Βιβλιογραφία για τη Μακεδονία Βιβλιογραφία για τη Μακεδονία

Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων, Γλωσσική ετερότητα στην Ελλάδα: Οι γλώσσες της μειονότητας της Δυτικής Θράκης (τούρκικα-πομάκικα), τα βλάχικα, οι σλαβικές διάλεκτοι της Μακεδονίας, τα αρβανίτιτκα, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2001

Ξεκινώντας καταρχάς από τη βασική αρχή, ότι η ύπαρξη μιας γλώσσας είναι ένα αντικειμενικό γεγονός που σχετίζεται με τις επικοινωνιακές ανάγκες κάποιων ανθρώπων, ενώ η ύπαρξη μιας μειονότητας είναι δεδομένο που κατεξοχήν έχει να κάνει με τη βούληση των ανθρώπων να ανήκουν ή να μην ανήκουν σε αυτήν, και ότι στην Ελλάδα, πέραν της επίσημης και κυρίαρχης ελληνικής, μιλιούνται και άλλες γλώσσες και, κατά δεύτερον, ότι η Ελλάδα δεν έχει πλέον τίποτε να φοβηθεί με το να προκρίνει την έρευνα για τη γλωσσική ετερότητα που εκδηλώνεται στην επικράτειά της και να την προστατέψει από τον αφανισμό στο βαθμό που αυτό είναι επιθυμητό από τους ίδιους τους φορείς της κάθε γλώσσας, το Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων υλοποίησε το πρόγραμμα "Γλώσσα και διαφορά", με συγχρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το 1998. Ο τόμος αποτελεί το τελικό προϊόν του προγράμματος. Στο πλαίσιο του προγράμματος ίσως για πρώτη φορά οι λιγότερο διαδεδομένες γλώσσες που ομιλούνται στην Ελλάδα πέρα από κάθε πολιτικό συμφραζόμενό τους, καταστάθηκαν αντικείμενο διεπιστημονικής έρευνας, στη διάρκεια τεσσάρων διημερίδων, που διοργανώθηκαν σε όλη τη διάρκεια του 1998 στην Κομοτηνή (για τις μειονοτικές γλώσσες της Θράκης), στη Λάρισα (για τη βλάχικη), στην Αθήνα (για τα αρβανίτικα), στην Αθήνα (για τις σλαβικές διαλέκτους της Μακεδονίας), με τη συμμετοχή επιστημόνων που έχουν συνεισφέρει έργο για τη μελέτη της εκάστοτε γλώσσας, καθώς και ομιλητών της, οι οποίοι μέσα από την κοινωνική ή επαγγελματική θέση τους εκφράζουν των παλμό και τη στάση των φορέων/ομιλητών κάθε γλώσσας απέναντι στο γλωσσικό τους εργαλείο.

Η διάρθρωση των θεματικών κατά τη συζήτηση στις διημερίδες έγινε σε ενότητες: Γεωγραφικά, δημογραφικά και ιστορικά στοιχεία (παλιές και νέες εγκαταστάσεις, δημογραφική κατάσταση, ιστορικά στοιχεία για τη χρήση της γλώσσας, στάση των διοικητικών και κυβερνητικών αρχών έναντι των γλωσσών μετά τον πόλεμο). Κατάσταση και χρήση της γλώσσας (πεδία χρήσης της γλώσσας -οικογένειας, κοινωνικές συναναστροφές, επάγγελμα κτλ.-, γνώση της γλώσσας -γλωσσική επάρκεια των ομιλητών, εκμάθηση, κωδικοποίηση-, πηγές της γλώσσας -κείμενα και προφορική παράδοση). Η στάση των ομιλητών (διγλωσσία, η σχέση με την επίσημη γλώσσα, προοπτικές και προβλήματα γλωσσικής συνέχειας). Καταληκτικές παρατηρήσεις / συμπεράσματα.

Για τις γλώσσες της μειονότητας της Δυτικής Θράκης

Η μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης είναι η μόνη πληθυσμιακή ομάδα η ετερότητα της οποίας αναγνωρίζεται θεσμικά, ρητώς σε ό,τι αφορά το θρήσκευμα, εμμέσως σε ό,τι αφορά τη γλώσσα και την εκπαίδευση. Δύο τα γλωσσικά της εργαλεία, η τουρκική και η πομακική. Η τουρκοφωνία στη μειονότητα της Θράκης ελάχιστες ευδιάκριτες απώλειες γεωγραφικής εξάπλωσης έχει υποστεί, παρ' όλη τη μετανάστευση στον 20ό αιώνα, εκτός από τα κομμάτια του Έβρου που ο πληθυσμός τους ανταλλάχθηκε και τα κομμάτια του κάμπου της Ξάνθης που ο πληθυσμός τους μετανάστευσε ομαδικά στην Τουρκία τη δεκαετία του 1960. Γενικώς η ελληνική βιβλιογραφία για τη μουσουλμανική κοινότητα και παρουσία στη Δυτική Θράκη είναι περιορισμένη, με εξαίρεση τη δεκαετία το 1990, οπότε η σχετική βιβλιοπαραγωγή εκτινάχθηκε, έκφραση της απαίτησης για λιγότερο καχύποπτη στάση της ελληνικής πολιτείας και κοινωνίας, για ισονομία και ισοπολιτεία. Διατυπώνονται σχόλια επί της βιβλιοπαραγωγής, σε συνδυασμό με τη γενικότερη στάση της ελληνικής πολιτείας και κοινωνίας έναντι της μειονότητας, και την αποδοχή της. Διαπιστώνεται πως η τουρκική βιβλιογραφία για τη μειονότητα στη Δυτική Θράκη επίσης αδιαφόρησε γι' αυτήν και την άφησε έξω από την τουρκική εθνική ιστορία. Καταγράφονται οι τάσεις της ελληνικής βιβλιοπαραγωγής και οι πιθανές σκοπιμότητες που εξυπηρετούνταν, η τριχοτόμηση της μειονότητας σε Αθίγγανους, Πομάκους, τουρκογενείς, και η σκοπιμότητά της, οι έρευνες και οι απόψεις για τη σύστασή τους και τη γλώσσα τους, η σχέση των εννοιών του έλληνα πολίτη και του εθνικά και πολιτιστικά τούρκου (ταυτότητα). Συζητείται επίσης η συμπερίληψη μεοινοτικών ζητημάτων στο πλαίσιο της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης. Στη διημερίδα στην Κομοτηνή συζητήθηκαν ακόμη διάφορα θέματα, από την ιστορία των μεταναστευτικών κινήσεων, νεότερων και παλαιότερων, τη στάση (χρήση) των παιδιών και των ενηλίκων έναντι των γλωσσικών κωδίκων της μειονότητας, μέχρι τα χαρακτηριστικά της τουρκικής και τις απόπειρες κωδικοποίησης της πομακικής. Δεν παραλείφθηκαν γενικότερα ζητήματα πολιτικής.

Για τα βλάχικα

Καίτοι κεφαλαιώδους σημασίας για την Ελλάδα το βλάχικο στοιχείο, η γλώσσα του όμως και η κοινότητα δεν είναι τόσο γνωστή στο ευρύ κοινό, ίσως επειδή οι ίδιοι οι Βλάχοι δεν θέλησαν να εκδηλωθούν ως αυτόνομη εθνοτική παρουσία στα Βαλκάνια. Τα διαφοροποιά στοιχεία που καθορίζουν τη βλάχικη ταυτότητα είναι η λατινογενής γλώσσα, ο ημινομαδικός ποιμενικός τρόπος ζωής παλαιότερα σε συνδυασμό με την ενασχόλησή της με το εμπόριο και η πρώιμη ένταξή τους στης αστικές κοινωνίες των βαλκανικών χωρών. Εντοπίζονται στις πηγές ήδη από το 10ο μ.Χ. αιώνα. Υπήρξε γενικό βιβλιογραφικό ενδιαφέρον για την ιστορική προέλευση των Βλάχων, που υπήρξε για χρόνια το μοναδικό αντικείμενο της βιβλιοπαραγωγής, ενώ η γλώσσα θεωρήθηκε δευτερεύον προφορικό ιδίωμα, μία από τις τέσσερις λατινογενείς γλώσσες των Βαλκανίων. Η μεγάλη σε όγκο βιβλιογραφία για την ανασύσταση της εθνικής τους ιστορίας ελάχιστη επιστημονική αξία είχε. Ως αποτέλεσμα του πραγματικού κενού γνώσης ελάχιστα ήταν γνωστά για την πραγματική παρουσία των Βλάχων και την γλώσσα τους. Με δεδομένο ότι ουδέποτε στην ιστορία οι Βλάχοι συγκρότησαν έθνος, ούτε διεκδίκησαν αυτόνομη πολιτική παρουσία με τρόπο μαζικό, παρεκτός σε μία περίπτωση, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ενώ μέχρι πριν από το Β' Παγκόσμιο πόλεμο λειτουργούσαν και ρουμανικά σχολεία που δίδασκαν τη ρουμανική γλώσσα σε βλαχόφωνους (στο πλαίσιο της ρουμανικής προπαγάνδας), διαμορφώνεται ένα πεδίο εύκολης πολιτικής εκμετάλλευσης. Το γεγονός επιτρέπει έναν επαναπροσδιορισμό του θέματος με τους Βλάχους: με ποιον τρόπο μπορεί κάποια κοινότητα ομιλητών μιας γλώσσας, η οποία διαφέρει από τη γλώσσα που διδάσκεται στα σχολεία και διαδίδεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, να διατυπώσει την αξίωση ενασχόλησης ή σεβασμού της γλωσσικής ιδιαιτερότητάς της, στο μέτρο που και εφόσον θέλει, χωρίς να εμπλακεί σε αιτήματα που δικαίως ή αδίκως έχουν ιστορικά συνδεθεί με εθνικές διεκδικήσεις. Ο χώρος των βλάχικων σπουδών είναι ελάχιστα αναπτυγμένος τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, ελάχιστοι είναι οι σύγχρονοι μελετητές της βλαχικής γλώσσας, αν και περισσότεροι έχουν ασχοληθεί με την ιστορία τους παρουσία (ιστορικοί, ανθρωπολόγοι, κοινωνιολόγοι κ.ά.). Η έρευνα για τη βλάχικη γλώσσα όπως μιλιέται σήμερα δεν είναι ιδιαίτερα προχωρημένη και μικρός είναι ο αριθμός των σχετικών μελετών. Δεν γνωρίζουμε λ.χ. αρκετά στοιχεία για τα βλάχικα ιδιώματα και τις σχέσεις τους μεταξύ τους. Δεν υπάρχει μελέτη κοινωνιογλωσσικού περιεχομένου για τα πεδία χρήσης της βλάχικης γλώσσας ή τη στάση των ομιλητών της έναντι της γλώσσας τους. Στις μέρες μας οι δυτικοευρωπαίοι γλωσσολόγοι ασχολούνται πολύ λιγότερο με τη βλάχικη γλώσσα από ό,τι ως τα μέσα του αιώνα. Οι μελετητές της στις μέρες μας, και αυτό αποτελεί σημαντική και διαφοροποιό ιδιαιτερότητα της βλάχικης σε σχέση με τις άλλες ολίγο διαδεδομένες γλώσσες στην Ελλάδα, δεν βασίζονται στη σχολαστική μελέτη και την επιτόπια έρευνα στο πλαίσιο κάποιος γλωσσικής κοινότητας, αλλά στο σύνολό τους (με μία εξαίρεση) περιγράφουν το ιδίωμα που αποτελεί τη μητρική τους γλώσσα.

Από τα συμπεράσματα που προέκυψαν ήταν ότι η βλάχικη σήμερα στην Ελλάδα είναι μόνο γλώσσα της προφορικής παράδοσης και υπό εξαφάνιση γλώσσα. Επίσης ότι το ζήτημα της επιβίωσής της συνδέεται στενά με τη στάση των αρχών απέναντί της αλλά ακόμη περισσότερο με τη στάση των ομιλητών της. Πιθανότατα μια προσπάθεια καταγραφής και διατήρησης της βλάχικης θα μπορούσε να παρατείνει για αρκετό καιρό ακόμη τη χρήση της. Καθοριστική πρόκειται να αποβεί για τη διατήρησή της η στάση των ομιλητών της απέναντι στη βλάχικη, καθόσον πολλοί ομιλητές προς το παρόν έχουν αρνητική τοποθέτηση και πιστεύουν πως η γλώσσα τους είναι υποδεέστερη και ακατάλληλη για σύνθετες μορφές επικοινωνίας. Πιθανότατα ακόμη η καθιέρωση των βλάχικων σπουδών ως γνωστικού αντικειμένου ή ως μαθήματος σε πανεπιστημιακό επίπεδο και η ενδεχόμενη σύσταση φορέα για τις βλάχικες σπουδές ίσως συνέβαλλαν ως το μόνο ρεαλιστικό πλαίσιο έρευνας για τη βλάχικη γλώσσα και πολιτισμική ιδιαιτερότητα σήμερα στην Ελλάδα.

Για τις σλαβικές διαλέκτους της Μακεδονίας

Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικές έρευνες για τη σλαβοφωνία στη χώρα μας, ειδικά από ιστορικούς και κοινωνιολόγους-ανθρωπολόγους. Τρία τα επίπεδα της συζήτησης: α) Η παράθεση στοιχείων στατιστικών, γεωγραφικών, γλωσσολογικών, κοινωνιολογικών, νομικών. β) Ιδεολογικού χαρακτήρα - συναισθηματική φόρτιση. γ) Η μαρτυρία, με παρεμβάσεις ανθρώπων με καταγωγή από σλαβόφωνα χωριά, αλλά και επιστημόνων που διεξήγαγαν εκεί επιτόπια έρευνα και διηγούνται περιστατικά και βιώματα.

α) Παράθεση επιστημονικών πορισμάτων: για την έκταση της σλαβοφωνίας στην Ελλάδα σήμερα, για τη γεωγραφική κατανομή και τις ιστορικές εξελίξεις που οδήγησαν σε αυτή, για την πνευματική ζωή και εκπαίδευση των σλαβοφώνων ως οικονομικών μεταναστών στην Αυστραλία και αλλού, για το πέρασμα από τη μονογλωσσία στη διγλωσσία, για τα αίτια που συνέβη αυτό, για τον ορισμό και τη διάκριση των ιδιωμάτων.

β) Της ιδεολογίας: σε δύο ενότητες i) η χρήση των όρων και τη σημασία της και ii) το ιδεολογικό νόημα, οι συναισθηματικές και πολιτικές προεκτάσεις της χρήσης ή μη χρήσης μιας μειονοτικής γλώσσας παράλληλα με την επίσημη. Δεν έλειψαν η ανάλυση της εκάστοτε προσέγγισης της ετερογλωσσίας, όπως υπαγορευόταν από τις τοποθετήσεις και τις φορτίσεις κάθε εποχής, ούτε η έκφραση σαφών πολιτικών διεκδικήσεων έναντι της πολιτείας για νομική προστασία και κατοχύρωση της γλωσσικής ετερότητας.

γ) Μαρτυρία: μνήμες από το χωριό, τη ζωή στο σπίτι, την επώδυνη εμπειρία της κρατικής καταστολής, κατάθεση αναμνήσεων και εμπειριών από την πλευρά του γνώστη μιας άλλης μητρικής γλώσσας, άλλης από την επίσημη του κράτους.

Για τα αρβανίτικα

Η αρβανίτικη γλώσσα έχει υποστεί διαχρονικά αυτό που οι γλωσσολόγοι ονομάζουν αποσιώπηση, που αποτελεί έναν ισχυρό μηχανισμό που καθιστά τις κοινωνιογλωσσικές ομάδες, τις γλωσσικές ποικιλίες φαινόμενα αόρατα, υπό την επίδραση της ελληνικής δημόσιας σφαίρας (το πεδίο σχέσεων εξουσίας μέσα στο οποίο η ελληνική αποκτά συμβολική κυριαρχία.

Και για την αρβανίτικη ισχύει ό,τι και για τις άλλες μειονοτικές γλώσσες: αναπαράγεται το σύνηθες στερεότυπο της κοινωνικής απαξίας που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία απέναντι στη χρήση όλων των μειονοτικών γλωσσών και διαλέκτων που ομιλούνται στην Ελλάδα. Η χρήση των αρβανίτικων δεν αποτέλεσε ουσιαστικό πολιτικό πρόβλημα, παρά μόνο κατά περίσταση σε σχέση με άλλους εξωγενείς παράγοντες, όπως λ.χ. η ένταση της ελληνοαλβανικές σχέσεις. Για τα αρβανίτικα ισχύει η αντίφαση: ενώ τα ομιλούσαν οι αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης και στη συνέχεια σημαντικός αριθμός προσωπικοτήτων που πρωταγωνίστησαν στην πολιτική σκηνή του ελληνικού κράτους, ουδέποτε θεσμοθετήθηκε νομικά ούτε στηρίχθηκε πολιτικά η χρήση της και η μελέτη της από το κράτος. Είναι περίεργο πώς η επιτυχημένη ένταξη των Αρβανιτών στο σύγχρονο ελληνικό φαντασιακό δεν συνοδεύτηκε από την επιβίωση της γλώσσας τους. Η διασπορά των κοινοτήτων, οικονομικοκοινωνικοί παράγοντες, η μετανάστευση, εσωτερική κυρίως και εξωτερική, οδήγησαν στην κοινωνική απαξία τη γλώσσα. Απέτρεψαν τους συλλογικούς δεσμούς για την υποστήριξη του αιτήματος της γλωσσικής συνέχειας. Οι νεότερες ηλικίες δεν χρησιμοποιούν τα αρβανίτικα παρά ελάχιστα. Η ηλικία, το επάγγελμα, η μετανάστευση, η εκμάθηση της γλώσσας όχι από τους γονείς αλλά από τους παππούδες, ο προφορικός χαρακτήρας της γλώσσας, ο ρόλος του σχολείου, η ιδεολογική ισχύς της ελληνικής συνέβαλαν στην ενίσχυση ή υποχώρηση, κατά περίπτωση περιοχή σε περιοχή ή χωριό σε χωριό, της γλώσσας. Η συνύπαρξη με αλβανούς οικονομικούς μετανάστες παίζει ρόλο στη δυναμική εξέλιξη των αρβανίτικων σε επίπεδο χρησιμότητας, αυτοεκτίμησης και εμπλουτισμού του λεξιλογίου.

Τελευταία ενημέρωση: 03/04/2009 10:29