Παραδοσιακές μακεδονικές οινοποιήσιμες ποικιλίεςΠαραδοσιακές μακεδονικές οινοποιήσιμες ποικιλίες

Λημνιό

Πρόκειται για μια πολύ παλιά γηγενή ποικιλία, που αναφέρεται ως "Λημνία Σταφυλή" από τον Πολυδεύκη και τον Ησιόδο. Κάποτε αποτελούσε το κέντρο της αμπελοκαλλιέργειας στη Λήμνο. Σήμερα καλλιεργείται στη Λήμνο, τη Χαλκιδική, τον Έβρο, τη Ροδόπη, την Ξάνθη, την Καβάλα, τις Σέρρες, τη Λάρισα και την Καρδίτσα.
Το Λημνιό δίνει κρασιά σχετικά υψηλόβαθμα, μέτριας οξύτητας, με ελαφρύ ιδιαίτερο άρωμα, μέτριο χρώμα και σώμα. Συμμετέχει στην ποικιλιακή σύνθεση των ερυθρών ξηρών οίνων Ονομασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος "Πλαγιές Μελίτωνα" μαζί με τις Cabernet Sauvignon και Cabernet Franc, καθώς και ορισμένων Τοπικών (Αγιορείτικος, Μακεδονικός, Ισμαρικός, Θρακικός, Μετόχι Χρωμίτσα), και Επιτραπέζιων οίνων.

Νεγκόσκα

Πρόκειται για ποικιλία του ευρύτερου μακεδονικού χώρου. Οφείλει την ονομασία της στη σλαβική ονομασία της Νάουσα (Νεγκούς ή Νεγκόσκα). Είναι γνωστή και ως Ποπόλκα Ναούσης ή Νεγκόσκα Ποπόλκα. Καλλιεργείται σήμερα κυρίως στην περιοχή της Γουμένισσας, σε μία έκταση, που πλησιάζει τα 700 στρέμματα, μεταφερόμενη εκεί από τη Νάουσα. Ωριμάζει μετά τις 20 Σεπτεμβρίου και δίνει κρασιά υψηλόβαθμα, με καλό ερυθρό χρώμα, μέτρια οξύτητα και μαλακή γεύση. Έτσι μετριάζει την οξύτητα και την τανικότητα του Ξινόμαυρου, αυξάνοντας τον αλκοολικό τίτλο, τα φρουτώδη αρώματα και τη χρωματική ένταση, στην παραγωγή του ερυθρού ξηρού παλαιωμένου οίνου Ονομασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος "Γουμένισα" στην οποία πρέπει να συμμετέχει με ποσοστό τουλάχιστον 20%.

Ξινόμαυρο

Πρόκειται για τη σημαντικότερη ποικιλία του βορειοελλαδίτικου χώρου, που καλλιεργείται κυρίως στη Νάουσα, τη Γουμένισσα, το Αμύνταιο, τη Ραψάνη, το Τρίκωμο, τη Σιάτιστα, το Βελβεντό, την Πέλλα και σε μικρότερο βαθμό στο Άγιο Όρος, την Όσσα, τα Ιωάννινα, τη Μαγνησία, την Καστοριά και τα Τρίκαλα. Τα χαρακτηριστικά του ξινόμαυρου ποικίλουν ανάλογα με την περιοχή που καλλιεργείται. Σε περιοχές με κάποιο υψόμετρο, όπου μπορεί να ωριμάσει, στα κατάλληλα εδάφη και με μικρές αποδόσεις ανά πρέμνο, μπορεί να δώσει θαυμάσια ερυθρά, ξηρά κρασιά, με καλό χρώμα, τυπικά αρώματα, καλή οξύτητα, υψηλόβαθμα, πλούσια σε τανίνες και επιδεκτικά παλαίωσης. Σε περιοχές μεγάλου υψομέτρου μπορεί να δώσει αξιόλογα ροζέ, ήρεμα αλλά και αφρώδη κρασιά, με χαρακτηριστικά αρώματα κόκκινων φρούτων και ιδίως φράουλας. Μπορεί ακόμα να δώσει και λευκούς οίνους (blanc de noirs), με χαρακτηριστικό χρώμα και άρωμα, και ζωηρή γεύση.

Από ξινόμαυρο παράγονται οι οίνοι Ονομασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος -"Νάουσα", ερυθρός ξηρός, ημίξηρος και ημίγλυκος -"Αμύνταιο", ερυθρός και ροζέ, ξηρός, ημίξηρος και ημίγλυκος
-"Αμύνταιο", ροζέ φυσικώς αφρώδης, ξηρός και ημίγλυκος. Επίσης συμμετέχει στην παραγωγή των ερυθρών ξηρών οίνων Ονομασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος "Γουμένισσα" (μαζί με την ποικιλία Νεγκόσκα), "Ραψάνη" (μαζί με τις ποικιλίες Κρασάτο και Σταυρωτό), και ορισμένων Τοπικών (Μακεδονικός, Ημαθίας, Γρεβενών, Πλαγιές Βερτίσκου, Χαλκιδικής κ.α.) και Επιτραπέζιων οίνων.

Τελευταία ενημέρωση: 03/04/2009 10:29