία και η έννομη τάξη εκφράζονται μέσω της συμβατικής νομοθεσίας. Η λογοτεχνία καταξιώνεται με την αυτονομία του πνεύματος και την ελευθερία του λόγου. Κατά τη μάχη των Φιλίππων και οι δύο πλευρές επικαλέστηκαν το δίκαιο, στο όνομα του οποίου ήλθε αιματηρή και ανδροκτόνος σύγκρουση. Ο ποιητής Οράτιος, ο οποίος μετείχε στη μάχη, μνημονεύει τη μάχη των Φιλίππων όχι γιατί σε αυτήν ανδραγάθησε, αλλά γιατί εκ της περίστασης μήδισε, πράξη όχι καταδικαστέα αλλά αποδεκτή ως εγνωσμένη αδυναμία αντίστασης στη βία, στο φόνο και στον παραλογισμό. Ντρέπεται στην ανάμνηση του γεγονότος, εντούτοις επιθυμεί να θυμάται το γεγονός, την εμφύλια αιματοχυσία, για να αποτρέψει τυχόν επανάληψή της στο μέλλον.
Ελένη Τρακοσοπούλου-Σαλακίδου, "Από την επείσακτη κεραμική της αρχαϊκής Ακάνθου", σ. 1199-1217
Συμβολή στην πολιτιστική και όχι μόνο ιστορία της Ακάνθου, μίας από τις σημαντικότερες πόλεις του βορειοελλαδικού χώρου. Από την ανασκαφή του εκτεταμένου νεκροταφείου των αποίκων που καλύπτει την παράλια ζώνη του σύγχρονου οικισμού της Ιερισσού, κατά την οποία ως το 1996 είχαν ανασκαφεί περισσότεροι από 9.000 τάφοι, ήλθαν στο φως κατά κύριο λόγο κεραμικά ευρήματα, εκ των οποίων σημαντικός αριθμός προέρχεται από διάφορα παραγωγικά κέντρα του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Εδώ εμφανίζονται χαρακτηριστικά ευρήματα της αρχαϊκής αγγειογραφίας και σκιαγραφούνται σε γενικές γραμμές προϊόντα εργαστηρίων της Ανατολικής Ελλάδας, των Κυκλάδων, της Κορίνθου, της Αθήνας, καθώς και του βοιωτικού και λακωνικού κεραμικού.
Bruno Tripodi, "Il banchetto di nozze del Macedone Karanos (Athen., 4, 128a-130d). Consiterazioni preliminari", σ. 1219-1226
L. Tritle, "Leocrates: Athenian businessman and Macedonian agent?", σ. 1227-1233
Μετά τη μάχη στη Χαιρώνεια, το 338 π.Χ., ο πανικός και ο φόβος για πιθανή εισβολή, σφαγή και καταστροφή της πόλης τους οδήγησε πολλούς Αθηναίους να αναζητήσουν αλλού καταφύγιο. Περίπου το 330 π.Χ. ο αθηναίος επιχειρηματίας Λεοκράτης, ο οποίος είχε εγκαταλείψει τότε την πόλη για τη Ρόδο, επιστρέφει στην Αθήνα, όπου όμως τον περίμενε δίωξη για προδοτική εγκατάλειψη της πόλης εν καιρώ κινδύνου, κατηγορία για την οποία τελικά απαλλάχθηκε. Η δίωξή του όμως είχε ως αληθινό κίνητρο όχι την κατηγορία που του αποδόθηκε, ούτε έγινε από τον υπέρμετρο πατριωτισμό/φιλοπατρία του κατηγόρου, αλλά επειδή υπήρχαν βάσιμες υποψίες πως υπήρξε φίλος, αν όχι πράκτορας των Μακεδόνων.
Ελισσάβετ-Μπεττίνα Τσιγαρίδα, "Στοιχεία για τη λατρεία τη Ήλιου στην ουρανιδών πόλιν", σ. 1235-1246
Κατά την έρευνα στα ΝΔ του σύγχρονου οικισμού των Νέων Ρόδων αποκαλύφθηκε ιερό με διάρκεια ζωής από την όψιμη αρχαϊκή έως την ελληνιστική περίοδο, ιερό το οποίο συνδέεται και με τις δύο αρχαίες πόλεις, την αποικία των Ανδρίων Σάνη, του 7ου αι. π.Χ., και την Ουρανούπολη, που ίδρυσε το 315 π.Χ. ο αδελφός του βασιλιά της Μακεδονίας Κάσσανδρου, Αλέξαρχος. Ενώ το ιερό ιδρύθηκε καταρχάς από τους κατοίκους της Σάνης εκτός των τειχών της πόλης τους, αργότερα αυτό ενσωματώθηκε μέσα στα τείχη της Ουρανούπολης. Παρατίθενται και σχολιάζονται στοιχεία που συνηγορούν για τη λατρεία του θεού Ήλιου στο ιερό αυτό.
Μαρία Τσιμπίδου-Αυλωνίτη, "Η ζωφόρος του νέου μακεδονικού τάφου στον Άγ. Αθανάσιο Θεσσαλονίκης. Εικονογραφικά ζητήματα", σ. 1247-1250
Η στενή ζωφόρος πάνω από το θυραίο άνοιγμα του μικρού μακεδονικού τάφου που ανακαλύφθηκε το 1994 στον Άγιο Αθανάσιο, κατάκοσμου από τοιχογραφίες, φέρει σκηνή συμποσίου, γνωστή και οικεία από πάμπολλες φιλολογικές πηγές και ανάλογες παραστάσεις, πρώτη φορά όμως τόσο ζωντανή. Η παράσταση επί αιώνες ήταν από τα πιο δημοφιλή θέματα της εικονογραφίας, κεραμικής ή αγγειογραφίας ή τοιχογραφίας, εδώ όμως είναι η πρώτη φορά που περιλαμβάνεται στο διάκοσμο ταφικών μνημείων στην κυρίως Ελλάδα. Είναι ένα συμπόσιο στη Μακεδονία, αυστηρά ανδρικό, στο οποίο η πομπή των ιππέων και η έντονη παρουσία όπλων βυθίζεται στις ρίζες των αριστοκρατικών κοινωνιών, στις οποίες τα δύο αυτά στοιχεία αντανακλούν αντίστοιχα ιδεώδη. Το βαθύτερο περιεχόμενο του θέματος, αν πρόκειται για απλό στιγμιότυπο της ζωής του νεκρού ή αν εμπεριέχει αλληγορική σημασία και κρυμμένους συμβολισμούς, είναι άλλο ζήτημα, το οποίο χρειάζεται να ερμηνευτεί σε συνδυασμό με το υπόλοιπο εικονογραφικό πρόγραμμα του μνημείου του 4ου αι. π.Χ. Πρόκειται για μια πρώτη προσέγγιση της πολυσήμαντης παράστασης που φέρει σπόρους της παλιάς ανατολικής επίδρασης αλλά και των σχέσεων με τη νότια και τη Μεγάλη Ελλάδα.
Γεώργιος Π. Τσότσος, "Γεφύρια της ρωμαϊκής περιόδου στη Μακεδονία", σ. 1261-1275
Αξιοποιώντας τις ενδείξεις χρονολόγησης που προκύπτουν από κριτήρια μορφολογικά, δομής και κατασκευής, η μελέτη θέτει ζητήματα χρονολόγησης εντός της ρωμαϊκής περιόδου για γεφύρια (πολλά από τα οποία σώζονται μόνο ως ερείπια ή ως τα ίχνη των βάθρων των τόξων τους) στη Βασιλειάδα Καστοριάς, στο Ελευθεροχώρι Γρεβενών, στους Πύργους Εορδαίας, κοντά στο χωριό Άλωρος στον ποταμό Μογλενίτσα στην Αλμωπία, κοντά στο Κλειδί της Ημαθίας επί της παλιάς κοίτης του Λουδία, στα Σεβαστιανά πάνω στον αρχαίο δρόμο Βέροια - Μίεζα - Σκύδρα - Έδεσσα, στο χωριό Ριζάρι, στην Καλή, στο Σανδάλι, στην Καλλίπολη, κι ακόμη το χωριό Καβαλάρι του Λαγκαδά, στο νομό Σερρών κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό Χρυσού, έξω από το χωριό Συκιά Σερρών, επί του Αγγίτη ποταμού στο σταθμό Άγγιστας, και ακόμη στο νομό Δράμας όπου αναφέρονται τρία γεφύρια, στη Μουσθένη Καβάλας αλλά και (υπόλειμμα γεφυριού) στα όρια Πυλαίας - Κάτω Τούμπας Θεσσαλονίκης. Εκτός από τα γεφύρια στην παλιά κοίτη του Λουδία και στην Άνω Συμβολή που είναι οπωσδήποτε ρωμαϊκής περιόδου και εκτός από τα γεφύρια στους Πύργους Εορδαίας, στον Άλωρο και στο σταθμό Άγγιστας, καθώς και το μη σωζόμενο στα Σεβαστιανά Πέλλας, τα οποία μετά βεβαιότητας είναι μεταγενέστερα, για τα υπόλοιπα γεφύρια προκύπτουν ενδείξεις και αντενδείξεις για τη χρονολόγησή τους στη ρωμαϊκή περίοδο.
Briggs L. Twyman, "Cotta's war against Philip V", σ. 1277-1284
Λεπτομέρειες και ζητήματα χρονολόγησης ενός σημαντικού ιδιωτικού πολέμου που ανέλαβε ο Μάρκος Αυρήλιος Κόττα εναντίον συμμάχων ή του ίδιου του Φιλίππου Ε' στο δυτικό σύνορο της Μακεδονίας περίπου το 202-201 π.Χ.
Γ. Τζιφόπουλος, "Φιλωνίδης Ζωΐτου Κρης Χερσονάσιος ημεροδρόμος Αλεξάνδρου: Προβλήματα ερμηνείας των επιγραφικών και άλλων μαρτυριών", σ. 1285-1294
Ο Φιλωνίδης ήταν γιος του Ζωίτου από τη Χερσόνησο της Κρήτης, βηματιστής της Ασίας και ημεροδρόμος του Αλέξανδρου. Οι βηματιστές και οι ημεροδρόμοι ήταν ύψιστης σπουδαιότητας για τις επικοινωνίες άτομα, κυρίως κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων, πιθανοί πρόδρομοι του σημερινού σώματος των Διαβιβάσεων και της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, με ειδικότητα στο σχεδιασμό και τη χωροθέτηση οδικών δικτύων. Η μελέτη επανεξετάζει εν συντομία τις αρχαίες μαρτυρίες για τον Φιλωνίδη και τη σημασιολογική διαφοροποίηση των όρων βηματιστής και ημεροδρόμος. Προτείνει, λόγω και της καταγωγής του Φιλωνίδη, το συσχετισμό μεταξύ δρομέων από την Κρήτη και ημεροδρόμων, οι οποίοι αξιοποιήθηκαν κατά τον καλύτερο τρόπο πρώτα από τους Πέρσες και μετά από τον Αλέξανδρο.
Rastko Vasic, "Sindos and Trebenishte", σ. 1295-1302
Σύγκριση των ευρημάτων στις μεγάλες νεκροπόλεις της Σίνδου και της Trebenishte (κοντά στη λίμνη Οχρίδα), προκειμένου να λυθούν προβλήματα χρονολόγησης, να αποκαλυφθούν οι σχέσεις, οι δεσμοί και η αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο αρχαίων πόλεων κατά την εποχή του σιδήρου στα κεντρικά Βαλκάνια.
Αγνή Βασιλικοπούλου, "Ο Μέγας Αλέξανδρος των Βυζαντινών: Οι βυζαντινοί επίγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου", σ. 1303-1315
Παρότι το Βυζάντιο αυτοαποκαλείται μέχρι τέλους η Ρωμαίων αρχή, το Ρωμαίον κράτος, τα Ρωμαίων πράγματα κτλ., διεκδικώντας επίμονα τη συνέχεια της Romanitasαπό Δυτικούς και Ανατολικούς, ήρωας-πρότυπο του βυζαντινού κόσμου δεν ήταν ένας ρωμαίος αυτοκράτορας αλλά ο βασιλεύς των Μακεδόνων Αλέξανδρος, που δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την πολιτιστική σύνθεση του ελληνισμού με την Ανατολή. Κανένα άλλο ιστορικό πρόσωπο δεν προβλήθηκε με τόσο θαυμασμό και συμπάθεια στα γραπτά μνημεία των βυζαντινών χρόνων, λόγια και δημώδη. Η μελέτη εξετάζει αναφορές στον Αλέξανδρο σε κείμενα που ανήκουν σχεδόν σε όλα τα βυζαντινά λογοτεχνικά είδη.
Γ. Βελένης, "Επιγραφές από την αρχαία αγορά της Θεσσαλονίκης", σ. 1318-1327
Από τις ανασκαφές στην αρχαία αγορά της Θεσσαλονίκης και την αποκάλυψη κατά τις σωστικές εργασίες του δαπέδου της ορχήστρας του ωδείου διαπιστώθηκε πως οι μεγάλες λεπτές μαρμάρινες πλάκες που κάλυπταν την ορχήστρα βρέθηκαν εκεί σε δεύτερη χρήση και ότι η καταγής τοποθετημένη όψη τους ήταν κατάγραφη. Τα κείμενα ήταν προσκλήσεις σε οικουμενικούς αγώνες που διεξάγονταν σε μεγάλους χώρους θεαμάτων. Στην περίπτωση των συγκεκριμένων επιγραφών της Θεσσαλονίκης οι αγώνες αυτοί φιλοξενήθηκαν σε θέατρο-στάδιο που έμελλε να εντοπιστεί αργότερα κοντά στο ανάκτορο του Γαλέριου. Από γραπτές μαρτυρίες είναι γνωστό πως οι πλάκες αυτές τοποθετούνταν εν είδει επίσημων ανακοινώσεων στις αρχαίες αγορές. Από τα κείμενά τους, που χρονολογούνται μεταξύ 252-260 μ.Χ. περίπου, εξάγονται σημαντικά συμπεράσματα για την ιστορία της Θεσσαλονίκης και γενικότερα της Μακεδονίας, καθώς και ειδικότερα για θρησκευτικά αξιώματα, το ρόλο γυναικών και ανδρών αρχιερέων, τον θεό προστάτη της Θεσσαλονίκης και τη λατρεία του στην πόλη κτλ.
Εμμανουήλ Βουτυράς, "Η λατρεία της Αφροδίτης στην περιοχή του Θερμαίου κόλπου", σ. 1329-1343
Είναι σχετικά λίγες και όψιμες οι αρχαίες μαρτυρίες, ειδικότερα οι επιγραφικές και γραπτές, που αναφέρονται στη λατρεία τα Αφροδίτης στη Θεσσαλονίκη και στην ευρύτερη περιοχή του Θερμαίου κόλπου. Το γεγονός ξενίζει αν αναλογιστεί κανείς πόσο σημαντικός ήταν ο ρόλος της Αφροδίτης στη θρησκευτική ζωή των αρχαίων όχι μόνο ως θεάς του έρωτα αλλά και με πολλές άλλες ιδιότητές της. Από τις συνολικά τέσσερις επιγραφές από τη Θεσσαλονίκη που αναφέρονται στη θεά οι τρεις σχετίζονται με διαφορετικές ιδιότητες της θεάς. Προσπαθεί να απαντήσει με βάση της λιγοστές διαθέσιμες μαρτυρίες, αν η λατρεία της Αφροδίτης είχε βαθιές ρίζες στη Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή του Θερμαίου κόλπου. Προσπαθεί να προσδιορίσει ποιος από τους ναούς που αναφέρονται στις πηγές ή απ' εκείνους των οποίων βρέθηκαν κατάλοιπα κατά τις ανασκαφές μπορεί με ασφάλεια να αποδοθεί στην Αφροδίτη και τη λατρεία της.
Nancy C. Wilkie, "Some aspects of the prehistoric occupation of Grevena", σ. 1345-1357
Κατά την υλοποίηση του προγράμματος επιφανειακής έρευνας στο νομό Γρεβενών (1987-1990) εξετάστηκαν 400 αρχαιολογικές θέσεις από την Πρώιμη Νεολιθική εποχή μέχρι το Β' ΠΠ. Σε 318 τα ευρήματα και τα υπολείμματα που βρέθηκαν (αρχιτεκτονικής, κεραμικής, άλλα τεχνουργήματα) επιτρέπουν τη συναγωγή κάποιων συμπερασμάτων, καταρχήν σε ό,τι αφορά τις αλλαγές στα μοτίβα εγκατάστασης και κατοίκησης στο νομό Γρεβενών από την προϊστορική εποχή μέχρι τους νεότερους χρόνους. Μεταξύ της Πρώιμης Νεολιθικής εποχής και αυτής που μπορεί να θεωρηθεί ως Ύστερη Εποχή του Χαλκού παρουσιάζονται μεγάλες ανομοιότητες στην αξιοποίηση και τη χρήση του χώρου και του τοπίου.
James Wiseman, "Deus Caesar and other gods at Stobi", σ. 1359-1370
Σχόλια επί τριών επιγραφών που χαρίζουν στους Stobi μια μοναδικότητα σε σχέση με τις υπόλοιπες πόλεις της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, την επαναλαμβανόμενη χρήση στις επιγραφές της λατινικής λέξης deusστις περιπτώσεις που γίνεται λόγος για τον αυτοκράτορα. Εξετάζονται τα συγκεκριμένα επιγραφικά δεδομένα, γίνεται απόπειρά χρονολόγησής τους και ταύτισης του αυτοκράτορα στον οποίο αναφέρονται. Αξιοποιούνται άλλα συμφραζόμενα για τίτλους και χαρακτηρισμούς αυτοκρατόρων, για να καταλήξει πως η απόδοση θείων χαρακτηρισμών στους αυτοκράτορες επί μακρά χρονική περίοδο (χαρακτηρισμούς που άλλοι αυτοκράτορες απέρριπταν και άλλοι με προθυμία και ευχαρίστηση υιοθετούσαν) απηχεί την αντίληψη της Ανατολής για την αυτοκρατορική θεότητα.
Ι.Κ. Ξυδόπουλος, "Ο θεσμός της πατρωνείας στη Μακεδονία", σ. 1371-1379
Για την απόδοση σε ρωμαίους αξιωματούχους τιμητικών τίτλων στις μακεδονικές πόλεις, όπως πάτρων, ευεργέτης, κτίστης, σωτήρ. Εξετάζει ποια ήταν η σχέση των ρωμαίων πατρώνων (εξυπακούεται πως ήταν αξιωματούχοι, όπως αβίαστα προκύπτει ως συμπέρασμα) με τις ελληνικές πόλεις, ποιο με άλλα λόγια ήταν το έρεισμα της απόδοσης και της αποδοχής του τίτλου.
Michael Zahrnt, "Alexander der Grosse und der lykische Hirt. Bemerkungen zur Propaganda wahrend des rachekrieges (334-330 v. Chr.)", σ. 1381-1387.
Fausto Zevi, "Αλέξανδρος και Ρώμη. Η σημασία ενός εικονογραφικού θέματος", σ. 1389-1397
Η εκστρατεία του Αλέξανδρου στην Ασία, ο απόηχος των επιτευγμάτων του στην Ιταλία και οι φόβοι που προκαλούσαν στη Ρώμη και τους κατοίκους της, όπως απεικονίζονται στην κεραμεική της περιοχής, ο θάνατός του και η λύτρωση που ήλθε για τη Ρώμη αλλά και τη Δύση από τους φόβους της ότι μπορούσε ίσως ο Αλέξανδρος μετά τις επιτυχίες του στην Ανατολή να στραφεί και προς τα εκεί, για να υποτάξει την ανερχόμενη δύναμη της Ρώμης, ο τρόπος που τέτοιες εξελίξεις καθόρισαν την ιστορική μοίρα της Ρώμης και τη μελλοντική της πορεία.
Τελευταία ενημέρωση: 03/04/2009 10:29
